← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9418/21, 13/12/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 9418/21, 13/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9418/21 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον [ ] ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 13/12/21 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για Κατηγορούμενη: κ. Χρίστου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο κατά παράβαση των άρθρων 4, 29, 255 και 268 του Κεφαλαίου 154 και συγκεκριμένα ότι στις 21/10/2020 στη Λευκωσία ενώ ήταν υπάλληλος σε συγκεκριμένη εταιρεία έκλεψε ένα ηλεκτρικό εργαλείο αξίας περίπου 88 ευρώ περιουσία του εργοδότη του. Στις 21/10/20 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας από τον λειτουργό ασφάλειας και υγείας της παραπονούμενης εταιρείας ότι υπήρχε υπόνοια για κλοπή από τον κατηγορούμενο. Άγνωστος πελάτης αγόρασε ένα εργαλείο για το ποσό των €87,99 ευρώ πληρώνοντας μετρητά. Την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 5/10/20, ο κατηγορούμενος πήγε στο ταμείο εξυπηρέτησης πελατών παρουσιάζοντας το εν λόγω προϊόν με απόδειξη, ότι το αγόρασε δήθεν ο αδελφός του και θέλει να το επιστρέψει. Εκεί του εκδόθηκε πιστωτικό σημείωμα για το ποσό των € 87,99 το οποίο εξαργύρωσε με μετρητά. Στις 20/10/20 ο Κατηγορούμενος παρουσίασε το εν λόγω προϊόν με την ίδια απόδειξη στο τμήμα εξυπηρέτησης για επιστροφή και όταν του ζητήθηκε να περιμένει αυτός πήρε το προϊόν και μετέβηκε πίσω στον χώρο εργασίας του. Κατόπιν διερεύνησης και μέσω του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης παραδέχθηκε κλοπή του εργαλείου στον υπεύθυνο λειτουργό ασφαλείας και υγείας της εταιρείας και ζήτησε να μην κληθεί η Αστυνομία και ότι θα πλήρωνε το προϊόν υποβάλλοντας την παραίτησή του. Έγινε έρευνα στο σπίτι του και δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Μετά από προφορική ανάκρισή του στην Αστυνομία αυτός παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος και ανέφερε ότι ο λόγος που προέβηκε στην κλοπή ήταν λόγω οικονομικού του προβλήματος. Σε Αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου του τονίζονται στο Δικαστήριο τα ακόλουθα: Α) Εφαλτήριο για την παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν η δεινή του οικονομική κατάσταση και το ποσό το οποίο έλαβε, δηλαδή το ποσό των €

  1. Σε σχέση με το εργαλείο ήταν για αποπληρωμή μιας οικονομικής του υποχρέωσης. Β) Η αξία του κλαπέντος ήταν μικρή. Γ) Δεν υπήρξε προσχεδιασμός και για μια και μοναδική φορά ο κατηγορούμενος απώλεσε την ευθυκρισία του δρώντας από οικονομική απόγνωση και επιπολαιότητα της στιγμής. Δ) Αποζημίωσε την εταιρεία. Ε) Όσον αφορά τις προσωπικές του περιστάσεις πρόκειται για πρόσωπο 30 ετών το οποίο εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία μετά από εργοδότησή του σε διάφορες υπεραγορές. Ονειρευόμενος να γίνει βιολόγος ενεγράφη σε σχετικό πρόγραμμα σπουδών, το οποίο όμως εξαναγκάστηκε να διακόψει λόγω της ανικανότητάς του να αποπληρώνει ποσά των διδάκτρων. Μετά από διάφορες αναζητήσεις κατέληξε στο Super Home Center σε σχέση με το οποίο μετά το επίδικο περιστατικό απώλεσε την εργασία του και σήμερα εργάζεται ως υπάλληλος σε άλλη εταιρεία λαμβάνοντας εισόδημα περίπου €1.100 μεικτές απολαβές. Λόγω οικονομικών προβλημάτων της οικογένειάς του κατοικεί με τους γονείς του και 3 από τα 5 αδέλφια του. Οι γονείς του είναι χαμηλοσυνταξιούχοι και ο ίδιος προσφέρει ουσιαστικά στις προσπάθειες της οικογένειάς του να διαβιώσει με αξιοπρέπεια. ΣΤ) Υπήρξε άμεση παραδοχή ενοχής από τον κατηγορούμενο και εξοικονομήθηκε δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα, κάτι που δικαιολογεί ιδιαίτερη επιείκεια προς τον κατηγορούμενο. Ζ) Ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο, είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα και το συγκεκριμένο περιστατικό αποτελούσε μεμονωμένο περιστατικό. Η) Επέδειξε πλήρη συνεργασία με την Αστυνομία προβαίνοντας και σε θεληματική κατάθεση. Θ) Είναι απομακρυσμένη η πιθανότητα επανάληψης του αδικήματος. Ι) Ενδεχόμενη επιβολή ποινή στερητική της ελευθερίας θα έχει αντίκτυπο τόσο προς τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και προς άλλα πρόσωπα όπως οι χαμηλοσυνταξιούχοι γονείς του, οι οποίοι «εν μια νυκτί, θα χάσουν το στήριγμά τους, αυτό που προσπαθεί, με όποιο τρόπο μπορεί, να βρίσκεται δίπλα τους, καθιστώντας την παρουσία του στη ζωή και καθημερινότητά τους αναγκαία και επιβεβλημένη». ΙΑ) Υπήρξε εξωδικαστική του τιμωρία με απόλυσή του και με άμεσο αντίκτυπο στην επαγγελματική του σταδιοδρομία. ΙΒ) Υπήρξε μεταμέλεια του κατηγορούμενου. Όπως προκύπτει ήταν άμεση η παραδοχή του όπως και η αποζημίωση της παραπονούμενης εταιρείας (παρουσιάστηκε και σχετική βεβαίωση προς τούτο). Όντως, το αδίκημα που έχει διαπραχθεί είναι σοβαρό. Παραθέτω αμέσως πιο κάτω, εκτενή ανάλυση του αδικήματος για σκοπούς επιβολής ποινής, που έλαβε χώρα από το συνάδελφο Γεωργιάδη Ν., Ε.Δ., στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης, Ε.Δ. Λ/σιας, 14946/17, ημερ. 7/1/18: «
  2. Το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου τιμωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 268 ΠΚ, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δεκατέσσερα χρόνια. Αρχικά προβλεπόταν ποινή επταετούς φυλάκισης. Με τον Ν. 43(Ι)/2000 η προβλεπόμενη ποινή αυξήθηκε στα δέκα έτη και με τον Ν. 84(Ι)/2012[1] στα δεκατέσσερα. Κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων των κατηγοριών 6, 10, 13, 16, 19, 24, 27, 33 και 36 η προβλεπόμενη ποινή ήταν δεκατέσσερα έτη και για τις κατηγορίες 3, 4 και 5, δέκα.
  3. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από το Νομοθέτη στη βάση του ανώτατου ορίου ποινής και όχι από τα Δικαστήρια, ο ρόλος των οποίων περιορίζεται στη στάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος ανάλογα με τα περιστατικά που το περιβάλλουν (βλ. Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 40/2015, 25/11/2016), ECLI:CY:AD:2016:B
  4. Το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται αποτελεί και τη βάση από την οποία το δικαστήριο ξεκινά για επιμέτρηση της ποινής (βλ. ΓΕ ν. Evans

(2005)2 ΑΑΔ 639, 643 - 644, με αναφορά στις Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632 και Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 527). 3. Με το σύνολο των ενεργειών του ο κατηγορούμενος είχε ως σκοπό την κλοπή από τον εργοδότη του. Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 139[2], τονίζεται ότι αναμένεται υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης από υπαλλήλους στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αντικατοπτρίζουν την ανάγκη διασφάλισης αυτής της εμπιστοσύνης τονίζοντας τη σοβαρότητα αυτής της φύσεως των αδικημάτων και των επιπτώσεων τους στην οικονομία του τόπου. Η κλοπή υπό υπαλλήλου υπονομεύει τη βάση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου (βλ. A-G v. Vasiliotis
(1967)2 CLR 20, 25). 4. Η ποινή φυλάκισης για τέτοιου είδους αδικήματα είναι κατά κανόνα η αρμόζουσα, όπως καταδεικνύεται από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Vasiliotis, ανωτέρω, Polydorou v. Police
(1984)2 CLR 48, Aristotelous v. Police
(1985)2 CLR 212, Katsouris v. Police
(1988)2 CLR 180, Αργυρού ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 434, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 219, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 219, Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 646 και Kiriukkuvalage v. Αστυνομίας, Π.Ε. 20/2017, 29/5/2017). Η αποζημίωση του εργοδότη κρίνεται σοβαρός μετριαστικός παράγων, δεν μπορεί όμως να επηρεάσει το είδος της ποινής.
  1. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Banks on Sentence, 8th ed, 2012, Vol. 2, σελ. 2-1232, §360.6, για αδικήματα κλοπής που εμπεριέχουν παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης, η σοβαρότητα κατηγοριοποιείται αναλόγως του κλαπέντος ποσού, των επιπτώσεων στο θύμα (το οποίο μπορεί να υπερβαίνει αυτό της χρηματικής αξίας της κλαπείσας περιουσίας) ως επίσης και των επιπτώσεων σε τρίτα πρόσωπα ή της εμπιστοσύνης του κοινού ευρύτερα. Λαμβάνεται υπόψη η φύση της θέσης του παραβάτη και η έκταση αρμοδιοτήτων που του εμπιστεύτηκαν. Η στόχευση ευάλωτου προσώπου καθιστά το αδίκημα πιο σοβαρό. Μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να θεωρηθούν, η αδικαιολόγητα ευρεία ανάθεση καθηκόντων εμπιστοσύνης στον κατηγορούμενο, η παύση διάπραξης των αδικημάτων και η βοήθεια εξιχνίασης αδικημάτων που δεν είχαν ανακαλυφθεί. Σε αντίθεση με την Κύπρο (βλ. Πέτρου, ανωτέρω) η απώλεια εργασίας, μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγων.» Το Δικαστήριο παρά τη σοβαρότητα του αδικήματος, ως αυτή άλλωστε αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 268 Π.Κ., Κεφ. 154 λαμβάνει υπ' όψιν στην ολότητά τους ως μετριαστικούς παράγοντες όλες τις πολύ εμπεριστατωμένες και πολύ επιβοηθητικές πρέπει να επισημάνω για το έργο του Δικαστηρίου εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνήγορου του Κατηγορούμενου και κρίνει ότι το παρόν περιστατικό πρέπει να αντιμετωπιστεί με ιδιαίτερη επιείκεια. Επιβάλλεται συνεπώς στον κατηγορούμενο χρηματική ποινή €600 στην κατηγορία. Ποινή στερητική της ελευθερίας θα ήταν εντελώς αδόκιμη έως και δρακόντεια μέσα στο δοσμένο πλέγμα γεγονότων και περιστάσεων. Το πρόστιμο να πληρωθεί άμεσα. .......... Ξενης Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής [1] Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι) Αρ. 4342, 29/6/
  2. [2] 'High standards of fidelity are expected of employees in the public and private sectors in the discharge of their duties and of persons acting in a fiduciary capacity, such as agents or trustees. ... The decisions of the Supreme Court in this area indicate that a serious view is invariably taken of offences of this nature, because of their repercussions on the economic life of the country'. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.