← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΚΟΥΚΣΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2/21, 1/2/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΚΟΥΚΣΑ, Αρ. Υπόθεσης: 2/21, 1/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2/21 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. χχχχχ ΚΟΥΚΣΑ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 1 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Δ.Αρσιώτης Για τον Κατηγορούμενο: κος. Α. Μιχαήλ Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στα ακόλουθα αδικήματα: 1. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)(α)
(3)
(4)
(5),38 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος 96(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. 2. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3)
(7)
(8)
(9)και 20 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.
  1. Οδήγηση οχήματος καθόν χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή υπερέβαινε τον καθορισθέν από τον νόμο όριο κατά παράβαση των άρθρων 2,5,6 και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.
  2. Οδήγηση μηχανοκίνητου Οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2,8,
(1),49
(1)(α) και 54 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94
(1)/2001 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, στις 03/01/21 και περί ώρα 21:10 ο Κατηγορούμενος ανακόπηκε από μέλη του ΟΠΟΔ στην περιοχή του Αγίου Αθανασίου στη Λεμεσό, και πιο συγκεκριμένα στον παρακαμπτήριο δρόμο, να οδηγεί το όχημα με αρ. εγγραφής χχχ 546 με υπερβολική ταχύτητα , δηλαδή με ταχύτητα 205 χιλιομέτρων ανά ώρα αντί 80 που ήταν το επιτρεπόμενο από τον Νόμο όριο (2η κατηγορία). Όταν λοιπόν ανακόπηκε το όχημα του Κατηγορούμενου από την Αστυνομία στην συνέχεια διενεργήθηκε έλεγχος στα στοιχεία του, και διαπιστώθηκε η ταυτότητα του. Επίσης υποβλήθηκε και σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 12 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί 9 εκατομμυριοστά που ήταν το επιτρεπόμενο από τον Νόμο όριο. Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε στην Τροχαία Λεμεσού και περί ώρα 22:05 έδωσε δύο δείγματα εκπνοής για τελικό έλεγχο αλκοόλης. Έτσι διαπιστώθηκε ότι η αλκοόλη στην εκπνοή του ήταν 18 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί 9 που ήταν το επιτρεπόμενο από τον Νόμο όριο (3η κατηγορία). Περεταίρω διαπιστώθηκε από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στα στοιχεία του, ότι οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία) και χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης (4η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε «οκ». Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνετε με οποιοσδήποτε βαθμούς ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής εξέφρασε την απολογία του Κατηγορούμενου προς το Δικαστήριο σε σχέση με τις σοβαρές κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο πελάτης του. Μάλιστα υποστήριξε κατά την αγόρευση του ότι έχει εξηγηθεί στον Κατηγορούμενο η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε , ιδιαίτερα αυτού της 2ης κατηγορίας και ότι ο ίδιος έχει κατανοήσει πλήρως το σφάλμα του και είναι συγκλονισμένος από την πράξη του. Στην συνέχεια της αγόρευσης του αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της 2ης κατηγορίας υποστηρίζοντας ότι αυτός είχε δεχθεί τηλεφώνημα από τον πατέρα του, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν αισθανόταν καλά. Τότε επειδή ο Κατηγορούμενος ανησύχησε και είχε πανικοβληθεί αλλά και λόγω του ότι μετά τις 21:00 το βράδυ απαγορεύεται η κυκλοφορία των πολιτών εξαιτίας των μέτρων που έχουν ληφθεί για αναχαίτιση της πανδημίας του κορωνοιού, εντελώς αδικαιολόγητα και λανθασμένα εξαιτίας του πανικού που τον είχε καταβάλει κατά την δεδομένη χρονική στιγμή , αναγκάστηκε να αναπτύξει την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να διαπράξει το αδίκημα της 2ης κατηγορίας αλλά και να προκύψουν και όλα τα υπόλοιπα αδικήματα που αντιμετωπίζει στο κατηγορητήριο. Επίσης ο κος. Μιχαήλ εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο να ληφθεί υπόψη η άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου αλλά και η συνεργασία του με την Αστυνομία. Περεταίρω ήταν εισήγηση του συνηγόρου όπως ληφθεί υπόψη και το λευκό του ποινικό μητρώο αλλά ιδιαίτερα και το νεαρό της ηλικίας του αφού κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 18 ετών. Υιοθετώντας την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε αναφορικά με τον Κατηγορούμενο ο συνήγορος εστίασε την προσοχή του Δικαστηρίου στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα όπως αναφέρεται στην έκθεση του Γρ. Ευημερίας ο Κατηγορούμενος είναι παιδί από χωρισμένους γονείς, διαμένει στην Κύπρο με τον πατέρα του και έχει ακόμη μια μεγαλύτερη αδερφή. Επίσης ο συνήγορος ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι κάτοχος Κυπριακού διαβατηρίου και ταυτότητας. Σύμφωνα με τον κο. Μιχαήλ ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε στην Ουκρανία αλλά μετακόμισε στην Κύπρο μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια του και αυτή την στιγμή σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και πιο συγκεκριμένα φοιτά στο τμήμα της Διοίκησης Επιχειρήσεων, ενώ τα καλοκαίρια αναγκάζεται να εργάζεται περιστασιακά σε διάφορες δουλειές για να παρέχει οικονομική βοήθεια στην οικογένεια του. Επίσης ο συνήγορος, επανέλαβε παραπέμποντας το Δικαστήριο στην έκθεση του Γρ. Ευημερίας, ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από ένα αυτοάνοσο νόσημα, δηλαδή από ψωρίαση, κάτι για το οποίο αποτάθηκε και σε ψυχολόγο αφού λόγω του άγχους που του έχει προκαλέσει το συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας ο ίδιος δεν μπορούσε από μόνος του να το διαχειριστεί. Τέλος , ο κος Μιχαήλ εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας αυτή θα πρέπει να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα επικαλούμενος όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και από την άλλη, η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της. Οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, όπως διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες ποινές, είναι πολύ σοβαρές. Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το αδίκημα της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας. Το άρθρο 6
(3)του Ν.86/72 όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 129(Ι)/20 προβλέπει ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσα το ένα έτος ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα το ποσό των €4000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Με την τελευταία τροποποίηση του Ν. 86/72, ο οποίος τροποποιήθηκε με τον Ν.129
(1)20 ως αναφέρεται ανωτέρω, το άρθρο 6
(8)προβλέπει ότι όταν ένα πρόσωπο το οποίο οδηγεί κατά παράβαση των διατάξεων των εδαφίων
(3)ή
(5)και ταυτόχρονα οδηγεί και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 ή 11Β του περί Οδικής Ασφάλειας Νόµου, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα
(4)έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνεται ότι ο Κατηγορούμενος πέραν της κατηγορίας που αντιμετωπίζει για παράβαση του ορίου ταχύτητας (2η κατηγορία) αντιμετωπίζει ταυτόχρονα και το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση του άρθρου 5 του Ν. 174/86 όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.131
(1)/20 (3η κατηγορία). Επίσης σοβαρά κρίνονται και τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στις υπόλοιπες κατηγορίες Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 19
(1)(α) του Ν.86/72 όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.129(Ι)/20 το Δικαστήριο όταν καταδικάσει οποιοδήποτε πρόσωπο για αδίκημα που προβλέπεται στις διατάξεις των νόμων ή στις πρόνοιες των δυνάμει αυτών εκδιδόμενων Κανονισμών που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του παρόντος εδαφίου, δύναται να επιβάλει, σε περίπτωση που δεν προβλέπεται ειδικά σε αυτούς, στέρηση του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)µήνες. Σημειώνεται βέβαια ότι στους Νόμους που αφορούν τόσο την 1η όσο και την 4η κατηγορία προβλέπεται ειδικά ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να αποστερήσει την άδεια οδήγησης από κάποιο πρόσωπο χωρίς να περιορίζεται ως προς την χρονική διάρκεια που θα διατάξει να ισχύει η στέρηση. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων διαφαίνεται βεβαίως και μέσα από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία όμοιας φύσης αδικήματα, παρουσιάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Η οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα αποτελεί στις πλείστες των περιπτώσεων, τη γενεσιουργό αιτία σοβαρών ή και θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Ζυπιτής Κώστας και Άλλος ν. Αστυνομίας κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, καθ' όλο τον χρόνο που αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Μέσα από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου αναδύεται έντονα αντικοινωνικός χαρακτήρας που δείχνει αδιαφορία για την ασφάλεια όλων των προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Ο Κατηγορούμενος απερίσκεπτα και εγωιστικά επέλεξε να οδηγήσει με υπερβολική ταχύτητα συγκεκριμένα με 205 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί 80, αδιαφορώντας τόσο για την ασφάλεια του ιδίου όσο και κατ' επέκταση για την ασφάλεια των υπολοίπων χρηστών που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο την δεδομένη χρονική στιγμή. Επίσης ο Κατηγορούμενος αδιαφόρησε πλήρως για τις συνέπειες που ήταν πιθανό και ενδεχόμενο να προκαλέσουν οι πράξεις του, την στιγμή μάλιστα που ο ίδιος είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλης ενώ δεν ήταν αρκούντος έμπειρος οδηγός αφού δεν είχε αποκτήσει καν άδεια οδήγησης αλλά και ούτε καλυπτόταν από πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Αναπόφευκτα η πιο πάνω εγωιστική οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου θα επενεργήσει δίχως άλλο επιβαρυντικά εις βάρος του. Με όλο τον σεβασμό προς τον συνήγορο του Κατηγορούμενου δεν μπορώ να αποδεχτώ ως δικαιολογία τον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος έσπευσε να μεταβεί στο σπίτι του ενόψει του τηλεφωνήματος που δέχθηκε από τον πατέρα του ο οποίος του ανέφερε ότι δεν ένιωθε καλά. Επίσης δεν μπορώ να αποδεχθώ ως δικαιολογία ότι ο Κατηγορούμενος εξαιτίας του πανικού που τον κατέβαλε ένεκα τις απαγόρευσης κυκλοφορίας αναγκάστηκε να αναπτύξει τόσο μεγάλη ταχύτητα για να μεταβεί κοντά στον πατέρα του πριν τις 21:00 που άρχιζε η απαγόρευση, αφού εν πάση περιπτώση ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε από την Αστυνομία να οδηγεί με υπερβολική ταχύτητα στις 21:10. Συνεπώς προκύπτει ότι o Κατηγορούμενος οδηγούσε ενώ είχε ήδη παραβιάσει το Διάταγμα που εκδόθηκε από τον Υπουργό Υγείας με το οποίο απαγορευόταν η κυκλοφορία στους δρόμους από τους πολίτες μετά τις 21:00 το βράδυ. Επομένως δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην πιο πάνω δικαιολογία που δόθηκε από την υπεράσπιση. Επιπρόσθετα τονίζεται ότι καμία απολύτως λεπτομέρεια δεν δόθηκε προς το Δικαστήριο ούτε και παρουσιάστηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό για να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου περί της ξαφνικής αδιαθεσίας που ένιωσε ο πατέρας του. Μάλιστα σημειώνεται ότι σε ερώτηση που τέθηκε από το Δικαστήριο προς τον συνήγορο του Κατηγορουμένου, με σκοπό δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε ο πατέρας του Κατηγορούμενου, ο συνήγορος άφησε το πιο πάνω ζήτημα αδιευκρίνιστο αναφέροντας ότι απλά ένιωσε μια ξαφνική αδιαθεσία. Δεν υπήρχε συνεπώς κάποια άμεση και επιτακτική ανάγκη που να επιβάλλει στον Κατηγορούμενο την διάπραξη τόσο σοβαρών αδικημάτων. Εξάλλου τονίζεται ότι ο Κατηγορούμενος τα αδικήματα της 1ης 2ης και 3ης κατηγορίας τα διέπραξε πολύ πιο πριν τον σταματήσει η Αστυνομία αφού αυτά διαπιστώθηκαν εξαιτίας της ανακοπής του οχήματος που οδηγούσε επειδή δηλαδή διέπραξε το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξατομικεύσει την ποινή που θα επιβάλει στο πρόσωπο του παραβάτη που έχει απέναντι του. Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει βεβαίως να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432, σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, όπως θεωρώ ότι είναι και τα αδικήματα της οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα, οι προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Στην Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε, με αναφορά στην Τροκκούδης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306 ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Είναι πολλές οι περιπτώσεις που το Ανώτατο Δικαστήριο έστειλε το μήνυμα ότι αδικήματα που σχετίζονται με την οδήγηση και περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Κυριακάκης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.134, επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης 15 ημερών για ταχύτητα 202 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ σε άτομο λευκού ποινικού μητρώου που είχε παραδεχτεί άμεσα τόσο στις αστυνομικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως λόγοι για τους οποίους η ποινή δικαιολογείτο να είναι αυστηρή αναφέρθηκε το γεγονός ότι τέτοια αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και έχουν καταστροφικές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές και το γεγονός ότι ο εφεσείων, όπως και ο Κατηγορούμενος στην παρούσα, επέδειξε εγωιστική αδιαφορία για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Καλαϊτζίδη ν. Αστυνομίας. Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερ. 20.11.2018, όπου ο εφεσείων είχε βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή σε κατηγορία για αμελή οδήγηση και για το ότι οδηγούσε αφού κατανάλωσε ποσότητα αλκοόλης, έτσι ώστε να είχε 111 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την επιβολή ποινών άμεσης φυλάκισης 15 ημερών και ενός μηνός αντίστοιχα, επισημαίνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εξισορρόπησε κάθε σχετικό παράγοντα, δίδοντας, ως όφειλε, τη δέουσα βαρύτητα στην ανάγκη αποτροπής. Έγινε δε παραπομπή στην επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.2018, όπου τονίστηκε η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως αδικήματα τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και συνυπολογίζω προς όφελος του Κατηγορούμενου την άμεση παραδοχή του (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) και το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου το λευκό οδικό μητρώο του Κατηγορούμενου και την συνεργασία του με την Αστυνομία. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει δηλαδή την ψωριάση, πρόβλημα το οποίο τον έχει αναγκάσει να ζητήσει ψυχολογική στήριξη ένεκα του άγχους που του έχει προκαλέσει εφόσον δεν μπορούσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος να το διαχειριστεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές διαφαίνονται μέσα από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και συνοψίστηκαν πιο πάνω. Δεν αφήνει αδιάφορο επίσης το Δικαστήριο το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου. Τόσο κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων όσο και σήμερα ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 18 ετών. Σε σχέση με το νεαρό της ηλικίας αναφέρονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με την Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 88 αναφέρεται ότι η αντιμετώπιση νεαρών παραβατών αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα. Στις περιπτώσεις αυτές προέχει ισχυρή η ανάγκη για αναμόρφωση παρά η τιμωρία μιας και το ενδεχόμενο αναμόρφωσης νεαρών ατόμων είναι μεγαλύτερο από ότι σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία είναι πλέον εξοικειωμένα με τις συνήθειες και συμπεριφορές τους. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται στις σελίδες 89-90 ότι δεν υπάρχει αυθεντία που να καθορίζει μέχρι ποιας ηλικίας άτομα μπορούν να θεωρούνται νεαρά πρόσωπα, προφανώς, διότι επί του θέματος υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες όπως η εμπειρία που κάποιος έχει της ζωής. Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο, σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, είναι ότι όσο ένα άτομο μεγαλώνει η σημασία του νεαρού της ηλικίας ως μετριαστικός παράγοντας φθίνει και λίγο μετρά στην επιμέτρηση της ποινής. Στην υπόθεση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, που πιο πάνω μνημονεύεται, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στους εφεσείοντες ηλικίας 19 και 23 ετών για το αδίκημα της ληστείας. Στην ίδια υπόθεση εκφράσθηκε και η άποψη ότι αν και δεν είναι επιθυμητό νεαρά άτομα στα αρχικά, δηλαδή, στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητάς τους, να στερηθούν της ευκαιρίας να ωριμάσουν για να κάνουν τις επιλογές τους στην ζωή, σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί από ότι ήταν μερικές δεκαετίες πριν. Με την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών με τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης ο νέος σήμερα έχει καλύτερες ευκαιρίες διαμόρφωσης του χαρακτήρα του φτάνει να κάνει τις ορθές επιλογές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Συνεκτιμώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και την φύση και την σοβαρότητα των αδικημάτων, κρίνω ότι στην παρούσα, η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η φυλάκιση. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής πέραν της φυλάκισης θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί, ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας καθώς και η χρονική διάρκεια της αυτής (βλ. Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300). Εξετάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα στην παρούσα υπόθεση αλλά ταυτόχρονα και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος σε συνδυασμό πάντοτε με όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν ανωτέρω , κρίνω ορθό σκόπιμο και δίκαιο όπως επιβληθεί στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. Στην 2η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει η να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από σήμερα. Επιπλέον του επιβάλλονται και 6 βαθμοί ποινής. Στην 3η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 30 ημερών . Στην 4η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί καθώς και οι ποινές στέρησης να συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αφού αυτό το ζήτημα έχει τεθεί ευθέως και από τον συνήγορο του. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής και Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, τα Δικαστήρια διατάσσουν την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και από τα προσωπικά περιστατικά του Kατηγορουμένου. Αυτό επιτάσσει η πρακτική, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κ. Νικολάου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 41/16, ημερομηνίας 14.04.2016. Οι περιορισμοί που είχαν εισαχθεί με τον τροποποιητικό νόμο του 1997 (Ν. 41
(1)/97) εξαλείφθηκαν με την κατάργηση του, (Ν.186
(1)/03) και είναι αποδεκτό πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επί του θέματος διευρύνθηκε και πάλι (βλέπε Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη,
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Το σύνολο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για μετριασμό της ποινής, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ανασταλεί η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης. Συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενα με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου καταλήγω ότι μπορώ να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια ώστε να διατάξω την αναστολή των ποινών φυλάκισης που επέβαλα σήμερα για περίοδο τριών
(3)ετών. Η παραδοχή του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, το λευκό του οδικό μητρώο, η συνεργασία του με την αστυνομία, η μεταφερθείσα ενώπιον μου μεταμέλεια του, το νεαρό της ηλικίας του και το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει αποτελούν τους παράγοντες που έλαβα υπόψη για να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι ορθό δίκαιο και σκόπιμο οι επιληφθείσες ποινές φυλάκισης να έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα. Συνακόλουθα, διατάσσω όπως οι ποινές φυλάκισης μη εκτελεσθούν, εκτός αν κατά την διάρκεια της περιόδου των τριών
(3)ετών από σήμερα, ο Κατηγορούμενος διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο θα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.