ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 8583/2017., 19/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B222 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 8583/
- Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
- XXXXX ΑΝΤΡΕΟΥ
- MARDEM TOURIST AGENCY LTD Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 19/11/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 3: κ. Γ. Κ. Καζαντζής. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χ. Τσίγκης. Κατηγορούμενοι 1 και 2, Παρόντες. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, έχουν, μετά από δική τους παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 42, 44, 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60, 62, 64, 66, 68, 70, 72, 74, 76, 78, 80, 82, 84, 86 και 88 στο κατηγορητήριο, που αφορούν την κλοπή από αντιπρόσωπο, των Άρθρων 255 και 270(β) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που, σύμφωνα με το Άρθρο 270(β) του Κεφ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων.
- Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου το συγκεκριμένο αδίκημα, παρατηρείται στην κοινωνία να διαπράττεται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκεται σε έξαρση, και εκ της φύσεως του είναι σοβαρό, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [i]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [ii].
- Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
- Το πως οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 διέπραξαν τα προαναφερόμενα αδικήματα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά τα γεγονότα, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν από τους συνήγορους υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1, 2 και
- Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των αδικημάτων, στην πλήρη τους έκσταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την διάπραξη του, από τις οποίες διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε ή και τις συνέπειες του.
- Σε γενικές γραμμές, τα κύρια γεγονότα έχουν ως ακολούθως: - Η Κατηγορούμενη 3, είναι νομικό πρόσωπο και, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επιχειρούσε στον τομέα των ταξιδιωτικών υπηρεσιών. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, οι οποίοι, τότε, είχαν την σχέση πεθερού - γαμπρού, ήταν αντιπρόσωποι της Κατηγορούμενης 3 και διεκπεραίωναν τις εργασίες της, από γραφείο που η Κατηγορούμενη 3 διατηρούσε στην οδό XXXXX 76Α στη Λευκωσία. Ο Κατηγορούμενος 1, ήταν και ο διοικητικός της σύμβουλος. - Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, κατά την περίοδο μεταξύ της 15ης/02/2015 και 09ης/09/2015, σε σαράντα-τρείς διαφορετικές περιπτώσεις, στη Λευκωσία, έκλεψαν διάφορα χρηματικά ποσά, από σαράντα-τρία διαφορετικά πρόσωπα, τα οποία, τα εν λόγω πρόσωπα, τους τα εμπιστεύθηκαν με σκοπό, κυρίως, την αγορά αεροπορικών εισιτηρίων, για μεταφορά σε διάφορους προορισμούς, για ένα ή και περισσότερα άτομα, πράγμα το οποίο, αυτοί, δεν έπραξαν και τα οικειοποιήθηκαν. Συνολικά, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, έκλεψαν, ως προαναφέρθηκε, το χρηματικό ποσό των €22.866,
- - Η Κατηγορούμενη 3, πριν την διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων, λόγω λανθασμένης διαχείρισης από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2, ήταν σε κακή οικονομική κατάσταση. Λόγω αυτού, η Κατηγορούμενη 3, βρέθηκε στην θέση να αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της, ή για τις τρέχουσες υποχρεώσεις της και ειδικότερα, για τα εισιτήρια που της ζητούσαν οι πελάτες της, τα οποία η ίδια κρατούσε και έπρεπε να πληρώνει για την έκδοση τους στις αεροπορικές εταιρείες, απευθείας ή μέσω εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους, με τους οποίους είχε συνεργασία. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, εισέπρατταν τα χρήματα από τους πελάτες της Κατηγορούμενης 3, εξέδιδαν σε αυτούς έντυπα που αφορούσαν στην κράτηση των εισιτηρίων, τα οποία όμως τους τα παρουσίαζαν ως τα έντυπα εισιτήρια και τελικώς, δεν προχωρούσαν στην καταβολή των σχετικών ποσών στις αεροπορικές εταιρείες, εντός της προθεσμίας που υπήρχε λόγω των κρατήσεων, ως προαναφέρθηκε, με αποτέλεσμα τα πρόσωπα που τους αφορούσαν, να μην μπορούν να ταξιδέψουν καθόλου, ή αναλόγως περίπτωσης, να μην μπορούν, κατόπιν ταξιδιού τους στο εξωτερικό, να επιστρέψουν στην Κύπρο. Η προαναφερόμενη κατάσταση, είχε ως αποτέλεσμα, την οικειοποίηση των χρημάτων των προαναφερόμενων προσώπων από τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, εφόσον, αυτά, χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς, για σκοπό άλλο από αυτόν που προορίζονταν· και περαιτέρω, η Κατηγορούμενη 3, να κλείσει το γραφείο της, αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2015 και να τερματίσει για πάντα, όπως και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, τις εν λόγω εργασίες.
- Ως και προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει την υπαιτιότητα των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και την ζημιά που προκάλεσαν ή προόριζαν με τις πράξεις τους να προκληθεί, με αναφορά σε παράγοντες, αναφορά στους οποίους γίνεται από το Δικαστήριο αμέσως μετά, που αποτελούν τα κύρια πραγματικά περιστατικά των εν λόγω αδικημάτων και προκύπτουν από τα προαναφερόμενα γεγονότα της υπόθεσης. Οι παράγοντες αυτοί, προσδιορίζουν τα αδικήματα υπό αναφορά, εντός του ευρύτερου φάσματος εγκληματικής συμπεριφοράς που τα Άρθρα 255 και 270(β) του Κεφ. 154 καθορίζουν, με ανάλογη, κατά την ποινολογική θεώρηση του πράγματος, διακύμανση ως προς την τιμωρία των δραστών. Αυτοί, σε ότι αφορά το ζήτημα της ποινής, μπορούν να επενεργήσουν, είτε επιβαρυντικά, είτε ελαφρυντικά. Επιβαρυντικοί, στην προκείμενη περίπτωση, είναι οι εξής παράγοντες: - Ότι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, παραβίασαν τον υψηλό βαθμό ευθύνης, που ως επαγγελματίες στον τομέα των ταξιδιωτικών υπηρεσιών, έφεραν έναντι των πελατών τους, των οποίων την εμπιστοσύνη, βεβαίως, παραβίασαν. Για το προκείμενο, σημειώνεται ότι, ο ρόλος του Κατηγορουμένου 1, ως διοικητικού σύμβουλου της Κατηγορούμενης 3, πρέπει να ήταν, και νομικά τεκμαίρεται ότι ήταν, πιο ηγετικός και κυρίαρχος από αυτόν του Κατηγορουμένου
- Ως εκ τούτου, αυξημένη κρίνεται ότι ήταν και η υπαιτιότητα του για τα προαναφερόμενα αδικήματα, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ο ρόλος του οποίου φαίνεται να ήταν, περισσότερο υπαλληλικός και υπό διεύθυνση, παρά διοικητικός. - Η παράνομη δράση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, είχε σημαντική, χρονικά, διάρκεια, και με επιπτώσεις σε ένα αρκετά μεγάλο αριθμό ατόμων, που είναι πολύ μεγαλύτερος, από αυτόν των προαναφερόμενων προσώπων που αποτάθηκαν στην Κατηγορούμενη 3 για την αγορά των εισιτηρίων, εφόσον αυτά, τις πλείστες περιπτώσεις, αφορούσαν και άλλα πρόσωπα. Η παράνομη δράση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, δεν σταμάτησε, όταν, από τις πρώτες κιόλας περιπτώσεις ακύρωσης κρατήσεων εισιτηρίων, σε σχέση με τα προαναφερόμενα πρόσωπα, ήταν σε γνώση τους, -εκτίμηση, που θα μπορούσαν βεβαίως να κάνουν, λόγω της εμπειρίας τους στον τομέα των ταξιδιωτικών υπηρεσιών και πριν το τελικό αποτέλεσμα-, ότι το αποτέλεσμα ήταν, σημαντικός αριθμός ατόμων -μεταξύ άλλων, επαγγελματίες, οικογένειες, ακόμη και ανήλικα παιδιά-, να μην μπορούν να μετακινηθούν αεροπορικά, διασυνοριακά, ως ο προγραμματισμός τους, με επακόλουθο, -πέραν της οικονομικής επιβάρυνσης, όπου υπήρξε, που ήταν συνακόλουθη της ανατροπής που η ακύρωσης των εισιτηρίων τους επέφερε-, τουλάχιστον, την συναισθηματική δυσφορία, αναστάτωση και ταλαιπωρία τους. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, έχοντας γνώση ποιο ήταν το αποτέλεσμα των πράξεων τους, ως προαναφέρθηκε, σε καμία εκ των προαναφερόμενων περιπτώσεων δεν επικοινώνησαν με τα προαναφερόμενα πρόσωπα για την όποια πληροφόρηση ή ενημέρωση τους, που θα μπορούσε, έστω, να μετριάσει την προαναφερόμενη συναισθηματική δυσφορία, αναστάτωση και ταλαιπωρία τους. - Συνολικά, επαναλαμβάνεται, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €22.866,19, ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Χωρίς να παραγνωρίζεται, ότι έκαστος από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, πελάτες της Κατηγορούμενης 3, είχε μία, αντικειμενικά, μικρή χρηματική απώλεια και ζημιά -κάποιοι μεγαλύτερη, κάποιοι μικρότερη-, το συνολικό χρηματικό ποσό που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 οικειοποιήθηκαν, των €22.866,19, σημειώνεται για να καταδειχθεί, και το χρηματικό όφελος που υπήρξε για αυτούς, από την πορεία δράσης τους, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, υψηλής αξίας. Από την άλλη, ελαφρυντικοί, στην προκείμενη περίπτωση, παράγοντες, είναι οι ακόλουθοι: - Ότι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, δεν διέπραξαν τα προαναφερόμενα αδικήματα, κατά τρόπο εκλεπτυσμένο ή και κατόπιν σημαντικού σχεδιασμού. Έδρασαν, είναι γεγονός, κατά τρόπο που επέτρεπε, και πολύ εύκολα μάλιστα, την διαπίστωση των παράνομων ενεργειών τους, αλλά και την συλλογή στοιχείων προς τεκμηρίωση της αδικοπραγίας τους, η οποία, στην πορεία των πραγμάτων, δεν μπορούσε παρά, και πολύ εύκολα μάλιστα και σε καθορισμένο χρόνο, να αποκαλυφθεί. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, είναι επίσης γεγονός, δεν επιχείρησαν την συγκάλυψη, κατά τρόπο συγκεκριμένο και κατόπιν σχεδιασμού, την παράνομη δράση τους. - Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη 3, όπως και οι Κατηγορούμενη 1 και 2 αντιπρόσωποι της, ήταν, ως και προαναφέρθηκε, επαγγελματίες στον τομέα των ταξιδιωτικών υπηρεσιών, με χρόνια προηγούμενης προσφοράς των υπηρεσιών τους στον καταναλωτή, χωρίς κακό προηγούμενο. Συνεπώς, η περίπτωση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, δεν είναι εκείνη κάποιων που οργανώθηκαν, ειδικά και με σκοπό να πλασαριστούν στον καταναλωτή, ως επαγγελματίες του είδους, ώστε εντατικά, μεθοδικά και με στόχευση μεγάλα χρηματικά ποσό, να κλέψουν χρηματικά ποσά και στην συνέχεια ξαφνικά να εξαφανιστούν, έχοντας προσέξει τα ίχνη τους για να μην εντοπιστούν. Ως και προαναφέρθηκε, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, ιδιοποιήθηκαν τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, στην προσπάθεια τους να αντιμετωπίσουν την κακή οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 3, ελπίζοντας ότι στον κατάλληλο χρόνο και πριν την ημέρα ακύρωσης της κράτησης των εισιτηρίων, θα είχαν τα χρηματικά ποσά από άλλη πηγή ώστε να πληρώσουν για την έκδοση τους, και είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που διέπραξαν τα προαναφερόμενα αδικήματα. Για το προκείμενο, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της κλοπής από αντιπρόσωπο, των Άρθρων 255 και 270(β) του Κεφ. 154, η απόκτηση και αποκόμιση της περιουσίας, δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει χρονικά με την σκόπιμη και εκ προθέσεως κατάχρηση της από τον κατηγορούμενο [iii]. Το αδίκημα διαπράττεται, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, ο κατηγορούμενος, έχει αρχικά, νόμιμα αποκτήσει κατοχή και αποκομίσει την περιουσία [iv], όταν μεταγενέστερα, σκόπιμα και εκ προθέσεως την καταχραστεί και ειδικότερα την οικειοποιηθεί [v]. Σύμφωνα με την νομολογία και πάλι, όταν πρόσωπο αποκτά κατοχή και αποκομίζει χρήματα τα οποία και χρησιμοποιεί για τους δικούς του σκοπούς, ενεργώντας δόλια, εκ προθέσεως και χωρίς καλόπιστη αξίωση δικαιώματος, επειδή