← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. METOU κ.α., Υπόθεση με αρ.: 12551/2018, 16/12/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. METOU κ.α., Υπόθεση με αρ.: 12551/2018, 16/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B215 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 12551/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
  2. XXXXX METOU
  3. XXXXX ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 16/12/
  4. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Στυλιανού. Κατηγορούμενος 1, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ [Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1]
  5. Ο Κατηγορούμενος 1, έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στα ποινικά αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, για τα οποία τώρα θα τιμωρηθεί από το Δικαστήριο, που αφορούν: - Η κατηγορία με αρ. 1, το ποινικό αδίκημα της εισόδου στην Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι, του Άρθρου 12

(1)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 105»), που, σύμφωνα με το Άρθρο 12
(5)του Κεφ. 105, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός χρόνου ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Και· - Η κατηγορία με αρ. 2, το ποινικό αδίκημα της απαγορευμένης μετανάστευσης, του Άρθρου 6
(1)(θ) του Κεφ. 105, που, σύμφωνα με το Άρθρο 19
(2)του Κεφ. 105 (ως αυτό ίσχυε κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος βάσει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμου του 2013, Νόμος 49(Ι)/2013), τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τριών χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €8.543 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί.
  1. Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου τα συγκεκριμένα αδικήματα, παρατηρούνται στην κοινωνία να διαπράττονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση [i], και εκ της φύσεως τους είναι σοβαρά, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [ii]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [iii].
  2. Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
  3. Το πως ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα προαναφερόμενα αδικήματα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν και από τον Κατηγορούμενο 1 μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του. Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των αδικημάτων, στην πλήρη τους έκσταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την διάπραξη του, από τις οποίες διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε ή και τις συνέπειες του.
  4. Σε γενικές γραμμές, τα κύρια γεγονότα έχουν ως ακολούθως. - Ο Κατηγορούμενος 1, από τις περιστάσεις, ως αυτές παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από την εκπρόσωπο του Κατήγορου, διέπραξε τα προαναφερόμενα αδικήματα σε ώριμη ηλικία, όταν ήταν τριάντα εννέα χρόνων και ως εκ τούτου, όχι από ανωριμότητα ή και υπό περιστάσεις παρόρμησης. Ο Κατηγορούμενος 1, στην βάση και των όσων ο ίδιος υποστήριξε, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του προς μετριασμό της ποινής του, ενήργησε για την διάπραξη τους, σαφώς συνειδητά, και κατόπιν προμελέτης και σχεδιασμού. - Ο Κατηγορούμενος 1, σημειώνεται, ο οποίος είναι Έλληνας υπήκοος, για πρώτη φόρα, περί το έτος 2011, βρέθηκε στην Δημοκρατία ως XXXXX, για να υπηρετήσει στην XXXXX, που διοικείται από το Γενικό Επιτελείο Στρατού της Ελλάδας. Λόγω καταδίκης του Κατηγορουμένου 1, για την διάπραξη στην Δημοκρατία ποινικών αδικημάτων και της επιβολής προς αυτόν, από το Δικαστήριο, ποινών φυλάκισης, στις 11/12/2013, εναντίον του Κατηγορουμένου 1, εκδόθηκε, από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, διάταγμα απέλασης και ο Κατηγορούμενος 1 τελικά απελάθηκε από την Δημοκρατία στην χώρα του Ελλάδα, στις 23/05/
  5. Μάλιστα, στον Κατηγορούμενο 1, στη βάση εντάλματος του Προέδρου της Δημοκρατίας, αναστάλθηκε το μεγαλύτερο μέρος των ποινών φυλάκισης, σε σχέση με τις οποίες, αμέσως πριν τον χρόνο εκείνο, βρισκόταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές, οι οποίες αποφασίστηκε ότι θα του χαρίζονταν, εάν αυτός δεν επέστρεφε στην Δημοκρατία για περίοδο μέχρι και τις 20/06/
  6. Ταυτόχρονα της απέλασης του, ο Κατηγορούμενος 1, λόγω της απέλασης του και σύμφωνα με το Κεφ. 105, κατέστη απαγορευμένος μετανάστης και ως πρόσωπο που δεν θα του επιτρεπόταν μελλοντικά η είσοδος στην Δημοκρατία, καταχωρήθηκε στον σχετικό κατάλογο στάσης («stop list»). Τα προαναφερόμενα, γνωστοποιήθηκαν στον Κατηγορούμενο
  7. - Πάραυτα, ο Κατηγορούμενος 1, στις 14/02/2018, αν και σε χρόνο, μετά την λήξη της περιόδου, που, δια του προαναφερόμενου Προεδρικού εντάλματος, του ετέθη και αφορούσε την χάρη έκτισης των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο το έτος 2013, εισήλθε στο έδαφος της Δημοκρατίας από μη εγκεκριμένο λιμάνι και ειδικότερα, από το αεροδρόμιο που παράνομα λειτουργεί από την υποτελή διοίκηση των κατεχομένων από τα Τουρκικά στρατεύματα κατοχής και στην οποία περιοχή η Δημοκρατία δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, και διέμεινε στην Δημοκρατία παράνομα για περίοδο μέχρι και την 02/08/2018, οπόταν και διαπιστώθηκε από την Αστυνομία η διάπραξης των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων. Είχαν προηγηθεί, δύο επιστολές του Κατηγορουμένου 1 προς τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, με αίτημα του για άρση της προαναφερόμενης απαγόρευσης που αφορούσε στο πρόσωπο του, οι οποίες απορρίφθηκαν και ο Κατηγορούμενος 1 ήταν κοινωνός των σχετικών αποφάσεων. Το γεγονός ότι, οι προαναφερόμενες παράνομες πράξεις του Κατηγορουμένου 1, έλαβαν χώρα, σε μία χρονική περίοδο όπου το μεταναστευτικό, έντονα, παρουσιάζεται να αποτελεί, πρόβλημα για την Δημοκρατία, και από έναν Έλληνα πολίτη, ο οποίος, μάλιστα, ως πρώην XXXXX που υπηρέτησε στην XXXXX, πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά το εθνικό μας πρόβλημα, με τις πράξεις του, ενήργησε, όχι μόνο παράνομα, αλλά και προς αναγνώριση της υποτελούς διοίκησης των κατεχομένων από τα Τουρκικά στρατεύματα κατοχής. - Ο Κατηγορούμενος 1, στις 02/05/2018, νυμφεύτηκε την πρώην συγκατηγορούμενη του, Κατηγορούμενη 2, Κύπρια πολίτη, με την οποία απέκτησε και παιδί και διατηρούν νοικοκυριό και αιτήθηκε, κατ' ακολουθία, προς τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, και πάλι την άρση της προαναφερόμενης απαγόρευσης που αφορά στο πρόσωπο του. Παρά το γεγονός, ότι, ως συνάγεται από τα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος 1, δεν έλαβε στο εν λόγω αίτημα του θετική απάντηση, ή, σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε απάντηση, ο Διευθυντής του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, προκύπτει, δεν έχει, κατά την διαπίστωση από την Αστυνομία των προαναφερόμενων ποινικών διαταγμάτων ή σε οποιονδήποτε χρόνο μεταγενέστερα, ασκήσει τις εξουσίες του βάσει του Κεφ. 105, έκδοσης εναντίον του Κατηγορουμένου 1, διατάγματος κράτησης και απέλασης του, ή, σε κάθε περίπτωση, απέλασης του. Οι λόγοι, βεβαίως, για αυτό, που δεν είναι γνωστοί, αν και θα ήταν σημαντικοί να τους γνωρίζει το Δικαστήριο, δηλαδή, γιατί η διοίκηση παίρνει αυτή την στάση έναντι του Κατηγορουμένου 1, δεν διαφοροποιούν το τελικό αποτέλεσμα, που είναι, ένα πρόσωπο, ο Κατηγορούμενος 1, που δια Νόμου, λόγω της στάσης του έναντι του Νόμου στην Δημοκρατίας, τελικώς, κατέστη απαγορευμένος μετανάστης και πρόσωπο που δεν θα του επιτρεπόταν μελλοντικά η είσοδος στην Δημοκρατία, «επέβαλε» και πάλι με την έκνομη στάση του, ή, σε κάθε περίπτωση, δημιούργησε τις συνθήκες για αυτό, την παραμονή του στην Δημοκρατία. Όσοι, ενεργούν με τον τρόπο αυτό, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, αγνοώντας τον Νόμο, την τάξη και την διοίκηση στην Δημοκρατία, πρέπει να τιμωρούνται παραδειγματικά και με αυστηρότητα.
  8. Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου 1, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή του Κατηγορουμένου 1 στο κατηγορητήριο του, -αν και όχι με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκε να το πράξει από το Δικαστήριο και πολύ καθυστερημένα σε σχέση με την έναρξη της ποινικής του δίωξης από τον Κατήγορο ενώπιον του Δικαστηρίου-, σε στάδιο πριν από την ακρόαση της υπόθεσης. Λόγω της καθυστέρησης του Κατηγορουμένου 1, να δηλώσει την παραδοχή του στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του, σχετικά με τον παράγοντα αυτό, το Δικαστήριο, (δικαιολογημένα κρίνει ότι επιβάλλεται) θα του επιδείξει λιγότερη επιείκεια, από ότι θα του επιδείκνυε εάν το έπραττε αμέσως όταν κλήθηκε να απαντήσει στο κατηγορητήριο του ενώπιον του [iv]. Σε κάθε περίπτωση, η παραδοχή αυτή του Κατηγορουμένου 1, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία του, για τα αδικήματα που διέπραξε, δείχνει, συνείδηση των παράνομων πράξεων του, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας του, πλέον, να αναλάβει την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας και αυτό συντείνει προς την επιεικέστερη μεταχείριση του από το Δικαστήριο. Δεν παραβλέπεται όμως από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου 1, στον απαιτούμενο βαθμό. Και περαιτέρω, ότι, λόγω της αντικειμενικής καθυστέρησης στην διεκπεραίωση αυτής της υπόθεσης και της ποινικής αντιμετώπισης του Κατηγορουμένου 1 από το Δικαστήριο, δεν προκλήθηκε σε αυτόν, οποιαδήποτε δυσμένεια ή επηρεασμός σε ότι αφορά την προβολή της οποιαδήποτε θέσης του, σχετικά με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης ή και τις προσωπικές του περιστάσεις, οι οποίες, σημειώνεται, δεν διαπιστώνεται από τα όσα έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, να έχουν, κατά την περίοδο της καθυστέρησης, ουσιαστικά διαφοροποιηθεί, ώστε η καθυστέρηση αυτή, ως παράγοντας, να δικαιολογεί, πέραν του μετριασμού της ποινής του, σε κάποιο βαθμό, εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση σε ότι αφορά την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί.
  9. Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου 1 όπου αρμόζει, το Δικαστήριο, λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές του περιστάσεις. Αυτές, δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια από πλευράς του Κατηγορουμένου
  10. Ωστόσο, κάποια τέτοια στοιχεία του Κατηγορουμένου 1, προκύπτουν και από τα όσα ο Κατήγορος έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως το Δικαστήριο, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε και της έξαρσης τους, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να του επιβληθεί [v]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 1, είναι ηλικίας σαράντα εννέα χρόνων, είναι λευκού ποινικού μητρώου και είναι νυμφευμένος στην Δημοκρατία με Κύπρια πολίτη, με την οποία έχει αποκτήσει οικογένεια και διατηρεί νοικοκυριό.
  11. Μετά από συνεκτίμηση των προαναφερόμενων, και ειδικότερα, της σοβαρότητας των ποινικών αδικημάτων υπό αναφορά, των περιστάσεων διάπραξης τους και γενικά της υπόθεσης και των συνθηκών του Κατηγορουμένου 1, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, η ποινή της φυλάκισης για τον Κατηγορούμενο 1, ως τιμωρητικό μέτρο, δεν μπορεί να αποφευχθεί, λόγω της έμφασης που πρέπει να δοθεί στον παράγοντα της αποτροπής. Ωστόσο, αυτή θα συνδυαστεί για τον Κατηγορούμενο 1 από το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξηγούνται στην συνέχεια, και με χρηματική ποινή και καταδίκη του στα έξοδα της διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει επιλέξει, ως προελέχθη, και την χρηματική ποινή για τον Κατηγορούμενο 1, την οποία επιμετράει, έχοντας κατά νουν, την σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, που, όπως και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλάται στην ποινή, σύμφωνα όμως πάντοτε με τις προαναφερόμενες περιστάσεις των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και τις προσωπικές του Κατηγορουμένου 1, καθώς και το γεγονός ότι γίνεται συνδυασμός της και με ποινή φυλάκισης και καταδίκη του στα έξοδα της διαδικασίας. Η χρηματική ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1 από το Δικαστήριο, κρίνεται, έχοντας το Δικαστήριο υπόψη και το ότι, από πλευράς του Κατηγορουμένου 1, παρά την προοπτική και μιας τέτοιας ποινής, οι προσωπικές του περιστάσεις σήμερα, δεν έχουν αναφερθεί, ότι είναι εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων. Το συμφέρον της επιβολής του Νόμου και της γενικής αποτροπής, στην προκείμενη περίπτωση, κρίνει το Δικαστήριο, μπορεί να εκφραστεί, μέσα από συνδυασμό των τριών τύπων ποινής και το συνολικό αποτέλεσμα τους. [vi].
  12. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις αρχές της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, στον Κατηγορούμενο 1, επιβάλλει τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία: 40 ημέρες φυλάκιση και €
  13. Στην 2η κατηγορία: 110 ημέρες φυλάκιση και €2.
  14. Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου 1, να είναι συντρέχουσες. Αυτές, θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που του έχουν ανακοινωθεί από το Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος 1, κατ' εφαρμογής του Άρθρου 118
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, θα έχει μέχρι και την 15ην/02/2022 για να καταβάλει το σύνολο του προστίμου που προκύπτει ως ανωτέρω. Του δίδεται από το Δικαστήριο, εύλογος χρόνος ανταπόκρισης. Σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες χρηματικές ποινές, θα τυγχάνουν βεβαίως εφαρμογής, σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Μέρους IV του Κεφ.
  1. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου 1 και την επιμέτρηση της, δηλαδή, τα αδικήματα και η σοβαρότητα τους, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές του Κατηγορουμένου 1, χωρίς, σημειώνει το Δικαστήριο, να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο ως σχετικό για να ληφθεί υπόψη, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που του έχουν μόλις επιβληθεί, δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μια τέτοια απόφαση. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 1, η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η μεταμέλεια του, ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που του επιβάλλεται ποινή και ο γάμος του, μετά την διάπραξη των αδικημάτων, με Κύπρια πολίτη, με την οποία απέκτησε οικογένεια και διατηρεί νοικοκυριό στην Κύπρο, χωρίς να κριθεί από την διοίκηση, μέχρι και σήμερα, και παρά τον χρόνο που παρήλθε, ότι έπρεπε να ληφθούν διαβήματα για την απέλαση του στην χώρα του Ελλάδα, είναι οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν το Δικαστήριο, έχοντας υπόψιν τις περιστάσεις διάπραξής των αδικημάτων, παρά την φύσης τους και το γεγονός ότι αυτά βρίσκονται σε έξαρση και της ανάγκης, ως εκ τούτου, η ποινή να είναι αποτρεπτική, να πάρει αυτή την απόφαση.
  2. Ως εκ τούτου, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου 1, ως προαναφέρθηκε, αναστέλλεται σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/1972, για περίοδο τριών χρόνων. Δικαστήριο προς Κατηγορούμενο 1: Θα σας εξηγήσω αμέσως τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι, η ποινή φυλάκισης, είναι ποινή φυλάκισης, αλλά δεν ενεργοποιείται αμέσως, διότι, κρίνω ότι θα πρέπει να σας δοθεί άλλη μια ευκαιρία, με την προϋπόθεση ότι δεν θα διαπράξετε άλλο αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια δεν διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση, δεν θα κληθείτε να υπηρετήσετε την ποινή φυλάκισης. Αν όμως διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο τέτοιο αδίκημα, θα μπορεί το Δικαστήριο να σας επιβάλει ποινή για το αδίκημα εκείνο αλλά και να διατάξει να υπηρετήσετε [ακόμη] και το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που σας έχει επιβληθεί και η οποία σήμερα ανεστάλη. Επομένως, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην επιείκεια που ο Νόμος και το Δικαστήριο που εφαρμόζει αυτόν, επιδεικνύουν σε σχέση με τη μελλοντική σας συμπεριφορά.
  3. Επιπρόσθετα και ως μέρος της ποινής του, ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται από το Δικαστήριο και σε €20 έξοδα διαδικασίας. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Lapachi v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 235/2020, 25/11/
  4. [ii] Βλ. Lapachi v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 235/2020, 25/11/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. [iii] Βλ. Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
  2. [iv] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
  3. Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
  4. Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
  5. Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [v] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
  6. [vi] Βλ. Evagorou v Police
(1971)2 C.L.R. 194, Γενικός Εισαγγελέας ν Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 και Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.