M. TSOULOUPAS INSURANCE AGENTS & CONSULTANTS CO LTD ν. K & A OLYMPIOS INSURANCE AGENTS, SUB-AGENTS & CONSULTANTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1003/2019, 15/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1003/2019 Μεταξύ: M. TSOULOUPAS INSURANCE AGENTS & CONSULTANTS CO LTD Παραπονούμενοι εναντίον
- K & A OLYMPIOS INSURANCE AGENTS, SUB-AGENTS & CONSULTANTS LTD, HE 68159
- XXXXX Ολύμπιος Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15.12.2021 Για τους Παραπονούμενους: κ. Στ. Παπαθεοδώρου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Χρ. Παναγίδης Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 2 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της χωρίς εύλογη αιτία πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(2)
(3)
(4)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Οι επίδικες κατηγορίες έχουν ως εξής: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Χωρίς εύλογη αιτία πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(2)
(3)
(4)και 20 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186/86, Νόμο 166/87, Νόμο 36
(1)/1997, Νόμο 37
(1)/1999, Νόμο 129
(1)/1999, Νόμο 25
(1)/2003, Νόμο 164
(1)/2003 και από τον Νόμο 70
(1)/2008. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 1 κατά / ή περί την 31.3.2012 στην Λευκωσία χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση της επιταγής επί ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ υπ' αριθμόν XXXXX4085 για το ποσό των €2,500- εκδοθείσα από αυτήν με δικαιούχους τους παραπονούμενους. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Αυτουργός στην χωρίς εύλογη αιτία πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305Α/
(2)και 20 (γ) (δ) του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186/86, Νόμο 166/87, Νόμο 36
(1)/1997, Νόμο 37
(1)/1999, Νόμο 129
(1)/1999, Νόμο 25
(1)/2003, Νόμο 164
(1)/2003 και από τον Νόμο 70
(1)/
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος 2, κατά / ή περί την 31.3.2012 στην Λευκωσία υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της κατηγορούμενης 1 προκάλεσε την χωρίς εύλογη αιτία μη εξόφληση της επιταγής ημερομηνίας 31.3.2012 με αριθμό XXXXX4085 της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ για το ποσό των €2,500 με εκδότη την κατηγορούμενη 1 και δικαιούχους τους παραπονούμενους δια της αναγραφής διαφορετικού ποσού ολογράφως από το ποσό αριθμητικώς. Η πιο πάνω επιταγή επεστράφη απλήρωτη με την ένδειξη ΤΟ ΠΟΣΟ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΩΣ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΣΟ ΟΛΟΓΡΑΦΩΣ και παρέμεινε απλήρωτη μέχρι σήμερα. Οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσής τους κάλεσαν 1 μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Τσουλούπας ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι ο διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήταν ο διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης και το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό XXXXX4085 ημερομηνίας 31.3.2012 η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στην τράπεζα αλλά δεν τιμήθηκε επειδή το ποσό που αναγράφηκε αριθμητικά είναι λανθασμένο και διαφέρει από το ποσό που αναγράφηκε ολογράφως. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αυτό έγινε συνειδητά από τον 2ο κατηγορούμενο επειδή αντιμετώπιζε οικονομική δυσκολία να την εξοφλήσει. Ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στη συνεργασία της παραπονούμενης με τους κατηγορούμενους και ισχυρίστηκε ότι πάντοτε εκδίδει αποδείξεις όταν λαμβάνει επιταγές. Επίσης αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου των κατηγορουμένων ότι προς εξόφληση της επίδικης επιταγής του παρέδωσαν άλλη επιταγή για το ίδιο ποσό και ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που αυτό είχε πράγματι συμβεί δεν θα παρέμενε στην κατοχή του η εν λόγω επιταγή αλλά αντιθέτως θα την επέστρεφε στους κατηγορούμενους. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο 2ος κατηγορούμενος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: κατά την επίδικη περίοδο ήταν ο διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας η οποία είχε συνάψει με την παραπονούμενη σύμβαση διαμεσολάβησης μεταξύ των ασφαλισμένων πελατών της και της παραπονούμενης. Δυνάμει της εν λόγω προφορικής σύμβασης ανέλαβε να εισπράττει τα ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους της παραπονούμενης και να της τα αποδίδει. Στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας τους υπέγραψε την επίδικη επιταγή εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 εταιρείας για εξόφληση των ασφαλίστρων που είχε αναλάβει να εισπράξει για λογαριασμό της παραπονούμενης. Κατά τη συμπλήρωση της επιταγής εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους έγραψε ολογράφως ως πληρωτέο ποσό το ποσό των «Δύο χιλιάδων και 500 μόνον» αντί «το ποσό των δυο χιλιάδων πεντακοσίων μόνον» με αποτέλεσμα η επίδικη επιταγή να μην πληρωθεί κατά την εμφάνισή της στην τράπεζα. Όταν ενημερώθηκε από τον διευθυντή της παραπονούμενης ότι η εν λόγω επιταγή δεν τιμήθηκε εξέδωσε προς την παραπονούμενη νέα επιταγή με το ίδιο ποσό προς αντικατάστασή της και την παρέδωσε στην παραπονούμενη. Η εν λόγω επιταγή κατά την εμφάνισή της στην τράπεζα στις 25.4.2012 τιμήθηκε. Κατά την αντεξέτασή του ο 2ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ήταν συνεργάτης του Μ.Κ.1 με τον οποίο είχε πάρα πολλές συναλλαγές. Ισχυρίστηκε ότι το λάθος που έκανε με την αναγραφή του ποσού στην επίδικη επιταγή είχε γίνει για πρώτη φορά και πως στη συνέχεια της συνεργασίας του με την παραπονούμενη εξέδωσε και άλλες επιταγές οι οποίες δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους. Ο κ. Παπαθεοδώρου εκ μέρους της παραπονούμενης εισηγήθηκε ότι στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάστηκε γραπτή εντολή του 2ου κατηγορούμενου στην τράπεζα με τους λόγους μη πληρωμής της επιταγής και λόγω τούτου δεν μπορεί να προωθηθεί εκ μέρους του η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Ο κ. Παναγίδης από την άλλη εισηγήθηκε ότι στην επίδικη υπόθεση δεν καθορίστηκε με σαφήνεια το ποσό πληρωμής και λόγω τούτου το τεκμήριο 1 δεν είναι συμπληρωμένο κατά τύπο, δεν αποτελεί επιταγή σύμφωνα με τον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ. 262 και δεν πληρούται το συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος ήτοι η έκδοση επιταγής. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Όπως ήδη αναφέρθηκε επίδικο στην παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2014, ημερομηνίας 15.4.2016 και Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, ημερομηνίας 31.10.2018 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου και Δαμιανού ν. Κανάρη (πιο πάνω) και Χατζηαργυρού ν. Pamborides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, ημερομηνίας 17.4.2019). Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση «εύλογης αιτίας» (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Αποτέλεσε κοινό έδαφος για τους διαδίκους το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τον 2ο κατηγορούμενο προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας και πως όταν αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με τη σφραγίδα με την ένδειξη «ΤΟ ΠΟΣΟ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΩΣ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΣΟ ΟΛΟΓΡΑΦΩΣ». Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως η επιταγή φέρει ημερομηνία πληρωμής 31.3.2012, ότι παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 2.4.2012 και πως εκδόθηκε από τραπεζικό λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Είναι επίσης αδιαμφησβήτητο ότι στο σώμα της επιταγής στον χώρο που είναι κενός για να αναγράφεται το ποσό αριθμητικά αναγράφεται το ποσό των «€2500» και ότι στον χώρο όπου αναγράφεται το ποσό ολογράφως αναγράφεται η φράση «Δυο χιλιάδες και 500 μόνο». Συνεπώς παραμένουν επίδικα το κατά πόσο πράγματι το ποσό αριθμητικώς διαφέρει από το ποσό ολογράφως και το κατά πόσο ο 2ος κατηγορούμενος σκοπίμως ανέγραψε στην επίδικη επιταγή το εν λόγω ποσό επιδιώκοντας έτσι να προκαλέσει τη μη εξόφλησή της, ως από τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας προκύπτει ότι του καταλογίζεται πως έκανε. Ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε πως ο 2ος κατηγορούμενος συνειδητά έκανε το πιο πάνω και για να υποστηρίξει τον εν λόγω ισχυρισμό του ισχυρίστηκε ότι μετά από αυτό ο 2ος κατηγορούμενος εξέδωσε και άλλη επιταγή η οποία επίσης δεν τιμήθηκε. Δεν αποδέχομαι τον ως άνω ισχυρισμό του επειδή δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε αντικειμενικά δεδομένα αλλά αποτελεί μόνο ένα αυθαίρετο συμπέρασμα του μάρτυρα. Ο μάρτυρας δεν προσκόμισε την άλλη επιταγή την οποία επικαλέστηκε για να προσδώσει πειστικότητα στον ισχυρισμό που με αποτέλεσμα αυτός ο ισχυρισμός να παραμείνει μόνο λόγια και να μην πείθει για τη βασιμότητά του. Κρίνω επίσης ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός επειδή δεν είναι ούτε πειστικός αφού ακόμα και στην περίπτωση που πράγματι ο 2ος κατηγορούμενος είχε εκδώσει μεταγενέστερα και άλλη επιταγή η οποία κατά τον ισχυρισμό του επίσης δεν τιμήθηκε αυτό δεν θα απέκλειε το ενδεχόμενο ο τρόπος γραφής του επίδικου ποσού στον χώρο που το πληρωτέο ποσό αναγράφεται ολογράφως να έγινε κατά λάθος και να μην οφείλεται σε συνειδητή ενέργειά του. Έχοντας επίσης υπόψη μου ότι στο σώμα της επιταγής στον χώρο που είναι κενός για να αναγράφεται ολογράφως το πληρωτέο ποσό υπάρχει τυπωμένη η λέξη «ΕΥΡΩ» πριν τη φράση «Δυο χιλιάδες και 500 μόνο» κρίνω ότι δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ του ποσού αριθμητικώς και του ποσού που αναγράφηκε ολογράφως. Κατά την κρίση μου πρόκειται για περίπτωση που το ίδιο ποσό αναγράφηκε με 2 διαφορετικούς τρόπους. Συνεπώς και για αυτόν τον επιπλέον λόγο απορρίπτω τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι ο 2ος κατηγορούμενος σκοπίμως ανέγραψε διαφορετικό ποσό ολογράφως αφού διαπιστώνω ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε. Το κατά πόσο η αναγραφή του με τον άλλο τρόπο και όχι αριθμητικώς είναι ορθή σύμφωνα με τους κανόνες χρήσης της ελληνικής γλώσσας είναι αδιάφορο για την παρούσα ποινική υπόθεση όπως επίσης αδιάφορος είναι και ο λόγος για τον οποίο η τράπεζα επέλεξε να θέσει την εν λόγω σφραγίδα. Έχοντας ήδη απορρίψει τον ισχυρισμό του M.K.1 ότι ο 2ος κατηγορούμενος συνειδητά επέλεξε να γράψει στον χώρο της επίδικης επιταγής που είναι κενός για να αναγραφεί ολογράφως το πληρωτέο ποσό όπως αυτό τελικά αναγράφηκε καθώς και τον άλλο ισχυρισμό του ότι το εν λόγω ποσό διαφέρει από το ποσό που αναγράφηκε αριθμητικώς κρίνω πως δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ικανή να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό στοιχείο της εκ μέρους του 2ου κατηγορούμενου συνειδητής πρόκλησης της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής. Συνακόλουθα η 1η κατηγορούμενη αθωώνεται στην 1η κατηγορία και ο 2ος κατηγορούμενος αθωώνεται στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο