← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. A. B., Αρ. Υπόθεσης:350/2017, 18/5/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. A. B., Αρ. Υπόθεσης:350/2017, 18/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B235 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:350/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- A. B. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18/5/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. A. Αριστείδης Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Η. Στεφάνου μαζί με την κα. Α. Πηλείδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκης εντός Δίκης) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση 9, συνολικά, κατηγορίες, οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας, απόκτησης ή κατοχής παιδικής πορνογραφίας, εξασφάλισης παιδικής πορνογραφίας και διανομής παιδικής πορνογραφίας. Δήλωσε την μη παραδοχή του, οπόταν η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ως πρώτος μάρτυρας που κλήθηκε να καταθέσει για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας [ ] Σ. Συμεού. Ενώ ο εν λόγω μάρτυρας βρισκόταν στο εδώλιο επιχείρησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, να καταθέσει ως Τεκμήριο το αποτέλεσμα έρευνας που η Αστυνομία έλαβε στην κατοχή της από τον πάροχο υπηρεσίας διαδικτύου 'Cablenet' των δεδομένων διεύθυνσης πρωτοκόλλου χρήστη του διαδικτύου-IP address (στο εξής καλούμενο «το ΙP address»), συγκεκριμένης ημερομηνίας και ώρας. Η Cablenet συμμορφώθηκε και αποκάλυψε την ταυτότητα του χρήστη, κατόπιν εκτέλεσης Δικαστικού διατάγματος που η Αστυνομία εξασφάλισε από Ανώτερο Δικαστή στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμό 140/14 για πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, στη βάση του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου του 2007, Ν. 183(Ι)/07 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») Η υπεράσπιση ήγειρε ένσταση ως προς τη νομιμότητα και αποδεκτότητα του εν λόγω Τεκμηρίου καταχωρώντας γραπτώς (Έγγραφο Α) τους ακολούθους λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: α) Η λήψη της σχετικής μαρτυρίας ήταν αποτέλεσμα προηγηθείσας υποκλοπής της επικοινωνίας του κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται βασικά συνταγματικά του δικαιώματα και ειδικότερα το δικαίωμα του απόρρητου της αλληλογραφίας και επικοινωνίας (άρθρο 17), της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 15) και το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου (άρθρο 19). β) Η λήψη του εν λόγω Τεκμηρίου από την Αστυνομία ήταν αποτέλεσμα της προηγηθείσας παράνομης κατακράτησης των δεδομένων σύνδεσης σε πηγή διαδικτύου IP address, λόγω του ότι αντίκειται στο Ενωσιακό Δίκαιο και ειδικότερα στο άρθρο 15 της Οδηγίας 2002/
  2. Ως εκ τούτου, οι πρόνοιες του Νόμου είναι ανίσχυρες και αντισυνταγματικές. Το Δικαστήριο αφού άκουσε και τις δύο πλευρές διέταξε όπως διεξαχθεί Δίκη εντός Δίκης με σκοπό να αποφασιστεί η αποδεκτότητα ή μη της επιδιωκόμενης από την Αστυνομία ληφθείσας μαρτυρίας, ως ήταν εξάλλου και η από κοινού εισήγηση και των δύο πλευρών. Η ακροαματική διαδικασία της Δίκης εντός Δίκης έγινε μέσω των ακόλουθων παραδεκτών γεγονότων (Τεκμήριο 1 στα πλαίσια της Δίκης εντός Δίκης): «
  3. Στις 16/6/14 η Αστυνομία έλαβε πληροφορία από την Interpol Washington ότι ο κάτοχος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου [ ]@gmail.com και IP address [ ] με ημερομηνία 8/6/14 και ώρα 06:16:21 κατέχει ή και παράγει ή και διανέμει παιδικό πορνογραφικό υλικό.
  4. Η εν λόγω καταγγελία έγινε μέσω της εταιρείας Google, η οποία παρέδωσε τα στοιχεία που αφορούσαν το συγκεκριμένο IP address και ημερομηνία και ώρα επικοινωνίας στις Αμερικανικές Αρχές, οι οποίες με τη σειρά τους τις απέστειλαν στις αρμόδιες Κυπριακές Αρχές.
  5. Μετά από εξετάσεις των Κυπριακών Αρχών διαπιστώθηκε πως το προαναφερθέν IP address ανήκει στον διαδικτυακό παροχέα Cablenet.
  6. Στις 8/7/2014 υποβλήθηκε από τον ανακριτή η αίτηση 140/2014 για έκδοση διατάγματος πρόσβασης σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα (Νόμος Ν.183(Ι)/2007). Το διάταγμα και η σχετική αίτηση κατατίθεται για σκοπούς της Δίκης εντός Δίκης ως Τεκμήριο
  7. Σε αυτήν, και συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση του ανακριτή Αστ. [ ] [ ] Συμεού, περιγράφεται και επεξηγείται ο τρόπος σύνδεσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών μέσω διαδικτύου στα πλαίσια διεκπεραίωσης οδηγιών των χρηστών ή αυτοματοποιημένων αντιδράσεων των ιδίων των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η οποία γίνεται αποδεκτή και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.
  8. Στις 10/7/14 λήφθηκε απάντηση από την εταιρεία Cablenet, σύμφωνα με την οποία ο κάτοχος/χρήστης του συγκεκριμένου IP address τη συγκεκριμένη ώρα ήταν ο Κατηγορούμενος με συγκεκριμένη διεύθυνση. Σε αυτή τη διεύθυνση εκτελέστηκε ένταλμα έρευνας στις 16/7/14 κατά την εκτέλεση του οποίου λήφθηκε αριθμός ηλεκτρονικών συσκευών, η κατάθεση των οποίων είναι η επίδικη. Το ένταλμα έρευνας κατατίθεται ως Τεκμήριο 3 για σκοπούς της παρούσας.» Ακολούθως και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι καταχώρησαν γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, επιχειρηματολογώντας έκαστος ως προς τις θέσεις τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Σημειώνω εξ αρχής ότι στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας και των δύο πλευρών βρίσκεται η πρόσφατη απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές αιτήσεις που Αφορούν τα Τηλεπικοινωνιακά Δεδομένα 97/18, 127/18, 140/19 143/19, 134/19, 1696/19, 36/20 και 46/20, ημερομηνίας 27.10.21 (στο εξής καλούμενη «η απόφαση Χατζηιωάννου»). Ο μεν κ. Αριστείδης κάλεσε, επί της ουσίας, το Δικαστήριο να αποστεί από τον Δικαστικό λόγο της απόφασης Χατζηιωάννου. Και τούτο γιατί με βάση τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) (C-203/15 Tele και C-511/18 La Quadrature du Net) τέθηκαν ορισμένες και περιορισμένες εξαιρέσεις, κατά τις οποίες, η γενική και αδιάκριτη διατήρηση δεδομένων είναι επιτρεπτή και συμβατή με την προαναφερθείσα οδηγία. Μία τέτοια εξαίρεση αποτελεί η διατήρηση από τον διαδικτυακό πάροχο των διευθύνσεων IP addresses που εκχωρούνται στην πηγή της σύνδεσης. Στη βάση επομένως των πιο πάνω αποφάσεων του ΔΕΕ η παράγραφος 6(β) του Νόμου, που αφορά τη διατήρηση των διευθύνσεων IP addresses θα πρέπει να τύχει διαφορετικής αντιμετώπισης σε σχέση με την παράγραφο 6(α) από το παρόν Δικαστήριο. Εξάλλου, ήταν πάντοτε η εισήγηση του κ. Αριστείδη το ζήτημα της διατήρησης των διευθύνσεων IP δεν έτυχε ειδικής εξέτασης στην απόφαση Χατζηιωάννου, εφόσον το αντικείμενο των αιτήσεων δεν αφορούσε τέτοια δεδομένα. Αντίθετη δε ήταν η εισήγηση του κ. Στεφάνου. Ήταν η θέση του, μεταξύ άλλων, ότι μετά την απόφαση Χατζηιώαννου δεν υπάρχει σήμερα ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για την διατήρηση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων των πολιτών. Τα άρθρα του Νόμου, συμπεριλαμβανομένου και του άρθρου 6 το οποίο ρυθμίζει την διατήρηση από τον πάροχο των IP addresses κρίθηκαν ανίσχυρα, ως παραβιάζοντα θεμελιώδη δικαιώματα και κατ' αναλογία αντισυνταγματικά. Για να μπορεί να επιτραπεί η διατήρηση ηλεκτρονικών δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων και της διατήρησης των IP addresses θα πρέπει να θεσπιστεί ημεδαπή νομοθεσία, εντός των πλαισίων που καθορίζει η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της ΔΕΕ. Από τη στιγμή που το παρών Διάταγμα πρόσβασης στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα εκδόθηκε στη βάση άρθρων, τα οποία κρίθηκαν από την Ολομέλεια ανίσχυρα-αντισυνταγματικά το Τεκμήριο που επιχειρείται να κατατεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο. Αντικείμενο της απόφασης Χατζηιωάννου (στην οποία συνεκδικάστηκαν από την Πλήρη Ολομέλεια αριθμός Αιτήσεων) ήταν η έκδοση από το Ανώτατο Δικαστήριο εντάλματος certiorari προς ακύρωση, αντιστοίχως, εντάλματος έρευνας, διατάγματος αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και εντάλματος σύλληψης, ενώ κάποιες άλλες αιτήσεις είχαν ως αντικείμενο την παροχή άδειας για την καταχώρηση αίτησης με σκοπό την έκδοση εντάλματος certiorari προς ακύρωση των πιο πάνω. Το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα: «κατά πόσο συγκεκριμένες πρόνοιες του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου του 2007, Ν.183(Ι)/2007 («ο Νόμος»), αναφορικά με τη διατήρηση δεδομένων κίνησης και θέσης και συναφών δεδομένων για την αναγνώριση του συνδρομητή ή/και του χρήστη («τα δεδομένα»), αντιβαίνουν στην εφαρμοστέα ενωσιακή νομοθεσία και νομολογία, ειδικά στην οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002 (στο εξής «Οδηγία») και στις αρχές που τέθηκαν στις υποθέσεις C-203/15 και C-698/15 Tele2 Sverige και Watson and Others ημερομηνίας 21 Δεκεμβρίου 2016.» Το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη, με πλειοφηψία, ότι τα άρθρα 3, 6, 7, 8, 9, 10 και 13 του Νόμου, τα οποία αφορούν τη διατήρηση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων αντιβαίνουν την Ενωσιακή νομοθεσία. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «.Όμως, παρά τις εγγυήσεις ανωτέρω, οι οποίες στην πλειονότητα τους αφορούν στο στάδιο της πρόσβασης, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το ενωσιακό δίκαιο προσεγγίζει τη διατήρηση δεδομένων και την πρόσβαση σε αυτά ως απολύτως ξεχωριστά και αυτοτελή θέματα με τις δικές τους προϋποθέσεις, αποκλείοντας, εν πάση περιπτώσει, μη στοχευμένη διατήρηση. «.Τέτοια πρόσβαση μπορεί να παρασχεθεί μόνο εφόσον τα δεδομένα έχουν διατηρηθεί από τους παρόχους κατά τρόπο σύμφωνο με το .άρθρο 15, παράγραφος 1» της Οδηγίας, το οποίο «αντιτίθεται σε νομοθετικά μέτρα τα οποία προβλέπουν.προληπτικώς, τη γενικευμένη και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης» (βλ. La Quadrature du Net σκέψεις 167 και 168, και Η.Κ. σκέψεις 29 και 30, ανωτέρω). Η νόμιμη διατήρηση αποτελεί προϋπόθεση για τη νόμιμη πρόσβαση. Δεν δικαιολογείται, επίσης, όπως είναι η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση, να θεωρηθεί το σύνολο του εδάφους που ελέγχεται από τη Δημοκρατία ως ζώνη που να καλύπτεται από «γεωγραφικό κριτήριο», μη προνοούμενο, ούτως ή άλλως, από νομοθετικό μέτρο, με αναφορά στο μέγεθος της χώρας, τον πληθυσμό και τη γεωγραφική κατανομή της εγκληματικότητας. Τέτοιο εγχείρημα θα αποτελούσε απλώς μια διαφοροποιημένη εκδοχή της γενικής και χωρίς διάκριση διατήρησης των δεδομένων. Περιπλέον, το εγχείρημα αυτό θα παρουσίαζε ατυχώς το έδαφος που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, στο σύνολό του, ως μια γεωγραφική ζώνη «.όπου υφίσταται κατάσταση χαρακτηριζόμενη από υψηλό κίνδυνο προετοιμασίας ή τελέσεως σοβαρών εγκλημάτων .». (βλ. La Quadrature du Net σκέψη 150, ανωτέρω). Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι τα υπό αμφισβήτηση άρθρα του Νόμου αντιβαίνουν στην Οδηγία 2002/58/ΕΚ και την εφαρμοστέα ενωσιακή νομολογία.» Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως η ένσταση της Υπεράσπισης ως προς την κατάθεση του εν λόγω Τεκμηρίου θα πρέπει να απορριφθεί. Κατ' αρχάς στην απόφαση Χατζηιωάννου εκεί το ζητούμενο ήταν κατά πόσο οι πρόνοιες του Νόμου, στον βαθμό που με βάση αυτές επιτρέπετο η «διατήρηση δεδομένων κίνησης και θέσης και συναφών δεδομένων για την αναγνώριση του συνδρομητή ή/και του χρήστη («τα δεδομένα»)» αντίκειτο στο Ενωσιακό Δίκαιο. Η απάντηση που δόθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια ήταν καταφατική. Όλες οι αιτήσεις, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο της απόφασης Χατζηιωάννου, δεν αφορούσαν δεδομένα IP addresses, το οποίο είναι το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Εν αντιθέσει με την απόφαση Χατζηιωάννου, στη προκειμένη περίπτωση το επίδικο εγειρόμενο ζήτημα, με βάση τα επίδικα γεγονότα, δεν είναι αυτό. Το ζητούμενο εδώ είναι εάν κατά πόσο ο Νόμος στον βαθμό που επιτρέπει σε Δικαστή να εκδώσει διάταγμα διατάσσοντας συγκεκριμένο πάροχο διαδικτύου να αποκαλύψει την ταυτότητα χρήστη μέσω του IP address προσβάλλει συνταγματικά και θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Το ζήτημα ωστόσο αυτό, με κάθε σεβασμό προς την Υπεράσπιση, δεν θεωρώ ότι πρέπει εξεταστεί με βάση τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Χατζηιωάννου. Και τούτο γιατί ειδικά με το ζήτημα αυτό έχουν εκδοθεί, πέραν των μία αποφάσεων του ΔΕΕ, οι οποίες μία εξ αυτών μνημονεύεται και στην απόφαση Χατζηιωάννου. Πρόκειται για την απόφαση Joined Cases C-511/18, C-512/18 and C-520/18 La Quadrature du Net and Others v Premier ministre and Others (στο εξής «η La Quadrature»). Στην εν λόγω υπόθεση, στην οποία παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τα νομοθετικά μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη, τα οποία προβλέπουν την προληπτική διατήρηση των διευθύνσεων IP και των δεδομένων που αφορούν την ταυτότητα, με σκοπό την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και την προστασία της δημόσιας ασφάλειας: «153 Εντούτοις, δεδομένου ότι οι διευθύνσεις IP μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την πλήρη ιχνηλάτηση, μεταξύ άλλων, της διαδρομής πλοήγησης του χρήστη του διαδικτύου και, ως εκ τούτου, της διαδικτυακής του δραστηριότητας, τα δεδομένα αυτά παρέχουν τη δυνατότητα λεπτομερούς προσδιορισμού του προφίλ του εν λόγω χρήστη. Επομένως, οι απαιτούμενες για την ιχνηλάτηση αυτή διατήρηση και ανάλυση των εν λόγω διευθύνσεων IP συνιστούν σοβαρές επεμβάσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα του χρήστη του διαδικτύου που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, επεμβάσεις δυνάμενες να έχουν αποτρεπτικά αποτελέσματα όπως αυτά που διαλαμβάνονται στη σκέψη 118 της παρούσας απόφασης. 154 Πάντως, για τον αναγκαίο συγκερασμό των επίμαχων δικαιωμάτων και συμφερόντων τον οποίο απαιτεί η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 130 της παρούσας απόφασης, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, στην περίπτωση αδικήματος διαπραττόμενου μέσω διαδικτύου, η διεύθυνση IP μπορεί να αποτελεί το μόνο μέσο έρευνας που καθιστά δυνατή την ταυτοποίηση του προσώπου στο οποίο ήταν εκχωρημένη η διεύθυνση αυτή κατά τον χρόνο τέλεσης του εν λόγω αδικήματος. Επιπλέον, η διατήρηση των διευθύνσεων IP από τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών πέραν της διάρκειας εκχώρησης των δεδομένων αυτών δεν είναι, καταρχήν, αναγκαία για την τιμολόγηση των επίμαχων υπηρεσιών, οπότε η διαπίστωση των αδικημάτων που διαπράττονται μέσω διαδικτύου μπορεί, εξ αυτού του λόγου, όπως επισήμαναν πολλές κυβερνήσεις με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο Δικαστήριο, να είναι αδύνατη χωρίς τη χρήση νομοθετικού μέτρου βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/
  9. Τούτο μπορεί ιδίως να συμβαίνει, όπως υποστήριξαν οι κυβερνήσεις αυτές, στην περίπτωση ιδιαίτερα σοβαρών αδικημάτων στον τομέα της παιδικής πορνογραφίας, όπως είναι η απόκτηση, η διάδοση, η μετάδοση ή η αναφόρτωση στο διαδίκτυο υλικού παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης‑πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 335, σ. 1). 155 Υπό τις συνθήκες αυτές, μολονότι είναι αληθές ότι ένα νομοθετικό μέτρο που προβλέπει τη διατήρηση των διευθύνσεων IP του συνόλου των φυσικών προσώπων που είναι ιδιοκτήτες τερματικού εξοπλισμού μέσω του οποίου μπορεί να πραγματοποιηθεί πρόσβαση στο διαδίκτυο αφορά πρόσωπα τα οποία, εκ πρώτης όψεως, δεν συνδέονται με τους επιδιωκόμενους σκοπούς, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 133 της παρούσας απόφασης, και μολονότι οι χρήστες του διαδικτύου έχουν, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 109 της παρούσας απόφασης, νόμιμη προσδοκία, δυνάμει των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη, ότι η ταυτότητά τους καταρχήν δεν θα αποκαλυφθεί, εντούτοις ένα νομοθετικό μέτρο που προβλέπει τη γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση μόνον των διευθύνσεων ΙΡ που εκχωρούνται στην πηγή της σύνδεσης δεν είναι, καταρχήν, αντίθετο προς το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, υπό τον όρο ότι η δυνατότητα αυτή υπόκειται στην αυστηρή τήρηση των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων που πρέπει να διέπουν τη χρήση των εν λόγω δεδομένων. 156 Λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της επέμβασης στα κατοχυρωμένα στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη θεμελιώδη δικαιώματα την οποία συνεπάγεται η διατήρηση αυτή, μόνον η καταπολέμηση των σοβαρών εγκλημάτων και η πρόληψη σοβαρών απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας μπορούν, ακριβώς όπως και η διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας, να δικαιολογήσουν την επέμβαση αυτή. Επιπλέον, η διάρκεια της διατήρησης δεν μπορεί να υπερβαίνει εκείνη που είναι απολύτως αναγκαία από πλευράς του επιδιωκόμενου σκοπού. Τέλος, ένα μέτρο τέτοιας φύσης πρέπει να προβλέπει αυστηρές προϋποθέσεις και εγγυήσεις όσον αφορά την αξιοποίηση των δεδομένων αυτών, ιδίως μέσω ιχνηλάτησης, σε σχέση με τις επικοινωνίες και τις διαδικτυακές δραστηριότητες των υποκειμένων των δεδομένων. 157 Όσον αφορά, τέλος, τα δεδομένα σχετικά με την ταυτότητα των χρηστών των μέσων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα δεδομένα αυτά δεν είναι αφ' εαυτών σε θέση να αποκαλύψουν την ημερομηνία, την ώρα, τη διάρκεια και τους αποδέκτες των πραγματοποιηθεισών επικοινωνιών, ούτε τις τοποθεσίες στις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι επικοινωνίες αυτές ή τη συχνότητά τους με ορισμένα πρόσωπα κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, με αποτέλεσμα να μην παρέχουν, πέραν των στοιχείων επικοινωνίας των χρηστών, όπως είναι οι διευθύνσεις τους, καμία πληροφορία σχετική με τις ανταλλαγείσες πληροφορίες και, κατά συνέπεια, με την ιδιωτική τους ζωή. Επομένως, η επέμβαση την οποία συνεπάγεται η διατήρηση των δεδομένων αυτών δεν μπορεί, καταρχήν, να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή (πρβλ. απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2018, Ministerio Fiscal, C‑207/16, EU:C:2018:788, σκέψεις 59 και 60). 158 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 140 της παρούσας απόφασης, τα νομοθετικά μέτρα που αφορούν την επεξεργασία των δεδομένων αυτών καθεαυτά, ιδίως τη διατήρησή τους και την πρόσβαση σε αυτά με αποκλειστικό σκοπό την ταυτοποίηση του οικείου χρήστη, και χωρίς τα εν λόγω δεδομένα να μπορούν να συνδεθούν με πληροφορίες σχετικές με τις πραγματοποιηθείσες επικοινωνίες, δύνανται να δικαιολογηθούν από τον σκοπό που ανάγεται στην πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων εν γένει, στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 15, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2002/58 (πρβλ. απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2018, Ministerio Fiscal, C‑207/16, EU:C:2018:788, σκέψη 62). 159 Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένου υπόψη του αναγκαίου συγκερασμού των επίμαχων δικαιωμάτων και συμφερόντων και για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 131 και 158 της παρούσας απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ακόμη και αν δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ του συνόλου των χρηστών των μέσων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των επιδιωκόμενων σκοπών, το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεν αντιτίθεται σε νομοθετικό μέτρο το οποίο επιβάλλει στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, χωρίς συγκεκριμένο χρονικό όριο, την υποχρέωση διατήρησης των δεδομένων σχετικά με την ταυτότητα του συνόλου των χρηστών των μέσων ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της διαπίστωσης και της δίωξης ποινικών αδικημάτων καθώς και της προστασίας της δημόσιας ασφάλειας, τούτο δε χωρίς να απαιτείται να πρόκειται για σοβαρά ποινικά αδικήματα ή για σοβαρές απειλές ή προσβολές κατά της δημόσιας ασφάλειας.» (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Ακολούθησε από το ΔΕΕ η έκδοση στις 5.4.22 της απόφασης στην υπόθεση C‑140/20 G.D. v The Commissioner of the Garda Síochána and Others η οποία, ειρρήσθω εν παρόδω, εκδόθηκε μετά την απόφαση Χατζηιωάννου. Στην εν λόγω απόφαση επιβεβαιώθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση La Quadrature du Net σε σχέση με την διατήρηση από τους παρόχους των διευθύνσεων IP. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «
  10. Εντούτοις, με την κρινόμενη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο πριν την έκδοση των αποφάσεων της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ. (C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791), και της 2ας Μαρτίου 2021, Prokuratuur (Προϋποθέσεις πρόσβασης σε δεδομένα σχετιζόμενα με ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (C‑746/18, EU:C:2021:152), το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι μόνη η γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης επιτρέπει την αποτελεσματική καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Σεπτεμβρίου 2021, υποστηρίχθηκε, ιδίως από την Ιρλανδία και τη Γαλλική Κυβέρνηση, ότι το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προσφύγουν στα μέτρα που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.
  11. Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι η αποτελεσματικότητα των ποινικών διώξεων εξαρτάται γενικώς όχι από ένα μόνο μέσο έρευνας, αλλά από όλα τα μέσα έρευνας που διαθέτουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές προς τον σκοπό αυτόν.
  12. Δεύτερον, υπογραμμίζεται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11, καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία που υπενθυμίζεται στη σκέψη 67 της παρούσας απόφασης, επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν, για τους σκοπούς της καταπολέμησης του σοβαρού εγκλήματος και της αποτροπής των σοβαρών απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας, όχι μόνο μέτρα που καθιερώνουν στοχευμένη διατήρηση και κατεπείγουσα διατήρηση, αλλά και μέτρα που προβλέπουν γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση, αφενός, των δεδομένων που αφορούν την ταυτότητα των χρηστών των μέσων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και, αφετέρου, των διευθύνσεων IP που έχουν αποδοθεί στην πηγή της σύνδεσης.
  13. Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι η διατήρηση των δεδομένων που αφορούν την ταυτότητα των χρηστών των μέσων ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορεί να συμβάλει στην καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας, εφόσον τα εν λόγω δεδομένα καθιστούν δυνατή την ταυτοποίηση των προσώπων που χρησιμοποίησαν τα μέσα αυτά στο πλαίσιο της προπαρασκευής ή της τέλεσης πράξης που σχετίζεται με τη σοβαρή εγκληματικότητα.
  14. Όπως, όμως, προκύπτει από τη νομολογία που συνοψίζεται στη σκέψη 67 της παρούσας απόφασης, η οδηγία 2002/58 δεν αντιτίθεται στη γενική διατήρηση των δεδομένων που αφορούν την ταυτότητα των πολιτών, για τους σκοπούς της καταπολέμησης της εγκληματικότητας εν γένει. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να διευκρινιστεί ότι ούτε η οδηγία αυτή ούτε κάποια άλλη πράξη του δικαίου της Ένωσης αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία έχει ως αντικείμενο την καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας, βάσει της οποίας η απόκτηση ενός μέσου ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως είναι η προπληρωμένη κάρτα SIM, εξαρτάται από τον έλεγχο επίσημων εγγράφων που αποδεικνύουν την ταυτότητα του αγοραστή και από την καταχώριση των σχετικών πληροφοριών από τον πωλητή και βάσει της οποίας ο πωλητής υποχρεούται ενδεχομένως να παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές.
  15. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι η γενική διατήρηση των διευθύνσεων IP της πηγής της σύνδεσης συνιστά σοβαρή επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, δεδομένου ότι οι διευθύνσεις IP μπορούν να οδηγήσουν σε ακριβή συμπεράσματα σχετικά με την ιδιωτική ζωή του χρήστη του οικείου μέσου ηλεκτρονικής επικοινωνίας και μπορεί να έχει αποτρεπτικές συνέπειες για την άσκηση της ελευθερίας έκφρασης που κατοχυρώνεται από το άρθρο 11 του Χάρτη. Εντούτοις, όσον αφορά τη διατήρηση αυτή, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, για τους σκοπούς του αναγκαίου συγκερασμού των επίμαχων δικαιωμάτων και εννόμων συμφερόντων που απαιτεί η νομολογία, όπως μνημονεύεται στις σκέψεις 50 έως 53 της παρούσας απόφασης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι, στην περίπτωση παράβασης που διαπράχθηκε μέσω του διαδικτύου και, ειδικότερα, στην περίπτωση της απόκτησης, διάδοσης, μετάδοσης, ή διάθεσης στο διαδίκτυο παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 335, σ. 1), η διεύθυνση IP μπορεί να αποτελεί το μόνο μέσο έρευνας που καθιστά δυνατή την ταυτοποίηση του προσώπου στο οποίο είχε αποδοθεί η διεύθυνση αυτή κατά τον χρόνο τέλεσης του εν λόγω αδικήματος (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ., C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791, σκέψεις 153 και 154).
  16. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση μόνον των διευθύνσεων IP που αποδίδονται στην πηγή της σύνδεσης δεν είναι, κατ' αρχήν, αντίθετη προς το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 του Χάρτη, υπό τον όρο ότι η δυνατότητα αυτή υπόκειται στην αυστηρή τήρηση των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων που πρέπει να διέπουν τη χρήση των εν λόγω δεδομένων οι οποίες διαλαμβάνονται στις σκέψεις 155 και 156 της απόφασης της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ. (C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791).» (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Επομένως το ΔΕΕ ρητά και ξεκάθαρα αποφάσισε ότι η γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των διευθύνσεων ΙP addresses δεν είναι αντίθετη με την Οδηγία 2002/
  17. Συνεπώς η διατήρηση εκ μέρους του διαδικτυακού παροχέα του IP address των χρηστών του διαδικτύου, στην προκειμένη περίπτωση της Cablenet, είναι συμβατή με το Ενωσιακό Δίκαιο με αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται οποιοδήποτε θεμελιώδη συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορουμένου. Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι τα κατ' ισχυρισμόν αδικήματα της υπό εξέτασης υπόθεσης διαπράχθηκαν μέσω του διαδικτύου και σχετίζονται με την απόκτηση, διάδοση, μετάδοση, ή διάθεση στο διαδίκτυο παιδικής πορνογραφίας Όσον αφορά την θέση του κ. Στεφάνου ότι δεν υπάρχει σήμερα, μετά δηλαδή την απόφαση Χατζηιωάννου, ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για την διατήρηση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων των πολιτών εφόσον τα σχετικά άρθρα που μνημονεύονται στην εν λόγω απόφαση κρίθηκαν ανίσχυρα, ως παραβιάζοντα θεμελιώδη δικαιώματα, και κατ' αναλογία αντισυνταγματικά, αυτό το ζήτημα, με κάθε σεβασμό, θα πρέπει να απασχολήσει εκείνους οι οποίοι, θα επιδιώξουν από τούδε και στο εξής να αιτηθούν και να στηρίξουν το οποιοδήποτε αίτημα τους προς το Δικαστήριο στις πρόνοιες του Νόμου. Το Δικαστήριο στη παρούσα υπόθεση δεν έχει να αποφανθεί επί Διατάγματος που εκδόθηκε στη βάση του Νόμου σήμερα, ή κατά πόσο είναι δυνατόν σήμερα να εκδοθεί ένα τέτοιο Διάταγμα με βάση τις πρόνοιες του Νόμου ή ακόμη εάν υπάρχει την δεδομένη στιγμή οποιοδήποτε νομικό πλαίσιο που να το διέπει, κάτι το οποίο όμως δεν αποφαίνομαι εφόσον δεν είναι ένα ζήτημα που απασχολεί το παρόν Δικαστήριο. Το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση όμως είναι κατά πόσον την ημέρα που εκδόθηκε το Διάταγμα, ημερομηνίας 8.7.2014, υπήρχε Νόμος στο βαθμό που ζητείτο μέσω αυτού να δοθούν πληροφορίες για IP address, ο οποίος ήταν αντίθετος με το Σύνταγμα και το Ενωσιακό Δίκαιο. Το Δικαστήριο στη προκειμένη περίπτωση έχει να αποφασίσει κατά πόσο μαρτυρία, η οποία αποκτήθηκε από την Αστυνομία κατά τον ουσιώδη χρόνο, στη βάση του πιο πάνω Διατάγματος του Δικαστηρίου, παραβίασε οποιαδήποτε συνταγματικά ή Ευρωπαϊκά δικαιώματα του κατηγορουμένου, απάντηση για την οποία έχω ήδη αποφανθεί αρνητικά ως ανωτέρω. Επίσης, το ζητούμενο στη προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο το εν λόγω Διάταγμα έχει σήμερα καθ' οιονδήποτε τρόπο ακυρωθεί. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό οφείλω να σημειώσω ότι αυτό βρίσκεται σε ισχύ, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος (με διαφορετικό συνήγορο τότε) προσπάθησε ανεπιτυχώς να το προσβάλει αξιώνοντας την ακύρωση του μέσω προνομιακού εντάλματος. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι ένα τέτοιο γεγονός δεν τέθηκε εις προσοχή του Δικαστηρίου από καμιά πλευρά, χωρίς να απασχολεί το Δικαστήριο ως προς το λόγο. Ό,τι όμως ενέχει σημασίας είναι ότι κατά την νομική μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης έχω διαπιστώσει ότι ο κατηγορούμενος μετά την έκδοση του Διατάγματος, ημερομηνίας 8.7.2014 καταχώρησε αίτηση για την χορήγηση εντάλματος της φύσεως Certiorari «προς ακύρωση του Διατάγματος Αποκάλυψης Στοιχείων, που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 8.7.14 για αποκάλυψη των στοιχείων κατόχου-χρήστη του πιο πάνω I.P. address, δηλαδή του IP address 104.215.20.151» (Κωνσταντίντου Αργυρίδη, Πολιτική Αίτηση Αρ. 132/2015, ημερομηνίας 20/10/2015). Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε. Ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση έναντι της πιο πρωτόδικης απόφασης (Αναφορικά με Αίτηση του Κωνσταντίνου Αργυρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2015, 21/12/2016), ECLI:CY:AD:2016:A566 η οποία και πάλι απορρίφθηκε. Επομένως με την απόρριψη των δικαστικών διαβημάτων που ο κατηγορούμενος έλαβε δεν έχει τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οποιοδήποτε νομικό υπόβαθρο ότι οι πρόνοιες του Νόμου, σε σχέση με την διατήρηση εκ μέρους του διαδικτυακού παρόχου του ΙP address του κατηγορουμένου δεν ήταν σε πλήρη αρμονία με το Ενωσιακό Δίκαιο ή παραβιάζουν οποιεσδήποτε πρόνοιες του Συντάγματος. Ούτε και έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το ο,τιδήποτε μεμπτό και παράνομο από την υπεράσπιση που βάλλει κατά του τρόπου που εκτελέστηκε από την Αστυνομία το Διάταγμα, ημερομηνίας 8.7.2014 αλλά ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το περιεχόμενο του Διατάγματος ως έχει δεν επέτρεπε να ληφθεί η σχετική μαρτυρία από τον πάροχο. Σε κάθε όμως περίπτωση το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει ζήτημα της εκτέλεσης του διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 8.7.2014, που εκδόθηκε από άλλο Δικαστή, δια τον λόγο ότι στην ουσία αυτό θα επενεργήσει ως Εφετείο, εξουσία που ασφαλώς και δεν έχει στη προκειμένη περίπτωση (Saleh Ali Al-Hamad κ.ά. v. Δημοκρατία

(1989)2 Α.Α.Δ. 117). Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η ένσταση της Υπεράσπισης απορρίπτεται και ως εκ τούτου επιτρέπεται η κατάθεση του εν λόγω Τεκμηρίου ως Τεκμήριο 1 στα πλαίσια της κυρίως Δίκης. (Υπ) ............. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.