ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΟΥΡΟΥΦΕΞΗ, Αρ. Υπόθεσης: 24425/2019, 20/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ.Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24425/2019 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. [ ] ΚΟΥΡΟΥΦΕΞΗ Κατηγορουμένου -------------------------- Ημερομηνία: 20/12/2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κα Κουτρουζά Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η O Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού (244(β) Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) ότι στις 30/4/19 στη Λευκωσία επιτέθηκε στον Αστ. [ ] Σ. Τσαγγαρίδη από τη Λευκωσία κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του. Έδωσε μαρτυρία μόνο ο αστυφύλακας στον οποίον φέρεται να επιτέθηκε ο Κατηγορούμενος. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, εργάζεται στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας. Στις 29/4/19 και ώρα 19:00 ανέλαβε ειδικό καθήκον πρόληψης τρομοκρατίας σε περίπολο και περί τις 02:30 στις 30/4/19 είδαν σε οδό στην Παλουριώτισσα αυτοκίνητο να είναι ακινητοποιημένο απέναντι από ένα ζαχαροπλαστείο με το καπάκι της μηχανής ανοιχτό. Ανέβηκαν για να πλησιάσουν το αυτοκίνητο και είδαν ότι έβγαινε ατμός από το ραδιατέρ και είδαν το κλειδί να είναι πάνω στη μίζα. Προχώρησαν με το περιπολικό λίγο πιο κάτω όπου και είδαν 4 νεαρούς να στέκονται σε στενό δρομάκι δίπλα από γήπεδα. Όταν είδαν την Αστυνομία εκείνοι ξεκίνησαν να τρέχουν. Κατάφερε να ανακόψει τον ένα από αυτούς και όταν τον ρώτησε το όνομά του, ο τελευταίος του απάντησε «εν ηξέρω, έφερέ με η γιαγιά μου και πρέπει να έβρω τους φίλους μου.». Ακολούθως επιστρέφοντας πίσω στο εγκατελειμμένο αυτοκίνητο είδαν δύο νεαρούς να προσπαθούν να το πλησιάσουν και τους φώναξε «Αστυνομία ακίνητοι». Τότε και οι δύο τράπηκαν σε φυγή και ο ίδιος κατάφερε να ανακόψει τον έναν από αυτούς αφού διένυσαν μία απόσταση περίπου 200 μέτρων. Όταν τον έπιασε με το χέρι του από τον ώμο μόλις τον έφτασε ο Κατηγορούμενος γύρισε και τον έσπρωξε με τα χέρια του στο στήθος χωρίς να προσπαθήσει να του διαφύγει και του είπε «έν έχω ναρκωτικά εγώ εν ο άλλος τζαι εν ο διακινητής στις Άσπρες, θα σου πω τα στοιχεία του.» Στη συνέχεια στις 02:45 τον πληροφόρησε ότι ήταν υπό σύλληψη για επίθεση εναντίον Αστυνομικού και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο Κατηγορούμενος του απάντησε «εν να σου δείξω στο facebook ποιος εν που έσιει τα ναρκωτικά». Ακολούθως του τοποθέτησε χειροπέδες και μεταφέρθηκε με τον άλλο νεαρό στον αστυνομικό σταθμό όπου και διαπιστώθηκαν τα στοιχεία του Κατηγορούμενου. Αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τον Κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι δεν υπήρχε κάποιος στο αυτοκίνητο όταν πέρασαν την πρώτη φορά. Τον πρώτο νεαρό στον οποίο αναφέρθηκε τον συνέλαβε. Δεν δέχθηκε ότι όταν φώναξε «Αστυνομία ακίνητοι» προέταξε κάποιο όπλο. Φώναξε «Αστυνομία ακίνητοι» αφού είδε δύο νεαρούς να πλησιάζουν ένα εγκαταλειμμένο αυτοκίνητο που είχε κλειδιά πάνω και υπήρχε η πιθανότητα είτε να το κλέψουν είτε να κλέψουν κάτι από μέσα. Φορούσε αστυνομική περιβολή (αστυνομικό σακάκι, αστυνομική φανέλα, αστυνομικό παντελόνι και αστυνομική ζώνη). Υπήρχε φωτισμός στο δρόμο. Κατά την άποψή του είχε αντιληφθεί ο Κατηγορούμενος ότι ήταν αστυνομικός. Από τη συμπεριφορά του αυτό συναγόταν. Ο λόγος που ο Κατηγορούμενος τον έσπρωξε ήταν γιατί ήταν η πρώτη του αντίδραση. Δεν προσπάθησε ο Κατηγορούμενος να αποφύγει τη σύλληψη. Ο άλλος αστυνομικός δεν ήταν μαζί του γιατί δεν έτρεξε μαζί του πίσω από το νεαρό. Δεν δέχθηκε ότι είναι συνήθειά του να καταγγέλλει επιθέσεις πολιτών σε εκείνον -με την αστυνομική του ιδιότητα-Όταν όμως είναι ένας αστυνομικός στην πρώτη γραμμή, γίνονται και πολλές συλλήψεις. Ο Κατηγορούμενος, που από την αρχή αρνήθηκε την Κατηγορία (λέγοντας «Διαφωνώ Απολύτως» όταν κατηγορήθηκε γραπτώς) υιοθέτησε ανωμοτη δήλωση στην οποία αναφέρει ότι όταν άκουσε να φωνάζει κάποιος «ακίνητοι αστυνομία» στο μέρος φοβήθηκε και δεν φαινόταν αν φορούσε στολή η διακριτικά και ο ίδιος ξέρει από ταινίες που βλέπει ότι κάποιος που φωνάζει αστυνομία δείχνει και το σήμα του. Ο ίδιος προσπάθησε να φύγει γιατί είδε ότι το εν λόγω πρόσωπο κρατούσε όπλο και το έστρεψε πάνω τους αλλά όταν τον σταμάτησε δεν αντιστάθηκε και δεν έσπρωξε και αυτό αποδεικνύεται από το ότι έμεινε στο μέρος. Ο ίδιος έχει παράπονο και από τη συμπεριφορά του αστυνομικού. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορούμενου, δεν αξιολογείται μεν, αλλά έχει κάποια σημασία και λαμβάνεται υπόψη μάλλον έχοντας πειστική αντί αποδεικτική αξία. Όπως λέχθηκε στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16: « Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). » Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι «..η μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, αξιολογείται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας προσέγγισης και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό που θα έτεινε να εκτρέψει την αξιολόγηση από την ορθή της διάσταση» (Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 215/2012 6/4/2015). Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας το Μ.Κ.1, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του, μέσα από το ύφος του, τις αντιδράσεις του, την αμεσότητα των απαντήσεών του, το περιεχόμενό αυτών και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών. Ο Μ.Κ.1 δεν περιέπεσε σε κάποια αντίφαση. Ήταν σταθερός στην εκδοχή του, δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του από την αντεξέτασή του και από πουθενά δεν προέκυψε ο (αίολος ως παρέμεινε) ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι έχει συνήθεια να καταγγέλλει πολίτες για επιθέσεις σε αστυνομικούς. Εξήγησε τις ενέργειές του και γιατί φώναξε στους νεαρούς να σταματήσουν κοντά από το αυτοκίνητο. Το προχωρημένο της ώρας και η κατάσταση του αυτοκινήτου αλλά και η ανεύρεση ενός άλλου νεαρού προηγουμένως κοντά στο σημείο, δικαιολογούσαν τις ενέργειές του. Το ότι στη συνέχεια καταδίωξε τρέχοντας τον Κατηγορούμενο, δείχνει μάλλον ευσυνειδησία και προσήλωση στην εκτέλεση του καθήκοντός του. Η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, με όποια αξία μπορεί να έχει ως μη μαρτυρία και ως μη υποκείμενος ο Κατηγορούμενος σε αντεξέταση επί αυτής, δεν ανατρέπει τη γενική εικόνα που έχω σχηματίσει για την αξιοπιστία του Μ.Κ.1 και για το αληθές της εκδοχής του τελευταίου. Μπορώ λοιπόν να στηριχθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.
- για το πως έλαβαν χώρα τα γεγονότα και ειδικά να προβώ σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος έσπρωξε όντως τον αστυφύλακα στο στήθος στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο ως οι Λεπτομέρειες της Κατηγορίας, ως ο τελευταίος ισχυρίσθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 244 Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «
- Όποιος- (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης.. είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Στην Ποιν. Έφεση 120/2013 Γενικού Εισαγγελέα ν. Ηροδότου, απόφαση ημερ. 30/3/15 ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη διάκριση της επίθεσης σε "assault" και "battery" (αν και στα πλαίσια του άρθρου 151 του Κεφ. 154): «Η πρόκληση φόβου για τον κίνδυνο άσκησης άμεσης και παράνομης βίας είναι συστατικό στοιχείο της επίθεσης που στο κοινοδίκαιο είναι γνωστή με τον όρο «assault», σε αντιδιαστολή με τον όρο «battery» που κατά το κοινοδίκαιο είναι εκείνη η μορφή επίθεσης που συνίσταται σε πραγματική άσκηση βίας, υπό την έννοια που εξηγούμε κατωτέρω, επί του άλλου." Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων του Μ.Κ.1., στις 30/4/19 ο Κατηγορούμενος άσκησε πραγματική βία εναντίον του σπρώχνοντάς τον στο στήθος. Συνεπώς διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και βρίσκεται ένοχος στην Κατηγορία. ......... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο