← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΞΥΡΙΧΗ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 9088/2017, 1/11/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΞΥΡΙΧΗ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 9088/2017, 1/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B216 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9088/

  1. Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον -
  2. XXXXX ΞΥΡΙΧΗ
  3. XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 01/11/
  4. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ, Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Μ, Μιχαήλ. Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Ε. Ευσταθίου. Κατηγορούμενοι 1 και 3, Παρόντες. ---------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  5. Το διάβημα του παραμερισμού κατηγορητηρίου ή κατηγορίας αυτού, είναι διαθέσιμο, τόσο προς τον κατήγορο, όσο και στον κατηγορούμενο. Αυτό, είναι καταλληλότερο να λαμβάνεται, πριν την απάντηση του κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο [i]. Εντούτοις, η δυνατότητα έγερσης του, έχει αναγνωριστεί και σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της δίκης [ii], ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου το ελάττωμα στο κατηγορητήριο δεν είναι τυπικό («formal»), δυνάμενο να θεραπευθεί [iii], αλλά ουσιαστικό και μη θεραπεύσιμο [iv]. Όταν η ένστασης αφορά σε τυπικό μειονέκτημα του κατηγορητηρίου, μη έγερσης της στο προβλεπόμενο από το Άρθρο 66 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155») στάδιο, ως έχει προαναφερθεί, δημιουργεί κώλυμα έγερσης της σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, καθότι θεωρείται ότι ο κατηγορούμενος έχει παραιτηθεί από αυτήν .[v]. Το αποτέλεσμα επιτυχίας τέτοιου αιτήματος, είναι ο κατηγορούμενος να μην δικαστεί για το κατηγορητήριο, ή για συγκεκριμένη κατηγορία όταν το αίτημα δεν αφορά το σύνολο των κατηγοριών, και να απαλλάσσεται σε ότι αφορά αυτό ή την συγκεκριμένη κατηγορία, χωρίς όμως με αυτό τον τρόπο να επέρχεται αθώωσης του. Αίτημα για παραμερισμό κατηγορητηρίου ή κατηγορίας αυτού, μπορεί να εγερθεί και στην περίπτωση που το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο σε ότι αφορά συγκεκριμένη κατηγορία του, πάσχει στην όψη του. Π. χ. λόγω διπλότητας ή πολλαπλότητας, ή επειδή οι λεπτομέρειες του αδικήματος δεν αποκαλύπτουν αδίκημα γνωστό στο δίκαιο. Κατά την εξέταση ενός τέτοιου αιτήματος, το Δικαστήριο δεν έχει ευχέρεια εξέτασης μαρτυρίας και περιορίζεται στο να αποφασίσει το ζήτημα στην βάση του τι το ίδιο το κατηγορητήριο αποκαλύπτει [vi]. [vii].
  6. Αίτημα παραμερισμού κατηγορητηρίου ή κατηγορίας αυτού λόγω ελαττωματικότητας, ειδικότερα όταν αυτό βασίζεται σε διπλότητα ή πολλαπλότητα κατηγοριών, είναι ελάχιστα πρακτικής σημασίας, λόγω του ότι μπορεί επιτυχώς να αντιμετωπιστεί με σχετική τροποποίηση στο κατηγορητήριο. Όπως σχετικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Crown Court Practice, Trial, 1978, στην σελίδα 9: «"Η τάση των τελευταίων . ετών, ήταν η χαλάρωσης των τεχνικοτήτων της ποινικής δικογραφίας, έχοντας κατά νουν ότι, η αδικία προς τον κατηγορούμενο, από την όποια προτεινόμενη τροποποίηση, πρέπει να αποδεικνύεται", .. Η ευρεία εξουσία για τροποποίηση, βάσει του Section 5

(1)της the Indictments Act 1915, μπορεί ως εκ τούτου, να διασώσει ένα κατηγορητήριο από του να απορριφθεί, επειδή ένα αίτημα για απόρριψη γενικά δεν θα επιτύχει όπου το ελάττωμα μπορεί δίκαια και κατάλληλα να θεραπευθεί με τροποποίηση.» [viii]. Το Δικαστήριο, μπορεί μάλιστα να προχωρήσει σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου, ακόμη και αυτεπάγγελτά [ix], σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης [x], νοουμένου ότι ακούσει προηγουμένως τους διαδίκους ως προς το ζήτημα αυτό και τηρηθούν οι δικλίδες διασφάλισης ότι η διαδικασία θα προχωρήσει προς περάτωση της δίκαια, συμφώνως των διατάξεων του Άρθρου 84 του Κεφ.
  1. Σύμφωνα με την νομολογία, ελαττώματα στο κατηγορητήριο που μπορούν να θεραπευθούν και δη καθαρά τυπικά ελαττώματα στο κατηγορητήριο, δεν οδηγούν σε ακυρότητα. Όπως αναφέρθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση R. v Stocker [2013] EWCA Crim 1993, στην ποινική δικονομία της σύγχρονης εποχής, υπάρχει μία σαφής δικαστική και νομοθετική τάση απομάκρυνσης από το μέτρο της απόρριψης μίας κατηγορίας ή κατηγορητηρίου επί καθαρά τεχνικών ελαττωμάτων. Όπως δε επισημάνθηκε: «Ο πρωταρχικός στόχος του ποινικού συστήματος δικαιοσύνης είναι η απονομή της δικαιοσύνης - να διασφαλίσει την αθώωση των αθώων και την καταδίκη των ενόχων.» [xi]. Υιοθετήθηκε, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ο δικαστικός λόγος του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R. v McVitie
(1960)44 Cr. App. R. 201 (ο οποίος, σε μεταγενέστερες αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, έχει χαρακτηριστεί ως το θεμέλιο του σύγχρονου, -για το ζήτημα αυτό-, δικαίου) όπου δια του Δικαστή Donovan αναφέρθηκε: «Κατά την άποψη μας, αυτό δεν καθιστούσε το κατηγορητήριο, ένα κακό κατηγορητήριο, αλλά απλώς ελαττωματικό ή ατελές. Κακό κατηγορητήριο, είναι ένα κατηγορητήριο που δεν αποκαλύπτει κανένα αδίκημα γνωστό στο νόμο, για παράδειγμα, όπου βασίστηκε επί νομοθετήματος που έχει ακυρωθεί και δεν έχει εκ νέου θεσπισθεί. Σε αυτή την υπόθεση, το κατηγορητήριο περιέγραφε ένα αδίκημα με πλήρη ακρίβεια στην 'έκθεση αδικήματος'. Μόνο οι λεπτομέρειες, που απλώς επεξεργάζονται την 'έκθεση αδικήματος', ήταν ελλιπείς. Ως εκ τούτου, το ζήτημα της εφαρμογής της επιφύλαξης δεν πρέπει να εξεταστεί με βάση το ότι το κατηγορητήριο δεν αποκάλυπτε γνωστό αδίκημα, αλλά ότι περιέγραφε ένα γνωστό αδίκημα με ελλιπή στοιχεία» [xii]. Το ζητούμενο, όπως τελικώς υπεδείχθη από το Αγγλικό Εφετείο στην εν λόγω απόφαση του, είναι το κατηγορητήριο να δίδει «. τέτοια στοιχεία που μπορεί να είναι αναγκαία για να δοθεί εύλογη πληροφόρηση για την φύση της κατηγορίας» [xiii]. Για το ίδιο ζήτημα, παραπομπή έγινε και στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση R. v Ayres
(1984)78 Cr. App. R. 232, όπου για το ίδιο ζήτημα, επικροτώντας την προσέγγιση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R. v McVitie
(1960)44 Cr. App. R. 201 ανωτέρω, αναφέρθηκε το εξής: «. Εάν η έκθεση αδικήματος και οι λεπτομέρειες του σε ένα κατηγορητήριο δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αδίκημα ή κατηγορούν κάποιο αδίκημα το οποίο έχει καταργηθεί, στην οποία περίπτωση το κατηγορητήριο δίκαια μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκυρο, είναι εμφανές ότι καταδίκη στην βάση αυτού του κατηγορητηρίου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Αν όμως η έκθεση αδικήματος και οι λεπτομέρειες του μπορούν δίκαια να ιδωθούν ότι σχετίζονται και προορίζονται να κατηγορήσουν ένα γνωστό και υφιστάμενο ποινικό αδίκημα αλλά το επικαλούνται με όρους ανακριβείς, ελλιπείς ή άλλως πως ατελείς, τότε το ερώτημα κατά πόσο, καταδίκη επί αυτού του κατηγορητηρίου, μπορεί ορθώς να επιβεβαιωθεί βάσει της επιφύλαξης, πρέπει να εξαρτάται από το αν, υπό όλες τις περιστάσεις, μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι το συγκεκριμένο σφάλμα στην δικογραφία δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να έχει βλάψει ή να φέρει σε δύσκολη θέση τον κατηγορούμενο. .» [xiv]. 4. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, το ζήτημα προσεγγίζεται από την άποψη του κατά πόσο, παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 39 του Κεφ. 155, αναφορικά με την σύνταξη κατηγοριών, προκαλεί οποιαδήποτε ζημιά ή ουσιαστική δυσμένεια στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου που να καθιστά την δίκη του άδικη [xv]. Όπως ήταν και το σκεπτικό του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R. v McVitie
(1960)44 Cr. App. R. 201 ανωτέρω, το Δικαστήριο, εστιάζει στο ποια είναι η νομική επίπτωση της παραβίασης του κανόνα. Και ειδικότερα, στο κατά πόσο αυτή είναι τόσο θεμελιώδους σημασίας που επιφέρει ακυρότητα στο κατηγορητήριο και κατ' επέκταση στην διαδικασία ώστε να επιβάλλει απόρριψη της υπόθεσης [xvi]. Για καθαρά τεχνικής φύσης ελαττώματα στο κατηγορητήριο, ως και προαναφέρθηκε, τυγχάνει εφαρμογής η επιφύλαξης του Άρθρου 39 του Κεφ. 155 [xvii], σύμφωνα με την οποία: «. κανένα λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται να αναφερθούν στο κατηγορητήριο δεν θεωρείται σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης ως μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού εκτός αν σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος πράγματι παραπλανήθηκε λόγω του λάθους αυτού.» [xviii]. Διαδικαστικά και καθαρά τεχνικά ζητήματα, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν, κατά την δίκη, να αντιμετωπιστούν με τον δέοντα τρόπο. [xix]. 5. Στην προκείμενη περίπτωση, ήταν η εισήγηση της Κατηγορούμενης 2 ότι, το κατηγορητήριο της πρέπει να «ακυρωθεί» και αυτή, σχετικά με αυτό, να αθωωθεί και απαλλαχθεί, επειδή, κατά την θέση της, το αποδιδόμενο σε αυτήν αδίκημα, «δεν υπάρχει στον νόμο». Συναφώς, από πλευράς της Κατηγορουμένης 2, προς υποστήριξη, έγινε αναφορά στις συνδυασμένες πρόνοιες των Άρθρων 89
(5)και 83
(3)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος του 2004, Νόμος 94(I)/2004 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 94(Ι)/2004»), σε σχέση και με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 4 στο κατηγορητήριο, σχετικά με το αδίκημα της παρεμπόδισης τελωνειακού λειτουργού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, που της αποδίδει ο Κατήγορος.
  1. Ο Κατήγορος, λόγω του προαναφερόμενου αιτήματος της Κατηγορούμενης 2 και προτού να αποφανθεί για αυτό το Δικαστήριο, είναι προφανές, υπέβαλε το υπό κρίση αίτημα του για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, καθότι, έγκρισης του, θα καθιστά, σε κάθε περίπτωση, το προαναφερόμενο αίτημα της Κατηγορούμενης 2, άνευ αντικειμένου. Για αυτό τον λόγο, σημειώνεται, το Δικαστήριο, έδωσε, δικονομικά, προτεραιότητα στην εκδίκαση του εν λόγω αιτήματος του Κατήγορου, αντί αυτού της Κατηγορούμενης 2, το οποίο παρέμεινε σε εκκρεμότητα.
  2. Ο Κατήγορος, για το υπό κρίση αίτημα του για τροποποίηση, -που ας σημειωθεί, καλύπτει και το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1-, υποστήριξε, ότι, μετά από μελέτη της μαρτυρίας που θα παρουσιάσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης, «διαπιστώθηκε ασάφεια, όσον αφορά τις κατηγορίες». Οι τροποποιημένες κατηγορίες, αναφέρθηκε πιο συγκεκριμένα, «στηρίζονται στην ίδια νομική βάση, που στηρίζονται οι υφιστάμενες κατηγορίες, αλλά είναι διαφοροποιημένες ως προς τις λεπτομέρειες τους σε κάποια σημεία, για να είναι πιο κατανοητές.». Σκοπός, αναφέρθηκε επιπρόσθετα, να συνάδουν οι λεπτομέρειες του αδικήματος έκαστης κατηγορίας, με την μαρτυρία που θα παρουσιαστεί από πλευράς του κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η οποία, επισημάνθηκε, δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και ως εκ τούτου, τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων 1 και 2 δεν επηρεάζονται.
  3. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αμφότεροι, ήγειραν ένσταση στο υπό κρίση αίτημα. Ο Κατηγορούμενος 1, για σκοπούς της ένστασης του, υιοθέτησε του λόγους που πρόβαλε για την ένσταση της, η Κατηγορούμενη
  4. Η μη παρουσίαση από πλευράς του Κατηγορουμένου 1, εξειδικευμένων λόγων ένστασης του, ειδικά και σε ότι αφορά το κατηγορητήριο του, αφήνει εντελώς το ζήτημα, χωρίς την δική του συνεισφορά, στην κρίση του Δικαστηρίου.
  5. Θέση της Κατηγορούμενης 2, είναι ότι, με το αίτημα του ο Κατήγορος, δεν τροποποιεί απλώς το κατηγορητήριο της, αλλά της «προσθέτει μία νέα κατηγορία, που δεν έχει να κάμει σε τίποτε με την παλαιά κατηγορία». Αυτό, υποστήριξε η Κατηγορούμενη 2, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, αλλά και στην εκδίκαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο, αν λάβει κανείς υπόψη ότι το αδίκημα που της καταλογίζεται, κατ' ισχυρισμό, διαπράχθηκε την 19ην/07/2016 και ότι η υπόθεσης αυτή εναντίον της ξεκίνησε με την καταχώριση του κατηγορητηρίου της, στις 28/06/2017, είναι ανεπίτρεπτο, παραβιάζει τα δικαιώματα της βάσει του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος, εφόσον θα οδηγηθεί, πολύ καθυστερημένα, αδικαιολόγητα, καταπιεστικά και χωρίς οποιαδήποτε υπαιτιότητα της, αλλά καθαρά από λάθη ή παραλείψεις του Κατήγορου, σε «νέα δίκη», κάτι που συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  6. Έχοντας ακούσει τις τοποθετήσεις των συνηγόρων των διαδίκων για το προαναφερόμενο ζήτημα, το αποφασίζω ως στην συνέχεια καταληκτικά αναφέρω, με το εξής σκεπτικό.
  7. Σχετικά [και γενικότερα του υπό εξέταση ζητήματος], είναι τα Άρθρα 83, 84 και 85 του Κεφ.
  8. Η εφαρμογή και σημασία των διατάξεων των Άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155, έχει εξεταστεί, αναλυθεί και σχετικά με αυτές ζητήματα έχουν αποφασιστεί, σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σκοπός, λοιπόν, των προνοιών των προαναφερόμενων Άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155, σύμφωνα με την νομολογία, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη, στην περίπτωση κατά την οποία, απλές παρατυπίες μπορούσαν, -ήτοι, πριν από την θέσπιση των προαναφερόμενων Άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155-, να οδηγήσουν σε αθώωση κατηγορουμένου, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος [xx]. Πρόκειται για νομοθετικές διατάξεις, που δίδουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, -και δεν επιβάλλουν προς αυτό υποχρέωση [xxi]-, να ενεργήσει -ακόμη και αυτεπάγγελτα [xxii]- κατά τις πρόνοιες τους, ως έχει προαναφερθεί. Ευχέρεια, που, ειδικά σε ότι αφορά το Άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155, το Δικαστήριο διατηρεί, ανεξαρτήτως του κατά πόσο έχει ήδη επιληφθεί θέματος δυνάμει του εν λόγω άρθρου του νόμου και έχει μεταβάλει το κατηγορητήριο -ακόμη και για την ίδια κατηγορία-, αν κρίνει ότι αυτό το επιβάλλουν οι περιστάσεις [xxiii]. Αναφορικά με το πότε, αντίστοιχα, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των Άρθρων 83 και 85 του Κεφ. 155 και ποια η επί της ουσίας διαφορά τους, παραπομπή γίνεται στις αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Leonidou v The Police
(1987)2 C.L.R. 96, Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, Θωμά ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255, Re Μαραγκου
(1999)1 Α.Α.Δ. 890 και Παφίτης ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 85 του Κεφ. 155 [xxiv]. Εξετάζεται από το Δικαστήριο, κατά πόσο υφίσταται ελαττωματικότητα στο κατηγορητήριο, που δικαιολογεί άσκηση της ευχέρειας που του παρέχεται από το Άρθρο 83 του Κεφ. 155 για την μεταβολή του [xxv].
  2. Σύμφωνα με το Άρθρο 83 του Κεφ. 155: «83.-
(1)Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.
(2)Όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται με τον τρόπο αυτό, το διάταγμα για τη μεταβολή σημειώνεται πάνω στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, και αυτά χρησιμοποιούνται για το σκοπό κάθε συναφούς διαδικασίας ωσάν να είχαν καταχωριστεί με τη μορφή που έχει μεταβληθεί.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 13. Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου -και ειδικότερα με την διατύπωση των κατηγοριών-, αλλά και με το πώς ο κατήγορος αντικρίζει τις κατηγορίες, έχοντας ως κριτήριο του το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στην διάθεση του, ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, την μαρτυρία που προσκομίστηκε [xxvi]. Η έννοια του όρου «ελαττωματικό [κατηγορητήριο]», εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Pouris a. o. v The Republic
(1983)2 Α.Α.Δ. 148, στην οποία, υιοθετήθηκε, μεταξύ άλλων, και το ακόλουθο σκεπτικό από την απόφαση Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση R. v Martin [1962] 1 Q.B. 221: «Ένα κατηγορητήριο που προσάπτει αδικήματα που δεν αποκαλύπτονται από τις καταθέσεις και αποτυγχάνει να κατηγορήσει ένα αδίκημα που προκύπτει από αυτές, στερείται της πιο ουσιαστικής ποιότητας ενός κατηγορητηρίου. Κατηγορεί για εγκλήματα χωρίς αιτία, ενώ θα έπρεπε να κατηγορεί για έγκλημα για το οποίο υπάρχει αιτία. Αυτό έκανε το κατηγορητήριο που εξετάζεται στην παρούσα έφεση πριν τροποποιηθεί. Κατά τη γνώμη μας, αυτό το κατηγορητήριο περιείχε ένα λανθάνον ελάττωμα που το καθιστούσε εξίσου ελαττωματικό κατά την έννοια του άρθρου 5
(1), όσο εάν το ελάττωμα ήταν προφανές.» [xxvii]. (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 14. Το αίτημα του Κατήγορου, κρίνεται δικαιολογημένο και εγκρίνεται. Και αυτό, επειδή, το Δικαστήριο κρίνει ότι, με την τροποποίηση, το κατηγορητήριο, σύμφωνα και με την θέση του Κατήγορου, προσαρμόζεται στα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, ως αυτά ήδη προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό στην διάθεση του Κατήγορου για την απόδειξη της υπόθεσης του εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, και το οποίο, γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο, έχει ήδη αποκαλυφθεί στους Κατηγορουμένους 1 και 2 και είναι σε γνώση τους για την διαμόρφωση των θέσεων τους για τα γεγονότα ή και για την όποια υπεράσπιση τους, χωρίς να εντοπίζεται στα περιστατικά της υπόθεσης οτιδήποτε που θα δικαιολογούσε εύρημα του Δικαστηρίου περί δυσμενούς επηρεασμού τους από αυτήν, ειδικότερα εφόσον, τα νομικά δεδομένα της υπόθεσης παραμένουν αναλλοίωτα, η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει [xxviii] και δεν έχει καταδειχθεί κακοπιστία σε ότι αφορά την υποβολή του υπό κρίση αιτήματος από πλευράς Κατήγορου [xxix]. Σημειώνεται, ότι, η Κατηγορούμενη 2, που, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 1, τοποθετήθηκε λεπτομερώς για την ένσταση της στο υπό κρίση αίτημα, εξακολουθεί να κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα του Άρθρου 89
(5)του Νόμου 94(Ι)/2004, της παρεμπόδισης προσώπου που ασχολείται προσηκόντως με την άσκηση οποιουδήποτε καθήκοντος ή εξουσίας, που έχει ανατεθεί σε αυτό σύμφωνα με την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία. [xxx]. 15. Σημειώνεται για το προκείμενο από το Δικαστήριο περαιτέρω, στην βάση και της προαναφερόμενης τελευταίας διαπίστωσης του, ότι, δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να γίνεται λόγος από πλευράς Κατηγορουμένης 2, περί ακυρότητας στο κατηγορητήριο της που δεν μπορεί να θεραπευθεί δια της αιτούμενης τροποποίησης. Το κατηγορητήριο της Κατηγορουμένης 2, από την αρχή, της πρόσαπτε ένα αδίκημα κατά νόμο γνωστό, ως προαναφέρθηκε, το αδίκημα του Άρθρου 89
(5)του Νόμου 94(Ι)/2004, της παρεμπόδισης προσώπου που ασχολείται προσηκόντως με την άσκηση οποιουδήποτε καθήκοντος ή εξουσίας, που έχει ανατεθεί σε αυτό σύμφωνα με την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία, και το ζήτημα που πρόκυψε και αποτέλεσε αντικείμενο του υπό κρίση αιτήματος του Κατήγορου, ήταν στις λεπτομέρειες που δόθηκαν με αυτό σχετικά με την πραγματική θεμελίωση του, όπου και διαπιστώθηκε η προαναφερόμενη ελαττωματικότητα. Σχετικά, είναι τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2018, όπου στην παράγραφο D.11.102, σε ότι αφορά τον περιορισμό της εξουσίας του Δικαστηρίου να εγκρίνει αίτημα τροποποίησης κατηγορητηρίου, αναφέρονται τα εξής: «Εάν το κατηγορητήριο είναι τόσο ελαττωματικό ώστε να είναι άκυρο, δεν μπορεί να τροποποιηθεί και υπάρχει κακοδικία. Ένα κατηγορητήριο είναι από την αρχή άκυρο κατά αυτό τον τρόπο, όπου, για παράδειγμα, προσάπτει ένα αδίκημα άγνωστο στο νόμο. Όπου, ωστόσο, μία κατηγορία περιγράφει ένα γνωστό αδίκημα στο νόμο, ανακριβώς, αυτή είναι δυνάμενη σε τροποποίηση, τηρουμένων των συνηθισμένων παραγόντων περί βλάβης του κατηγορουμένου .» [xxxi]. 16. Αυτή, κρίνει το Δικαστήριο, είναι μία προσέγγισης, συμβατή με την προσέγγιση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πέραν της προαναφερόμενης υπόθεσης Pouris a. o. v The Republic
(1983)2 Α.Α.Δ. 148, παραπομπή γίνεται και στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
  1. Είναι καλά καθιερωμένη η αρχή ότι το ζήτημα της δίκαιης δίκης και του επηρεασμού δικαιωμάτων δεν αποφασίζεται in abstracto, αλλά κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο και σε συνάρτηση με τις περιστάσεις μίας υπόθεσης. Πρέπει η υπεράσπιση να αποδείξει με ποιο τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς και μάλιστα κατά τρόπο που να της έχει αποστερηθεί η δίκαιη δίκη. Συναφώς το ζήτημα αυτό και δη κατά πόσο η καθυστέρηση στην εκδίκαση μίας υπόθεσης απολήγει σε αποστέρηση του δικαιώματος ενός κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, δεν αποφασίζεται προδικαστικά. [xxxii]. Όπως πολύ πρόσφατα έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γ. Π. Β. ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2020, 30/07/2021, δια της έντιμης Π. Α. Δ., Π. Παναγή: «Ενόσω υπάρχει πιθανότητα για δίκαιη δίκη, είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη. Η διακοπή της, με συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου, ακόμα και στην περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη, πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Η πάροδος μεγάλου χρόνου δεν προδικάζει και το μη δίκαιο της δίκης. Η κάθε υπόθεση, βέβαια, εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα.». Στη βάση των προαναφερόμενων αρχών και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου σχετικά με το δικαιολογημένο της τροποποίησης του κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1 και 2 υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η ισχυριζόμενη από πλευράς Κατηγορούμενης 2, καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ή και γενικότερα στην εκδίκαση αυτής της υπόθεσης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει απόρριψη του.
  2. Έχοντας συνεπώς υπόψη μου, τις πρόνοιες των Άρθρων 39[(γ), (δ) και την επιφύλαξη αυτού] και 83
(1)του Κεφ. 155, και τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας, προχωρώ, στην βάση των διατάξεων του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155, στην αιτούμενη μεταβολή του κατηγορητηρίου.
  1. Ως εκ των προαναφερομένων, εκδίδω διαταγή μεταβολής του κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως εξής: Εκδίδεται διαταγή δια της οποίας, στο κατηγορητήριο προστίθενται οι κατηγορίες με αρ. από 5 έως και 8, ως αυτές παρουσιάστηκαν με το Έγγραφο Α που κατατέθηκε από πλευράς Κατήγορου στο Δικαστήριο κατά την παρουσίαση του υπό κρίση αιτήματος του.
  2. Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο καλεί τους Κατηγορουμένους 1 και 2, δεδομένης της γενόμενης τροποποίησης και των προνοιών του Άρθρου 84 του Κεφ. 155, να απαντήσουν, κατόπιν κατηγορίας τους στο τροποποιημένο κατηγορητήριο τους από τον Κατήγορο, αν τα παραδέχονται ή αν δεν τα παραδέχονται και κατά πόσο είναι έτοιμοι, δεδομένης της τροποποίησης και με γνώμονα αυτήν, να συνεχίσουν σήμερα με την ακρόαση της υπόθεσης. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] βλ. το Άρθρο 66 του Κεφ. 155, το οποίο προνοεί: «Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα.». Βλ. επίσης, Begonia Fashions Ltd κ. α. ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 451, Aestas Trading Ltd v Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, Ποινική Έφεση Αρ. 78/2014, 03/09/2015, Λίγγης ν Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, 30/09/2014, Γαβριηλίδης ν Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. [ii] Βλ. Re Johnson [1945] KB
  2. [iii] Bλ. Σ. Π. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013, 25/06/2014, Σάββα ν Δήμου Πάφου
(2011)2 Α.Α.Δ. 496, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Σωφρονίου
(2008)2 Α.Α.Δ. 803. [iv] Όταν δηλαδή, το ελάττωμα δεν είναι απλά τυπικό, αλλά επηρεάζει το θεμέλιο της κατηγορίας. Βλ. Σάββα ν Δήμου Πάφου
(2011)2 Α.Α.Δ. 496, Δημητρίου ν Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινική Έφεση Αρ. 89/2016, 16/03/2020, Cantabs Trading Ltd κ. α. ν Χαμπάκη κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 40/2019, 21/10/2020 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Σωφρονίου
(2008)2 Α.Α.Δ. 803. [v] Βλ. Παπαφώτης ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 1302. [vi] Βλ. Σ. Π. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013, 25/06/2014, Γαβριηλίδης ν Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. [vii] Γενικά σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, βλ. στα συγγράμματα: Blackstone's Criminal Practice, 2004, στις παραγράφους D10.39 και D10.23 και Archbold, 2005, στις παραγράφους από 1-236 μέχρι 1-
  2. [viii] Βλ. στο σύγγραμμα Crown Court Practice, Trial, 1978, στην σελίδα 9: «"The tendency in the last ten years has been to relax the technicalities of criminal pleading bearing in mind that injustice to the defendant from any proposed amendment must be refuted." Per Widgery LCJ in Radley
(1973)58 Cr App Rep 3944. The wide powers of amendment under section 5
(1)of the Indictments Act 1915 may, therefore, rescue an indictment from being quashed, because a motion to quash will not generally succeed where a defect can fairly and properly be cured by amendment.». [ix] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χρυσάνθου, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2015, 02/06/2016 και Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458. [x] Βλ. Lanitis Bros Ltd v Ιατρικών Υπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266. [xi] Βλ. R. v Stocker [2013] EWCA Crim 1993: «The overriding objective of the criminal justice system is to do justice - to ensure the acquittal of the innocent and the conviction of the guilty.» [xii] Βλ. R. v McVitie
(1960)44 Cr. App. R. 201: «In our opinion this did not make the indictment a bad indictment, but simply a defective or imperfect one. A bad indictment would be one disclosing no offence known to the law, for example, where it was laid under a statute which had been repealed and not re-enacted. In the present case the indictment described the offence with complete accuracy in the 'Statement of Offence.' Only the particulars, which merely elaborate the 'Statement of Offence,' were incomplete. The question of applying the proviso is to be considered, therefore, not upon the basis that the indictment disclosed no known offence but that it described a known offence with incomplete particulars.». [xiii] «such particulars as may be necessary for giving reasonable information as to the nature of the charge». [xiv] Βλ. R. v McVitie
(1960)44 Cr. App. R. 201: «. If the statement and particulars of the offence in an indictment disclose no criminal offence whatever or charge some offence which has been abolished, in which case the indictment could fairly be described as a nullity, it is obvious that a conviction under that indictment cannot stand. But if the statement and particulars of offence can be seen fairly to relate to and to be intended to charge a known and subsisting criminal offence but plead it in terms which are inaccurate, incomplete or otherwise imperfect, then the question whether a conviction on that indictment can properly be affirmed under the proviso must depend on whether, in all the circumstances, it can be said with confidence that the particular error in the pleading cannot in any way have prejudiced or embarrassed the defendant . . The particulars of offence in this indictment left no one in doubt that the substance of the crime alleged was a conspiracy to obtain money by deception. The judge in summing up gave all appropriate directions in relation to that offence. The co-accused ... having pleaded guilty, the evidence amply proved that offence against the present appellant. The jury in returning a verdict of guilty must have been sure of his guilt of that offence . The misdescription of the offence in the statement of offence as a common law conspiracy to defraud had in the circumstances not the slightest practical significance.». (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) [xv] Βλ. Σ. Π. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013, 25/06/2014, Λίγγης ν Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, 30/09/2014, Παπαφώτης ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 1302. [xvi] Βλ. Begonia Fashions Ltd κ. α. ν Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 451. [xvii] Το Άρθρο 39 του Κεφ. 155, προνοεί: «Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται σε κάθε κατηγορητήριο και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε Νόμο ή κανόνα πρακτικής, το κατηγορητήριο, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, δεν επιδέχεται ένσταση σε σχέση με τον τύπο ή το περιεχόμενο αυτού αν είναι συνταγμένο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού- (α) εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο ή όταν προσάπτονται κατηγορίες για περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα η διατύπωση καθενός τέτοιου ποινικού αδικήματος (β) όταν το κατηγορητήριο περιλαμβάνει περισσότερες από μία κατηγορίες, οι κατηγορίες αριθμούνται κατά σειρά (γ) η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Όταν κάποιο αδίκημα συνίσταται από πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσότερων του ενός νομοθετημάτων, το κατηγορητήριο περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα και αν το ποινικό αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα γίνεται επίσης αναφορά στο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή (δ) όταν το νομοθέτημα που συνιστά το ποινικό αδίκημα αναφέρει ότι το ποινικό αδίκημα είναι η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε από τις διάφορες πράξεις διαζευτικά ή η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε πράξης με οποιαδήποτε από τις διάφορες ιδιότητες, ή με οποιαδήποτε από τις διάφορες προθέσεις ή διατυπώνει οποιοδήποτε μέρος του ποινικού αδικήματος διαζευκτικά, οι πράξεις, παραλείψεις, ιδιότητες ή προθέσεις, ή άλλα ζητήματα που συνιστούν τη διάζευξη στο νομοθέτημα δύνανται να διατυπωθούν διαζευκτικά στην κατηγορία που προσάπτεται για το εν λόγω ποινικό αδίκημα (ε) σε οποιαδήποτε κατηγορία για ποινικό αδίκημα, δεν είναι αναγκαίο να αντικρούεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή απαλλαγή από την εφαρμογή ή επιφύλαξη ή περιορισμό στην εφαρμογή του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα (στ) αν το ποινικό αδίκημα για το οποίο προσάπτεται κατηγορία συνίσταται από οποιαδήποτε πράξη που σχετίζεται με περιουσία ή σε περιουσία, δεν είναι αναγκαίο να αναφερθεί ότι η περιουσία ανήκει σε συγκεκριμένο πρόσωπο, εκτός όταν αυτό απαιτηθεί για το σκοπό περιγραφής ποινικού αδικήματος που εξαρτάται από ειδική ιδιοκτησία περιουσίας ή από ειδική αξία περιουσίας, και είτε γίνεται είτε όχι τέτοια αναφορά, είναι αρκετό για την κατηγορία να αποδείξει τέτοια γεγονότα ως προς την ιδιοκτησία ώστε να καταδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται (ζ) δεν είναι αναγκαίο ή δεν χρησιμοποιείται βεβαιότητα ή λεπτομέρεια αναφοράς σχετικά με έγγραφα, γεγονότα, πράγματα, πρόσωπα, τόπους, χρόνο ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, στο κατηγορητήριο μεγαλύτερη από αυτή που είναι εύλογα επαρκή για το σκοπό παροχής ειδοποίησης στον κατηγορούμενο για αυτά. Γεγονότα και έγγραφα δύνανται να καταρτιστούν ως παράρτημα και αντίγραφα αυτών δύνανται να συναφθούν στο κατηγορητήριο αν η μέθοδος αυτή είναι κατάλληλη (η) δεν είναι αναγκαίο κατά την αναφορά οποιασδήποτε πρόθεσης καταδολίευσης, απάτης ή βλάβης να αναφέρεται πρόθεση να καταδολιευθεί, εξαπατηθεί ή βλαφτεί συγκεκριμένο πρόσωπο, εκτός αν το νομοθέτημα που δημιουργεί το αδίκημα καθιστά την πρόθεση να καταδολιευθεί, εξαπατηθεί ή βλαφτεί συγκεκριμένο πρόσωπο ουσιαστικό στοιχείο του ποινικού αδικήματος (θ) όταν ο κατηγορούμενος κατηγορείται για ποινική κατάχρηση εμπιστοσύνης, δόλια ιδιοποίηση περιουσίας, δόλια παραποίηση λογαριασμών, δόλιο σφετερισμό ή δεκασμό ή κατάχρηση αξιώματος, είναι αρκετό να οριστεί το συνολικό ποσό σε σχέση με το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε και οι ημερομηνίες μεταξύ των οποίων υπάρχει ισχυρισμός ότι διαπράχτηκε αυτό χωρίς ορισμό συγκεκριμένων επί μέρους ποσών ή ακριβών ημερομηνιών (ι) όταν το κατηγορητήριο περιλαμβάνει προηγούμενη καταδίκη για ποινικό αδίκημα αυτή πρέπει να περιλαμβάνεται στο τέλος της κατηγορίας με αναφορά ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε προηγουμένως για το εν λόγω ποινικό αδίκημα σε ορισμένο χρόνο και τόπο χωρίς να εκτεθούν οι λεπτομέρειες του αδικήματος: Νοείται ότι κανένα λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται να αναφερθούν στο κατηγορητήριο δεν θεωρείται σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης ως μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού εκτός αν σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος πράγματι παραπλανήθηκε λόγω του λάθους αυτού.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Διακστηρίου) [xviii] Βλ. Λίγγης ν Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, 30/09/2014 και Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R.
  1. [xix] Βλ., σχετικά με τα προαναφερόμενα, επίσης, R. v Walker (Simon) [2017] EWCA Crim 392, R. v D [2016] EWCA Crim 454 και R. v White (Anthony Alan) [2014] EWCA Crim
  2. [xx] Βλ. Mehmet v The Police
(1970)2 C.L.R. 62 και Παφίτης ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 762. [xxi] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στυλιανού
(1993)2 Α.Α.Δ. 104. [xxii] Βλ. Αχτάρ ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397. [xxiii] Βλ. Re Φάντη
(1995)1 Α.Α.Δ. 714 και Ανδρονίκου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [xxiv] Βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 180, Θωμά ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255 και Re Μαραγκου
(1999)1 Α.Α.Δ. 890. [xxv] Βλ. Αχτάρ ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397. [xxvi] Βλ. Pouris a. o. v The Republic
(1983)2 Α.Α.Δ. 148. [xxvii] Βλ. Pouris a. o. v The Republic
(1983)2 Α.Α.Δ. 148: «An indictment which charges offences which are not disclosed in the depositions and fails to charge an offence which is, lacks the most essential quality of an indictment. It makes an accusation of crime without cause when it should have made one with cause. This is what the indictment under consideration in this appeal did before it was amended. In our opinion this indictment contained a latent defect which made it just as much defective within the meaning of section 5
(1)as if the defect had been a patent one.». Για το προκείμενο, βλ. επίσης, Κλεοβούλου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 65, Leonidou v The Police
(1987)2 C.L.R. 96 και Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458. [xxviii] Ειδική αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Lanitis Bros Ltd v Ιατρικών Υπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266, στην οποία, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Π. Α. Δ., ως ήταν τότε, Γ. Μ. Πική, αποφάσισε ότι, «Ο όρος "δίκη", στο πλαίσιο του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, περιλαμβάνει κάθε στάδιο της διαδικασίας μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας του δικαστηρίου - (Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96,107).». Και ότι, «ήταν επιτρεπτή η τροποποίηση του κατηγορητηρίου βάσει του Άρθρου 83 και στο στάδιο που την ενέκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο.». Δηλαδή, [το Επαρχιακό Δικαστήριο], αφού είχε ακούσει την μαρτυρία (καλέσει την κατηγορουμένη σε απολογία) και τις τελικές αγορεύσεις των διαδίκων και πριν εκδώσει την τελική του απόφαση, -νοουμένου όμως ότι, ακολουθείτο η διαδικασία που προνοεί το Άρθρο 84 του Κεφ. 155, που δεν ακολουθήθηκε-. Ας σημειωθεί, ότι, στην εν λόγω υπόθεση, η ελαττωματικότητα στο κατηγορητήριο, παρουσιαζόταν στις λεπτομέρειες των δύο αδικημάτων και αφορούσε την ημερομηνία διάπραξης έκαστου. Το Επαρχιακό Δικαστήριο, έκρινε ότι, αν και μπορούσε να καταλήξει ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν από την κατηγορούμενη εταιρεία, δεν μπορούσε να καταλήξει στο πότε ακριβώς αυτή τα διέπραξε, σημειώνοντας όμως στην απόφαση του ότι, η ημερομηνία που περιλήφθηκε στις λεπτομέρειες αδικήματος εκάστης κατηγορίας, ως η ημερομηνία διάπραξης έκαστου αδικήματος, συμπερασματικά και πάλι, δεν μπορούσε να αποκλειστεί. Μετέβαλε, ως εκ τούτου, τις λεπτομέρειες αδικήματος έκαστης κατηγορίας, για να προσθέσει, σε συνέχεια της ημερομηνίας κατά την οποία προβαλλόταν ο ισχυρισμός ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα, της φράσης, «ή πριν της εν λόγω ημερομηνίας», και προχώρησε να καταδικάσει την κατηγορουμένη για αυτά. Η μεταβολή του κατηγορητηρίου, έγινε από το Επαρχιακό Δικαστήριο, στην βάση «των εξουσιών που . παρέχουν τα Άρθρα 83 και 85 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155», μέσα από την τελική καταδικαστική απόφαση του, χωρίς να τηρηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 84 του Κεφ.
  1. [xxix] Βλ., για το ζήτημα του κινδύνου πρόκλησης αδικίας («risk of injustice») σε κατηγορούμενο από τροποποίηση κατηγορητηρίου, στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2018, στις παραγράφους D.11.106 και D. 11.
  2. [xxx] Η προσέγγισης των Δικαστηρίων στο Ηνωμένο Βασίλειο, σημειώνεται, είναι ακριβώς η ίδια. Βλ. στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2020, στις παραγράφους από D.21.13 έως και D.21.
  3. [xxxi] Βλ. στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2018, στην παράγραφο D.11.102: «Limitation on Power to Amend. If the indictment is so defective as to be a nullity, it is not capable of amendment and there is a mistrial. An indictment is invalid from the outset in this way where, for example, it alleges an offence unknown to law. Where a count describes a known offence inaccurately, however, it is capable of amendment, subject to the usual considerations of prejudice to the defendant .». Βλ. επίσης, στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2020, στην παράγραφο D.21.
  4. [xxxii] Βλ. Πολυδώρου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2017, 31/05/2019 και Yaacoub ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2013, 19/03/
  5. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.