Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. SINGH, Αρ. Υπόθεσης: 8848/21, 4/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B243 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8848/21 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον [ ] SINGH [ ] SINGH Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 4/10/21 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Κατηγορία και σχετική μαρτυρία Η υπόθεση αφορά σε παράβαση του Περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοίου COVID-19 Διάταγμα (Αρ. 16) ΚΔΠ 40/21 για τις μετακινήσεις προσώπων όπως τροποποιήθηκε από το Διάταγμα αρ. 7 ΚΔΠ 61/21 και κατά παράβαση των άρθρων 2,6, 6Α και 7 του Περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου Κεφ. 260 όπως τροποποιήθηκε. Ο Kατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 8/2/21 στους Αγίους Ομολογητές της Επαρχίας Λευκωσίας, παρέβηκε παρέβηκε διάταγμα που εκδόθηκε από τον Υπουργό Υγείας, για τον καθορισμό μέτρων για παρεμπόδιση της εξάπλωσης του κορωνοϊού COVID-19, δηλαδή μετακινείτο χωρίς νόμιμη δικαιολογία στην οδό Τζων Κένεντι. Η ακρόαση προχώρησε με τον Κατηγορούμενο να εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία μετά τη μαρτυρία του Αστ. [ ] Ε.Ελευθερίου. Η μαρτυρία του τελευταίου (Μ.Κ.1.) ΠΑΡΑΤΊΘΕΤΑΙ ΠΙΟ ΚΆΤΩ. μαρτυρία της Μάρτυρος Αστυφ. Α.Βουνού [ ] (Μ.Κ.1.) Η μαρτυρία της Μ.Κ.
- είχε ως πιο κάτω. Κατά πρωτο λόγο υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης που ετοίμασε (Τεκμήριο 1). 20/4/20 βρισκόταν σε καθήκον για έλεγχο τήρησης του Περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ.
- Περί τις 21:49 στη Λεωφόρο Λάρνακας ανέκοψε αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον Κατηγορούμενο και διαπίστωσε ότι διακινείτο χωρίς έντυπο Βεβαίωσης Κυκλοφορίας Εργαζόμενου. Αφού τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε και ότι θα καταγγελλόταν, αυτός δεν της απάντησε οτιδήποτε. Του εξέδωσε εξώδικο το οποίο παραλείφθηκε να πληρωθεί. Διευκρίνισε σε σχέση με την μη κατοχή βεβαίωσης κυκλοφορίας εργαζομένου, ότι δεν της υποδείχθηκε τέτοιο έντυπο - αν και χρειαζόταν τέτοιο έγγραφο- το οποίο να έδιδε εξουσιοδότηση σε κάποιο πρόσωπο για να κυκλοφορεί μετά τις 9:00 μ.μ. εκείνη την περίοδο. Αν υποδείκνυε έγγραφο ο Κατηγορούμενος, δεν θα καταγγελλόταν. Δεν της έδειξε κάποιο τέτοιο έντυπο και ούτε της ανέφερε ότι είχε κάτι που μπορούσε να της προσκομίσει εκ των υστέρων. Ο Κατηγορούμενος έθεσε στη μάρτυρα κατά την αντεξέτασή της ότι προσπαθούσε να της δείξει έγγραφο αλλά εκείνη ήταν απασχολημένη με την έκδοση του εξωδίκου κι έφυγε θυμωμένος, επειδή δεν είδε το χαρτί που προσπαθούσε να της δείξει. Ο ίδιος δούλευε, σχόλασε και πήγαινε να παραλάβει τη φίλη του. Προσπαθούσε να της δείξει το έγγραφο, αλλά αυτή δεν τον άκουγε. Η ίδια του απάντησε στις υποβολές του, ότι δεν θα αρνείτο να δει πιστοποιητικό κι επέμενε ότι ο ίδιος δεν της επέδειξε έγγραφο. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος, ανέφερε ότι ήταν άσκοπο να της δείξει το έγγραφο, εφόσον του εκδόθηκε πρόστιμο και ισχυρίστηκε ότι είχε και μήνυμα SMS που είχε στείλει στις 09:25 το οποίο της έδειξε. Η ίδια του απάντησε ότι ήταν απίθανo να είχε γίνει αποδεκτό τέτοιο μήνυμα αλλά εάν είχε οιοδήποτε δικαιολογητικό εκείνος, ήταν καθήκον της να το εξετάσει. Ο Κατηγορούμενος επέδειξε στη μάρτυρα δέσμη εγγράφων, η οποία όμως επέμενε ότι δεν της λέχθηκε κάτι από εκείνον, ενώ υπήρχε χρόνος 7-8 λεπτών μέχρι την έκδοση του εξωδίκου, μέχρι να της δώσει και τα προσωπικά του στοιχεία. Δίνοντας μαρτυρία μετά την κλήση του σε απολογία ο Κατηγορούμενος, ανέφερε ότι εκείνο το βράδυ, μόλις είχε σχολάσει από τη δουλειά του, αφού δεν υπήρχε πολλή δουλειά, στις 21:00 μετακινήθηκε προς το σπίτι του και στις 21:30, έστειλε μήνυμα (SMS για μετακίνηση εννοούσε) το οποίο έγινε αποδεκτό και βγήκε έξω για να παραλάβει τη φίλη του. Μετά από 100 μέτρα τον σταμάτησε η Μ.Κ.1 μαζί με άλλο αστυνομικό ο οποίος έμεινε μακριά το. Η Μ.Κ.1 άρχισε να γράφει τους αριθμούς του αυτοκινήτου. Δεν είδε την άδειά του και του εξέδωσε πρόστιμο και του το έδωσε, οπότε δεν υπήρχε λόγος να της παρουσιάσει τη βεβαίωση κυκλοφορίας από τον εργοδότη του. Ο άλλος αστυνομικός προσπαθούσε από μακριά να της πει να μην τον καταγγείλει, αφού είχε δει κι εκείνος ότι είχε γίνει αποδεκτό το μήνυμά του έχοντας κοντέψει. Της είπε ο άλλος αστυνομικός ότι ήταν 21:50 ή 21:45, αλλά εκείνη του εξέδωσε εξώδικο. Εξήγησε έγγραφα που είχε στην κατοχή του, που περιλάμβαναν χειρόγραφο σημείωμα και βεβαίωση κυκλοφορίας εργαζομένου, υπογεγραμμένη από τον εργοδότη του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να επιδείξει το μήνυμα από το κινητό του, γιατί άλλαξε συσκευή, αλλά επέμενε ότι το είδε ο δεύτερος αστυνομικός και παραξενεύτηκαν και η Μ.
- και ο άλλος αστυνομικός πως είχε γίνει δεκτό μήνυμα τέτοια ώρα. Δεν πρόλαβε όμως να της δείξει τη βεβαίωση κυκλοφορίας εργαζόμενου, αφού ήταν σταματημένα 2-3 αυτοκίνητα και τους έγραφαν όλους. Όταν ρωτήθηκε γιατί να στείλει μήνυμα, ανέφερε ότι ήταν για λόγους ασφαλείας γιατί μπορεί να μην εγκρινόταν το έντυπο κυκλοφορίας εργαζομένου. Σχόλασε στις 21:00, έφθασε σπίτι και μετά έστειλε μήνυμα. Επέλεξε να πάει στο σπίτι του για να μην περιμένει μέσα στο αυτοκίνητο μέχρι να σχολάσει η κοπέλα του. Δεν έδειξε το έντυπο κυκλοφορίας εργαζομένου, γιατί είχε θυμώσει και δεν πρόλαβε, αφού δεν του έδινε ένα λεπτό η Μ.
- παρά το ότι ζητούσε κι εκείνος και ο άλλος αστυνομικός που ήταν εκεί. Δέχθηκε ότι η μετακίνησή του εκείνη την ώρα δεν σχετιζόταν με την εργασία του. Επανέλαβε ότι 21:30 είχε λάβει απάντηση (SMS) και στις 21:45 τον είχαν σταματήσει. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα - Συμπεράσματα Προχωρώ σε αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαστική γνώση την οποίαν αποκομίζει από «καθημερινές ανθρώπινες εμπειρίες» (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δικαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014 σελ. 257). Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι σε μία ποινική υπόθεση το επίπεδο απόδειξης είναι υψηλότατο. Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τους μάρτυρες και να αξιολογήσω το ύφος, τον τόνο και τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα και την ευθύτητα των απαντήσεών τους αλλά κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνάρτηση με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Όλα βεβαίως υπό το φως της λογικής. Η ισχύουσα απαγόρευση κυκλοφορίας, η ανακοπή και η κυκλοφορία του Κατηγορούμενου στη δοθείσα ώρα και μέρα δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Το ουσιώδες είναι εάν δικαιούτο ο Κατηγορούμενος να μετακινείται στο δοθέντα χρόνο, με δεδομένη τη γενική απαγόρευση μετακινήσεων, λόγω της πανδημίας. Όσον αφορά στη μαρτυρία της Μ.Κ.1., αυτή μου έκανε καλή εντύπωση και δεν εντόπισα κάποια αντίφαση. Μαρτύρησε με φυσικότητα και με έπεισε από τα λεγόμενά της ότι δεν είχε κανένα λόγο να μην δεχθεί να της παρουσιαστεί κάποιο στοιχείο, ως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος. Η εικόνα που απεκόμισα ήταν μίας ανεξάρτητης μάρτυρος, που επιτελούσε το αστυνομικό της καθήκον. Θα δεχθώ τη μαρτυρία της στην ολότητά της. Ο Κατηγορούμενος από την άλλη, δεν έχω πεισθεί ότι είπε όλη την αλήθεια. Συγκεκριμένα, δεν με έπεισε ούτε ότι είχε λάβει SMS με το οποίο εγκρίθηκε η μετακίνησή του, ούτε ότι εκείνη την ώρα κατείχε έντυπο κυκλοφορίας εργαζομένου, αλλά ούτε και ότι προσπάθησε να δείξει SMS και δεν τον έλαβαν υπόψη. Εξηγώ. Παρά τα παράπονά του, δέχθηκε ότι δεν μετακινείτο για σκοπούς της εργασίας του, αλλά ως ανέφερε για να παραλάβει την κοπέλα του από την εργασία της. Αν και το θέμα κανονικά θα τέλειωνε εδώ, θα εξετάσω και την αλήθεια των ισχυρισμών του. Το εν λόγω έγγραφο βεβαίωσης εργαζομένου κατά πρώτο λόγο δεν ότι κατεχόταν από εκείνον την ώρα που ανακόπηκε. Δεν με έπεισε για τις εξηγήσεις που έδωσε γιατί να μην το επιδείξει (ότι του εκδόθηκε ήδη το εξώδικο και ήταν αργά και ότι είχε θυμώσει που δεν δέχονταν το μήνυμα SMS οι αστυνομικοί κλπ) στη Μ.K.
- Κατά δεύτερο λόγο η κατοχή του εν λόγω εγγράφου, θα ήταν προς πιστοποίηση της αναγκαιότητας της μετακίνησης για σκοπούς της εργασίας, ενώ όπως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δέχθηκε δεν εργαζόταν εκείνη την στιγμή, άρα δεν θα εξυπηρετούσε οτιδήποτε η επίδειξή του και συνεπώς δεν αντιλαμβάνομαι γιατί να το κατείχε και να ήθελε να το επιδείξει στη Μ.Κ.
- Προφανώς ήταν κάτι που σκέφτηκε εκ των υστέρων. Επέμενε περαιτέρω για ύπαρξη SMS με το οποίο ως ισχυρίστηκε του εγκρίθηκε μετακίνηση σε αντικανονική ώρα. Ακόμη και εάν δεν θεωρώ ότι θα καθιστούσε επιτρεπτή την κυκλοφορία, εκτός των καθορισθεισών ωρών σε ένα Διάταγμα, ένα SMS έγκρισης που στάλθηκε κατά λάθος , είναι μάλλον απίθανο να του στάλθηκε τέτοια έγκριση μετά τις 21:00 και δεν μπορώ να τον πιστέψω επί αυτού. Θα αναμενόταν, σε κάθε περίπτωση, παρατηρώντας από την επιμέλεια με την οποίαν αυτός συνέλεξε στοιχεία για να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο, αν όντως είχε λάβει τέτοιο μήνυμα να παρουσίαζε και μία εκτύπωση του εν λόγω μηνύματος. Δεν το έπραξε όμως. Βρίσκω με βάση την αξιόπιστη ενώπιόν μου μαρτυρία ότι: - Ο Κατηγορούμενος κυκλοφορούσε εκτός της οικίας του μετά τις 21:49 στις 20/4/
- - Δεν είχε στην κατοχή του έντυπο Βεβαίωσης Κυκλοφορίας Εργαζομένου, Έντυπο Α, ούτε και υπήρχε σε κάθε περίπτωση ανάγκη για μετακίνησή του για σκοπούς εργασίας εκείνη την ώρα, αλλά ούτε και είχε λάβει SMS που να του εγκρίνει τη μετακίνηση. Σύμφωνα με το περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα αρ. 14 του 2020, άρθρο 2 α) απαγορεύονταν τον επίδικο χρόνο οι αχρείαστες μετακινήσεις εκτός για συγκεκριμένους σκοπούς (μετάβαση από και προς χώρους εργασίας, απόλυτα αναγκαίες επισκέψεις σε υπηρεσίες του ευρύτερου δημοσίου τομέα ή για αγορά αγαθών πρώτης ανάγκης, επίσκεψη σε ιατρό, μετάβαση σε τράπεζα, παροχή βοήθειας σε συγγενικά πρόσωπα που αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν κ.α.). Επρόκειτο για διάταγμα με πρόνοιες καθολικής εφαρμογής και με δραστικές συνέπειες, λόγω της ανάγκης περιορισμού και καταπολέμησης της πανδημίας COVID-
- Για να κυκλοφορήσει δε κάποιος μεταξύ των ωρών 06:00 - 09:00 έπρεπε είτε να αποστείλει SMS και να εξασφαλίσει άδεια εξόδου είτε να συμπληρώσει έντυπο (από κάποια φάση και μετά εάν ήταν άτομο ηλικίας 65 ετών και ανω). Σύμφωνα επίσης με το εν λόγω Διάταγμα (αυτολεξεί), απαγορευόταν : « .... η μετακίνηση προσώπων από τις 9:00 μ.μ. μέχρι τις 06:00 π.μ. πλην όσων κατέχουν το έντυπο Βεβαίωσης Κυκλοφορίας Εργαχομένου, Έντυπο Α, το οποίο επισυνάπτεται ως Παράρτημα Ι στο παρόν Διάταγμα και το οποίο πιστοποιεί την αναγκαιότητα της μετακίνησής τους κατά τις πιο πάνω ώρες.» Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ. 260, ως ίσχυε κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος με την τροποποίησή του από το Ν. 31
(1)/2020: « 7.Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει οποιοδήποτε από τους Κανονισμούς και/ή τα Διατάγματα που εκδίδονται βάσει του Νόμου αυτού είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται μετά από καταδίκη σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τρείς χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου.» Με βάση και την ώρα που ο Κατηγορούμενος κυκλοφορούσε κι ανακόπηκε στις 20/4/20 (21:49), τη μη μετακίνηση για σκοπούς της εργασίας του και συμπεραίνοντας ότι εκείνος κινείτο αχρείαστα κατά παράβαση των προνοιών του Περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοίου COVID-19 Διάταγμα (Αρ. 14) ΚΔΠ 152/20 (δηλαδή σε αντίθεση με τις επιτρεπόμενες μετακινήσεις βάσει των όσων διαλάμβανε το Διάταγμα) και σε παράβαση του άρθρου 7 του Κεφ. 260 κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί οι Λεπτομέρειες της Κατηγορίας 1 και ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος επί αυτής. ........... Ξενής Ξενοφώντος, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο