Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:7191/18, 3/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:7191/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν xxxxxxx ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 03/02/21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Χατζηλοίζου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. (1η κατηγορία) 2. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5), 38 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία). Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2,8,
(1), 49
(1)(α) και 54 του Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμου 94(Ι)/2001 όπως έχει τροποποιηθεί (3η κατηγορία). Χρήση μη εγγεγραμμένου μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 2,4
(1)και 72 των Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (4η κατηγορία). Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 17
(1)και 72 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (5η κατηγορία) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη κατά παράβαση των άρθρων 11 και 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (6η κατηγορία). Προεξοχές μηχανοκίνητων οχημάτων κατά παράβαση του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 50
(15)(α), όπως έχει τροποποιηθεί (7η κατηγορία). Κατασκευή και εξαρτήματα μηχανοκίνητων οχημάτων , κατά παράβαση του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 50, 15 και άρθρο 72 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (8η κατηγορία). Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ζώνη ασφαλείας , κατά παράβαση των άρθρων 2, 15
(1),17
(2)και 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως έχει τροποποιηθεί και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (9η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει συνολικά εννέα κατηγορίες. Πέραν της 1ης κατηγορίας, που το υπό τιμωρία αδίκημα είναι πολύ σοβαρό τα υπόλοιπα αδικήματα είναι λιγότερο σοβαρά και προέκυψαν μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε τόσο στα στοιχεία του Κατηγορούμενου όσο και στο όχημα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο αμέσως μετά την διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και με αυτά η Υπεράσπιση συμφώνησε. Αυτά, έχουν συνοπτικά ως ακολούθως : Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 17 ετών και φοιτούσε στην Γ Λυκείου στο Λύκειο xxxxx xxxxxxx. Κατά τον ουσιώδη χρόνο επίσης διέμενε μαζί με την οικογένεια του στην περιοχή Πολεμίδια στη Λεμεσό. Το θύμα xxxxxxx Στυλιανού ήταν ηλικίας 16 ετών, επίσης μαθητής. Εκτός από πρώτος ξάδελφος του Κατηγορούμενου, αφού η μητέρα του θύματος είναι αδερφή με τον πατέρα του, ήταν και πολύ καλοί φίλοι. Την 08/09/16 και ώρα 2025 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής xx 019 τύπου μονοκάμπινο με νότια κατεύθυνση στην οδό Καντάρας που βρίσκεται στην Κτηνοτροφική περιοχή Πάνω Πολεμιδιών στην Λεμεσό, έχοντας ως συνεπιβάτη το θύμα. Να σημειωθεί ότι αμφότεροι δεν έφεραν ζώνες ασφαλείας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο Κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε με αποτέλεσμα να πλαγιολισθήσει εκτός της πορείας του, δηλαδή προς τα αριστερά του δρόμου, στην συνέχεια να εισέλθει σε παρακείμενο χωμάτινο σημείο εκτός του δρόμου με αποτέλεσμα ο δεξιός μπροστινός τροχός του να προσκρούσει σε κοιλότητα που βρισκόταν επί του εδάφους (σημείο Χ στο τελικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος -Τεκμήριο 2), στην συνέχεια το όχημα να περιστραφεί και να καταλήξει γέρνοντας με την αριστερή του πλευρά στο έδαφος ενώ ο αριστερός πισινός τροχός του οχήματος του προσέκρουσε σε ξύλινο πάσσαλο της ΑΗΚ με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθεί (σημείο σύγκρουσης Χ1 επί του τελικού σχεδιαγραφήματος -Τεκμήριο 2). Το θύμα εξαιτίας της πιο πάνω ανατροπής εξήλθε από το όχημα με αποτέλεσμα το τελευταίο να τον καταπλακώσει. Στον απεγκλωβισμό του θύματος συνέδραμαν άνδρες της πυροσβεστικής υπηρεσίας που έφτασαν στην σκηνή του δυστυχήματος. Από το τροχαίο δυστύχημα τραυματίστηκε σοβαρά το θύμα και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και απεβίωσε την ίδια μέρα και ώρα 21:
- Τον θάνατο του θύματος επιβεβαίωσε ο ιατρός Δρ. xxxx Πλουγαρλής. Επίσης στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού μεταφέρθηκε και ο Κατηγορούμενος ο οποίος κρατήθηκε προληπτικά για παρακολούθηση χωρίς βέβαια να έχει υποστεί οποιοδήποτε σοβαρό τραυματισμό. Η αστυνομία επισκέφτηκε την σκηνή του δυστυχήματος και έλαβε όλες τις αναγκαίες μετρήσεις. Επίσης λήφθηκαν φωτογραφίες της σκηνής (Τεκμήριο 3) και ο Μ-9 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα το οποίο στην συνέχεια το μετέτρεψε σε τελικό επί κλίμακας 1:250 (Τεκμήριο 2). Να σημειωθεί ότι το πρόχειρο σχεδιαγράφημα υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο και συμφώνησε με αυτό , αφού προηγουμένως του εξηγήθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης Μ-
- Περαιτέρω στις 10/09/17 μεταξύ των ωρών 10:10 - 10:25 o M-7 επί του κατηγορητηρίου επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος και διενήργησε εξετάσεις με την συσκευή SKIDMAN για να διαπιστώσει την ταχύτητα με την οποίο κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Με βάση λοιπόν τον συντελεστή τριβής διαπίστωσε ότι η ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορούμενου ήταν μεταξύ 51 -62 χιλιομέτρων ανά ώρα. Εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και την 09/09/16 και ώρα 04:05 συνελήφθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και πιο συγκεκριμένα στο Χειρουργικό τμήμα όπου νοσηλευόταν και τέθηκε υπό αστυνομική φρούρηση. Ο Κατηγορούμενος απολύθηκε της κράτησης του την ίδια μέρα και ώρα 15:
- Στις 12/09/16 και μεταξύ των ωρών 17:10-18:40 στην Τροχαία Λεμεσού ο Μ-9 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο όπου αυτός ανέφερε ότι την 08/09/16 γύρω στις 19:30 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ξάδελφο του (θύμα), xxxxxx Στυλιανού και τον κάλεσε να μεταβεί στο σπίτι του. Όταν το θύμα μετέβηκε στο σπίτι του Κατηγορούμενου , ο τελευταίος πήρε τα κλειδιά του οχήματος με αρ. εγγραφής PT 019 για να πάνε βόλτα μαζί με το θύμα και μάλιστα ανέφερε ότι κανένας από τους δύο δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου ενώ οδηγούσε με ταχύτητα 50-60 χιλιόμετρα και είχε τα φώτα του οχήματος του αναμμένα είδε μπροστά του ένα σκύλο χρώματος καφέ, με αποτέλεσμα να στρίψει το όχημα του προς τα δεξιά για να τον αποφύγει και επειδή τότε αντιλήφθηκε ότι θα χτυπούσε σε συρματόπλεγμα που βρισκόταν επί του συγκεκριμένου σημείου , έστριψε το όχημα του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του και να καταλήξει σε χωράφι , να αναποδογυριστεί και να πέσει με το αριστερό πλευρό το όχημα στο έδαφος προσκρούοντας ο αριστερός πισινός τροχός του σε πάσσαλο της ηλεκτρικής. Στο συγκεκριμένο σημείο που επεσυνέβη το θανατηφόρο δυστύχημα ο φωτισμός δεν ήταν επαρκής και ενώ υπήρχε κολώνα της ΑΗΚ ο φωτισμός που εξέπεμπε ήταν πολύ χαμηλός. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Επίσης η οδός Καντάρας είναι δρόμος ασφαλτοστρωμένος και έχει πλάτος 5 μέτρα. Δεξιά και αριστερά του δρόμου δεν υπάρχουν πεζοδρόμια και επίσης η περιοχή δεν είναι κατοικημένη αφού είναι κτηνοτροφική περιοχή. Η ορατότητα τόσο από τα βόρεια προς τα νότια του δρόμου όσο και αντίστροφα είναι περί τα 100 μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης Χ βρίσκεται 3.10 μέτρα από την άκρια του δρόμου κάτι που καταδεικνύει ότι το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος εξήλθε από την αριστερή άκρια του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του 3.10 μέτρα. Επίσης το σημείο Χ1 από την αριστερή άκρια του δρόμου απέχει 3.40 μέτρα. Η απόσταση του σημείου σύγκρουσης Χ από το σημείο σύγκρουσης Χ1 απέχει 6.60 μέτρα ενώ τα ίχνη πλαγιολίσθησης που άφησε το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος έχουν απόσταση 33.50 μέτρα. Από το σημείο που ξεκινούν τα ίχνη πλαγιολίσθησης μέχρι το σημείο σύγκρουσης Χ υπάρχει απόσταση 36.50 μέτρα. Το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος υπέστη ζημιές στο καπό, στην οροφή , στον δεξιό μπροστινό τροχό και ρίμς, εκδορές στην αριστερή μεριά του, στον ανεμοθώρακα και στα γυαλιά των πορτών. Τέλος, να σημειωθεί ότι ο πατέρας του θύματος λίγους μήνες μετά τον θάνατο του γιού του απεβίωσε καθότι υπήρξε θύμα ανθρωποκτονίας. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επίσης ανέφερε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε πρόσφατα με την μητέρα του θύματος , δηλαδή την θεία του Κατηγορούμενου, η ίδια της ανέφερε ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του. Επίσης όπως της εξήγησε τα δύο παιδιά , δηλαδή ο Κατηγορούμενος και το θύμα ήταν πολύ καλοί φίλοι από μικροί. Επίσης της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο με πολύ καλό χαρακτήρα. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνετε με οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Ο κος. Χατζηλοίζου, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, εξέφρασε την απολογία του Κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και συμφώνησε με τα γεγονότα όπως τα έχει εκθέσει η Kατηγορούσα αρχή. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ανέφερε ότι το συγκεκριμένο δυστύχημα ήταν αποτέλεσμα της επιπολαιότητας που επέδειξε ο Κατηγορούμενος καθότι εν αγνοία του πατέρα του και χωρίς την συγκατάθεση του πήρε το όχημα που ήταν παρκαρισμένο έξω από το σπίτι τους και το οδήγησε έχοντας ως συνοδηγό τον πρώτο εξάδελφο του xxxxxx Στυλιανού (θύμα). Ο κος. Χατζηλοίζου τόνισε επίσης ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου οφείλεται αποκλειστικά στο νεαρό της ηλικίας του αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μαθητής της Γ Λυκείου. Σύμφωνα επίσης με τον συνήγορο του Κατηγορούμενου το δυστύχημα έγινε σε περιοχή που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το σπίτι που διέμενε και δη σε κτηνοτροφική περιοχή η οποία δεν είναι κατοικημένη. Μάλιστα ο συνήγορος εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας συνιστούν στιγμιαία απροσεξία. Υποστηρίζοντας την πιο πάνω θέση, ο κος. Χατζηλοίζου εξήγησε στο Δικαστήριο ότι ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 50 -60 χιλιομέτρων σε κάποιο σημείο του δρόμου, και ενώ είχε αναμμένα τα φώτα του, εντόπισε απότομα μπροστά του ένα σκύλο χρώματος καφέ, και στην προσπάθεια του να αποφύγει από την μια τον σκύλο και από την άλλη να μην χτυπήσει σε παρακείμενο συρματόπλεγμα προέβηκε σε ένα απότομο ελιγμό με αποτέλεσμα το όχημα να πλαγιολισθήσει και συνακόλουθα να ανατραπεί. Περαιτέρω ο κος. Χατζηλοίζου εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το θύμα μπήκε με την συναίνεση του εντός του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου παρόλο που γνώριζε ότι ήταν άπειρος οδηγός αφού δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης. Επίσης τόνισε κατά την αγόρευση του ότι το θύμα δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας ενώ υποστήριξε ότι στην περίπτωση που έφερε την ζώνη του, πιθανόν το μοιραίο να είχε αποφευχθεί. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου ο ευπαίδευτος συνήγορος του υιοθέτησε την έκθεση του Γρ. Ευημερίας. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι πρόκειται για νεαρό άτομο ηλικίας 21 ετών, ο οποίος είναι άγαμος και σπουδάζει Πολιτικός Μηχανικός στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις στην Πάφο και βρίσκεται στο τρίτο έτος των σπουδών. Προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού κατατέθηκε στο Δικαστήριο βεβαίωση φοίτησης από το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου (Τεκμήριο 6). Ο Κατηγορούμενος όπως ο συνήγορος ανέφερε, κατάγεται από φτωχή οικογένεια και ένεκα του ότι δεν επιθυμεί να επιβαρύνει με περαιτέρω έξοδα τους γονείς του ο ίδιος εργάζεται κατά τον ελεύθερο χρόνο που του απομένει ως οικοδόμος και λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα της τάξης των 500 ευρώ. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος διατηρεί άριστες σχέσεις με την οικογένεια του και βίωσε πολύ όμορφα παιδικά χρόνια. Αισθάνεται τον πατέρα του σαν φίλο του και διατηρεί μαζί του πολύ καλή επικοινωνία. Σύμφωνα πάντοτε με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας ο Κατηγορούμενος ολοκλήρωσε την φοίτηση του στο 7ο Λύκειο Πολεμιδιών με διαγωγή κοσμιοτάτη και ακολούθως εντάχθηκε στην Εθνική Φρουρά και πιο συγκεκριμένα στις Ειδικές Δυνάμεις Καταδρομών όπου ολοκλήρωσε την θητεία του χωρίς να του επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης (Τεκμήριο 5). Μάλιστα ο ευπαίδευτος συνήγορος τόνισε ότι ο Κατηγορούμενος παρακολουθείται σε εβδομαδιαία βάση από την Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια κα. Xxxxxx Χατζηθεολόγου από τις αρχές Ιουνίου του 2020 μέχρι και σήμερα. Σύμφωνα επίσης με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο όπως αυτός έχει αναφέρει στην Λειτουργό του Γρ. Ευημερίας εξαιτίας του δυστυχήματος και της απώλειας της ζωής του θύματος δεν μπορούσε να διαχειριστεί το έντονο άγχος που τον διακατείχε με αποτέλεσμα να επισκέπτεται ψυχολόγο. Με βάση την βεβαίωση (Τεκμήριο 7) που προσκομίστηκε από την υπεράσπιση στο Δικαστήριο αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, ο Κατηγορούμενος κατά τις ψυχοθεραπευτικές συνεδριάσεις που είχε με την κα. xxxxxxxx Χατζηθεολόγου παρατηρήθηκε ότι παρουσιάζει απότομες κρίσεις ανησυχίας, μελαγχολία και εφιάλτες που σχετίζονται με τα γεγονότα του δυστυχήματος. Σχετικό επίσης είναι και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας κατά την διάρκεια της συνέντευξης ανέφερε ότι αισθάνεται πολύ άσχημα για το τί έχει συμβεί και μάλιστα δήλωσε ότι θα ήθελε να βρίσκεται αυτός στην θέση του αποβιώσαντα γιατί η απώλεια του θύματος τον έχει στιγματίσει και ότι έχει μετανιώσει για το ότι έχει συμβεί. Ο κος. Χατζηλοίζου ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη η έλλειψη παραπόνου από την οικογένεια του θύματος. Προς υποστήριξη τούτου κατατέθηκε στο Δικαστήριο επιστολή ημερ. 17/06/18 (Τεκμήριο 4) που ετοιμάστηκε από την μητέρα του θύματος, δηλαδή την θεία του Κατηγορούμενου, με την οποία απευθύνθηκε η ίδια προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και στην οποία καταγράφεται η επιθυμία της όπως υπάρξει ένα αίσιο τέλος στην όλη υπόθεση η οποία έχει στιγματίσει και βυθίσει στο πένθος ολόκληρη την οικογένεια, χωρίς να του επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία θα σταθεί εμπόδιο στην συνέχιση των σπουδών του Κατηγορούμενου αλλά και στο υπόλοιπο της ζωής του. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου και αφού παρέπεμψε σε Νομολογία εισηγήθηκε ότι σε περιπτώσεις όπως και στην παρούσα όπου ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου χωρίς να βαρύνετε με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες θα πρέπει η ποινή που θα επιβληθεί να έχει περισσότερο αναμορφωτικό και όχι τιμωριτικό χαρακτήρα. Πέραν των πιο πάνω ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, το λευκό οδικό του μητρώο , την συνεργασία του με την Αστυνομία και την παραδοχή του έστω και σε αυτό το στάδιο. Σε σχέση με την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την αστυνομία ο κος. Χατζηλοίζου τόνισε ότι χωρίς την παραδοχή του Κατηγορούμενου θα ήταν πολύ δύσκολο η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον του πελάτη του αφού δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία πλην της δικής του. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τον χρόνο που διέρρευσε από τις 08/09/16 ημερομηνία κατά την οποία διαπράχθηκαν τα αδικήματα μέχρι και σήμερα τονίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος μέσα σε αυτό το διάστημα δεν εκδήλωσε οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Επίσης επισήμανε ότι κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την διάπραξη του αδικήματος ως σήμερα έχουν αλλάξει οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφού αυτός ενώ τότε ήταν μαθητής της Γ Λυκείου στην συνέχεια ολοκλήρωσε την στρατιωτική του θητεία και σήμερα σπουδάζει σε Πανεπιστήμιο. Επίσης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης η οποία είναι της τάξης των 20 μηνών. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι εφόσον το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης ενόψει των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου που έχουν αναφερθεί ανωτέρω αλλά και της ιδιαιτερότητας που περιβάλλουν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ιδιαίτερα επειδή το θύμα ήταν ο εξάδελφος αλλά και επιστήθιος φίλος του Κατηγορούμενου, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 : «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72όπως τροποποιήθηκε το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω το αδίκημα της 1ης κατηγορίας είναι αδιαμφισβήτητα σοβαρό. Επισημαίνεται ότι η διάπραξη τροχαίων δυστυχημάτων έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη μέχρι και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237) Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015. συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για το καθορισμό τόσο του είδους της ποινής όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Έγινε δε παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα : «Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείτε από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.» Στην απόφαση Παντέλας v. Αστυνομίας. (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell (ανωτέρω) έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στην απόφαση χχχ ΚΑΟΥΣΛΙΕΒ V ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 237/18 11.12.18 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδική απόφαση στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης στον Εφεσείοντα ύψους 1 έτους για το αδίκημα του άρθρου 210. Επιπλέον επέβαλε 10 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου καθώς και στέρηση της ικανότητας του να κατέχει η να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 ετών. Να σημειωθεί ότι στην επιβολή της πιο πάνω ποινής από το Πρωτόδικο Δικαστήριο διαδραμάτισαν ρόλο οι επιβαρυντικοί παράγοντες που συνέτρεχαν όπως ότι ο εφεσειών οδηγούσε χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης και πιστοποιητικό ασφάλισης κάτι που καθιστούσε το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό σε μια εποχή που τα δυστυχήματα βρίσκονται σε συνεχή άνοδο. Ωστόσο το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να πιστώσει στον εφεσείοντα την παραδοχή του καθώς και το γεγονός ότι δεν είχε προηγούμενες καταδίκες, συνεκτιμώντας ταυτόχρονα για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και τις προσωπικές του συνθήκες. Δηλαδή ότι, όταν διέπραξε το αδίκημα ήταν ηλικίας 17 ετών, ότι κατά το χρόνο επιβολής της ποινής ήταν φοιτητής που σύμφωνα με τη νομολογία είναι σοβαρός μετριαστικός παράγοντας (Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463, και περαιτέρω ότι είχαν παρέλθει τρία
(3)και πλέον έτη από το χρόνο τέλεσης του αδικήματος. Παρόλα αυτά όμως το Πρωτόδικο Δικαστήριο τόνισε ότι οι προσωπικές του συνθήκες δεν μπορούσαν να υπερφαλαγγίσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής ενόψει αφενός ότι τα δυστυχήματα βρίσκονται σε συνεχή άνοδο και αποτελούν πληγή για την κοινωνία και αφετέρου ότι η οδική του συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής. Το Εφετείο εξετάζοντας την εισήγηση της πλευράς του Εφεσείοντα ότι η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει αποφευχθεί, αποφάσισε ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και προσμέτρησε προς όφελός του εφεσείοντα όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που συνέτρεχαν στην περίπτωσή του, και η εντέλει ποινή φυλάκισης του ενός
(1)έτους που του επέβαλε για ένα αδίκημα που ο Νόμος (άρθρο 210) προβλέπει κάτ΄ ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης τεσσάρων
(4)ετών δεν μπορεί να κριθεί ότι δεν δικαιολογείτο υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Κατά συνέπεια αποφασίστηκε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα επέμβασης από το Εφετείο τόσο στο ύψος όσο και στο είδος της επιβληθείσας ποινής, η οποία υπό τις περιστάσεις κρίθηκε ότι ήταν η ενδεικνυόμενη. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα προσομοιάζουν με την υπό κρίση περίπτωση αφού και στις δύο περιπτώσεις οι κατηγορούμενοι κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος ήταν νεαροί, δηλαδή ηλικίας 17 ετών, από το δυστύχημα τραυματίστηκαν θανάσιμα και απεβίωσαν εξαιτίας της οδικής τους συμπεριφοράς συγγενικά τους πρόσωπα και πιο συγκεκριμένα τα πρώτα τους ξαδέρφια ,κατά την επιβολή της ποινής ήταν φοιτητές, υπήρξε συγχώρεση από τις οικογένειες των θυμάτων και τέλος συντρέχουν οι ίδιοι επιβαρυντικοί παράγοντες όπως η οδήγηση χωρίς άδεια και χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης. Στρεφόμενος τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου ή ότι δεν είναι τέτοια που να εμπεριέχει το στοιχείο της εγωιστικής συμπεριφοράς και αδιαφορίας. Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ηλικίας 17 ετών και μαθητής της Γ Λυκείου. Ήταν επίσης σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου άπειρος οδηγός αφού δεν ήταν καν κάτοχος άδειας οδήγησης. Εντούτοις όμως, παρά την απειρία του επέλεξε να οδηγήσει το όχημα του πατέρα του το οποίο βρισκόταν παρκαρισμένο εκτός της οικίας τους χωρίς την συγκατάθεση του, το βράδυ της 08/09/16 και ώρα 20:25 αψηφώντας κάθε πιθανό κίνδυνο που θα ήταν ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει κατά την διάρκεια που οδηγούσε. Μάλιστα στο συγκεκριμένο όχημα ο Κατηγορούμενος δέχτηκε να επιβιβαστεί ως συνοδηγός και ο ανήλικος εξάδελφος του, δηλαδή το θύμα, που ήταν ηλικίας μόλις 16 ετών. Συν τοις άλλοις κανένας από τα δύο πιο πάνω πρόσωπα δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας. Έτσι παρά την απειρία του Κατηγορούμενου ως οδηγός αυτός έλαβε την απόφαση να οδηγήσει το πιο πάνω όχημα με συνοδηγό και μάλιστα υπό συνθήκες μη ικανοποιητικού φωτισμού αφού ήταν βράδυ και οι πάσσαλοι της ΑΗΚ δεν εκπέμπαν αρκετό φως. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ο Κατηγορούμενος ενώ είχε τα φώτα του οχήματος του αναμμένα αντιλήφθηκε να βρίσκεται απότομα μπροστά του ένας σκύλος χρώματος καφέ. Τότε ο ίδιος ένεκα του ότι ήταν άπειρος οδηγός δεν κατάφερε να αντιδράσει με τον κατάλληλο τρόπο και συνακόλουθα να ελέγξει το όχημα που οδηγούσε με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε και να πλαγιολισθήσει εκτός της πορείας του, δηλαδή προς τα αριστερά του δρόμου, στην συνέχεια να εισέλθει σε παρακείμενο χωμάτινο σημείο εκτός του δρόμου με αποτέλεσμα ο δεξιός μπροστινός τροχός του να προσκρούσει σε κοιλότητα που βρισκόταν επί του εδάφους ,στην συνέχεια το όχημα να περιστραφεί και να καταλήξει γέρνοντας με την αριστερή του πλευρά στο έδαφος ενώ ο αριστερός πισινός τροχός του οχήματος του προσέκρουσε σε ξύλινο πάσσαλο της ΑΗΚ και να ακινητοποιηθεί Τότε το θύμα εξαιτίας της πιο πάνω ανατροπής εξήλθε από το όχημα με αποτέλεσμα το τελευταίο να τον καταπλακώσει τραυματίζοντας τον θανάσιμα. Την δεδομένη στιγμή ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Επίσης υπήρχε ορατότητα τόσο από τα βόρεια προς τα νότια όσο και αντίστροφα περί τα 100 μέτρα. Στον συγκεκριμένο δρόμο δεν υπήρχε κίνηση αφού πρόκειται για κτηνοτροφική περιοχή. Παρά τις πιο πάνω ευνοϊκές για τον Κατηγορούμενο συνθήκες εντούτοις και προδήλως ένεκα του ότι ο Κατηγορούμενος ήταν άπειρος οδηγός μέσα στον δρόμο και δεν μπορούσε να χειριστεί επαρκώς το όχημα του αφού δεν γνώριζε να οδηγεί ικανοποιητικά απέτυχε να το ακινητοποιήσει η να λάβει οποιαδήποτε άλλα αποτρεπτικά μέτρα όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του σκύλου, όπως για παράδειγμα να χρησιμοποιήσει τα φρένα του, με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική ενέργεια. Υπό το φως των πιο πάνω, θα διαφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου ότι το σφάλμα του Κατηγορούμενου οφείλεται σε στιγμιαία απροσεξία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η οδήγηση του Κατηγορουμένου εμπεριείχε έκδηλα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια τρίτων περιλαμβανομένου και του θύματος ένεκα της απειρίας του ως οδηγός. Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι η απώλεια του ελέγχου του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ήταν η απρόσμενη παρουσία ενός σκύλου εντός του δρόμου κατά την στιγμή που οδηγούσε. Βέβαια η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω η οποία εστιάζεται στο γεγονός ότι αυτός δεν ήταν αρκούντως έμπειρος οδηγός για να μπορέσει να αντιδράσει με τον δέοντα τρόπο υπό τις περιστάσεις που προέκυψαν κατά την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αποτελούν αδιαμφισβήτητα και την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Τονίζεται όμως ότι η υπεράσπιση παρέλειψε να υποδείξει την απόσταση που χώριζε τον Κατηγορούμενο από τον σκύλο όταν ο Κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε για πρώτη φορά στον δρόμο. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω δεδομένα δεν μπορεί παρά μόνο να θεωρηθεί ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να οδηγήσει το αυτοκίνητο έχοντας και συνοδηγό μέσα σε αυτό, ενώ δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης και ήταν άπειρος οδηγός, ήταν απερίσκεπτη και επικίνδυνη όπως απερίσκεπτη και επικίνδυνη ήταν και η οδήγηση του κατά τον ουσιώδη χρόνο από την οποία διαφαίνεται ότι τόσο άπειρος οδηγός ήταν που δεν κατάφερε να χειριστεί την παρουσία ενός σκύλου εντός δρόμου την οποία ένας έμπειρος και επιδέξιος οδηγός θα μπορούσε κάλλιστα να χειριστεί ακόμα και αν η παρουσία του σκύλου μέσα στον δρόμο ήταν ξαφνική, απρόσμενη και σε κοντινή απόσταση από το όχημα του Κατηγορούμενου εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα αφού αυτή περιοριζόταν στα 51 με 62 χιλιόμετρα ανά ώρα. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το λευκό οδικό μητρώο του Κατηγορούμενου αλλά και την συνεργασία του με την Αστυνομία. Έλαβα υπόψη μου επίσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής την παραδοχή του Κατηγορουμένου έστω και στο προχωρημένο στάδιο στο οποίο αυτή έγινε. Έγινε, όμως, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν αυτή δεν είναι έγκαιρη. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα επίσης υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του και περιγράφονται επίσης στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Μεταξύ άλλων έλαβα υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος σήμερα φοιτά σε Πανεπιστήμιο στην Πάφο ενώ ταυτόχρονα εργάζεται και ως οικοδόμος για να μην επιβαρύνει οικονομικά τους γονείς του οι οποίοι έχουν άλλα δύο παιδία και γενικά δεν βρίσκονται σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση. Σύμφωνα με τη νομολογία, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται εν τω μέσω των σπουδών του είναι σοβαρός μετριαστικός παράγοντας (βλ. Γιάννης Καρακάννας v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 463). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενους είναι καλού χαρακτήρα και ότι πέραν από το επίδικο περιστατικό δεν έχει επιδείξει καμία άλλη παραβατική συμπεριφορά. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του Κατηγορούμενου ότι μετά το δυστύχημα ολοκλήρωσε επιτυχώς την φοίτηση του στο Λύκειο με διαγωγή κοσμιοτάτη και στην συνέχεια ολοκλήρωσε την στρατιωτική του θητεία στην 31η μοίρα Καταδρομών. Το Δικαστήριο δεν το αφήνει αδιάφορο το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Συγκεκριμένα ως έχει λεχθεί ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 17 ετών και φοιτούσε στην Γ Λυκείου. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως ότι σε αδικήματα αυτής της φύσεως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται αυτό που λέχθηκε στην Παντέλας (ανωτέρω) "ότι δηλαδή το νεαρό της ηλικίας σίγουρα δεν μπορεί να ενεργήσει έτσι , ιδιαίτερα, ενόψει του γεγονότος ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στον τόπο μας έχουν πολλαπλασιαστεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Ακριβώς είναι τα άτομα νεαρής ηλικίας που θα πρέπει να συνετιστούν και οι αυστηρές ποινές μπορούν να συμβάλλουν προς τον σκοπό αυτό". Το Ανώτατο Δικαστήριο με την πιο πάνω αναφορά εννοούσε ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης το νεαρό της ηλικίας δεν θα πρέπει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής. Δεν παραμένει επίσης αδιάφορο για το Δικαστήριο ότι η οικογένεια του θύματος δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο για το επίδικο συμβάν. Ενδεικτική είναι η επιστολή της μητέρας του θύματος και θείας του Κατηγορούμενου προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 4) με την οποία ζητούσε όπως η παρούσα υπόθεση έχει αίσιο τέλος για τον Κατηγορούμενο χωρίς να του επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης. Υποδεικνύεται όμως ότι η απουσία οποιοδήποτε παραπόνου από την οικογένεια του θύματος δεν θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη προς μετριασμό της ποινής το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που επέφερε στον Κατηγορούμενο ο θάνατος του θύματος με τον οποίο εκτός από το γεγονός ότι ήταν ξαδέλφια από την παιδική τους ηλικία ήταν στενοί φίλοι. Ο Κατηγορούμενος ταλαιπωρείται συναισθηματικά και ως ανέφερε ο συνήγορος του παρακολουθείται από την συστημική ψυχοθεραπεύτρια Μαρίνα Χατζηθεολόγου από τις αρχές Ιουνίου του 2020 ενώ άρχισε να παρακολουθείται από ψυχολόγο ένα χρόνο μετά το δυστύχημα όπως ο ίδιος ανέφερε στην λειτουργό του Γρ. Ευημερίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 από τις αρχές Ιουνίου του 2020 δηλαδή από τότε που άρχισε να τον παρακολουθεί η ψυχοθεραπεύτρια xxxxx Χατζηθεολόγου μέχρι και σήμερα παρουσιάζει απότομες κρίσεις ανησυχίας, μελαγχολία και εφιάλτες σε σχέση με τα συμβάντα του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι όμως την εισήγηση του κου. Χατζηλοίζου τι ενδεχόμενη επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα του φέρει δυσμενείς επιπτώσεις στον ίδιο εξαιτίας των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει καθότι αυτή ήταν μια άποψη η οποία δεν ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένη. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν την 08/09/16 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 02/05/18 δηλαδή 18 μήνες μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνεται επίσης ότι η υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα. Η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης κρίνεται μεγάλη, αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη του υπό τιμωρία αδικήματος σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο, δηλαδή της τάξης των 4 ετών και 4 μηνών. Δεν μου διαφεύγει όμως ότι για την καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης δεν είναι αμέτοχος και ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου την 14/05/18 και ζήτησε χρόνο για να απαντήσει. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε την 07/07/18 για απάντηση και ο Κατηγορούμενος αφού κατηγορήθηκε απάντησε στις κατηγορίες με μη παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 12/11/
- Εκείνη την ημερομηνία ζητήθηκε αναβολή από την Κατηγορούσα Αρχή και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 04/03/
- Εκείνη την ημερομηνία η υπεράσπιση ζήτησε αναβολή και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 28/05/19 όπου και πάλι η υπεράσπιση ζήτησε αναβολή ένεκα του ότι ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ήταν απασχολημένος σε άλλη συνεχιζόμενη ακρόαση ενώπιον άλλου Δικαστηρίου. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 04/10/
- Εκείνη την ημερομηνία υπήρξε και πάλι αίτημα για αναβολή της ακρόασης τόσο από την υπεράσπιση όσο και από την Κατηγορούσα Αρχή με σκοπό να καταλήξουν οι δύο πλευρές σε συμφωνία με παραδεκτά γεγονότα για να περιοριστούν τα επίδικα ζητήματα με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί ξανά για ακρόαση στις 20/01/
- Εκείνη την ημερομηνία η υπεράσπιση ζήτησε και πάλι αναβολή και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 08/05/
- Τόσο στις 08/05/20 όσο και κατά την επόμενη ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση, δηλαδή στις 22/0520, αναβλήθηκε εξαιτίας των μέτρων που είχαν ληφθεί για την προστασία του κοινού στους χώρους των Δικαστηρίων ένεκα της πανδημίας του κορωνοιού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για και πάλι για ακρόαση στις 24/09/
- Εκείνη την ημερομηνία ζητήθηκε και από τις δύο πλευρές όπως η υπόθεση οριστεί για ακρόαση χωρίς μάρτυρες και το Δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση δίνοντας μια σύντομη ημερομηνία, δηλαδή η υπόθεση ορίστηκε ξανά στις 04/11/
- Εκείνη την ημέρα ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση σε όλες τις κατηγορίες από μη παραδοχή σε παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 14/12/
- Επίσης δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για ετοιμασία έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Στις 14/12/20 εξαιτίας και πάλι των μέτρων που είχαν ληφθεί για την αναχαίτιση της πανδημίας του κορωνοιού το Δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση ξανά για γεγονότα και επιβολή της ποινής στις 08/02/
- Στις 08/01/21 και ενώ το Δικαστήριο είχε προγραμματίσει να διεκπεραιώσει την διαδικασία, δηλαδή να ακούσει τα γεγονότα και την αγόρευση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, το Γραφείο Ευημερίας παρά τις οδηγίες που είχαν δοθεί από τις 14/12/20 δεν κάλεσε σε συνέντευξη τον Κατηγορούμενο και συνεπώς δεν ετοιμάστηκε έκθεση. Έτσι το Δικαστήριο έδωσε ξανά οδηγίες για ετοιμασία της έκθεσης και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 15/01/
- Εκείνη την ημερομηνία διεκπεραιώθηκε η διαδικασία και η ποινή επιφυλάχθηκε για τις 03/02/
- Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ευθύνεται για ένα χρονικό διάστημα της τάξης των 19 μηνών στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός Κατηγορούμενου ή μέρος αυτού οφείλεται στον Κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης της τάξης των 19 μηνών καθώς και την σοβαρότητα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρεται παρά και το ότι εντός του πιο πάνω διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος επήλθε διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου η οποία όμως να σημειωθεί ότι δεν είναι τόσο δραματική ή καταλυτική ώστε να είναι ικανή να μεταβάλει το είδος της αρμόζουσας για την περίπτωση ποινής. Ο χρόνος που διέρρευσε και η μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου θα έχουν το αντίκρισμά τους στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Στην απόφαση χχχ ΚΟΥΣΛΙΕΒ v ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση 237/2018 11.12.18 το Εφετείο επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης διάρκειας 1 έτους στον Κατηγορούμενο παρά το ότι το δυστύχημα επεσυνέβη τον Μάρτιο του 2015 και η ποινή επιβλήθηκε τρια
(3)χρόνια και τέσσερις
(4)μήνες μετά. Στην παρούσα περίπτωση μπορεί το χρονικό διάστημα που διέρρευσε να είναι σαφώς μεγαλύτερο συνολικά ορώμενο, όμως όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ευθύνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας του αδικήματος της 1ης κατηγορίας η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων και ιδιαίτερα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας αλλά και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Παρά του ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου δεν επιχείρησε στην αγόρευση του να αναφέρει στο Δικαστήριο οτιδήποτε προς την μη αποστέρηση της άδειας οδήγησης του πελάτη του εντούτοις συνυπολογίζω τη σοβαρότητα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος μη στέρησης. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της κατηγορίας της 1ης κατηγορίας κρίνω ορθό σκόπιμο και δίκαιο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Επίσης κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλω και βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 έτους και 10 βαθμούς ποινής. Επιπλέον επιβάλλεται στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 20 μηνών από σήμερα 03/02/
- Στην 2η ,3η,4η,5η , 6η 7η, 8η και 9η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αφού αυτό το ζήτημα έχει τεθεί ευθέως και από τον συνήγορο του. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής και Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, τα Δικαστήρια διατάσσουν την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και από τα προσωπικά περιστατικά του Kατηγορουμένου. Αυτό επιτάσσει η πρακτική, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κ. Νικολάου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 41/16, ημερομηνίας 14.04.
- Οι περιορισμοί που είχαν εισαχθεί με τον τροποποιητικό νόμο του 1997 (Ν. 41
(1)/97) εξαλείφθηκαν με την κατάργηση του, (Ν.186
(1)/03) και είναι αποδεκτό πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επί του θέματος διευρύνθηκε και πάλι (βλέπε Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη,
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Το σύνολο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για μετριασμό της ποινής, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ανασταλεί επιβληθείσα ποινή φυλάκισης. Συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενα με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου καταλήγω ότι μπορώ να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια ώστε να διατάξω την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα για περίοδο τριών
(3)ετών. Η παραδοχή του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, το λευκό του οδικό μητρώο, η συνεργασία του με την αστυνομία, η μεταφερθείσα ενώπιον μου μεταμέλεια του, τα ψυχικά προβλήματα που αντιμετωπίζει και αποτελούν απόρροια του επίδικου συμβάντος, το νεαρό της ηλικίας του, το γεγονός ότι η επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης θα έχει ως συνέπεια την διακοπή της φοίτησης του στο Πανεπιστήμιο, η συγχώρεση από την οικογένεια του θύματος, ότι το θύμα ήταν εξάδελφος του Κατηγορούμενου και επιστήθιος φίλος του, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης, η πάροδος 4 ετών και 4 μηνών από την διάπραξη του αδικήματος αποτελούν τους παράγοντες που έλαβα υπόψη μου για να αποφασίσω ότι είναι ορθό δίκαιο και σκόπιμο όπως η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης έχει ανασταλτικό χαρακτήρα. Συνακόλουθα, η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο τριών
(3)ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο