ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΗΤΤΑΣ, Υπόθεση με αρ.: 10782/2021, 11/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B217 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 10782/
- Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΠΗΤΤΑΣ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 11/11/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Ιωαννίδης. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Ο Κατηγορούμενος έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στο αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, που αφορά την διάρρηξη κτιρίου και την διάπραξη σε αυτό κακουργήματος, των Άρθρων 291 και 294(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που, σύμφωνα με το Άρθρο 294(α) του Κεφ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων.
- Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου το συγκεκριμένο αδίκημα, παρατηρείται στην κοινωνία να διαπράττεται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκεται σε έξαρση, και εκ της φύσεως του είναι σοβαρό, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [i]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [ii].
- Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
- Το πως ο Κατηγορούμενος διέπραξε το προαναφερόμενο αδίκημα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά τα γεγονότα, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου. Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής του αδικήματος, στην πλήρη τους έκσταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την διάπραξη του, από τις οποίες διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε ή και τις συνέπειες του.
- Σε γενικές γραμμές, τα κύρια γεγονότα έχουν ως ακολούθως: - Ο Κατηγορούμενος, την 07ην Ιανουαρίου του έτους 2021, στην Λευκωσία, διέρρηξε και εισήλθε στο κτίριο του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας (στο εξής καλούμενο «το Υ.Π.Π.Α.Ν.») και διέπραξε σε αυτό το κακούργημα της κλοπής. Δηλαδή, έκλεψε μέσα από τρία γραφεία του, περιουσία του δημοσίου συνολικής αξίας €12.
- - Κατά τον επίδικο χρόνο, ο Κατηγορούμενος, ήταν μισθωτός της C.K.C. Services and Trading Ltd (στο εξής καλούμενη «η C.K.C.»), που παρείχε υπηρεσίες ασφαλείας στο Υ.Π.Π.Α.Ν. H C.K.C., παρείχε, στο Υ.Π.Π.Α.Ν., τις προαναφερόμενες υπηρεσίες της, μέσω υπαλλήλων της που εκτελούσαν, όπως και ο Κατηγορούμενος, σε βάρδιες, χρέη φρουρού στο κτήριο του Υ.Π.Π.Α.Ν., αλλά και παρακολούθησης του μέσω κλειστού κυκλώματος βίντεο-παρακολούθησης. - Η C.K.C., σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά, είχε μόλις αναθέσει στον Κατηγορούμενο, δύο ημέρες προηγουμένως, τα καθήκοντα του στο κτήριο του Υ.Π.Π.Α.Ν. Στα καθήκοντα του Κατηγορουμένου, ήταν η φρούρησης του κτιρίου του Υ.Π.Π.Α.Ν., τόσο εξωτερικά, όσο και εσωτερικά μέσω των διαδρόμων του. Ο Κατηγορούμενος, δεν είχε πρόσβαση, ούτε και ήταν εξουσιοδοτημένος, για σκοπούς ασκήσεως των καθηκόντων του, να εισέρχεται εντός των γραφείων του κτηρίου του Υ.Π.Π.Α.Ν. - Ωστόσο, και παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, μέχρι και τις 07/01/2021 που διαπράχθηκε το προαναφερόμενο αδίκημα, είχε για πολύ λίγο χρόνο εργαστεί στο κτίριο του Υ.Π.Π.Α.Ν., κατάφερε την διάρρηξη των προαναφερόμενων γραφείων του Υ.Π.Π.Α.Ν., κάνοντας χρήση κάρτας ελεγχόμενης πρόσβασης, την οποία είχε απωλέσει λειτουργός του τμήματος λογιστηρίου του Υ.Π.Π.Α.Ν. από 05/01/
- [Συγκυρία, όπως προκύπτει, με την έναρξη της απασχόλησης του Κατηγορουμένου στο κτίριο του Υ.Π.Π.Α.Ν.]. - Από τα γραφεία του Υ.Π.Π.Α.Ν., ως και προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος έκλεψε περιουσία του δημοσίου, μάλιστα σημαντικής αξίας -ως προελέχθη, συνολικής αξίας €12.693-· ήτοι: τρείς φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τρείς θήκες/τσάντες φορητού υπολογιστή, έξι ηλεκτρονικούς υπολογιστές ταμπλέτες, ένα εξωτερικό σκληρό δίσκο ηλεκτρονικού υπολογιστή και ένα πύργο ηλεκτρονικού υπολογιστή. - Μέρος της προαναφερόμενης περιουσίας του δημοσίου, αυτήν που είχε την μεγαλύτερη αξία, στην συνέχεια, [και αυτό πρέπει να έγινε το αργότερο μέχρι και την 09ην/01/2021], ο Κατηγορούμενος την πώλησε έναντι του χρηματικού ανταλλάγματος των €700, σε κάποιον XXXXX Ali, ιδιοκτήτη καταστήματος κινητών τηλεφώνων στην Λευκωσία.
- Ως και προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει την υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου και την ζημιά που προκάλεσε ή προόριζε με τις πράξεις του να προκληθεί, με αναφορά σε παράγοντες, αναφορά στους οποίους γίνεται από το Δικαστήριο αμέσως μετά, που αποτελούν τα κύρια πραγματικά περιστατικά του εν λόγω αδικήματος και προκύπτουν από τα προαναφερόμενα γεγονότα της υπόθεσης. Οι παράγοντες αυτοί, προσδιορίζουν το αδίκημα υπό αναφορά, εντός του ευρύτερου φάσματος εγκληματικής συμπεριφοράς που τα Άρθρα 291 και 294(α) του Κεφ. 154 καθορίζουν, με ανάλογη, κατά την ποινολογική θεώρηση του πράγματος, διακύμανση ως προς την τιμωρία των δραστών. Αυτοί, σε ότι αφορά το ζήτημα της ποινής, μπορούν να επενεργήσουν, είτε επιβαρυντικά, είτε ελαφρυντικά. Επιβαρυντικοί, στην προκείμενη περίπτωση, είναι οι εξής παράγοντες: - Ότι, ο Κατηγορούμενος, καταχράστηκε την θέση εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε, μεταξύ του και των αντιπροσώπων του Υ.Π.Π.Α.Ν. και κατ' επέκταση του δημοσίου, λόγω της εργοδότησης του από την C.K.C. για να παρέχει για λογαριασμό της προς το Υ.Π.Π.Α.Ν. υπηρεσίες ασφάλειας. Από αυτή την θέση, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ώστε να διαπράξει και διέπραξε το προαναφερόμενο αδίκημα, κλέβοντας ουσιαστικά μέρος της περιουσίας, η φύλαξη της οποίας, για σκοπούς ασφάλειας, του ανατέθηκε. - Περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος έκλεψε περιουσία του δημοσίου, σημαντικής αξίας. Με την πράξη του αυτή, ο Κατηγορούμενος, προόριζε να προκαλέσει σημαντικού βαθμού ζημιά στο Υ.Π.Π.Α.Ν. και κατ' επέκταση στο δημόσιο. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, κατ' ακολουθία, επεδίωξε να χειριστεί μέρος της κλαπείσας περιουσίας, και αυτός συνάγεται να ήταν ο σκοπός του εξ αρχής, για να κερδίσει χρήματα, πουλώντας την για €
- Η φύσης της περιουσίας που κλάπηκε από τον Κατηγορούμενο, πρέπει επιπρόσθετα να σημειωθεί, είναι τέτοια, που δεν μπορεί, η απώλεια της από το Υ.Π.Π.Α.Ν., παρά να προκάλεσε, σε κάποιο βαθμό, και αναστάτωσή των εργασιών του. Από την άλλη, ελαφρυντικοί, στην προκείμενη περίπτωση, παράγοντες, είναι οι ακόλουθοι: - Ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν προκύπτει από τα γεγονότα, να έδρασε για την διάπραξη του προαναφερόμενου αδικήματος, κατόπιν σημαντικού βαθμού προγραμματισμού ή οργάνωσης. Τουναντίον, από τα περιστατικά που έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, συνάγεται ότι, ο Κατηγορούμενος ενήργησε, χωρίς εκλεπτυσμό και θα μπορούσε να λεχθεί και εντελώς ανόητα, εφόσον, η παράνομη δράση του, καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα βίντεο-παρακολούθησης που η C.K.C., εργοδότρια του, λειτουργούσε στο Υ.Π.Π.Α.Ν. και την ύπαρξη του οποίου ο ίδιος, ως φρουρός ασφαλείας, θα πρέπει να γνώριζε. Ωστόσο, τούτου λεχθέντος, πρέπει να σημειωθεί από το Δικαστήριο ότι, από τα ίδια προαναφερόμενα γεγονότα, διαπιστώνεται ότι, η προαναφερόμενη παράνομη δράσης του Κατηγορουμένου, δεν ήταν το αποτέλεσμα απλά μιας παρόρμησης. - Επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος, έδρασε σε ώρα που δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός ή έγινε αντιληπτός ή και ήρθε αντιμέτωπος με οποιοδήποτε πρόσωπο. Και περαιτέρω, ότι, από την δράση του Κατηγορουμένου, δεν υπήρξε λήλωση, λεηλασία ή βανδαλισμός άλλης περιουσίας στα εν λόγω τρία γραφεία του Υ.Π.Π.Α.Ν., στα οποία ο Κατηγορούμενος απέκτησε πρόσβαση κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, χωρίς την χρήση οποιουδήποτε διαρρηκτικού εργαλείου ή και με πρόκληση ζημιάς. Σταθμίζοντας τους προαναφερόμενους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση, η υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο αδίκημα και η βλάβη που προοριζόταν με αυτό, κατατάσσουν την εγκληματική του δράση, στην μέση του φάσματος εγκληματικής συμπεριφοράς που τα Άρθρα 291 και 294(α) του Κεφ. 154 καθορίζουν.
- Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του, με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκε να το πράξει από το Δικαστήριο. [iii]. Αυτό, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία του Κατηγορουμένου, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, για το αδίκημα που διέπραξε, δείχνει, συνείδηση της παράνομης πράξεως του, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας του να αναλάβει την ευθύνη της μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας, δεδομένο που συντείνει στην επιεικέστερη αντιμετώπιση του από το Δικαστήριο. Δεν παραβλέπεται όμως, από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, στον απαιτούμενο βαθμό. - Η συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία, κατά την διερεύνηση των περιστατικών που αφορούν αυτή την υπόθεση, είναι επίσης παράγοντας που δικαιολογεί μετριασμό της ποινής του. Ο Κατηγορούμενος, έδωσε στην Αστυνομία, θεληματικά, κατάθεση από την οποία, κατ' αρχήν, θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, χωρίς ουσιαστικό άλλο, και το κατηγορητήριο που τελικώς του προσάχθηκε από τον Κατήγορο, και από την οποία, περαιτέρω, η Αστυνομία οδηγήθηκε ώστε, μέσα από το ανακριτικό έργο, κατέστη εφικτή, πολύ σύντομα μετά τα επίδικα περιστατικά, η ανάκτησης της κλαπείσας περιουσίας, για επιστροφή της στο Υ.Π.Π.Α.Ν. προς αποκατάσταση της βλάβης του δημοσίου. Σημειώνεται επίσης, ότι, ο Κατηγορούμενος, κατά την διάρκεια των ανακρίσεων, προσωποκρατήθηκε από την Αστυνομία, με απόφαση του Δικαστηρίου, για περίοδο έξι ημερών.
- Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, όπου αρμόζει, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές του περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας μέσω σχετικής έκθεσης αρμόδιας Λειτουργού, αλλά και από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου και, αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και της έξαρσης του στην κοινωνία, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να του επιβληθεί [iv]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, στην ηλικία των τριάντα ενός χρόνων, είναι λευκού ποινικού μητρώου, με έντιμο πρότερο βίο και καλού χαρακτήρα, ότι είναι πατέρας ενός επτάχρονου παιδιού που εξαρτάται από αυτόν και ότι είναι μέλος μιας συγκροτημένης οικογένειας που μπορεί να δράσει προς αυτόν υποστηρικτικά, σε μια περίοδο κατά την οποία, κυρίως λόγω του διαζυγίου του με την πρώην σύζυγο του, αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, για τα οποία παρακολουθείτε και από ψυχίατρο. Ο Κατηγορούμενος, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο, ότι, στο παρόν στάδιο, είναι πρόσωπο επικίνδυνο για την κοινωνία.
- Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, το αδίκημα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων του, είναι τόσο σοβαρό, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή, καμία άλλη ποινή εκτός από αυτή της φυλάκισης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Είναι τόσο σοβαρό, που υπερβαίνει το όριο της κράτησης, δηλαδή, δικαιολογεί την αποστέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου. Και περαιτέρω, ότι, το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, είναι αναπόφευκτο. Κατά την επιμέτρηση της ποινής φυλάκισης του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν και το ότι, υπό τις περιστάσεις, σύμφωνα με τα Άρθρα 29 και 294(α) του Κεφ. 154, το συμφέρον της επιβολής του Νόμου και της γενικής αποτροπής, στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορούσε να εκφραστεί, μέσα από συνδυασμό της ποινής φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και το συνολικό αποτέλεσμα τους, ώστε η ποινή φυλάκισης που τελικά επιβάλλει το Δικαστήριο στον Κατηγορούμενο, να μπορούσε να μετριαστεί περαιτέρω [v].
- Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο την ακόλουθη ποινή: Στην 1η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση. Η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που του έχει ανακοινωθεί.
- Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου και την επιμέτρηση της, δηλαδή, το αδίκημα και η σοβαρότητα του, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές του Κατηγορουμένου, χωρίς, σημειώνεται από το Δικαστήριο, να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο, ως σχετικό, για να ληφθεί υπόψη, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει μόλις επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μια τέτοια απόφαση. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, η συνεργασία του με την Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, η παραδοχή του αμέσως στο Δικαστήριο του προαναφερόμενου αδικήματος που διέπραξε και η απολογία και έμπρακτη μεταμέλεια του, η μη πρόκληση τελικώς ουσιαστικής βλάβης στο Υ.Π.Π.Α.Ν. και κατ' επέκταση στο δημόσιο και το υποστηρικτικό του περιβάλλον, είναι οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν το Δικαστήριο, -χωρίς στιγμή να παραβλέπονται οι περιστάσεις διάπραξής του προαναφερόμενου αδικήματος και οι επιβαρυντικοί για τον Κατηγορούμενο από αυτές παράγοντες, ή και το γεγονός ότι αυτό βρίσκεται σε έξαρση και της ανάγκης, ως εκ τούτου, η ποινή να είναι αποτρεπτική-, να πάρει αυτή την απόφαση.
- Ως εκ τούτου, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης του Κατηγορουμένου, ως προαναφέρθηκε, αναστέλλεται σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/1972, για περίοδο τριών χρόνων. Δικαστήριο προς Κατηγορούμενο: Θα σας εξηγήσω αμέσως τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι, η ποινή φυλάκισης, είναι ποινή φυλάκισης, αλλά δεν ενεργοποιείται αμέσως, διότι, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να σας δοθεί άλλη μια ευκαιρία, με την προϋπόθεση ότι δεν θα διαπράξετε άλλο αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια δεν διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση, δεν θα κληθείτε να υπηρετήσετε την ποινή φυλάκισης. Αν όμως διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο τέτοιο αδίκημα, θα μπορεί το Δικαστήριο να σας επιβάλει ποινή για το αδίκημα εκείνο αλλά και να διατάξει να υπηρετήσετε [ακόμη] και το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που σας έχει επιβληθεί και η οποία σήμερα ανεστάλη. Επομένως, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην επιείκεια που ο Νόμος και το Δικαστήριο που εφαρμόζει αυτόν, επιδεικνύουν σε σχέση με τη μελλοντική σας συμπεριφορά. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- [ii] Βλ. Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
- [iii] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
- Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
- Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
- Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [iv] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
- [v] Βλ. Παναγιώτου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6247, 23/09/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο