← Κύπρος

CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD ν. Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 1859/2019, 30/11/2021

CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD ν. Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 1859/2019, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1859/2019 Μεταξύ: CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD Παραπονούμενη -v- XXXXX Νικολάου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30.11.2021 Για την Παραπονούμενη: κα Λ. Δικωμίτη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Αντωνιάδης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της καταδολίευσης ως εξ αποφάσεως πιστωτής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1)(γ), 3
(2), 4
(2)και
(3)του Νόμου 60(Ι)/2008 και των άρθρων 2 και 90 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Επίδικες είναι 55 ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μηνιαίες δόσεις της περιόδου από την 1.10.2014 έως και την 1.4.2019, συνολικού ποσού €9.350,
  2. Οι δόσεις αυτές οφείλονται δυνάμει διατάγματος μηνιαίων δόσεων εκδοθέντος στις 16.3.2011 προς τον σκοπό εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή XXXXX/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε σύντομη. Πριν την παρουσίαση μαρτυρίας οι διάδικοι κατέθεσαν εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 7.4.2009 η οποία εκδόθηκε στην αγωγή XXXXX/2002 και αντίγραφο του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 16.3.2011 που εκδόθηκε στην ως άνω αγωγή. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Για την παραπονούμενη έδωσε μαρτυρία ο κ. Μιχάλης Μιχαήλ ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του που σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε καταχωρήσει εναντίον της παραπονούμενης εταιρείας την αγωγή XXXXX/2002 η οποία απορρίφθηκε με έξοδα εις βάρος του κατηγορούμενου ποσού €9.437,53 με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Ισχυρίστηκε ότι στις 16.3.2011 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος διατάχθηκε να εξοφλήσει το ως άνω χρέος του με μηνιαίες δόσεις ποσού €170,00 η καθεμιά από την 1.7.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις 55 επίδικες δόσεις που αφορούν την περίοδο από την 1.10.2014 μέχρι την 1.4.2019 συνολικού ποσού €9.350,
  3. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ο κατηγορούμενος πλέον δεν είναι πτωχεύσας αφού αποκαταστάθηκε στις 7.11.
  4. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι είναι λειτουργός του λογιστηρίου της παραπονούμενης εταιρείας και πως δεν γνωρίζει οτιδήποτε για την υγεία του κατηγορούμενου ούτε για την προσωπική, οικογενειακή ή οικονομική του κατάσταση. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι στις 10.6.2011 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και ότι στις 7.11.2015 αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια από την πτώχευση. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 17.9.2013 υπέστη 2 εμφράγματα και υποβλήθηκε σε εγχείρηση καρδίας και πως στη συνέχεια κατέστη ανίκανος προς εργασία. Κατά το έτος 2014 έλαβε επιδόματα ανικανότητας και ανεργίας και στις 22.7.2015 πληροφορήθηκε με σχετική επιστολή του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων πως εγκρίθηκε να λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας για ποσοστό 75% από τις 28.1.2015 ποσού €283,35 μηνιαίως. Ισχυρίστηκε επίσης πως έλαβε σύνταξη ανικανότητας και για τα έτη 2016 έως 2019 που είναι επίδικα στην παρούσα υπόθεση. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως τεκμήρια 4 έως 21 διάφορα έγγραφα. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι στις 16.3.2011 όταν εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων εργαζόταν σε μια κτηματομεσιτική εταιρεία και πως το 2012 εργοδοτήθηκε σε μια άλλη εταιρεία η οποία παρόλο που ο μισθός του ήταν €1.400 τον πλήρωνε μόνο €550,00 - €600,
  5. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από τον Μάρτιο του 2013 ήταν άνεργος και ότι λάμβανε επίδομα ανεργίας. Κατά την αντεξέτασή του η δικηγόρος της παραπονούμενης ζήτησε και κατατέθηκε ως τεκμήριο 22 επιστολή του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 15.4.2015 στην οποία φαίνεται πως ο κατηγορούμενος έλαβε επίδομα ανεργίας για την περίοδο από 1.1.2014 έως τις 7.3.2014 και επίδομα ασθενείας για την περίοδο από 18.3.2014 έως τις 31.12.
  6. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κάλεσε ως Μ.Υ.1 τον κ. Χρίστο Διομήδους ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Υπουργείο Εργασίας στην Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας και χειρίζεται θέματα που αφορούν την παροχή του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (Ε.Ε.Ε.). Κατέθεσε διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια 23, 24 και
  7. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος για την περίοδο από τον Απρίλη του 2015 έως και τον Γενάρη του 2021 λάμβανε το Ε.Ε.Ε. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι το Ε.Ε.Ε. που λάμβανε ο κατηγορούμενος σταμάτησε να του καταβάλλεται τον Απρίλη του 2021 και ότι για την περίοδο από το έτος 2015 έως τον Απρίλη του 2021 ο κατηγορούμενος λάμβανε μαζί με το Ε.Ε.Ε. και σύνταξη ανικανότητας. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Η κα Δικωμίτη εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε από τις υπερασπίσεις που προβλέπει το άρθρο 91(Β) του Κεφ. 6 ή το άρθρο 3
(4)(γ) του Ν.60(Ι)/2008 και κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει ένοχο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο κ. Αντωνιάδης από την άλλη εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι επίδικες κατηγορίες αλλά πως αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η παράλειψη του κατηγορούμενου να καταβάλει τις επίδικες δόσεις οφείλεται σε οικονομική του αδυναμία ως προνοείται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου 1 του άρθρου 3 του Ν.60(Ι)/
  1. Έχοντας υπόψη μου ότι δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση της επίδικης απόφασης υπέρ της παραπονούμενης και εναντίον του κατηγορούμενου ούτε η έκδοση του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων και η μη καταβολή των επίδικων 55 μηνιαίων δόσεων από τον κατηγορούμενο κρίνω ότι τα θέματα τα οποία χρήζουν απόφανσης είναι το κατά πόσο η μη καταβολή των ως άνω δόσεων οφείλεται σε οικονομική ή φυσική αδυναμία του κατηγορούμενου ή σε κάποιο άλλο λόγο και το εάν αποδείχθηκε οποιαδήποτε από τις υπερασπίσεις που προνοούνται στον επίδικο Νόμο. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Το άρθρο 3 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου 60(Ι)/2008 προνοεί τα ακόλουθα: «
  2. Αδικήματα καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών:
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ..... (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημέρα πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: (α) ... (β) ... (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν». Στην υπόθεση Νικολάου v. CITI PRINCIPAL INVESTMETNS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 160/2014, ημερομηνίας 20.12.2016, αποφασίστηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο 60(Ι)/2008 στοιχειοθετείται με την προσαγωγή μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος, α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεων οφειλέτης με πιστωτή τον παραπονούμενο, β) δεν έχει εξοφλήσει το χρέος του, γ) αποδέχθηκε να εξοφλήσει το χρέος του με μηνιαίες δόσεις και δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Αποφασίστηκε επίσης ότι ο σχετικός Νόμος (άρθρο 3
(4)(γ)) προνοεί ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Στην υπόθεση Προδρόμου vs Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 25/12, ημερομηνίας 20.2.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζητούμενο σε υποθέσεις, όπως η επίδικη, δεν είναι το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημερομηνία της ακρόασης, αλλά το κατά πόσο οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το κατά πόσο ακόμα δεν είχαν πληρωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον το χρέος προκύπτει από δικαστική απόφαση. Στην υπόθεση CITI PRINCIPAL INVESTMETNS LTD ν. Νικολάου, Ποινική Έφεση Αρ. 302/2015, ημερομηνίας 10.7.2018, λέχθηκε ότι η εξαίρεση στη γενική ποινικοποίηση της πράξης της μη εμπρόθεσμης καταβολής μιας δόσης από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου, η οποία θεσπίστηκε με το άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου, θα πρέπει να αποδειχθεί, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, από τον ίδιο τον οφειλέτη - κατηγορούμενο. Αυτό, όχι μόνο συνάδει με την ορθή ερμηνεία του άρθρου 3
(1)(γ), αλλά είναι και δίκαιο, εφόσον, αν υπάρχει ή όχι οικονομική ή φυσική αδυναμία του πρωτοφειλέτη να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του, δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου, αυτό το γνωρίζει αποκλειστικά ο ίδιος ο οφειλέτης (Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Λάρνακας v Πολυκολορ Οφφσετ Πριντινγκ Λτδ κ.α.
(1995)2 ΑΑΔ 88). Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του επίδικου Νόμου στο άρθρο 3
(1)(γ) κρίνω ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να ικανοποιηθεί ότι αποδείχθηκε πως η μη καταβολή των δόσεων από κάποιον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη οφείλεται σε κάποιο άλλο λόγο εκτός από οικονομική ή φυσική αδυναμία του. Σε περίπτωση που η μη καταβολή των δόσεων οφείλεται πράγματι σε ένα από τους δύο ως άνω λόγους το αδίκημα δεν διαπράττεται και το Δικαστήριο αθωώνει τον οφειλέτη χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετάσει κατά πόσο αποδείχθηκε οποιαδήποτε από τις υπερασπίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3
(4)(γ) του επίδικου Νόμου. Δηλαδή σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η μη καταβολή των μηνιαίων δόσεων οφείλεται σε οικονομική ή φυσική αδυναμία του εξ αποφάσεως οφειλέτη τον αθωώνει από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει και δεν προχωρά να εξετάσει εάν αποδείχθηκε κάποια από τις σχετικές υπερασπίσεις. Έχοντας αφενός υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά έτος 2014 ήταν άνεργος και ανίκανος για εργασία, ως προκύπτει από τα τεκμήρια 8, 12, 13, 16, 17.1, 17.2, 17.3 και 22 και αφετέρου ότι για τα έτη 2015 έως 2021 λάμβανε από την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας το Ε.Ε.Ε. ως προκύπτει από τη σχετική Βεβαίωση, τεκμήριο 25, κρίνω πως η μη καταβολή των επίδικων δόσεων εκ μέρους του οφείλεται σε οικονομική του αδυναμία και όχι σε οποιοδήποτε άλλο λόγο. Συνεπώς κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε η διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις 55 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.