← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Α. Β., Υπόθεση υπ' αρ.: 20978/2021, 22/12/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. Α. Β., Υπόθεση υπ' αρ.: 20978/2021, 22/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B228 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 20978/2021. ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- Α. Β. Κατηγορουμένου ---------- [Απευθείας Παραπομπή Κατηγορουμένου Σε Δίκη Από το Κακουργιοδικείο Που Συνεδριάζει Στην Λευκωσία - Άρθρο 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 / Το Ζήτημα της Απόλυσης ή Κράτησης του Κατηγορουμένου - Άρθρα 48, 92 και 157

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155] ---------- Ημερομηνία: 22/12/
  1. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. [Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: ..............................] Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Χρίστου. [Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: ..............................] Κατηγορούμενος, Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ I.
  2. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την κράτηση κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, πηγάζει από τα Άρθρα 48, 92 και 157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155») [i] [ii]. Στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμογής τυγχάνει το Άρθρο 92 του Κεφ.
  1. Αυτή, ασκείται δικαστικά, βάσει αρχών που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά. Αφετηρία, αποτελεί η αρχή [iii], ότι, κάθε πρόσωπο το οποίο κατηγορείται για την διάπραξη ποινικού αδικήματος, δικαιούται να απολυθεί υπό όρους εγγύησης, εκτός εάν συντρέχουν ουσιαστικοί λόγοι περί του αντιθέτου [iv]. Σκοπός της κράτησης, είναι βεβαίως, η εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου στην δίκη του και όχι η τιμωρία του. Συνεπώς, το ζήτημα των όρων εγγύησης, εξετάζεται, εφόσον αποφασιστεί ότι ο κατηγορούμενος θα αφεθεί ελεύθερος μέχρι την ημέρα της δίκης του [v].
  2. Τρία είναι τα βασικά στοιχεία που, αντικειμενικά, λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος μέχρι την δίκη του, ή, αν, εκκρεμούσης αυτής, θα τεθεί υπό κράτηση [vi]: i. Ο κίνδυνος μη προσέλευσής του στη δίκη [vii]. ii. Η πιθανότητα διάπραξης νέου ποινικού αδικήματος ή και άλλων ποινικών αδικημάτων [viii]. Και, iii. Η πιθανότητα επηρεασμού μαρτυρίας ή μαρτύρων [ix].
  3. Σύμφωνα με την νομολογία, οι προαναφερόμενοι παράγοντες δεν είναι σωρευτικοί, αλλά ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο. Ένας ή περισσότεροι από αυτούς, μπορεί να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα κατά την εξέταση του ζητήματος [x].
  4. Συνεκτιμούμενοι αυτοί, πάντοτε, όταν το ζήτημα της κράτησης τίθεται επί της πιθανότητας μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στην δίκη του, με τους όποιους άλλους παράγοντες, πιθανόν, σε κάποια περίπτωση κατηγορουμένου, να υπάρχουν, που είναι σχετικοί με το πρόσωπο του, και οι οποίοι, ενδεχομένως, να εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας του [xi], ή που είναι σχετικοί με τις περιβάλλουσες περιστάσεις της υπόθεσης, που, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου [xii], όπως, για παράδειγμα, είναι το ζήτημα του χρόνου της κράτησης [xiii]. II.
  5. Ο Κατήγορος, έχει βασίσει το αίτημα του, όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι και την ημέρα της δίκης του, και στους τρείς προαναφερόμενους λόγους. Ο Κατηγορούμενος, σε αυτό, πρόβαλε ένσταση. III.
  6. Η πιθανότητα και ο κίνδυνος μη προσέλευσης κατά την δίκη, συναρτάται προς τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και γενικότερα του κατηγορητηρίου του κατηγορουμένου, όταν στον κατηγορούμενο προσάπτεται από τον κατήγορο πέραν της μιας κατηγορίας για την διάπραξη ποινικού αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου σε αυτό και την ποινή που δυνατό να του επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης [xiv].
  7. Στην προκείμενη περίπτωση, τα ποινικά αδικήματα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά, ώστε, σε περίπτωση καταδίκης, θα επιφέρουν στον Κατηγορούμενο, αν όχι αναπόφευκτα, σχεδόν βέβαια (και ανάλογα βέβαια πάντοτε των περιστάσεων του Κατηγορουμένου), αυστηρές / σοβαρές ποινές, άμεσης φυλάκισης. Η σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς, αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή ή μέγιστη ποινή [xv]. Αυτή, αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή κατηγορουμένου, σε περίπτωση καταδίκης του σε ποινικό αδίκημα [xvi]. Για τους σκοπούς εξέτασης ζητήματος κράτησης κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, έχει νομολογηθεί, ότι, όσο πιο σοβαρή είναι μία κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του [xvii]. Συγκεκριμένα, σε αυτή την υπόθεση, ο Κατηγορούμενος, κατηγορείται ότι διέπραξε τα ακόλουθα ποινικά αδικήματα: Κατηγορίες με αρ. 1 και 4: Απόπειρα για φόνο: Σύμφωνα με τα Άρθρο 214(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154), το ποινικό αδίκημα της απόπειρας φόνου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δια βίου. Κατηγορία με αρ. 2, 5 και 7: Πρόκληση ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας: Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Νόμος 119(I)/2000 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 119(Ι)/2000»), το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι €5.125 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Κατηγορία με αρ. 3: Βία εναντίον ανήλικου μέλους της οικογένειας: Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(4)του Νόμου 119(I)/2000, το ποινικό αδίκημα της άσκησης βίας εναντίον ανήλικου μέλους της οικογένειας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι €5.125 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Κατηγορία με αρ. 6: Επίθεση εναντίον προσώπου που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(4)του Νόμου 119(I)/2000, το ποινικό αδίκημα της επίθεσης εναντίον προσώπου (μέλους της οικογένειας) που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι €5.125 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί.
  1. Συνεπώς, η σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων υπό αναφορά, τα οποία προσάπτονται στον Κατηγορούμενο από τον Κατήγορο, αναντίλεκτα, είναι δεδομένη. Ιδιαιτέρως, αν ληφθεί υπόψη, το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, αντιμετωπίζει τις προαναφερόμενες κατηγορίες, κυρίως για το ποινικό αδίκημα της απόπειρας για φόνο, του Άρθρου 214(α) του Κεφ. 154, στην βάση της μαρτυρίας που ο Κατήγορος υποστηρίζει ότι κατέχει εναντίον του Κατηγορουμένου, σχετικά με δύο διαφορετικά περιστατικά εγκληματικής δράσης του Κατηγορουμένου και σε βάρος του ίδιου προσώπου, της συζύγου του, που έλαβαν χώρα σε αλληλουχία, σε σύντομο μεταξύ τους χρονικό διάστημα, αντιστοίχως, κατά τον Μάρτιο και Δεκέμβριο του τρέχοντος έτους.
  2. Εντούτοις, όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος ή των ποινικών αδικημάτων, από μόνη της, δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για το Δικαστήριο για την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του [xviii]. Για να δικαιολογείται, είναι απαραίτητο, επιπρόσθετα, να πιθανολογείται από το Δικαστήριο, για το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα ή τα συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα ή μπορεί και για κάποια από αυτά, η καταδίκη του κατηγορουμένου. Στο στάδιο αυτό, σημειώνεται, το Δικαστήριο περιορίζεται αυστηρά στην εξέταση της δύναμης του αποδεικτικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσον πιθανολογείται καταδίκη [xix], χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή και να ελέγχει την αξιοπιστία της, ζήτημα που κρίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο [xx]. Όπως έχει λεχθεί στην Κωνσταντινίδης v Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 και υιοθετήθηκε στις Μαλά v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135 και Σπανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2013, 22/01/2013, αυτό, συνιστά μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία, δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο. Το μαρτυρικό υλικό, για σκοπούς της διαδικασίας, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα [xxi]. Αρχή της νομολογίας μας, που, ως έχει λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Chrishantha ν Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 93, είναι σε απόλυτη αρμονία με αυτές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Υπό τύπο επισήμανσης του έργου του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματος κράτησης του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νικήτα ν Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, όπου αναφέρθηκε: «Με δεδομένο ότι οι εφεσείοντες είναι αθώοι και, συνακόλουθα, θα έπρεπε να αφεθούν ελεύθεροι με εγγύηση, εξετάστηκε κατά πόσο υπήρχε ο κίνδυνος αυτοί να μην εμφανιστούν κατά τη δίκη τους. Η πιθανολόγηση της καταδίκης τους συναρτήθηκε με το ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρικό υλικό, το οποίο, στο στάδιο αυτό, εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς τελικές διαπιστώσεις. Υπάρχει μαρτυρία - και σ' αυτήν αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο - η οποία συνδέει τους εφεσείοντες με τα αδικήματα. Ποια η βαρύτητα αυτής της μαρτυρίας και μέχρι πού μπορεί να οδηγήσει δεν είναι του παρόντος. Ούτε η απουσία των εκθέσεων των εμπειρογνωμόνων και άλλων εγγράφων, για τα οποία γίνεται αναφορά σε καταθέσεις, επηρεάζει, στο στάδιο αυτό, για τους λόγους που έχουμε προαναφέρει. Το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος .».
  1. Έχοντας το Δικαστήριο εξετάσει την μαρτυρία που ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του υπό κρίση αιτήματος του (βλ. Δέσμη-Έγγραφο Α), στην όψη της και μόνο, με ιδιαίτερη έμφαση στην μαρτυρία της παραπονούμενης συζύγου του Κατηγορουμένου, Μ. Μ. (βλ. το Κυανούν 1 και το σχετικό με αυτήν Κυανούν 2), κρίνει ότι, υπάρχει μαρτυρία η οποία συνδέει τον Κατηγορούμενο με τα προαναφερόμενα αδικήματα και ότι αυτή παρέχει, ενδεικτικά, εκείνο το υπόβαθρο, που παραπέμπει σε ενδεχόμενο καταδίκης του σε αυτά. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, οριστικά συμπεράσματα δεν μπορούν να εξαχθούν, ούτε και να δοθούν οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα, για πραγματικά ή και νομικά ζητήματα.
  2. Ωστόσο, το Δικαστήριο, παρατηρεί και τα εξής, που αφορούν στην παράμετρο αυτή της πιθανότητας καταδίκης του Κατηγορουμένου, και άπτονται της πτυχής της που αφορά στην προσδοκία αθώωσης του Κατηγορουμένου από το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του. Παρατηρήσεις, βεβαίως, του Δικαστηρίου, που δεν εκτείνονται στην εκτίμηση οποιουδήποτε άλλου μαρτυρικού υλικού που ο Κατήγορος τυχόν να έχει στην διάθεση του ή και το οποίο θα παρουσιάσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης από το Κακουργιοδικείο, εκτός του μαρτυρικού υλικού, Δέσμη-Έγγραφο Α, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση του υπό κρίση αιτήματος για κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι και την ημέρα της δίκης του. Ότι δηλαδή:
(1)Κατά την ακρόαση από το Κακουργιοδικείο των προαναφερόμενων κατηγοριών για το ποινικό αδίκημα της απόπειρας για φόνο, του Άρθρου 214(α) του Κεφ. 154, θα προβληματίσει, ενδεχομένως, κατά πόσο η απαιτούμενη ένοχη διάνοια του Κατηγορουμένου για αυτό, συστατικό του στοιχείο, μπορεί να στοιχειοθετηθεί από εύρημα του Δικαστηρίου για τα γεγονότα, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν απερίσκεπτα αδιάφορος αν με τις πράξεις του ήταν δυνατόν να επιφέρει τον θάνατο της συζύγου του, ή αν απαιτείται η ικανοποίησης του πραγματικά ότι ο Κατηγορούμενος είχε με αυτές πρόθεση να επιφέρει τον θάνατο της. [xxii].
(2)Και περαιτέρω, ότι κατά την ακρόαση από το Κακουργιοδικείο των προαναφερόμενων κατηγοριών για το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας, του Άρθρου 3
(1)του Νόμου 119(I)/2000, αλλά και της προαναφερόμενης κατηγορίας για το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης βίας εναντίον ανήλικου μέλους της οικογένειας, του Άρθρου 3
(3)του Νόμου 119(I)/2000, θα προβληματίσει, ενδεχομένως, εφόσον, σύμφωνα με το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, η βία που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο εναντίον της συζύγου του αφορά, «ψυχική βλάβη», και εναντίον του ανήλικου του παιδιού, βία, με βάση το Άρθρο 3
(1)του Νόμου 119(Ι)/2000, από πράξη η συμπεριφορά του, «που δύναται να προκαλέσει σε αυτό ψυχική βλάβη», κατά πόσο είναι αναγκαία, για σκοπούς στοιχειοθέτησης των αδικημάτων υπό αναφορά, και η μαρτυρία πραγματογνώμονα. [xxiii]. Τέτοια μαρτυρία, δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο να υπάρχει στην διάθεση του Κατήγορου. Ενώ, από τον ανήλικο, σύμφωνα πάντοτε με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, δεν έχει ληφθεί η οποιαδήποτε κατάθεσης του για τα γεγονότα.
  1. Η εξαιρετική σοβαρότητα μίας υπόθεσης, ως έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Καλλή ν Δημοκρατίας, Ποινική Εφεση Αρ. 114/2015, 19/06/2015, καθιστά, χωρίς άλλο, υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του κατηγορουμένου προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει. Δηλαδή, την επιβολή προς αυτόν, σε ότι αφορά το κατηγορητήριο του, αυστηρής / σοβαρής ποινής άμεσης φυλάκισης. Η υπόθεσης αυτή, είναι βεβαίως σοβαρή, ως προελέχθη, λόγω της σοβαρότητας των ποινικών αδικημάτων που καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο, ως οροθετείται από τον νομοθέτη, και των περιστάσεων που υποστηρίζεται ότι τα στοιχειοθετούν, δεν είναι όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ένεκα και των προαναφερόμενων παρατηρήσεων του σχετικά με την προσδοκία αθώωσης του Κατηγορουμένου σε αυτά ή στα πλείστα από αυτά, εκείνης της εξαιρετικής σοβαρότητας, που καθιστά, χωρίς άλλο, υπαρκτό το ενδεχόμενο διαφυγής του Κατηγορουμένου, προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει.
  2. Ο Κατηγορούμενος, σημειώνεται, από τα όσα στοιχεία έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι είναι Κύπριος και έχει σταθερούς δεσμούς με την Δημοκρατία. Ο Κατηγορούμενος, είναι ηλικίας 39 ετών, είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, ηλικίας 6½ ετών και 1½ έτους, που διαμένουν στην Δημοκρατία μαζί του (μαζί και με την παραπονούμενη σύζυγο του), είναι σταθερά εργαζόμενος στην Δημοκρατία και αντικειμενικά καλά αμειβόμενος (είναι μόνιμος αξιωματικός στην Εθνική Φρουρά), με οικογένεια (και εκτός της παραπονούμενης συζύγου του και των παιδιών τους) και ακίνητη ιδιοκτησία στην Δημοκρατία, χωρίς ιδιαίτερους δεσμούς με το εξωτερικό. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ευαγγέλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2019, 02/10/2019: «Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας είναι ότι, αν οι προσωπικές αλλά και οικογενειακές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου είναι ικανές να υπερφαλαγγίσουν, σε τέτοιο βαθμό που να εξανεμίσουν ή να μειώσουν επαρκώς τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του, τότε ο παράγων αυτός είναι ισχυρό στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της μη κράτησης του κατηγορουμένου.». Με βάση και τα προαναφερόμενα, το Δικαστήριο κρίνει ότι, οι προαναφερόμενες περιστάσεις του Κατηγορουμένου, σε κάθε περίπτωση, είναι ικανές να υπερφαλαγγίσουν, σε τέτοιο βαθμό, που να μειώσουν επαρκώς τον όποιο κίνδυνο μη προσέλευσης του στη δίκη του που μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση (από την όποια άποψη του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου, αντικειμενική και υποκειμενική).
  3. Το αίτημα, ως εκ τούτου του Κατήγορου, για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του, επί της βάσης αυτής, κρίνεται από το Δικαστήριο αδικαιολόγητο και απορρίπτεται. IV.
  4. Έχει υποστηριχθεί, από πλευράς Κατήγορου, επιπρόσθετα ως λόγος για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, ότι, αν ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, υπάρχει πιθανότητα διάπραξης νέου ποινικού αδικήματος ή και άλλων ποινικών αδικημάτων. Έγινε από πλευράς Κατήγορου, αναφορά στο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, και στα τρία διαφορετικά περιστατικά, κατά το τρέχον έτος (του Μαρτίου, Ιουνίου και Δεκεμβρίου), που αποτελούν αντικείμενο του, σε ότι αφορά την εγκληματική δράση του εναντίον της συζύγου του (και υπόβαθρο για την καταδίκη του σε αυτά) και υποστηρίχθηκε, ότι, υπάρχει πιθανότητα, αν δεν διαταχθεί η κράτησης του από το Δικαστήριο μέχρι την δίκη του, επανάληψης της ίδιας ή παρόμοιας έκνομης συμπεριφοράς. Για το προκείμενο, στην υπόθεση Σιακαλλή ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι: «Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μία πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις.».
  1. Έχοντας το Δικαστήριο κατά νουν τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας, κρίνει ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν δικαιολογείται η κράτησης του Κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του στην βάση αυτή. Ο Κατηγορούμενος, είναι λευκού ποινικού μητρώου και το κατηγορητήριο του αυτής της υπόθεσης, που αφορά και στα τρία προαναφερόμενα περιστατικά ισχυριζόμενης εγκληματικής δράσης του έναντι της συζύγου του, έχει προκύψει μετά από καταγγελία του, της τελευταίας, ημερομηνίας 12/12/
  2. Δεν πρόκειται η παρούσα υπόθεση, για περίπτωση διαδοχής καταγγελιών περιστατικών παράνομης δράσης κατηγορουμένου στην Αστυνομία, γραπτής καταγγελίας του από την Αστυνομία μετά από διερεύνηση ή ακόμη και ποινικής δίωξης του από τον κατήγορο για ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα και παρ' όλα αυτά, επανάληψης της ίδιας ή και παρόμοιας παράνομης συμπεριφοράς, που, ακόμη και στην απουσία προηγούμενης καταδίκης για ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, ίδιας φύσης ή και διαφορετικής, να δημιουργεί, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την ισχυρή αυτή εντύπωση στο Δικαστήριο, ότι υπάρχει η τάσης που δίδει και την πιθανολόγηση για την διάπραξη νέου ποινικού αδικήματος ή και άλλων ποινικών αδικημάτων στο μέλλον, που δικαιολογεί την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του.
  3. Η απλή ανησυχία που μπορεί να προκύπτει στο Δικαστήριο, ακριβώς λόγω των ισχυρισμών εναντίον του Κατηγορουμένου από την παραπονούμενη σύζυγο του, για επαναλαμβανόμενη εγκληματική δράση του έναντι της και η πιθανολόγησης, ως προαναφέρθηκε, της καταδίκης του Κατηγορουμένου στα σχετικά ποινικά αδικήματα, ως ανωτέρω, δεδομένου πάντοτε και του τεκμηρίου της αθωότητας του, σε συνδυασμό αυτό και με το λευκό του ποινικό μητρώο, μπορεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να δικαιολογήσει, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 15
(3)του Νόμου 119(Ι)/2000, την επιβολή όρου ή όρων εγγύησης προς τον Κατηγορούμενο από το Δικαστήριο για την προστασία της παραπονούμενης, ώστε να αφεθεί ελεύθερος και παραμείνει ελεύθερος κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας, χωρίς να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο, η διαπίστωσης από το Δικαστήριο, ότι υπάρχει πράγματι, υπό τις περιστάσεις, η πιθανότητα διάπραξης νέου ποινικού αδικήματος ή και άλλων ποινικών αδικημάτων, ως αυτή ερμηνεύτηκε από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 18. Σε κάθε περίπτωση, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, 01/09/2021, ακόμη και λανθασμένη να είναι η προαναφερόμενη κρίσης του Δικαστηρίου για το προκείμενο, και να υπάρχει, στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, πιθανότητα διάπραξης νέου ποινικού αδικήματος ή και άλλων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, αυτή θα ήταν μόνο σε σχέση με το πρόσωπο της παραπονούμενης συζύγου του και το συμπέρασμα αυτό, δεν θα δικαιολογούσε, αυτομάτως, την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του. Κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να ήταν, στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης και επιβεβλημένο, που κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν είναι. Η προσέγγισης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που δεσμεύει βεβαίως το Δικαστήριο για την απόφαση του σε αυτή την υπόθεση, φαίνεται από το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του στην προαναφερόμενη υπόθεση, Γεωργίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, 01/09/2021: «Δεδομένης λοιπόν της πιθανότητας να διαπράξει ο Εφεσείων παρόμοιας φύσης αδικήματα στο μεσοδιάστημα, προχωρούμε στην εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης και κατά πόσο, στις περιστάσεις της υπόθεσης η κράτηση του Εφεσείοντα ήταν επιβεβλημένη. Ήταν συναφές και έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι η μαρτυρία δεν αναδείκνυε τάση του Εφεσείοντα προς την παρανομία γενικά, αλλά με αναφορά στον πατέρα του. Σε αντιδιαστολή με τις περιπτώσεις ροπής προς το έγκλημα γενικά ή έστω προς κατηγορίες αδικημάτων όπου το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει την ελευθερία του υπόδικου με την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου γενικά, στις περιπτώσεις όπου η παρανομία για την οποία υπάρχει η ανάγκη προφύλαξης είναι συγκεκριμένη, είναι ευχερέστερη και μπορεί να εξυπηρετήσει η επιβολή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων προς διασφάλιση έναντι του κινδύνου της επανάληψης των αδικημάτων και αποφυγή της κράτησης που είναι η έσχατη λύση και που μπορεί να διαταχτεί εκεί και μόνο όπου κρίνεται ότι κανένα άλλο μέτρο δεν μπορεί να αποδώσει. .. Το Δικαστήριο που εκδικάζει υπόθεση που αφορά αδίκημα κατά παράβαση του Ν.119(Ι)/2000 έχει την εξουσία να επιβάλει στον κατηγορούμενο όρους για την προστασία των μελών της οικογένειας, περιλαμβανομένου και του όρου να μην επισκέπτεται ή να μην παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο μέλος της οικογένειάς του. Η σχετική ρύθμιση εμπεριέχεται στο άρθρο 15
(3)του Νόμου. Προφανώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέλαβε ότι ο Εφεσείων δεν θα συμμορφωνόταν με τους όρους που θα μπορούσαν να είχαν τεθεί. Θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη το γεγονός της καταγγελίας και ότι η συμπεριφορά του Εφεσείοντα στην οποία γινόταν αναφορά στη μαρτυρία αφορούσε σε χρόνους πριν την καταγγελία. Η συμπεριφορά του κατ' εξακολούθηση παραβάτη, που ενδεχομένως αισθάνεται ότι μπορεί να ενεργεί εκτός των πλαισίων του νόμου, ενδέχεται να διαφοροποιείται μετά την καταγγελία, δεδομένου ότι το θύμα του έχει ξεπεράσει τα όρια αντοχής, ανοχής ή και ενδοιασμούς στο να τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Ιδιαίτερα σε υποθέσεις όπου θύτης και θύμα είναι του ιδίου περιβάλλοντος ή συγγενικά πρόσωπα. Ο Εφεσείων, αν είχε αδικοπραγήσει όπως του καταλογίζεται, νομίζοντας ότι η συμπεριφορά του θα γινόταν ανεχτή ή ότι δεν θα υπήρχε η βούληση για να καταγγελθεί, έχει τώρα υπόψη του νέα δεδομένα και το πρωτόδικο Δικαστήριο, πέραν των όρων που θα μπορούσε να του επιβάλει θα μπορούσε και σωστά θα έπραττε να επιστήσει τη προσοχή του στο ότι σε περίπτωση αδικοπραγίας του ή και παράβασης των όρων που θα είχαν τεθεί, θα μπορούσε να συλληφθεί και η υπόθεση του θα μπορούσε να τεθεί αμέσως ενώπιον του Δικαστηρίου για να διαταχτεί ενδεχομένως η κράτηση του. Δεν είχαν αναφερθεί προηγούμενες καταδίκες για τον Εφεσείοντα (και επιβεβαιώθηκε ενώπιον μας ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου) και δεν βλέπουμε γιατί εκλήφθηκε ότι ένα τέτοιο πρόσωπο απαρέγκλιτα θα παραβίαζε τους όρους που θα τίθεντο από το Δικαστήριο.».
  1. Το αίτημα, ως εκ τούτου του Κατήγορου, για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του, και επί της βάσης αυτής, κρίνεται από το Δικαστήριο αδικαιολόγητο και απορρίπτεται. V.
  2. Τέλος, ο Κατήγορος, υποστήριξε ότι, αν ο Κατηγορούμενος δεν κρατηθεί μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, υπάρχει πιθανότητα επηρεασμού μαρτυρίας ή μαρτύρων. Αναφορά, για το προκείμενο, έγινε από πλευράς Κατήγορου, στο γεγονός ότι, βασικός μάρτυρας για την υπόθεση του, είναι η σύζυγος του Κατηγορουμένου, ενώ άλλοι μάρτυρες υποστηρικτικοί των ισχυρισμών της, είναι του οικογενειακού, φιλικού και επαγγελματικού περιβάλλοντος της, και ότι, οι σχέσεις του Κατηγορουμένου με τα πρόσωπα αυτά, ιδιαιτέρως με την σύζυγο του, σε συνδυασμό και με την φύση αυτής της υπόθεσης, καθιστούν τον επηρεασμό μαρτυρίας ή μαρτύρων, πραγματικά πιθανόν. Αυτή είναι μία γενική τοποθέτηση από πλευράς Κατήγορου, που θα μπορούσε να καλύψει «οριζόντια», χωρίς διάκριση, και να δικαιολογήσει την κράτηση κατηγορουμένου, όποτε η σχέση του με το θύμα ή και με μάρτυρες στην υπόθεση, αλλά και η φύση της υπόθεσης εναντίον του, είναι ως και προαναφέρθηκαν.
  3. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο οφείλει, εφόσον το ζήτημα εγείρεται από πλευράς Κατήγορου, να εξετάσει κατά πόσο, η τοποθέτηση του Κατήγορου και ο φόβος του ή και της Αστυνομίας για το προκείμενο, είναι εύλογα δικαιολογημένα, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Θα πρέπει, να υπάρχει σχετική υποστήριξης από μαρτυρία. [xxiv]. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, που να δικαιολογεί ένα τέτοιο συμπέρασμα και κατ' ακολουθία, την κράτηση του Κατηγορουμένου επί της προαναφερόμενης βάσης.
  4. Το αίτημα, ως εκ τούτου, του Κατήγορου, για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του, και επί της βάσης αυτής, κρίνεται από το Δικαστήριο αδικαιολόγητο και απορρίπτεται. VI.
  5. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, το αίτημα του Κατήγορου, για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του, στην ολότητα του, κρίνεται από το Δικαστήριο αδικαιολόγητο και απορρίπτεται. Η απόφασης του Δικαστηρίου, είναι ο Κατηγορούμενος να μην παραμείνει υπό κράτηση μέχρι και την παρουσίαση του ενώπιον του Κακουργιοδικείου για την δίκη του στην ημερομηνία και ώρα που έχει ήδη ανακοινωθεί, αλλά να αφεθεί ελεύθερος με όρους εγγύησης, τους οποίους το Δικαστήριο θα αποφασίσει αμέσως μετά, αφού ακούσει σχετική επιχειρηματολογία από πλευράς των διαδίκων. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 48 του Κεφ. 155 προνοεί τα εξής: «Κάθε Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί αυτό σκόπιμο να αναβάλει οποιαδήποτε υπόθεση που είναι ενώπιον του και βάσει της αναβολής αυτής δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 157, είτε να απολύσει τον κατηγορούμενο υπό τέτοιους όρους τους οποίους θεωρεί εύλογους είτε να προφυλακίσει αυτόν.». Το Άρθρο 157 του Κεφ. 155 προνοεί τα εξής: «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού, Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, αν θεωρεί ότι είναι σωστό, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να απολύσει με εγγύηση οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατηγορήθηκε ή καταδικάστηκε για ποινικό αδίκημα, με την εκτέλεση από το πρόσωπο αυτό γραμματίου απόλυσης με εγγύηση όπως προβλέπεται στο Νόμο αυτό.
(2)Σε καμιά περίπτωση δεν απολύεται με εγγύηση πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε η θανατική ποινή και κανένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με τη θανατική ποινή δεν απολύεται με εγγύηση, εκτός κατόπι διατάγματος Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Το Άρθρο 92 του Κεφ. 155 προνοεί τα εξής: «Όταν προσάπτεται κατηγορία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα που δεν δικάζεται συνοπτικά ή για το οποίο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας είναι της γνώμης ότι δεν είναι κατάλληλο για να δικαστεί συνοπτικά, ο Δικαστής παραπέμπει απευθείας το πρόσωπο αυτό σε δίκη από το Κακουργιοδικείο που συνεδριάζει στην επαρχία όπου καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο και είτε απολύει αυτόν με εγγύηση ή υπό τέτοιους όρους τους οποίους θεωρεί εύλογους είτε τον φυλακίζει για ασφαλή κράτηση.». [ii] Βλ. Dogan v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 311/2015 κ. α., 01/12/2015 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία. [iii] Η οποία υποδεικνύεται από το τεκμήριο της αθωότητας και το Άρθρο 11 του Συντάγματος. Βλ. Αντωνίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 319/2015, 21/12/2015. [iv] Βλ. Πολυδώρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 114/16, 07/07/2016. [v] Βλ. Μωυσίδης ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 138. [vi] Βλ. Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [vii] Βλ. R v Solomonides 14 C.L.R. 127, Καραγιώργης κ. α. ν Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92, Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, Χ"Δημητρίου ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, Κazanjian v Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 326, Νικολάου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790. [viii] Βλ. Σπανού ν Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 281, Τσιάκκας κ. α. ν Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164, Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, Σιακαλλή ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130. [ix] Βλ. Σιημητράς κ. α. ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 397 και Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [x] Βλ. Βασιλείου ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7, Κωνσταντινίδης v Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, Σκούρος v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 140, Νικολάου ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 840 και Σπανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2013, 22/01/2013. [xi] Βλ. Νικολάου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, Μαρίνου ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 350, Σπανού ν Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 281, Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130, Dogan v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 311/2015 κ. α., 01/12/2015. [xii] Βλ. Χ"Δημητρίου ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, Γενικός Εισαγγελέας ν Κυριάκου κ. α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373. [xiii] Βλ. Κρασοπούλης ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 450, Χ"Δημητρίου ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, Γενικός Εισαγγελέας ν Μανουσαρίδη κ. α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 639, Γενικός Εισαγγελέας ν Κυριάκου κ. α.
(2001)2 Α.Α.Δ.
  1. [xiv] Βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/07/
  2. [xv] Βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [xvi] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/
  2. 18/09/
  3. [xvii] Βλ. Σπανού ν Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 281, Τσαπατσάρης ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600. [xviii] Βλ. Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ.
  1. [xix] Βλ. Καλλή ν Δημοκρατίας, Ποινική Εφεση Αρ. 114/2015, 19/06/
  2. [xx] Βλ. Κουννάς κ. α. ν Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423 και Ευριπίδου κ. α. ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.
  1. [xxi] Βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2015, 10/07/
  2. [xxii] Βλ. στο σύγγραμμα, Carter's Criminal Law of Queensland, 14η έκδοση, στην σελίδα 539: «Requisite intent: . As to whether intention to kill is an essential ingredient of an attempt to murder, or whether it is sufficient that the accused person was recklessly indifferent to the possibility of a killing occurring, was considered by Gibbs CJ and Brennan J in Alister v R
(1984)154 CLR 404 .». [xxiii] Βλ. στο σύγγραμμα Smith, Hogan, and Ormerod's Criminal Law, 15η έκδοση, όπου στην σελίδα 687, σχετικά με το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, σχετικά με το συστατικό αυτού στοιχείο, της «σωματικής βλάβης», γίνεται η εξής επισήμανσης για τις περιπτώσεις που αφορούν ψυχιατρική βλάβη, που εμπίπτει στον όρο, και τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ισχύουν για το προκείμενο, κατ' αναλογία: «It has been held that actual bodily harm is not limited to physical injury. It includes psychiatric injury. . While physical injury is within the ordinary experience of a jury, psychiatric injury is not, so, if the prosecution wish to rely on it, they must call exert evidence to prove that the alleged condition amounts to psychiatric injury. Even where the victim can give evidence of physical and mental symptoms of psychiatric injury, expert evidence is necessary to prove causation. .». [xxiv] Βλ. Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.