Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ι. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10645/21, 16/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B255 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10645/21 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον
- [ ] Ι.
- [ ] Ι.
- [ ] Ι.
- [ ] Σ.
- [ ] Μ. Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 16/11/21 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους Για τους Κατηγορούμενους: κ. Μάτσας ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Κατηγορούνται μεταξύ άλλων οι Κατηγορούμενοι για τα ακόλουθα αδικήματα:
- Πέμπτη Κατηγορία: Δημόσια βλάβη, άρθρο 115 Π.Κ. Η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι τον Ιούνιο 2016 στη Λεμεσό έδωσε ψευδή κατάθεση ότι κάποιο πρόσωπο την βίασε.
- Έκτη Κατηγορία: Παροχή συμβουλής για διάπραξη αδικήματος, άρθρο 115 Π.Κ. Οι Κατηγορούμενο 2-5 παρείχαν συμβουλή στην Κ.1 για να καταθέσει ψευδώς ότι πρόσωπο την βίασε.
- Ένατη Κατηγορία: Δημόσια βλάβη, άρθρο 115 Π.Κ. Η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι τον Ιούνιο 2016 στη Λεμεσό έδωσε ψευδή κατάθεση ότι κάποιο πρόσωπο της επιτέθηκε
- Δέκατη Κατηγορία: Παροχή συμβουλής για διάπραξη αδικήματος, άρθρο 115 Π.Κ. Οι Κατηγορούμενο 2-5 παρείχαν συμβουλή στην Κ.1 για να καταθέσει ψευδώς ότι πρόσωπο της επιτέθηκε. Τα φερόμενα αδικήματα έλαβαν χώρα το 2016, ενώ το Κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 4/6/
- Στις 20/10/21 ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων ήγειρε ζήτημα ότι στο άρθρο 88 του Κεφ. 155 προβλέπεται ότι ένα αδίκημα παραγράφεται μετά από 12 μήνες από τη διάπραξή του, όταν προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι 1 έτος και τα ισχυριζόμενα αδικήματα βάσει του Κατηγορητηρίου διαπράχθηκαν τον Ιούνιο του
- Κατά τον κ. Μάτσα, το Κατηγορητήριο καταχωρήθηκε καταχρηστικά με βάση τη μαρτυρία ενός μόνο μάρτυρα, εναντίον του οποίου δεν καταχωρήθηκε κατηγορητήριο και υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας από συγκεκριμένο άτομο. Δεν θα δεχθώ τη θέση του κ. Μάτσα περί παραγραφής των αδικημάτων που αναφέρονται στις Κατηγορίες 5,6,9 και
- Σύμφωνα με την απόφαση της κας Πούγιουρου Δικαστή Α.Δ., η οποία αφορούσε απόρριψη άδειας καταχώρησης κατηγορητηρίου (της οποίας και παραθέτω εκτενές απόσπασμα) στην Ποινική Αίτηση 23/19 Μονομερή Αίτηση εκ μέρους του Δήμου Αγλαντζιάς ημερ. 30/9/19- αν και εκείνη αφορούσε διαφορετικά αδικήματα και δη τροχαία αδικήματα στα όρια του Δήμου Αγλαντζιάς και αν και στην παρούσα υπόθεση έχει ήδη δοθεί σχετική άδεια καταχώρησης Κατηγορητηρίου, δεν θεωρώ ότι υπάρχει κάποιος λόγος να ιδωθεί διαφορετικά η παρούσα περίπτωση-,: « Κοινή συνισταμένη των αδικημάτων που αφορούν στα υπό έφεση κατηγορητήρια είναι το άρθρο 72 των πιο πάνω Κανονισμών που προνοεί τα εξής: «
- Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών ή οιουδήποτε όρον αδείας χορηγηθείσης αυτώ δυνάμει οιουδήποοτε των παρόντων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή εις χρηματική ποινή μέχρι χιλίων λιρών [€1.708] ή εις αμφοτέρας τα ποινάς ταύτας» Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το άρθρο 88 του ΚΕΦ. 155, όπως ίσχυε κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων για σκοπούς καλύτερης κατανόησης: «
- Εκτός όπου ειδικά επιτρέπεται μεγαλύτερος χρόνος από οποιοδήποτε Νόμο που ισχύει εκάστοτε, καμιά κατηγορία δεν δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα για το οποίο η ποινή δεν υπερβαίνει φυλάκιση τριών μηνών ή πρόστιμο εκατόν είκοσι πέντε λιρών ή και τις δύο αυτές ποινές, εκτός αν η κατηγορία προσαφθεί εντός περιόδου έξι μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος.» Παραθέτω επίσης και το νέο άρθρο 88 που εισήχθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 129(Ι) /2019 σε αντικατάσταση του πιο πάνω: "Παραγραφή κατηγοριών σε συνοπτικές δίκες σε ορισμένες περιπτώσεις
- Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου με τις οποίες καθορίζεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εντός του οποίου δύναται να προσαφθεί κατηγορία για ποινικό αδίκημα, καμιά κατηγορία δε δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα για το οποίο δύναται να επιβληθεί - (α) Ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα τέσσερα ευρώ (€854) ή/και οι δύο αυτές ποινές μετά την πάροδο έξι
(6)μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος, (β) ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα
(12)μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια οκτώ ευρώ (€1.708) ή/και οι δύο αυτές ποινές μετά την πάροδο δώδεκα
(12)μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος." Σημειώνεται ότι με το Νόμο 129(Ι)/2018 για πρώτη φορά τέθηκε χρονικός περιορισμός για πρόσαψη κατηγοριών για αδικήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης άνω των 3 μηνών και κάτω των 12 καθώς και χρηματική ποινή μέχρι €1708. Το ερώτημα που έκρινε ο Δικαστής ότι έχρηζε απάντησης για σκοπούς καταχώρησης των κατηγορητηρίων ήταν κατά πόσο ο τροποποιητικός Νόμος ήταν νόμος διαδικασίας οπότε έχει αναδρομική ισχύ και συνεπώς καλύπτει και τα υπό κρίση αδικήματα ή είναι ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόζεται αναδρομικά. Σημειώνεται ότι στο Νόμο 129(Ι)/2018 δεν έγινε καμιά πρόνοια ή ρύθμιση ως προς τα αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν τη δημοσίευση του. Ούτε επίσης περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη στο Νόμο. Κατά την αγόρευση του προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης ο δικηγόρος του Δήμου Αγλαντζιάς, με αναφορά σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι ο Νόμος 129(Ι)/2018 είναι ουσιαστικής φύσης και όχι διαδικασίας, όπως έκρινε ο Επαρχιακός Δικαστής, και ως τέτοιας φύσης δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο της αναδρομικότητας. Στην υπόθεση Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1670, αναφέρθηκαν τα εξής ως προς την αναδρομικότητα των Νόμων: «Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά (Δέστε: Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 44, παραγ. 921 και 922). Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια (Δέστε: Halsbury' s, ανωτέρω, παραγ. 924). Στην προκείμενη περίπτωση ο νόμος δεν αφορά σε ζητήματα διαδικαστικά ή αποδείξεως και δεν είναι δηλωτικός και ως εκ τούτου ισχύει το γενικό τεκμήριο της μη αναδρομικότητος, το οποίο δεν ανατράπηκε εφόσον ο νομοθέτης δεν προέβη σε οποιαδήποτε ρητή ή και εξυπακουόμενη πρόνοια περί αναδρομικότητος. Η αναφορά του Νομοθέτη σε χρήματα που πληρώθηκαν πριν τη θέσπιση του Νόμου δεν ανατρέπει το τεκμήριο της μη αναδρομικότητας ως προς την υποβολή της αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο Χ.Α.Κ.. Κατά συνέπεια συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο και με την εφεσίβλητη εταιρεία ότι ορθά ερμηνεύθηκε το Άρθρο 3
(3)του προαναφερόμενου νόμου ως μη παρέχον δικαίωμα επιστροφής των χρημάτων στον επενδυτή-εφεσείοντα στην παρούσα υπόθεση όπου η αίτηση για εγγραφή στο Χ.Α.Κ. υποβλήθηκε, από την εφεσίβλητη, πριν τη θέσπιση του σχετικού νόμου. Νομοθετική πρόνοια που καθορίζει προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ληφθεί δικαστικό μέτρο μετά την παρέλευση της οποίας εμποδίζεται η διεκδίκηση δικαιώματος, είναι ουσιαστικής φύσης. Σχετική είναι η υπόθεση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Evropaiki Dynamiki Proigmena Systimata Tilepikoinonion Pliroforikis kai Tilematikis AE v. European Commission C469/11, απόφαση, ημερ. 8/11/2012, παραγρ. 52, όπου αποφασίστηκαν τα εξής: «In contrast to procedural time-limits, the limitation period in question, by resulting in the extinction of the legal action, is a matter of substantive law since it affects the enforceability of a subjective right which the person concerned can no longer effectively assert before the courts».» Στην παρούσα περίπτωση επαναλαμβάνω ότι ο νομοθέτης δεν προνόησε ως προς το κατά πόσο ο τροποποιητικός Νόμος εφαρμόζεται και σε αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν τη δημοσίευση του. Είναι φανερό ότι ενόψει της μη ύπαρξης προηγουμένως πρόνοιας στο Νόμο για παραγραφή των αδικημάτων για τα οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μηνών ή και πρόστιμο μέχρι €1.708, τυχόν αναδρομικότητα του τροποποιητικού Νόμου θα είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση αδικίας στο Δήμο Αγλαντζιάς, εφόσον δεν του δόθηκε κανένα χρονικό περιθώριο για καταχώρηση των υποθέσεων που αφορούσαν σε αδικήματα τα οποία είτε είχαν ήδη παραγραφεί όπως στις υποθέσεις 17818/19, 17819/19, 17820/19, 17824/19, 17825/19, 17826/19 και 17827/19 κατά τη δημοσίευση του Νόμου ενώ για τις υπόλοιπες του δινόταν ένα μικρό περιθώριο από ½ μήνα μέχρι 1 ½ μήνα για την καταχώρηση τους. Συνεπώς το κριτήριο για την αναδρομικότητα ή όχι του Νόμου δεν είναι μόνο κατά πόσο είναι δικονομικής ή ουσιαστικής φύσης, όπως θεώρησε ο Επαρχιακός Δικαστής, αλλά θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες. Σύμφωνα με την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση L' Office Chefifien des Phosphates and Another Respondents v. Yamashita - Shinnihon Steamship Co. Ltd
(1994)1 A.C. 486, για να αποφασιστεί κατά πόσο ένας νόμος έχει αναδρομική ισχύ θα πρέπει να εξακριβωθεί ο ακριβής σκοπός του νομοθέτη που επιθυμούσε να επιτύχει. Στην απόφαση αυτή υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την απόφαση στην Secretary of State for Social Security v. Tunnicliffe
(1991)2 All E.R. 712: «In my judgment the true principle is that Parliament is presumed not to have intended to alter the law applicable to past events and transactions in a manner which is unfair to those concerned in them, unless a contrary intention appears. It is not simply a question of classifying an enactment as retrospective or not retrospective. Rather it may well be a matter of degree - the greater the unfairness, the more it is to be expected that Parliament will make it clear if that is intended." Precisely how the single question of fairness will be answered in respect of a particular statute will depend on the interaction of several factors, each of them capable of varying from case to case. Thus, the degree to which the statute has retrospective effect is not a constant. Nor is the value of the rights which the statute affects, or the extent to which that value is diminished or extinguished by the retrospective effect of the statute. Again, the unfairness of adversely affecting the rights, and hence the degree of unlikelihood that this is what Parliament intended, will vary from case to case. So also will the clarity of the language used by Parliament, and the light shed on it by consideration of the circumstances in which the legislation was enacted. All these factors must be weighed together to provide a direct answer to the question whether the consequences of reading the statute with the suggested degree of retrospectivity are so unfair that the words used by Parliament cannot have been intended to mean what they might appear to say.» Ανατρέχοντας στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού νομοσχεδίου διαφαίνεται καθαρά ότι η ανάγκη τροποποίησης του άρθρου 88 του ΚΕΦ. 155 προέκυψε από την αύξηση της προβλεπόμενης χρηματικής ποινής δυνάμει των διατάξεων του περί Αυξήσεως των Χρηματικών Ποινών Νόμου (Ν. 166/1987), όπου το παλιό άρθρο 88 δεν τύγχανε εφαρμογής, καθώς και την διεύρυνση των αδικημάτων για τα οποία θα ισχύει η παραγραφή που θεωρούνται επίσης ήσσονος σημασίας. Δεν αφορούσε συνεπώς σε ρύθμιση των αδικημάτων που διαπράχθηκαν πριν τη θέσπιση του Νόμου, κατά τρόπο που θα προκαλούσε αδικία στους πολίτες.» Στην παρούσα υπόθεση, ως προανέφερα, έχει εγκριθεί η καταχώρηση του Κατηγορητηρίου. Εγείρεται ουσιαστικά ζήτημα παραγραφής σε συνάρτηση και με καταχρηστικότητα. Εφόσον η συγκεκριμένη τροποποίηση του άρθρου 88 του Κεφ. 155 σε σχέση με την παραγραφή συνιστά ουσιαστική και όχι δικονομική πρόνοια, εφόσον ο νομοθέτης δεν πρόβλεψε αναδρομικότητα της εν λόγω τροποποίησης ώστε αυτή να καλύπτει αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν τη δημοσίευσή του κι εφόσον δεν έχω κάποιο στέρεο υπόβαθρο που να καθιστά απορριπτέες τις Κατηγορίες σε αυτό το στάδιο λόγω καταχρηστικότητας, η προδικαστική ένσταση περί παραγραφής απορρίπτεται. Όσον αφορά δε τα υπόλοιπα ζητήματα περί καταχρηστικότητας που ο κ. Μάτσας ανέπτυξε, άνευ άλλου στοιχείου, εφόσον μάλιστα το Κατηγορητήριο έχει καταχωρηθεί με άδεια του Δικαστηρίου και χωρίς να έχω ακούσει οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία και να έχω κάποιο συγκεκριμένο υπόβαθρο, δεν μπορώ να προβώ σε διαπίστωση καταχρηστικότητας σε αυτό το στάδιο. ............ Ξενής Ξενοφώντος, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο