← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΟΥΝΑΡΗ, Υπόθεση με αρ.: 24566/2019., 29/11/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΟΥΝΑΡΗ, Υπόθεση με αρ.: 24566/2019., 29/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B226 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 24566/2019. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΓΟΥΝΑΡΗ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 29/11/2021. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κα Ι. Ιωάννου και Κ. Σοφοκλέους. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Ο Κατήγορος, διώκει τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, του Άρθρου 243 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154») [i]. 2. Η θέση που ο Κατήγορος έλαβε για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και τον σχηματισμό του προαναφερόμενου κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου για την ποινική του δίωξη, είναι ότι, ο Κατηγορούμενος, την 04η/10/2019 στη Αγλαντζιά, παράνομα επιτέθηκε εναντίον της XXXXX Lehadus από την Ρουμανία και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. 3. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, κατά την ακρόαση της, ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο την μαρτυρία των: (
  2. i)Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Σοφοκλέους (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν ο Αστυνομικός του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λευκωσίας, που εξέτασε για την Αστυνομία το επίδικο περιστατικό· (
  3. ii)XXXXX Σάββα (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν ο Ειδικός Παθολόγος του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, που εξέτασε την XXXXX Lehadus, σχετικά με την σωματική βλάβη που, κατ' ισχυρισμό της, υπέστη, από τον Κατηγορούμενο, κατά το επίδικο περιστατικό· και (iii) XXXXX Lehadus (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν το θύμα της προαναφερόμενης, κατ' ισχυρισμό, παράνομης πράξης του Κατηγορουμένου. 4. Ο Κατηγορούμενος, μετά από την κλήση του από το Δικαστήριο σε απολογία, κατέθεσε από την θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, ενόρκως, και για την υπόθεση του, προς υπεράσπιση του, δεν κάλεσε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. 5. Καθώς πρόκειται για ποινική δίκη, το βάρος ή η υποχρέωση απόδειξης της ενοχής του Κατηγορουμένου, τοποθετείται στον Κατήγορο. Αυτό το βάρος, βαρύνει τον Κατήγορο για κάθε στοιχείο ή ουσιώδες γεγονός που αποτελεί το αδίκημά με το οποίο, ως προαναφέρθηκε, κατηγορείται ο Κατηγορούμενος. Αυτό το βάρος, κατά γενικό κανόνα [ii], δεν μεταφέρεται ποτέ στον κατηγορούμενο. Δεν υπήρχε, καμία απολύτως υποχρέωση για τον Κατηγορούμενο σε αυτή την υπόθεση, να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός ή ζήτημα που τέθηκε υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. [iii]. Δεν εναπόκειτο στον Κατηγορούμενο να αποδείξει την αθωότητα του, αλλά, βεβαίως, στον Κατήγορο να αποδείξει την ενοχή του. 6. Ένα κρίσιμο μέρος του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, είναι το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό που σημαίνει, είναι ότι, ένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι είναι αθώο εκτός εάν και έως ότου ο Κατήγορος πείσει το Δικαστήριο για την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [iv]. 7. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, έχει δώσει μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν μεταβάλλει το βάρος απόδειξης. Ο Κατηγορούμενος, δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι αληθινή. Είναι ο Κατήγορος που έπρεπε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ως εκδοχή γεγονότων που θα μπορούσαν εύλογα να είναι αληθινοί. 8. Το Δικαστήριο, έχει βεβαίως την υποχρέωση, σε σχέση με αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς γεγονότων επί των οποίων, Κατήγορος και Κατηγορούμενος, αντιστοίχως βασίζονται για την υπόθεση τους, να αναζητήσει την αλήθεια και να αποφασίσει ποιους θα αποδεχθεί, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται, αν οι περιστάσεις το δικαιολογούν, και η ολοκληρωτική απόρριψης τους. Εντούτοις, είναι ουσιώδες και βασική αρχή δικαίου για να επισημανθεί, ότι, αποδοχή από το Δικαστήριο, μετά από σχετική εκτίμηση της μαρτυρίας από την οποία προκύπτουν αντιθετικοί ισχυρισμοί, της εκδοχής των γεγονότων που παρουσιάστηκαν από πλευράς Κατήγορου, δεν δικαιολογεί αυτομάτως και συμπέρασμα του περί ενοχής του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αποδοχή της μαρτυρίας που προσκόμισε κατά την ακρόαση ο Κατήγορος και μόνον, δεν αρκεί. Το Δικαστήριο, δεν πρέπει να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο, εκτός εάν ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αλήθεια ή και ακρίβεια αυτής της μαρτυρίας. Περαιτέρω, ακόμη και αν η μαρτυρία επί της οποίας ο Κατηγορούμενος βασίζεται δεν αποτιμηθεί θετικά από το Δικαστήριο, δηλαδή δεν γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο ως αληθινή, το Δικαστήριο οφείλει να μην καταδικάσει τον Κατηγορούμενο αν αυτή η μαρτυρία του δημιουργεί μια λογική αμφιβολία για την ενοχή του. [v]. 9. Ο Κατήγορος, δεν είχε το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάθε γεγονότος υπό αμφισβήτηση. Ο Κατήγορος, είχε υποχρέωση να αποδείξει τα στοιχεία του αδικήματος στην κατηγορία [vi]. Δηλαδή, ότι ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον της ΜΚ3, παράνομα και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Ο όρος, στο Άρθρο 242 του Κεφ. 154, «παράνομα», στην φράση, «επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα», που αφορά στο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της «επίθεσης», συστατικό στοιχείο και του αδικήματος υπό αναφορά του Άρθρου 243 του Κεφ. 154, σημαίνει και σχετίζεται, με την απουσία νόμιμης δικαιολόγησης, όπως είναι π. χ., η αυτοάμυνα, η συγκατάθεση, ή κάποια άλλη αναγνωρισμένη για αυτό υπεράσπιση [vii]. Τέσσερα είναι συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος υπό εξέταση:- Πρώτον: Η ύπαρξη ενός χτυπήματος ή αγγίγματος ή η εφαρμογή δύναμης από τον Κατηγορούμενο στην ΜΚ3. Δεύτερον: Ότι, ως εκ τούτου, η ΜΚ3 υπέστη πραγματική σωματική βλάβη. Η έννοια του όρου «σωματική βλάβη», δίδεται από το Άρθρο 4 του Κεφ. 154, και σημαίνει: «σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή.». Περαιτέρω, ως προελέχθη, η σωματική βλάβη, πρέπει να είναι «πραγματική». Η «σωματική βλάβη», σύμφωνα με την νομολογία, για να είναι «πραγματική», δεν χρειάζεται να είναι πολύ σοβαρή. Περιλαμβάνει, οποιαδήποτε πληγή ή κάκωση/τραυματισμό, που υπολογίζεται ότι επηρεάζει την υγεία ή την άνεση του παραπονούμενου. Και αυτό επειδή, η λέξη «βλάβη», είναι συνώνυμη της κάκωσης/τραυματισμός, ενώ η λέξη «πραγματική», υποδηλώνει ότι, η κάκωσης/τραυματισμός (αν και δεν χρειάζεται να είναι μόνιμη/ος), δεν πρέπει να είναι τόσο ασήμαντη/ος ώστε να είναι εντελώς αναξιόλογη/ος. Στην υπόθεση Georghiades v The Police

(1985)2 C.L.R. 56, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι, ακόμη και επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα, θεωρείται αρκετή για σκοπούς του Άρθρου 243 του Κεφ.
  1. [viii]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία, η «πραγματική σωματική βλάβη», πρέπει να έχει προκληθεί από την επίθεση. Χρειάζεται, δηλαδή, να αποδειχθεί, μεταξύ των δύο, «επίθεσης» και «πραγματικής σωματικής βλάβης», αιτιώδης συνάφεια. Στο σύγγραμμα Smith, Hogan, and Ormerod's Criminal Law, 15η έκδοση, στην παράγραφο 16.3.1.2, για το ζήτημα αυτό, αναφέρεται ακριβώς ότι: «Μόλις μία επίθεση με την κατάλληλη ένοχη διάνοια αποδειχθεί, μένει μόνο να αποδειχθεί ότι προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Αυτό είναι ένα ζήτημα αιτιώδους συνάφειας που δεν απαιτεί απόδειξη περαιτέρω ένοχης διάνοιας ή σφάλματος. .» [ix]. Τρίτον: Ότι, αυτή η διαγωγή του Κατηγορουμένου, ήταν χωρίς την συγκατάθεση της ΜΚ
  2. Τέταρτον: Ότι, αυτή η διαγωγή του Κατηγορουμένου, ήταν σκόπιμη (δηλαδή, εκούσια και σκόπιμη και όχι απλώς τυχαία) ή απερίσκεπτη, με την έννοια ότι, ο Κατηγορούμενος, συνειδητοποίησε ότι η ΜΚ3 μπορούσε να υποστεί άμεση και παράνομη βία, όσο μικρή και αν ήταν, ως αποτέλεσμα αυτού που επρόκειτο να κάνει, αλλά ανέλαβε τον κίνδυνο ότι αυτό μπορούσε να συμβεί [x]. Και Πέπμτον: Ότι, αυτή η διαγωγή του Κατηγορουμένου, ήταν, ως προελέχθη, χωρίς νόμιμη δικαιολογία (χωρίς την συγκατάθεση της ΜΚ3 ή υπό περιστάσεις όπου ο Κατηγορούμενος δεν βρισκόταν σε αυτοάμυνα). Αυτά, είναι τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα στην κατηγορία, και είναι αυτά τα γεγονότα που ο Κατήγορος είχε το βάρος απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
  3. Η ικανοποίησης του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σημαίνει, για σκοπούς του Νόμου, βεβαιότητα από την μαρτυρία για τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο κατηγορητήριο. [xi]. Η απόδειξη ενός τέτοιου ζητήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, συνεπάγεται απόρριψη κάθε λογικής υπόθεσης ή οποιασδήποτε εύλογης πιθανότητας, ασυμβίβαστης με την υπόθεση του Κατήγορου. Η αμφιβολία, ως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει να είναι ευφάνταστη, ούτε ανόητη, αλλά λογική: «η βεβαιότητα η οποία αναζητείται στη δικαστική απόφαση, δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής» [xii].
  4. Ουσιαστικός μάρτυρας για την υπόθεση του Κατήγορου, ήταν ένας και μοναδικός: η ΜΚ
  5. Όπου ο Κατήγορος επιδιώκει να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορουμένου και η υπόθεση του βασίζεται σε μεγάλο βαθμό ή αποκλειστικά σε έναν μόνο μάρτυρα, χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Το Δικαστήριο, πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό, προτού καταδικάσει τον Κατηγορούμενο στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του, επειδή η υπόθεση του Κατήγορου, βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αποδοχή της αξιοπιστίας της μαρτυρίας ενός και μόνον μάρτυρα, δηλαδή, αυτή της ΜΚ
  6. Έτσι, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η ΜΚ3 είναι ταυτόχρονα και ειλικρινής και ακριβής μάρτυρας των γεγονότων που ισχυρίστηκε, δεν μπορεί να κρίνει τον Κατηγορούμενο ένοχο. Προτού καταδικάσει τον Κατηγορούμενο, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την μαρτυρία της ΜΚ3 προσεχτικά, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι μπορεί να ενεργήσει στην βάση αυτής με ασφάλεια, στο υψηλό επίπεδο που απαιτείται σε μία ποινική δίκη. Η μαρτυρία της ΜΚ3, φυσικά, θα εξεταστεί, ενταγμένη αυτή, στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού, για να διαπιστωθεί κατά πόσο υποστηρίζεται, αντικρούεται ή τίθεται υπό αμφιβολία από την οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Τα προαναφερόμενα, βεβαίως, δεν αποτελούν πρόταση, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του, στην βάση της μαρτυρίας της ΜΚ3 και μόνον, ή και ότι, η ΜΚ3 είναι αναξιόπιστη. Ξεκάθαρα το Δικαστήριο μπορεί να το πράξει, αλλά μόνο μετά από προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας της ΜΚ3 και ικανοποίησης του ότι είναι αξιόπιστη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [xiii].
  7. Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένου, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά [xiv].
  8. Κατ' αρχάς, σε ότι αφορά την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, σημειώνεται ότι, αυτή, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Κατηγορουμένου και συνεπώς, στην απουσία οποιασδήποτε παρατήρησης του Δικαστηρίου, σχετικά με το γνωστικό της μέρος, ή την ακρίβεια των σχετικών με τα επίδικα γεγονότα και περιστάσεις αυτής της υπόθεσης ισχυρισμών τους, κρίνεται από το Δικαστήριο αξιόπιστη για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα ζητήματα.
  9. Ο Κατηγορούμενος, δεν εντυπωσίασε θετικά το Δικαστήριο. Κρίνεται, από το Δικαστήριο, ότι, ο Κατηγορούμενος, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν κατέθεσε την αλήθεια για τα επίδικα γεγονότα. Εντοπίζονται στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου, σε ότι αφορά ισχυρισμούς του για τα επίδικα γεγονότα, αυτοαναιρέσεις, αντιφάσεις, καθώς και παραλογισμοί, που, σε συνδυασμό με την κακή εντύπωση που ως μάρτυρας προκάλεσε στο Δικαστήριο, συντείνουν προς αυτό το συμπέρασμα.
  10. Ενδεικτικά, σε σχέση με τα προαναφερόμενα, είναι τα ακόλουθα. Για το επίδικο περιστατικό, δώδεκα ημέρες μετά από αυτό, στις 16/10/2019, ο Κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε στην Αστυνομία, και τα εξής: «Εξήγησα στον αδελφό της [ΜΚ3] τι είχε συμβεί, αλλά αυτή εξακολουθούσε να δηλώνει ότι χειροδίκησα σε αυτή. Εγώ ως πιστοποιημένος Α' Βοηθός έλεγξα ιδίοις όμμασι την αριστερή της χείρα και δεν υπήρχαν ούτε εκδορές ούτε κοκκινίσματα. Μετά μου είπε "θα σε καταγγείλω στην Αστυνομία" και της απάντησα ότι έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει.» (βλ. στο Τεκμήριο 3). Προκύπτει, από τους ισχυρισμούς αυτούς του Κατηγορουμένου στην Αστυνομία, ότι, πλησίον του χρόνου όταν το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα, η θέσης του για αυτό, ήταν ότι, η ΜΚ3, είχε προβάλει τον ισχυρισμό της για την επίθεση που δέχθηκε από αυτόν και τον τραυματισμό της, και στον ίδιο, καθώς και στον αδελφό της στην παρουσία του, κατά το επίδικο περιστατικό. Μάλιστα, λόγω τούτου, φαίνεται, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στην Αστυνομία και ότι έλεγξε το αριστερό χέρι της ΜΚ3 και διαπίστωσε ότι δεν ήταν τραυματισμένο. Ίδια, βασικά, ήταν και η θέση του Κατηγορουμένου στην Αστυνομία, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς για το προαναφερόμενο αδίκημα. Απάντησε, σε αυτήν, ότι: «Δεν παραδέχομαι. Εγώ είχα διαγνώσει ως Α' Βοηθός ότι δεν υπήρχαν κοκκινίσματα ούτε εκδορές, όπως αυτή ισχυρίζεται.». Διερωτήθηκε, το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, γιατί ο Κατηγορούμενος, που κατά τα υπόλοιπα ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση δεν χτύπησε την ΜΚ3 κατά τον τρόπο που αυτή ισχυρίζεται, να μπει στην διαδικασία να «ελέγξει», και «με τα ίδια του τα μάτια» να «διαπιστώσει», ότι το αριστερό «χέρι» της ΜΚ3 δεν ήταν τραυματισμένο. Αφού δεν χτύπησε την ΜΚ3, ως ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος, και η ΜΚ3 ψεύδεται σχετικά με το περιστατικό επίθεσης που δέχθηκε από αυτόν, γιατί τότε ο ίδιος μπήκε σε αυτή την διαδικασία εξέτασης και διαπίστωσης, ως προαναφέρθηκε. Σε αυτή την διαδικασία, είναι λογικό να μπει κάποιος, όταν έχει πράξει κάτι το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει τραυματισμό, για να ελέγξει εάν πράγματι έχει προκληθεί. Ο Κατηγορούμενος, εάν δεν υπήρχε λόγος πραγματικά, δεν θα έθετε σε εφαρμογή, ως ισχυρίστηκε, τις γνώσεις του ως «Α' Βοηθός», για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρξε τραυματισμός της ΜΚ3 και μάλιστα, στο «αριστερό χέρι» που και η ΜΚ3 ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε την επίθεση και τον τραυματισμό της. Έχοντας τα προαναφερόμενα κατά νουν, το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, εξέτασε με προσοχή και την σχετική μαρτυρία που ο Κατηγορούμενος κατέθεσε και κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Ο Κατηγορούμενος, είναι σημαντικό να σημειωθεί για το προκείμενο, ότι, κατά την διάρκεια της, την προαναφερόμενη κατάθεση του στην Αστυνομία, την υιοθέτησε ως ορθή και τους ισχυρισμούς του σε αυτήν, περιλαμβανομένων και των προαναφερόμενων, ως αληθείς. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος, από την εκπρόσωπο του Κατήγορου, σχετικά με τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς του, ήταν προφανές για το Δικαστήριο, από την στάση και τις απαντήσεις του, ότι είχε αντίληψη της, ας λεχθεί, «δυσκολίας», που, λόγω της ύπαρξης τους, αντιμετώπιζε η υπόθεσης που προσπαθούσε να προωθήσει προς υπεράσπιση του, εφόσον, την καθιστούσαν παράλογη, ήταν έκδηλα αμήχανος σε αυτό το μέρος της αντεξέτασης του, -κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου, ακριβώς λόγω αυτής του της αντίληψης-, και απέτυχε στην προσπάθεια του να δικαιολογηθεί, υποπίπτοντας, μάλιστα, και σε αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, όταν αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος, ερωτήθηκε από την εκπρόσωπο του Κατήγορου, «γιατί στην κατάθεση του στην Αστυνομία ανέφερε ότι ήταν Α' Βοηθός», αυτός ανέφερε το εξής χαρακτηριστικό, που αφορά στις προαναφερόμενες παρατηρήσεις του Δικαστηρίου: «Ήταν μια απλή αναφορά όταν είχα πάει στον Αστυνομικό Σταθμό, διότι το επί καθήκον όργανο της τάξης εκεί μου ανέφερε ότι η παραπονούμενη στην κατάθεση της είπε ότι την χτύπησα. Και επίσης ερχόμενος μετά στο Δικαστήριο, πάλι το ξανάκουσα, ότι την χτύπησα. Ήταν μία απλή αναφορά ότι έχω πιστοποιητικό πρώτων βοηθειών.». Η προαναφερόμενη απάντηση του Κατηγορουμένου, δεν έπεισε βεβαίως το Δικαστήριο, εφόσον, όχι μόνο δεν δικαιολόγησε εύλογα την προαναφερόμενη απορία του Δικαστηρίου για τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς του στην Αστυνομία, υπέπεσε και στην αντίφαση, σε σχέση με τους ισχυρισμούς του στην προαναφερόμενη κατάθεση του στην Αστυνομία, σε ότι αφορά το πότε άκουσε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό της Κατηγορουμένης ότι της επιτέθηκε και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη («την χτύπησε»). Ισχυρίστηκε, προκύπτει από την μαρτυρία του, ότι αυτός ήταν ένας ισχυρισμός της ΜΚ3, τον οποίο άκουσε για πρώτη φορά από την Αστυνομία, ενώ από την προαναφερόμενη κατάθεση του στην Αστυνομία, αυτό καταρρίπτεται ως αναληθές. Ο Κατηγορούμενος, ερωτήθηκε και δεύτερη φορά, κατά την αντεξέταση του, αναφορικά με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του στην Αστυνομία, και έδωσε την ακόλουθη απάντηση, από την οποία φαίνεται η, ως και προαναφέρθηκε, προσπάθεια που κατέβαλε, να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μία εκδοχή γεγονότων για τα επίδικα περιστατικά, που δεν υποστηρίζεται ή και αντιφάσκει, με τους ισχυρισμούς που κατέθεσε για αυτά, ως προελέχθη, στην Αστυνομία: «Ε. . Πως το ελέγξατε; Α. Το έλεγξα, ίσως να ήταν λάθος δικό μου εκεί, απλά είδα, η μνήμη μου θυμούμαι ότι δεν είχε κάτι στο αριστερό της χέρι, κάτι κοκκίνισμα ή κάποιο τραύμα.». Η προσπάθεια του βεβαίως, συνεχίστηκε, χωρίς πειθώ προς το Δικαστήριο, εφόσον υπήρχαν οι προαναφερόμενες παρατηρήσεις του Δικαστηρίου για την μαρτυρία του, και όταν ακολούθως, ανετεξεταζόμενος, για το προκείμενο, ο Κατηγορούμενος, ανέφερε τα εξής: «Ε. Πιάσατε το χέρι της να το δείτε; Α. Όχι δεν το έπιασα, από μακριά μετά. Ε. Άρα πως ξέρετε ότι δεν είχε; Α. Αφού ήταν μισό μέτρο κοντά μου. Ε. Και είδατε ότι δεν είχε οτιδήποτε μεταξύ του αντίχειρα; Α. Ναι, όταν πήγα, θυμούμαι, ότι την τελευταία στιγμή όταν ήταν να πάρω τη μοτοσυκλέτα, θυμούμαι πολύ καλά ότι δεν είχε κάτι πάνω στο χέρι της, δεν θυμούμαι να είχε.». Το προαναφερόμενα, ως και προαναφέρθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν δικαιολογούν να δοθεί πίστη στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου, για τα επίδικα γεγονότα, προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του για αυτά.
  11. Η ΜΚ3, βασικός ως και προαναφέρθηκε, μάρτυρας για την υπόθεση του Κατήγορου, έχει πείσει το Δικαστήριο, ότι οι ισχυρισμοί που κατέθεσε, τόσο στην Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, όσο και κατά την ακρόαση της από το Δικαστήριο, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η ΜΚ3, κατέθεσε στο Δικαστήριο του ισχυρισμούς της, σταθερά και με αυτοπεποίθηση, αυθόρμητα και ως κρίνεται από το Δικαστήριο με ειλικρίνεια. Τα όσα γεγονότα υποστήριξε η ΜΚ3, έχουν συνοχή, την απαιτούμενη λεπτομέρεια, χωρίς στους σχετικούς ισχυρισμούς της να εντοπίζονται ουσιαστικές αυτοαναιρέσεις, αντιφάσεις, αμφιβολία ή και κενά, που θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία της. Η μαρτυρία της ΜΚ3, άλλωστε, υποστηρίζεται και από την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, οι οποίοι, σχετικά με τον τραυματισμό που η ΜΚ3 ισχυρίστηκε ότι υπέστη, ως αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο, πολύ σύντομα μετά από αυτό, αυθημερόν, παρατήρησαν την πραγματικότητα του. Ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου, ότι η ΜΚ3, μπορεί να αυτοτραυματίστηκε για να τον καταγγείλει στην Αστυνομία, επειδή αυτός, απλά, καθήκοντος, αλλά ορθά και δίκαια, της πρόσφερε εξώδικη ρύθμιση €65, για ποινικό αδίκημα που διέπραξε που αφορούσε την συγκεκριμένη τροχαία παράβαση, είναι παράλογος. Ειδικότερα, αν αναλογιστεί κανείς, ότι, ως συνάγεται από τα γεγονότα, η εν λόγω εξώδικη ρύθμισης ποινικού αδικήματος, που προσφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο στην ΜΚ3, παρά το γεγονός ότι η ΜΚ3, ως ισχυρίστηκε, δεν την αποδέχθηκε και δεν κατέβαλε το συγκεκριμένο ποσό, δεν εξελίχθηκε σε ποινική δίωξη της ενώπιον Δικαστηρίου. Διερωτάται, το Δικαστήριο, ποιος θα μπορούσε να είναι ο λόγος, αν πράγματι η ΜΚ3, διέπραξε το εν λόγω ποινικό αδίκημα, ως ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου.
  12. Κατ' ακολουθία της αποδεκτής μαρτυρίας, το Δικαστήριο βρίσκει ότι, στις 04/10/2019, ο Κατηγορούμενος, κατά την διάρκεια περιστατικού που αφορούσε, στην εξώδικη, από αυτόν, ως τροχονόμου του Δήμου Αγλατζιάς, καταγγελία της ΜΚ3, για ποινικό αδίκημα που, κατά την θέση του, αφορούσε τροχαία παράβαση, επιτέθηκε εναντίον της ΜΚ3, όταν αυτή του ζητούσε να την πληροφορήσει, τι ακριβώς έκνομο της καταλόγιζε ότι είχε πράξει που δικαιολογούσε την εν λόγω καταγγελία της, χτυπώντας την, χωρίς την συγκατάθεση της και χωρίς να έχει άλλη νόμιμη δικαιολογία, δύο φορές με την πέννα που κρατούσε στο δεξί του χέρι και χρησιμοποιούσε για την έκδοση της σχετικής ειδοποίησης για την εξώδικη ρύθμιση, πάνω από την παλάμη, αλλά και ανάμεσα στον δείκτη δάκτυλο και αντίχειρα δάκτυλο, του αριστερού της χεριού, και τραυματίζοντας την σε αυτό με την μύτη της πένας, όταν με αυτό τον ακούμπησε στο δεξί του χέρι κατά την προαναφερόμενη προσπάθεια της. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, ως προαναφέρθηκε, Ειδικό Παθολόγο του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας που εξέτασε την ΜΚ3 την ίδια ημέρα στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, η ΜΚ3 «έφερε αβαθές, θλαστικό τραύμα, αριστερού αντίχειρα», δηλαδή, «ένα λίγο πιο βαθύ γδάρσιμο», «ματωμένο», «το οποίο όμως δεν έχρηζε συρραφής» και μία «ερυθρότητα», «κοκκίνισμα», στο αριστερό αντιβράχιο. Τραύματα, τα οποία, ως προκύπτει από την μαρτυρία του, δεν αποκλείεται να προκλήθηκαν και από χτύπημα με πέννα, ως ισχυρίστηκε και η ΜΚ
  13. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, ο Κατήγορος, έχει αποσείσει το νομικό βάρος που, ως προελέχθη, είχε σε αυτή την υπόθεση και ως εκ τούτου, βρίσκει τον Κατηγορούμενο, ένοχο διάπραξης του αδικήματος της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης, του Άρθρου 243 του Κεφ. 154, ως αυτό του καταλογιζόταν από τον Κατήγορο στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, και τον καταδικάζει. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Σύμφωνα με το Άρθρο 242 του Κεφ. 154: «
  14. Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.». [ii] Στον προαναφερόμενο γενικό κανόνα, υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Νόμος, κάποτε, προβλέπει για ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο κατά την ακρόαση μιας υπόθεσης πρέπει να αποφασίσει και σε σχέση με τα οποία ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του. Συναφώς, όταν η απόδειξη ενός τέτοιου ζητήματος βαραίνει τον κατηγορούμενο, απ' αυτόν, δεν απαιτείται η απόδειξης του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος, χρειάζεται μόνο να εξακριβώσει σε τι είναι, που, σε αυτό το πλαίσιο στηρίζεται, σε ένα χαμηλότερο επίπεδο απόδειξης από πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Υποχρεούται να αποδείξει την υπόθεση του, μόνον στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Δηλαδή, χρειάζεται μόνο να δείξει ότι είναι πιο πιθανό από ότι όχι αυτά που ισχυρίζεται να αποτελούν πραγματικότητα. Βλ. Ιωάννου, κ. α. ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [iii] Ο Κατηγορούμενος, δεν είχε, σε αυτή την υπόθεση, το νομικό βάρος απόδειξης οποιουδήποτε ζητήματος. Στο σύγγραμμα του I. Dennis, The Law of Evidence, 6η έκδοση, στις παραγράφους από 11-004 έως και 11-006 επεξηγούνται οι νομικές έννοιες νομικό βάρος απόδειξης και αποδεικτικό βάρος απόδειξης και η σημασία τους κατά την ακροαματική διαδικασία: «Two points encapsulate the difference between the legal and the evidential burden. When a judge is deciding whether an evidential burden has been discharged, he looks only at the evidence favouring the party who bears the evidential burden. The question for decision is whether the favourable evidence is sufficient by itself to raise an issue for the court to consider; the fact that there may be substantial other evidence contradicting the favourable evidence is immaterial at this stage. When a factfinder (judge, jury or bench of magistrates) is deciding whether a legal burden has been discharged, the factfinder looks at all the evidence adduced in the case. Thus the factfinder will take into account the evidence that first served to discharge the evidential burden plus any other evidence that tends to confirm or rebut it. The second point is that the discharge of an evidential burden does not involve a decision that any fact has been proved. All it signifies is that a question has been validly raised about the possible existence of a material fact; the decision is only that enough evidence has been adduced to justify a possible finding in favour of the party bearing the burden. It is therefore technical1y incorrect to refer to this burden as an "evidential burden of proof". The discharge of the legal burden occurs at a later stage in the trial, when the factfinder is required to decide on the existence or non-existence of facts whose possible existence is in issue. .When a party has discharged an evidential burden and raised an issue for the court to consider, there arises a tactical onus on the other party to respond with some rebutting evidence. There is no legal obligation to adduce (further) evidence on the issue, but the party against whom the evidence has been adduced increases the risk of losing on the issue if nothing is done to chal1enge the evidence. .». [iv] Ο Κατήγορος φέρει, αυτό που αποκαλείται, το νομικό βάρος απόδειξης. Αυτό, κατανέμεται βάσει κανόνων δικαίου και είναι καθορισμένο από την αρχή της εκδίκασης μιας υπόθεσης. Δεν μετατοπίζεται ποτέ κατά την ακρόαση της υπόθεσης. [v] «Liberato direction»: Βλ. Liberato v The Queen
(1985)159 CLR 507 (βλ. τον δικαστικό λόγο του Brennan J.) και De Silva v The Queen [2019] HCA 48. Αμφότερες αποφάσεις Ανώτατου Δικαστηρίου Αυστραλίας. Στην υπόθεση R v Anderson
(2001)127 A Crim R 116 (Εφετείου Νέας Νότιας Ουαλίας Αυστραλίας), η εν λόγω οδηγία, διατυπώθηκε ως εξής στους ενόρκους -υιοθετήθηκε και στην Johnson v Western Australia
(2008)186 A Crim R 531 (Εφετείου Δυτικής Αυστραλίας)-: «First, if you believe the evidence of the accused, obviously you must acquit. Second, if you find difficulty in accepting the evidence of the accused, but think that it might be true, then you must acquit. Third, if you do not believe the accused, then you should put his testimony to one side. The question will remain; has the Crown, upon the basis of evidence that you do accept, proved the guilt of the accused beyond reasonable ground?». Οδηγία σχετιζόμενη με αρχή στο δίκαιο της απόδειξης, που αποτελεί νομολογία και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική, μεταξύ άλλων, είναι η υπόθεση Charitonos, a. o. v Republic
(1971)2 C.L.R. 40, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μία εκτενή ανάλυση του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459, για το προκείμενο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με μια έστω υποβόσκουσα αμφιβολία («lurking doubt»), η αθώωση είναι αναπόφευκτη ...». [vi] Βλ. Γεωργίου ν Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ.
  1. [vii] Βλ. στο σύγγραμμα, Smith, Hogan and Ormerod's Criminal Law, 15η έκδοση, στην σελίδα 688, στην παράγραφο 16.
  2. [viii] Βλ. επίσης, Αχταρ ν Αστυνομία, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 207/2008, 16/07/2010, R v Miller [1954] 2 QB 282, [1954] 2 All ER 529, R v Director of Public Prosecutions [2003] EWHC 266 (Admin). [ix] Βλ. στο σύγγραμμα Smith, Hogan and Ormerod's Criminal Law, 15η έκδοση, στην παράγραφο 16.3.1.2: «Once an assault or battery with appropriate mens rea is proved, it remains only to prove that it occasioned actual bodily harm. That is a question of causation not requiring proof of any further mens rea or fault. .». [x] Βλ. R v Savage; DPP v Parmenter [1992] 1 AC
  3. [xi] Σε αντίθεση, βέβαια, με τα αποδεικτικά στοιχεία -που δεν είναι συστατικά των αδικημάτων-, που δεν απαιτείται η απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά απλά να έχουν καθαρά αποδειχθεί προτού θεωρηθούν ως αποδεδειγμένα. [xii] Βλ. Μαμαλικόπουλος ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 25/2014, κ. α., 20/09/
  4. [xiii] «Murray direction»: Βλ. την απόφαση Εφετείου της Πολιτείας της Νέας Νότιας Ουαλίας της Αυστραλίας στην υπόθεση R v Murray
(1987)11 NSWLR
  1. Βλ. επίσης και την απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου στην υπόθεση Smale v R [2007] NSWCCA
  2. [xiv] Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.