γνωρίζει ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα να πάρει τα χρήματα, εφόσον δεν είναι δικά του, το γεγονός ότι κατά τον χρόνο αυτό μπορεί να ήλπιζε ή να ανέμενε ότι στο μέλλον θα τα επέστρεφε στον ιδιοκτήτη τους ή από άλλα κεφάλαια του θα ενεργούσε ως οι οδηγίες του, δεν αποτελεί υπεράσπιση για το αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο των Άρθρων 255 και 270(β) του Κεφ. 154, παρά μόνο παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει προς μετριασμό της ποινής του. Τι σκόπευε ο κατηγορούμενος να πράξει με τα χρήματα, είναι, ως εκ τούτου, αν οι περιστάσεις της υπόθεσης έχουν, ως έχει προαναφερθεί, ζήτημα άσχετο της ποινικής του ευθύνης [vi]. Περαιτέρω, το που τελικά κατέληξαν τα χρήματα αυτά, δεν είναι ζήτημα που μπορεί να απασχολήσει στα πλαίσια εκδίκασης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα [vii]. Σταθμίζοντας τους προαναφερόμενους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η υπαιτιότητα των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, η βλάβη που προοριζόταν με αυτά και που τελικά επήλθε, κατατάσσουν την εγκληματική τους δράση, στην μέση του φάσματος εγκληματικής συμπεριφοράς που τα Άρθρα 255 και 270(β) του Κεφ. 154 καθορίζουν.
- Προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο τους, -αν και όχι με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκαν να το πράξουν από το Δικαστήριο και πολύ καθυστερημένα σε σχέση με την έναρξη της ποινικής τους δίωξης από τον Κατήγορο ενώπιον του Δικαστηρίου-, σε στάδιο πριν από την ακρόαση της υπόθεσης. Λόγω της καθυστέρησης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, να δηλώσουν την παραδοχή τους στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο τους, σχετικά με τον παράγοντα αυτό, το Δικαστήριο, δικαιολογημένα θα τους επιδείξει λιγότερη επιείκεια, από ότι θα τους επιδείκνυε εάν το έπρατταν αμέσως όταν κλήθηκαν να απαντήσουν στο κατηγορητήριο τους ενώπιον του [viii]. Δεν παραβλέπει το Δικαστήριο ότι, η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, καταχωρήθηκε υπό περιστάσεις διακοπής από πλευράς Κατήγορου, μεγάλου αριθμού κατηγοριών. Ωστόσο, και χωρίς να επιχειρείται από το Δικαστήριο, ανάλυσης του σκεπτικού πίσω από την διακοπή των συγκεκριμένων κατηγοριών από πλευράς Κατήγορου, σημειώνεται το αδίκημα που αυτές αφορούν και το πώς αυτές θα στοιχειοθετούνταν πραγματικά σε περίπτωση ακρόασης τους από το Δικαστήριο, δεδομένης της καταδίκης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στο σχετικό με αυτές αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο ή και της διαθέσιμης σχετικά με αυτές μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση τους [ix]. Σε κάθε περίπτωση, η παραδοχή αυτή των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία τους, μέσω των συνηγόρων υπεράσπισης τους, για τα αδικήματα που έκαστος διέπραξε, δείχνει, συνείδηση των παράνομων πράξεων τους, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας τους, πλέον, να αναλάβουν την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας και αυτό είναι επίσης στοιχείο που δικαιολογεί μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1, 2 και
- Δεν παραβλέπεται όμως από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, στον απαιτούμενο βαθμό. Και περαιτέρω, ότι, λόγω της αντικειμενικής καθυστέρησης στην διεκπεραίωση αυτής της υπόθεσης και της ποινικής αντιμετώπισης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 από το Δικαστήριο, δεν προκλήθηκε σε αυτούς, οποιαδήποτε δυσμένεια ή επηρεασμός σε ότι αφορά την προβολή της οποιαδήποτε θέσης τους, σχετικά με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης ή και τις προσωπικές τους περιστάσεις, οι οποίες, σημειώνεται, δεν διαπιστώνεται από τα όσα έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, να έχουν, κατά την περίοδο της καθυστέρησης, ουσιαστικά διαφοροποιηθεί, ώστε η καθυστέρηση αυτή, ως παράγοντας, να δικαιολογεί, πέραν του μετριασμού της ποινής τους, σε κάποιο βαθμό, εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση σε ότι αφορά την ποινή που πρέπει να τους επιβληθεί. - Η συνεργασία των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 με την Αστυνομία, κατά την διερεύνηση των περιστατικών που αφορούν αυτή την υπόθεση, είναι επίσης παράγοντας που δικαιολογεί μετριασμό της ποινής τους. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, έδωσαν στην Αστυνομία, καταθέσεις από τις οποίες, κατ' αρχήν, θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, χωρίς ουσιαστικό άλλο, ή σε κάθε περίπτωση, σε συνδυασμό και με άλλη μαρτυρία, από τα πράγματα που εντοπίστηκαν στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1, τα παραπονούμενα πρόσωπα ή και από τις εμπλεκόμενες αεροπορικές εταιρείες και εξουσιοδοτημένους / αδειούχους αντιπροσώπους τους, και το κατηγορητήριο που τελικώς τους προσάχθηκε από τον Κατήγορο. - Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, έχουν, μέσω των συνηγόρων υπεράσπισης τους, δηλώσει την πρόθεση τους για αποζημίωση των θυμάτων της παράνομης δράσης τους και έχουν συμφωνήσει με την τοποθέτηση της εκπροσώπου του Κατήγορου, για την έκδοση από το Δικαστήριο εναντίον τους, διατάγματος για την αποζημίωση τους. Αν και μικρής σημασίας, αυτή προσμετράται προς όφελος τους για μετριασμό της ποινής τους.
- Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, όπου αρμόζει, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις ιδιαίτερες ή προσωπικές τους περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τους συνήγορους υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 κατά την αγόρευση τους για μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και, αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 διέπραξαν και της έξαρσης τους στην κοινωνία, οι ιδιαίτερες ή προσωπικές τους περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να τους επιβληθεί [x]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Για το προκείμενο, σημειώνεται και η ηλικία των Κατηγορουμένων 1 και 2, των εβδομήντα και σαράντα ετών, αντίστοιχα. Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, είναι πρόσωπα με έντιμο πρότερο βίο και καλού χαρακτήρα, με οικογένεια και νοικοκυριό. Ο Κατηγορούμενος 1, είναι συνταξιούχος και αντιμετωπίζει και κάποια προβλήματα υγείας. Ο Κατηγορούμενος 2, είναι αυτοτελώς εργαζόμενος και πατέρας δύο ανήλικων παιδικών, ηλικίας δεκαπέντε και δεκατριών ετών, αντίστοιχα, που εξαρτώνται από αυτόν. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο, ότι, στο παρόν στάδιο, είναι πρόσωπα επικίνδυνα για την κοινωνία.
- Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τα αδικήματα που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 διέπραξαν, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, αλλά και ο συνδυασμός τους, είναι τόσο σοβαρά, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή -στην προκείμενη περίπτωση, ειδικότερα, την ανάγκη για γενική αποτροπή-, σε ότι αφορά τους Κατηγορουμένους 1 και 2, καμία άλλη ποινή εκτός από αυτή της φυλάκισης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ενώ σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 3, δικαιολογεί την αυστηρή αντιμετώπιση της. Είναι τόσο σοβαρά, που σε ότι αφορά την περίπτωση των Κατηγορουμένων 1 και 2, υπερβαίνουν το όριο της κράτησης, δηλαδή, δικαιολογούν την αποστέρηση της ελευθερίας τους. Και περαιτέρω, ότι, το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2 από το Δικαστήριο, είναι αναπόφευκτο. Κατά την επιμέτρηση της ποινής φυλάκισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν και το ότι, υπό τις περιστάσεις, σύμφωνα με τα Άρθρα 29 και 270(β) του Κεφ. 154, το συμφέρον της επιβολής του Νόμου και της αποτροπής και δη της γενικής αποτροπής, στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορούσε να εκφραστεί, μέσα από συνδυασμό της ποινής φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και το συνολικό αποτέλεσμα τους, ώστε η ποινή φυλάκισης που τελικά επιβάλλει το Δικαστήριο στους Κατηγορουμένους 1 και 2, να μπορούσε να μετριαστεί περαιτέρω [xi]. Επιπρόσθετα, κατά την επιμέτρηση της ποινής των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και ότι, αυτή είναι μια περίπτωση, οι περιστάσεις της οποίας δικαιολογεί, ανεξαρτήτως της τοποθέτησης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για το προκείμενο [xii] και ειδικότερα, εάν συγκατατίθενται σε κάτι τέτοιο, την άσκηση της διακριτικής εξουσίας που του παρέχει το Άρθρο 34
(1)του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 14/1960») για την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης των προαναφερόμενων προσώπων, που ζημιώθηκαν από την εγκληματική τους δράση. 10. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1: Στις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 42, 44, 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60, 62, 64, 66, 68, 70, 72, 74, 76, 78, 80, 82, 84, 86 και 88, σε κάθε μία από αυτές, 8 μήνες φυλάκιση. Η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1, κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί. Στον Κατηγορούμενο 2: Στις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 42, 44, 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60, 62, 64, 66, 68, 70, 72, 74, 76, 78, 80, 82, 84, 86 και 88, σε κάθε μία από αυτές, 4 ½ μήνες φυλάκιση. Η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2, κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί. Στην Κατηγορούμενη 3: Στις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 42, 44, 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60, 62, 64, 66, 68, 70, 72, 74, 76, 78, 80, 82, 84, 86 και 88, σε κάθε μία από αυτές, €
- Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2 και την επιμέτρηση της, δηλαδή, τα αδικήματα, η σοβαρότητα και συνδυασμός τους, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές των Κατηγορουμένων 1 και 2 ως προαναφέρθηκαν και η διαταγή αποζημίωσης που εκδίδεται εναντίον τους, των θυμάτων τους, χωρίς, σημειώνεται από το Δικαστήριο, να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο, ως σχετικό, για να ληφθεί υπόψη, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει μόλις επιβληθεί στους Κατηγορουμένους 1 και 2, δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μια τέτοια απόφαση. Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1 και 2, η συνεργασία τους με την Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, η παραδοχή τους στο Δικαστήριο των προαναφερόμενων αδικημάτων που διέπραξαν πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, η απολογία και έμπρακτη μεταμέλεια τους και ο χρόνος που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων, είναι οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν το Δικαστήριο, χωρίς στιγμή να παραβλέπονται οι περιστάσεις διάπραξής των προαναφερόμενων αδικημάτων και οι επιβαρυντικοί για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 από αυτές παράγοντες, ή και το γεγονός ότι αυτά βρίσκονται σε έξαρση και της ανάγκης, ως εκ τούτου, η ποινή να είναι αποτρεπτική, ειδικότερα από την άποψη της ανάγκης για γενική αποτροπή, να πάρει αυτή την απόφαση.
- Ως εκ τούτου, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως προαναφέρθηκε, αναστέλλεται σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/1972, για περίοδο τριών χρόνων. Δικαστήριο προς Κατηγορουμένους 1 και 2: Θα σας εξηγήσω αμέσως τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι, η ποινή φυλάκισης, είναι ποινή φυλάκισης, αλλά δεν ενεργοποιείται αμέσως, διότι, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να σας δοθεί άλλη μια ευκαιρία, με την προϋπόθεση ότι δεν θα διαπράξετε άλλο αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια δεν διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση, δεν θα κληθείτε να υπηρετήσετε την ποινή φυλάκισης. Αν όμως διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο τέτοιο αδίκημα, θα μπορεί το Δικαστήριο να σας επιβάλει ποινή για το αδίκημα εκείνο αλλά και να διατάξει να υπηρετήσετε [ακόμη] και το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που σας έχει επιβληθεί και η οποία σήμερα ανεστάλη. Επομένως, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην επιείκεια που ο Νόμος και το Δικαστήριο που εφαρμόζει αυτόν, επιδεικνύουν σε σχέση με τη μελλοντική σας συμπεριφορά.
- Επιπρόσθετα, και ως μέρος της ποινής των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, το Δικαστήριο, στη βάση της εξουσίας που αντλεί από το Άρθρο 34
(1)του Νόμου 14/1960, εκδίδει εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, εναντίον του κάθε ενός ξεχωριστά, διάταγμα προς αποζημίωση των παραπονούμενων, ως αυτοί αναφέρονται στις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 42, 44, 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60, 62, 64, 66, 68, 70, 72, 74, 76, 78, 80, 82, 84, 86 και 88, για το ποσό των €6.
- [Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής, θα αποδώσει τα ποσά αναλογικά στους εν λόγω παραπονουμένους, βάσει του Παραρτήματος στην απόφαση αυτή του Δικαστηρίου, που είναι αντίγραφο του Ποινικού Έντυπου αρ. 7 της υπόθεσης, όπου, στο περιθώριο του, δίπλα από την κάθε κατηγορία, χειρόγραφα, έχει αναγραφεί και το ποσό που, κατά την εισήγηση του Κατήγορου, η οποία γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, θα καταβληθεί σε κάθε ένα από αυτούς]. Η εκτέλεσης του προαναφερόμενου διατάγματος αναστέλλεται για περίοδο 5 μηνών, ώστε να δοθεί στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, χρόνος για ανταπόκριση.
- Τα τεκμήρια στην κράτηση της Αστυνομίας με αρ. 1 και 2 στον κατάλογο τεκμηρίων Έγγραφο Β, να επιστραφούν στην Κατηγορούμενη
- Τα υπόλοιπα τεκμήρια στην κράτηση της Αστυνομίας με βάση τον κατάλογο τεκμηρίων Έγγραφο Β, να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742 και Σταυρινίδης ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 201/2019, 07/10/
- [ii] Βλ. Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
- [iii] Βλ., σχετικά με το ζήτημα της πρόθεσης για την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής από αντιπρόσωπο, των Άρθρων 255 και 270(β) του Κεφ. 154 («animus furandi»), την υπόθεση Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174 και ειδικότερα, σχετικά με την διαφοροποίηση των σχετικών αρχών, λόγω των διατάξεων του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, με την Αγγλική Larceny Act 1961, την απόφαση του Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Βασιλειάδη. [iv] Ή ακόμη, όταν νόμιμα έχει αποκτήσει και ιδιοκτησία της περιουσίας, υπό περιστάσεις όμως, που, ο ιδιοκτήτης της, κατά νόμο, παραμένει ο ιδιοκτήτης της, δηλαδή, ως εξ επαγαγωγής ιδιοκτήτης («constructive owner») ή έχει, σχετικά με αυτήν, ειδικό ενδιαφέρον (special interest) (βλ. Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 και την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Oktay v R 18 C.L.R. 195). Βλ. επίσης, Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. [v] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9 [και τις αναφερόμενες σε αυτή αποφάσεις, του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Oktay v R 18 C.L.R. 195 και Ανώτερου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση King ν Grubb [1915] 2 Κ.Β. 683], Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 και Χρυσάνθου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 19/2016, 02/12/2016. Στην υπόθεση Λοϊζίδου ν Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794, το Ανώτατο Δικαστήριο, για το ζήτημα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Το αδίκημα είναι εκείνο της κλοπής και η κλοπή δεν συναρτάται με την είσπραξη των χρημάτων, όπως εισηγείται η εφεσείουσα, κατά το χρόνο που της ενεπιστεύθησαν τα χρήματα, αλλά κατά το χρόνο κατά τον οποίο επέρχεται η ιδιοποίηση των χρημάτων, που οπωσδήποτε ήταν μεταγενέστερα .». [vi] Βλ. Platritis v Police
(1967)2 C.L.R. 174 και Azinas a. a. v Police
(1981)2 C.L.R. 9. [vii] Βλ. Ανδρονίκου κ. α. ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
- [viii] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
- Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
- Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
- Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [ix] Βλ. τα Άρθρα 2, 3, 4
(1)(α)(iii) και 5 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007 και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ανδρονίκου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Κουμπαρή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, 11/05/2020 και Μαύρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 67/2020, 23/11/
- [x] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
- [xi] Βλ. Παναγιώτου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6247, 23/09/
- [xii] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Πορα, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2018, 12/11/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο