Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΠΑΣΤΕΛΛΑΣ, Αρ. Υπόθεσης 14379/17, 17/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B240 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:- Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 14379/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- [ ] ΠΑΣΤΕΛΛΑΣ Κατηγορουμένου -------- Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για Κατηγορουμένo: κα Σάββα Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορίες και η μαρτυρία Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης (Πρώτη Κατηγορία) και για το αδίκημα της απειλής (Δεύτερη Κατηγορία). Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες της Πρώτης Κατηγορίας εξύβρισε την παραπονούμενη με τις φράσεις «πουτάνα» και «ξιμαρισιά». Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες της Δεύτερης Κατηγορίας, της προκάλεσε τρόμο με τη φράση «θα σε κάμω μαύρη στο ξύλο». Έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή και συγκεκριμένα ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης και η παραπονούμενη. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε κατάθεσή του σύμφωνα με την οποίαν στις 5/6/2017 προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό η παραπονούμενη, η οποία του ανέφερε ότι της τηλεφώνησε ο παραπονούμενος, ο οποίος διαμένει στο ισόγειο στην οικία κάτω από εκείνην και όταν εκείνη άνοιξε την πόρτα για να δει τι συμβαίνει εκείνος την εξύβρισε με τις φράσεις «πουτάνα» και «ξιμαρισιά» και την απείλησε στη συνέχεια ότι «θα την κάνει μαύρη στο ξύλο». Κατατέθηκε επίσης κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2), ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι τηλεφώνησε στην παραπονούμενη, ενοικιάστριά του για να της υποδείξει τα σκουπίδια που είχε έξω στη βεράντα της κουζίνας της, τα οποία ήταν εκτεθειμένα και έτρεχαν ζουμιά στη βεράντα του. Ο ίδιος δεν δέχεται ότι την εξύβρισε ή την απείλησε και ειδικά προς το «ξιμαρισμένη», ήταν εκείνη που τον ρώτησε εάν της είπε «ξιμαρισμένη» όταν εκείνος της ζήτησε να καθαρίσει για να μην έχει μυρμήγκια το διαμέρισμά της. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι επι τόπου μία φορά είχε μεταβεί και δεν μέτρησε την απόσταση από το περιστατικό μέχρι το δρόμο. Εξ' όσων γνωρίζει δεν υπήρχε εκεί κάποιος ή όχι εκεί. Η Αστυνομία δεν εντόπισε κάποιον. Από την αρχική παρουσία της παραπονούμενης το σταθμό είχε την εντύπωση ότι ήταν φοβισμένη. Στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 4 , την οποίαν υιοθέτησε, η παραπονούμενη αναφέρει ότι γύρω στις 7.15 στις 5/6/21 της τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος να βγει έξω από το σπίτι της και ενώ στεκόταν από κάτω της είπε «Λαλείς μου έχουμε λυμπούρους και κατσαρίδες.». Όταν πήγε να κλείσει την πόρτα, τον άκουσε που την αποκάλεσε «ξιμαρισιά και πουτάνα». Τότε άνοιξε την πόρτα για να τον ρωτήσει γιατί της μιλά έτσι κι εκείνος την απείλησε ότι αν ρίξει κάτω τα σκουπίδια θα «την κάνει μαύρη στο ξύλο». Τότε εκείνη έριξε τη τσάντα κάτω στο έδαφος κι έκλεισε την πόρτα της. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου δεν πρόσεξε να υπάρχει άλλος στο μέρος και η ίδια σε καμία περίπτωση δεν τον έβρισε ή τον απείλησε. Στη μαρτυρία της εκτός από το να υιοθετήσει την κατάθεσή της, ανέφερε ότι τράβηξε πολλά από τον Κατηγορούμενο. Κι η ίδια κατηγορήθηκε για εξύβριση και το παραδέχθηκε. Πάντα ένιωθε ότι δεν την ήθελε ως ενοικιάστρια ο Κατηγορούμενος ο οποίος έχει διάφορα δικά του προβλήματα. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν υπήρχε άλλο πρόσωπο στο χώρο. Όταν την ύβρισε ο Κατηγορούμενος εκείνη θύμωσε. Σήκωσε τα σκουπίδια για να δει αν έσταζαν. Η ίδια ένιωσε απειλή αλλά έριξε τα σκουπίδια, γιατί ήθελε να αντισταθεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Πολλές φορές παραβίασε το σπίτι της ο Κατηγορούμενος και μπήκε στα δωμάτια και πέταξε πράγματα κάτω. Ποτέ δεν είπε η ίδια ότι της ανέφερε ο Κατηγορούμενος Δεν υπήρχε μεγάλη απόσταση μεταξύ εκείνης και του Κατηγορούμενου. Επανεξεταζόμενη, ανέφερε ότι η ίδια ήταν μέσα στο σπίτι της και ο Κατηγορούμενος έξω στην αυλή του όταν την ύβρισε. Στεκόταν κάτω από εκείνην . O Κατηγορούμενος έδωσε ο ίδιος μαρτυρία. Υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής Δήλωσης (Τεκμήριο 5). Σε αυτήν αναφέρει ότι είχε ενοικιάσει κατοικία στην παραπονούμενη περί το 2014 στον 1ο όροφο του κτιρίου, στο οποίο ο ίδιος διέμενε στον 1ο όροφο. Ενώ στην αρχή οι σχέσεις τους ήταν ομαλές, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα με την πληρωμή των ενοικίων και προβλήματα για τους χώρους στάθμευσης. Η συμπεριφορά της παραπονούμενης απέναντι στον ίδιο και σε άλλους ενοίκους του κτιρίου ήταν απαράδεκτη. Πολλές φορές όταν την προσέγγιζε για πληρωμές ενοικίων ή όταν συζητούσαν κάποιο άλλο πρόβλημα εκείνη γινόταν επιθετική κι έβριζε σε σημείο που αναγκάστηκε να την καταγγείλει για εξύβριση στην Αστυνομία. Την άνοιξη του 2017, η παραπονούμενη άρχισε να τον ενοχλεί ότι στην οικία που ενοικίαζε από εκείνον εντόπιζε κατσαρίδες και μυρμήγκια. Κάθε φορά που την ενημέρωνε ότι τέτοιο πρόβλημα δεν υπήρχε ούτε στη δική του ή σε άλλη οικία που ενοικίαζε και την παρακινούσε να λάβει μέτρα εντός της οικίας της. Τη Δευτέρα 5/6/17 το απόγευμα, επέστρεψε σπίτι μετά από 2ήμερη απουσία και διαπίστωσε ότι υπήρχαν υγρά στο πάτωμα της βεράντας του, η οποία βρισκόταν κάτω από το μπαλκόνι της οικίας της παραπονούμενης. Κοιτάζοντας για να δει από που προέρχονταν τα υγρά, διαπίστωσε ότι μύριζαν άσχημα και προέρχονταν από το μπαλκόνι της παραπονούμενης. Κοιτάζοντας πιο προσεκτικά διαπίστωσε ότι ήταν υγρά από σακούλα σκουπιδιών που άδειασε η παραπονούμενη στην άκρη του μπαλκονιού. Τότε της τηλεφώνησε και της είπε για να βγει στο μπαλκόνι της κουζίνας της για να της μιλήσει και όταν αυτό έγινε , της είπε ότι δεν είναι δυνατόν να παραπονιέται ότι υπάρχουν έντομα και να αφήνει εκτεθειμένα σκουπίδια μέσα στη ζέστη. Της υπέδειξε ότι αυτός ήταν πιθανότατα ο λόγος που μόνο στη δική της οικία υπήρχαν κατσαρίδες και μυρμήγκια και ότι ήταν απαράδεκτο να τα αφήνει έτσι εκτεθειμένα να στάζουν και στη δική του βεράντα. Τότε η παραπονούμενη τον ρώτησε αν την αποκαλούσε ξιμαρισμένη κ.α. Της απάντησε ότι δεν είπε κάτι τέτοιο αλλά εκείνη το είπε και ότι το μόνο που εκείνος είπε ήταν να μαζέψει τα σκουπίδια και να καθαρίζει το μπαλκόνι της για να μην του λερώνει τη βεράντα του. Τότε η παραπονούμενη άρχισε να του φωνάζει ότι την αποκαλεί ξιμαρισμένη, να τον βρίζει με χυδαίο τρόπο, του είπε ότι θα του δείξει τι θα πει ξιμαρισμένη, άρπαξε τη σακούλα σκουπιδιών και την πέταξε στη βεράντα του. Ο ίδιος της απάντησε ότι δεν θα διορθωθεί ποτέ και ότι θα λάβει τα μέτρα του και μπήκε σπίτι. Εκείνη την ώρα είχε πρόθεση να πάει στην Αστυνομία και να την ξανακαταγγείλει για εξύβριση, όταν ηρέμησε όμως, σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε νόημα αν εντείνει τις ήδη τεταμένες σχέσεις που είχε μαζί της, το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να προσπαθήσει να περάσει όσο πιο ήρεμα γινόταν ο καιρός μέχρι να λήξει το συμβόλαιο ενοικίασης της και να φύγει αφού δεν είχε κανένα σκοπό να της ανανεώσει το συμβόλαιο, όπως κι έγινε. Έτσι απλώς καθάρισε τη βεράντα του και δεν ασχολήθηκε ξανά με το θέμα μέχρι που τον κάλεσαν από τον αστυνομικό σταθμό για να δώσει κατάθεση σχετικά με το παράπονο που υπέβαλε η Κατηγορούμενη. Ο ίδιος πιστεύει ότι η παραπονούμενη φοβήθηκε ότι θα της έκανε ξανά καταγγελία και γι' αυτό προσπάθησε να προλάβει, καταγγέλλοντάς τον για πράγματα που δεν έγιναν. Παρά ταύτα, όταν πήγε για να καταθέσει στον αστυνομικό σταθμό ήταν τόσο απογοητευμένος και κουρασμένος, που ένιωθε ότι δεν είχε νόημα να έκανε και ο ίδιος καταγγελία για τις ύβρεις εναντίον του και το μόνο που ήθελε ήταν να λήξει το Συμβόλαιό της και να φύγει όσο πιο ήρεμα γινόταν. Αυτά συνέβηκαν το απόγευμα της 5/6/17. Ούτε έβρισε ούτε απείλησε την παραπονούμενη με κανένα τρόπο εκείνη την ημέρα. Το μόνο που έκανε ήταν να της κάνει παρατήρηση για τα σκουπίδια. Όσον αφορά το χώρο όπου έλαβε χώρα το συμβάν, ήταν ιδιόκτητος χώρος όπου στεγάζονταν οι οικίες όπου διέμεναν τότε εκείνος και η παραπονούμενη. Όλη η συνομιλία έγινε ενώ η παραπονούμενη στεκόταν στο μπαλκόνι της στον πρώτο όροφο και ο ίδιος στη βεράντα του στο ισόγειο. Από το σημείο που έγιναν, ο πλησιέστερος δημόσιος χώρος, είναι ο δρόμος που περνά μπροστά από το κτίριο, ο οποίος, ως ο ίδιος υπολογίζει είναι 20 μέτρα από το σημείο όπου έλαβαν χώρα τα πιο πάνω. Η απόσταση είναι τέτοια που δεν θεωρεί ότι θα ήταν δυνατόν κάποιος που μπορεί να βρισκόταν στο δρόμο να ακούσει τα όσα λέχθηκαν εκείνη την ημέρα μεταξύ εκείνου και της παραπονούμενης, παρά το ότι η παραπονούμενη ύψωσε τους τόνους αρκετές φορές. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν έγινε το συμβάν ο ίδιος ήταν κάτω από τη βεράντα της παραπονούμενης, Δεν υπήρχε αυλή μπροστά, υπήρχε είσοδος για τα αυτοκίνητα και μετά είσοδος για τις κατοικίες. Η απόσταση από το δρόμο είναι 30-40 μέτρα. Οι σχέσεις τους αρχικά ήταν καλές με την παραπονούμενη και το ενοίκιο πληρωνόταν από το ΕΕΕ και όταν δεν της εγκρίθηκαν όλα τα λεφτά κι έπρεπε να πληρώνει κι εκείνη από την τσέπη της, τότε ξεκίνησαν τα προβλήματα. Επέμενε ότι δεν εξύβρισε την παραπονούμενη και ότι η καταγγελία ήταν εκδικητική γιατί της είχε πει ότι θα την κατήγγελλε στο παρελθόν όταν τον ξαναέβρισε και τότε τον κατήγγειλε για να προφτάσει. Διαφώνησε ότι απείλησε την παραπονούμενη και επανέλαβε ότι περίμενε να τελειώσει η ενοικίαση. Η απόσταση μεταξύ εκείνου και παραπονούμενης ήταν δύο μέτρα. Δεν δέχθηκε ότι η απόσταση από το δρόμο ήταν λιγότερη από είκοσι μέτρα. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι «..η μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, αξιολογείται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας προσέγγισης και όχι κατά τρόπο μικροσκοπικό ή αποσπασματικό που να έτεινε να εκτρέψει την αξιολόγηση από την ορθή της διάσταση» (Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 215/2012 6/4/2015). Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του; στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος τους, τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα των απαντήσεών τους, το περιεχόμενό αυτών και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών. Ο Μ.Κ.
- θεωρώ ότι είπε γενικά την αλήθεια σε σχέση με τις ανακριτικές του ενέργειες. Ήταν όμως κάθετος, σε βαθμό που δεν δικαιολογείται να ήταν σε 2 σημεία: 1) Δεν έδωσε την αναγκαία σχετική εξειδίκευση, πέραν μίας γενικής αναφοράς, αιτιολόγηση ως προς το ότι η Κατηγορούμενη ένιωσε φοβισμένη μετά που ο Κατηγορούμενος κατ' αυτήν της είπε ότι εάν έριχνε κάτω τα σκουπίδια θα την έκανε "μαύρη στο ξύλο" και 2) Ισχυρίστηκε ότι μπορούσε άλλο πρόσωπο να ακούσει τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος στην παραπονούμενη, σε δημόσιο δρόμο, ενώ όπως ανέφερε δεν μπορούσε ο ίδιος να προσδιορίσει τη σχετική απόσταση από τον κοντινότερο δημόσιο δρόμο. Επί αυτών των 2 σημείων, που δεν αποτελούσαν γνώση του, αλλά μη επαρκώς δικαιολογηθείσα πεποίθησή του, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του. Ως προς τα υπόλοιπα όμως, δηλαδή, όπως ανέφερα λίγο πιο πάνω, τις ανακριτικές του ενέργειες, ουσιαστικά δεν έτυχαν αμφισβήτησης και μπορεί να γίνει πιστευτός. Η παραπονούμενη Μ.Κ.2 δεν με έπεισε για την αλήθεια κάποιων ισχυρισμών της, αλλά για τους λόγους που εξηγώ, κρίνω ότι ως προς τα ουσιώδη γεγονότα των 2 Κατηγοριών είπε την αλήθεια, αξιολογώντας σφαιρικά τη μαρτυρία της σε συνδυασμό με αυτήν του Κατηγορούμενου,- ο οποίος ως θα αναπτυχθεί λίγο πιο κάτω, θεωρώ ότι δεν ήταν ειλικρινής-. Κατ' αρχήν, όσο και εάν ήταν έντονη η πικρία που έδειξε ότι ένιωθε απέναντι στον Κατηγορούμενο, είχε λογική συνοχή η εκδοχή της ως προς τα πλείστα από τα γεγονότα που αφορούν στις 2 Κατηγορίες. Ως προς το εάν έτυχε εξύβρισης με τις φράσεις που της αποδόθηκαν, δεν προέκυψε από την αντεξέτασή της κάποια ιδιαίτερη αντίφαση. Ούτε της υποβλήθηκε ότι ήταν εκείνη η οποία εξύβρισε τον παραπονούμενο, όπως εκείνος ισχυρίστηκε όταν έδωσε ο ίδιος μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ίδια η Κατηγορούμενη μάλιστα παραδέχτηκε -και μάλιστα το έπραξε κι ενώπιον Δικαστηρίου σε άλλη ποινική υπόθεση, όπως ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε επί αυτού- ότι σε άλλη περίπτωση είχε εξυβρίσει η ίδια τον Κατηγορούμενο. Το κλίμα μεταξύ των δύο ήταν ήδη τοξικό - για τους όποιους λόγους που μπορεί να διαφέρουν ως προβλήθηκαν από έκαστο μέρος και δεν είναι της παρούσης να τύχουν εξέτασης, αλλά δεν αποκλίνουν τα μέρη ως προς αυτή την κοινή συνισταμένη- ο Κατηγορούμενος της υπέβαλε ένα παράπονο, αυτή τον αγνόησε προχωρώντας στο να κλείσει την πόρτα της κι εκείνος την εξύβρισε. Προκύπτει λογικά η εν λόγω σειρά των γεγονότων, ως τα ισχυρίστηκε η παραπονούμενη. Όσον αφορά το εάν της είπε ο Κατηγορούμενος ότι εάν έριχνε τα σκουπίδια κάτω, θα την έκανε «μαύρη στο ξύλο» και πάλι προκύπτει λογικά -χωρίς βεβαίως το «λογικά» να ισοδυναμεί με «δικαιολογημένα»- από τις ήδη τεταμένες σχέσεις τους και το τοξικό κλίμα μεταξύ τους, ότι έλαβε χώρα όταν η ίδια σήκωσε τα σκουπίδια για να τα ρίξει κάτω και μετά που ο Κατηγορούμενος την εξύβρισε. Από τα όσα ανέφερε επί αυτού ενώπιόν μου, έχω πειστεί ότι ήταν ειλικρινής σε αυτό το σημείο η Κατηγορούμενη. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως, ότι εσκεμμένα δεν είπε την αλήθεια ως προς το ότι σήκωσε δήθεν τα σκουπίδια για να δει αν έσταζαν. Ήταν έκδηλη η αναλήθειά της: επέλεξε πριν να αγνοήσει τον Κατηγορούμενο όταν της υπέβαλε παράπονο για τα σκουπίδια -κλείνοντας την πόρτα κι ακούγοντάς τον τότε να την εξυβρίζει-, άρα δεν μπορεί να ευαισθητοποιήθηκε για τα σκουπίδια για να δει αν έσταζαν, μετά και που εξυβρίστηκε. Προκύπτει λογικά ότι τα σήκωσε -και προφανώς υπήρχε διαφορά στην κίνηση από το να τα σήκωνε για να δει αν υπήρχαν ζουμιά από κάτω- για να τα ρίξει κάτω προς τον Κατηγορούμενο. Ακολούθησε η συγκεκριμένη απειλή βιαιοπραγίας εναντίον της από τον Κατηγορούμενο. Στην κατάθεσή της δε, Τεκμήριο 4, καμία αναφορά δεν έκανε στο ότι σήκωσε τα σκουπίδια. Δεν με έπεισε η παραπονούμενη ότι ένιωσε κάποιο φόβο μετά από την εν λόγω φράση του Κατηγορούμενου. Ήταν κατ' αρχήν κάπως συγκεχυμένες οι εξηγήσεις της επί αυτού, αφού ανέφερε ότι ένιωσε απειλή γιατί της είχε «κάνει πολλά άλλα» και είχε εισέλθει και στο διαμέρισμά όπου ενοικίαζε εκείνη ο Κατηγορούμενος, παραβίασε τις πόρτες των δωματίων κλπ και «ότι με τον τρόπο του με απείλησε και με απειλά και γενικά έτσι ήταν η συμπεριφορά του». Επίσης, αν και η ίδια παρουσίασε το να ρίξει σκουπίδια στην αυλή του Κατηγορούμενου ως «πράξη αντίστασης» («Έτσι αντιδρώ. Θα τον αφήσω να με χτυπήσει; Δεν πρέπει να αντισταθώ, να υπερασπιστώ τον εαυτό μου;»), η εν λόγω κίνηση αμέσως μετά τη φράση του Κατηγορούμενου, δηλαδή η συγκεκριμένη αντίδραση της παραπονούμενης να ρίξει τα σκουπίδια, εγείρει σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον ένιωσε κάποιο φόβο, τρόμο ή ανησυχία. Ούτε υπάρχει τέτοια αναφορά στην κατάθεσή της Τεκμήριο
- Η δική μου εντύπωση, από την ένταση στη μαρτυρία της, ήταν ότι μάλλον ένιωθε απέχθεια, πικρία, αγανάκτιση, αδικία έστω από τον Κατηγορούμενο εναντίον της για τους όποιους λόγους που ανάγονταν σε διαφορές από την ενοικιαστική σχέση τους και για το ότι εξυβρίστηκε προηγουμένως, αλλά δεν με έπεισε όμως ότι ένιωσε τρόμο ή ένιωσε ανησυχία. Δεν παραγνωρίζω εδώ ότι υπήρξε και μία γενικόλογη αναφορά του Μ.Κ.
- ότι είχε την εντύπωση ότι σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν φοβισμένη η παραπονούμενη από την αρχική παρουσία της στο σταθμό και την όλη συμπεριφορά της, αλλά όπως πιο πάνω προανέφερα, δεν θα βασιστώ στη μαρτυρία του επί αυτού του θέματος. Ο Κατηγορούμενος από την άλλη, δεν με έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής του. Συγκεκριμένα:
- Δεν με έπεισε ότι εκείνη την ημέρα, ήταν η παραπονούμενη που τον εξύβρισε. Δεν είναι δυνατόν, ο Κατηγορούμενος, ενώ είχε υποβάλει στο παρελθόν καταγγελία εναντίον της παραπονούμενης για εξύβριση, σε στιγμή που του είχε πετάξει σκουπίδια, ως και η ίδια παραδέχεται και τον εξύβρισε ως ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά κι είχε υποβάλει εναντίον του αστήρικτη καταγγελία ως ο ίδιος και πάλιν ισχυρίζεται, ότι θα επέλεγε να μην την καταγγείλει για το ότι τον εξύβρισε.
- Δεν με έπεισε επίσης η -συνυφασμένη με τον ισχυρισμό του ότι έτυχε εξύβρισης- εκδοχή του ότι η παραπονούμενη τον κατήγγειλε στην Αστυνομία για να προλάβει δική του καταγγελία ότι την εξύβρισε. Κατά την αντεξέταση μάλιστα της παραπονούμενης, της υποβλήθηκε κάτι διαφορετικό: ότι τον κατήγγειλε γιατί υπήρχαν προηγούμενα μεταξύ τους. Υπάρχει δηλαδή αντίθεση στη γραμμή που προβλήθηκε κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης και στο τι ισχυρίστηκε δίνοντας μαρτυρία ο Κατηγορούμενος και αυτό πλήττει την αξιοπιστία του.
- Δεν με έπεισε ότι ήταν η ίδια η παραπονούμενη που τον ρώτησε αν την αποκαλούσε «ξιμαρισιά», παρά το ότι το ανέφερε στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, αφού αυτό δεν υποβλήθηκε σε εκείνην. Σε συνδυασμό με τις δικές του μη αληθείς πιο πάνω προβληθείσες εκδοχές, κρίνω ότι ούτε αυτός του ο ισχυρισμός ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τα πιο πάνω 1.-3., κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ειλικρινής ως προς το πλείστο μέρος της μαρτυρίας του. Όμως, θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής και ότι δεν κλονίστηκε το αξιόπιστο του ισχυρισμού του ότι υπήρχε απόσταση τριάντα μέτρων από τον κοντινότερο δημόσιο δρόμο. Ούτε δε έγινε αναφορά σε οιοδήποτε πρόσωπο που να άκουσε τη στιχομυθία. Επί της απόστασης λοιπόν από το δημόσιο δρόμο, γίνεται πιστευτός ο Κατηγορούμενος. Προβαίνω, με βάση τη μαρτυρία που έχω κρίνει πιο πάνω ως αξιόπιστη, στα ακόλουθα ευρήματα: - Στα πλαίσια διαφοράς γειτόνων και ενοικιαστή - ιδιοκτήτη, στα πλαίσια ενός ήδη τεταμένου και τοξικού μεταξύ τους ιστορικού, ο Κατηγορούμενος, στο συγκρότημα κατοικιών τους, στις 5/6/17 εξύβρισε την παραπονούμενη με τις λέξεις «πουτάνα» και «ξιμαρισιά» (βρωμιά), έξω από την πόρτα του κι ενώ εκείνη έκλεινε την πόρτα του διαμερίσματος όπου διέμενε όταν της παραπονέθηκε ότι τα σκουπίδια της έσταζαν και ήταν εστία εντόμων. - Η απόστασή τους ήταν λίγα μέτρα (τους χώριζε ένας όροφος). Η απόσταση από τον κοντινότερο δημόσιο δρόμο ήταν περί τα 30 μέτρα - Η παραπονούμενη ως αντίδραση στην εξύβριση σήκωσε τα σκουπίδια της για να τα ρίξει στην αυλή του Κατηγορούμενου - Ο Κατηγορούμενος την απείλησε ότι θα χειροδικήσει εναντίον της («θα την έκανε μαύρη στο ξύλο») εάν έριχνε κάτω τα σκουπίδια. - Η παραπονούμενη, απτόητη από την προηγούμενη φράση του Κατηγορούμενου, έριξε τα σκουπίδια και προχώρησε μετά σε καταγγελία εναντίον του στην Αστυνομία Νομική Πτυχή - Κατάληξη Σε σχέση με το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, στην Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δήμος Δήμου, Αρ. Υπόθεσης: 1001/13, 19/11/2015, ο συνάδελφος Τιμοθέου Φ., τότε Ε.Δ., σήμερα Α.Ε.Δ. ανέφερε τα ακόλουθα: «Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης προβλέπεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον,
- Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση,
- Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, το οποίο ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 και Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362). Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act, 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει. Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Επιπρόσθετα στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβρισηνα αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δε θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία.» Όσον αφορά την Πρώτη Κατηγορία, θεωρώ ότι δεν έλαβαν χώρα τα γεγονότα σε δημόσιο χώρο. Συνεπώς, με δεδομένο ότι δεν στοιχειοθετήθηκε ότι οι όποιες αναφορές του Κατηγορούμενου έλαβαν χώρα σε δημόσιο χώρο και με δεδομένο ότι δεν υπήρξε μαρτυρία ότι στην απόσταση των 30 μέτρων από τον κοντινότερο δημόσιο δρόμο μπορούσε να ακουστεί ο Κατηγορούμενος από τρίτο πρόσωπο, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Έρχομαι στη Δεύτερη Κατηγορία, αυτήν της απειλής. Το αδίκημα του άρθρου 91(Α) του Π.Κ., Κεφ. 154 ανέλυσε σε απόφασή της η συνάδελφος Ε. Δημητρίου, Παναγή, Ε.Δ., η οποία ανέφερε τα ακόλουθα στα πλαίσια της Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10160/15, 13/1/2020: « Το αδίκημα της απειλής συμφώνως των κατηγοριών 5η και 6η εδράζεται στο άρθρο 91Α του Κεφ.154. «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να υπάρχει απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C).). Mε βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, θεωρώ ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα." Συμφωνώ με την πιο πάνω ανάλυση της συναδέλφου. Επί του προκειμένου, στα γεγονότα της παρούσας, ακόμα κι εάν η φυσική σημασία των λέξεων ήταν τέτοια που ήταν απειλητικη (που όντως ήταν) και ακόμη κι αν εννοούσε ο Κατηγορούμενος αυτό που είπε -και άρα να μην ήταν κενή η απειλή που εκστομίστηκε- θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να στοιχειοθετηθεί και το ότι προκλήθηκε τρόμος ή ανησυχία στην παραπονούμενη, κάτι που από τη συμπεριφορά της, ως πιο πάνω προανέφερα, δεν διαφάνηκε. Η απειλητική έννοια των φράσεων που λέγονται δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απειλής (91 (Α) Π.Κ., Κεφ. 154), εάν το πρόσωπο προς το οποίο αυτή απευθύνθηκε δεν ένιωσε τρόμο ή ανησυχία. Συνεπώς και οι 2 Κατηγορίες εναντίον του Κατηγορούμενου, δεν έχουν αποδειχθεί. Η πρώτη γιατί δεν αποδείχθηκε ο δημόσιος χαρακτήρας της εξύβρισης και η δεύτερη γιατί δεν αποδείχθηκε η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στην παραπονούμενη. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις Κατηγορίες 1 και 2. ............... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο