← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης:21220/18, 20/1/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης:21220/18, 20/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:21220/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν ΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20/01/21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κος. Χ. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3)
(7), 19 και 20, του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία). Αντιμετωπίζει επίσης και την κατηγορία της επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 7
(1),19 και 20 Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία). Και τέλος, αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού με στολή κατά παράβαση των Καν.58
(4)(θ) και 72 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αυτό που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο είναι ότι την 25/05/18 στην οδό Λεοντίου Α΄ στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με αριθμό εγγραφής ΧΧΧ 766 με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο ταχύτητας, δηλαδή με 106 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί
  1. Επίσης ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του επικίνδυνα, δηλαδή όταν ο ΜΚ1 εισήλθε εντός του δρόμου για να του κάνει σήμα για να σταματήσει, ο Κατηγορούμενος αυξάνοντας ταχύτητα την οδήγησε κατά πάνω του με αποτέλεσμα να τον αναγκάσει να πεταχτεί στην άκρια του δρόμου με αποτέλεσμα να μην σταματήσει στο σήμα του. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα, τον Α/Λοχία ΧΧΧΧ Ροβέρτου (ΜΚ1) και τον Αστ. ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου (ΜΚ2). ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι στην οδό Λεοντίου Α' στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού το ανώτατο όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων τέθηκε από την αρμόδια Αρχή. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως εξής : O MK1 κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Αρχηγείου Αστυνομίας στην Λευκωσία και συγκεκριμένα ήταν υπεύθυνος του Ουλαμού Πρόληψης Εγκλημάτων. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν και η διεξαγωγή ελέγχων τροχαίας σε ολόκληρη την Κύπρο. Αρχικά ο ΜΚ1 αναγνώρισε την κατάθεση του την οποία κατέθεσε (Τεκμήριο 1) και αφού την υιοθέτησε ζήτησε όπως αυτή αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί. Σε σχέση με τις συνθήκες που περιβάλλουν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι στις 26/05/18 και περί ώρα 0411 είχε μεταβεί στην Τροχαία Λεμεσού η οποία βρίσκεται στην οδό Λεοντίου Α΄ και ανέμενε άλλους συναδέλφους του οι οποίοι εκείνη την στιγμή ήταν εντός του κτηρίου της Τροχαίας επιφορτισμένοι με την καταγραφή καταθέσεων που αφορούσαν άλλες καταγγελίες οι οποίες είχαν προηγηθεί του επίδικου συμβάντος. Μάλιστα είπε ότι επειδή ο ίδιος είχε αρκετό ελεύθερο χρόνο, αποφάσισε να διενεργήσει έλεγχο ταχύτητας στον δρόμο έξω από την Τροχαία Λεμεσού με την χρήση συσκευής ραντάρ αφού μέσα από την εμπειρία του ως αστυνομικός αφού υπηρετούσε στην Τροχαία διαπίστωσε ότι ιδιαίτερα κατά τις πρωινές ώρες οι δρόμοι είναι άδειοι από αυτοκίνητα και πολλοί οδηγοί οδηγούν είτε υπό την επήρεια αλκοόλ είτε με μεγάλη ταχύτητα. Έτσι ο ΜΚ1 θεώρησε ορθό να διεξάγει έλεγχο τροχαίας στα οχήματα που θα κατευθύνονταν από τα βόρεια της οδού Λεοντίου Α' προς τα νότια, προς το σημείο δηλαδή που στάθηκε ο ίδιος για να διενεργήσει τον έλεγχο. Όπως όμως ο ΜΚ1 ανέφερε , είχε μαζί του και την συσκευή του ραντάρ, τονίζοντας μάλιστα ότι σε όλους τους ελέγχους που διενεργούσε ενόσω βρισκόταν στην Τροχαία Αρχηγείου χρησιμοποιούσε την ίδια. Αναφερόμενος στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με μεγάλη ταχύτητα εξήγησε στο Δικαστήριο ότι ενώ βρισκόταν στο σημείο που διενεργούσε τον έλεγχο και το οποίο υπέδειξε τόσο στο Τεκμήριο 2 όσο και στο Τεκμήριο 3 (χάρτες-αεροφωτογραφίες της περιοχής και του επίδικου δρόμου) άκουσε «μια μοτόρα να γεμώνει» με αποτέλεσμα να στρέψει την προσοχή του αλλά ταυτόχρονα και την συσκευή του ραντάρ που κρατούσε προς τα νότια, δηλαδή προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Κατηγορούμενος με την μοτοσικλέτα του. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας υπέδειξε στα Τεκμήρια 2 και 3 τόσο το σημείο στο οποίο στεκόταν κατά την δεδομένη χρονική στιγμή, όσο και το σημείο που αντίκρισε για πρώτη φορά και «εγκλώβισε» με την συσκευή του ραντάρ την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, η οποία να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον ΜΚ1 ήταν 106 χιλιόμετρα αντί 50 που ήταν το ανώτατο όριο ταχύτητας αφού η συγκεκριμένη περιοχή είναι κατοικημένη. Επίσης ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι η απόσταση που εγκλώβισε με την συσκευή ραντάρ την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου ήταν περίπου 150-200 μέτρα από το σημείο που στεκόταν. Τέλος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε καθόλου κίνηση στον δρόμο αφού ή ώρα ήταν 0400 το πρωί. Επίσης εξήγησε ότι ο συγκεκριμένος δρόμος είναι πολύ στενός και η περιοχή είναι κατοικημένη. Σε σχέση με την συσκευή του ραντάρ o MK1 κατά την κυρίως εξέταση του διευκρίνισε ότι κατά τον επίδικο χρόνο αυτός ήταν ο χειριστής της. Επίσης ανέφερε ότι η συσκευή που κρατούσε έφερε τον αριθμό 4535 και ότι πριν την χρησιμοποιήσει την είχε ελέγξει και λειτουργούσε κανονικά. Σε ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ο ΜΚ1 επεξήγησε τον τρόπο με τον οποίο διενήργησε τον έλεγχο της συσκευής του ραντάρ. Περεταίρω έδωσε πλήρη περιγραφή της στολής που φορούσε όταν έκανε το σήμα στον Κατηγορούμενο για να σταματήσει, και ισχυρίστηκε ότι τόσο η στολή που φορούσε όσο και η στενότητα του δρόμου αλλά ταυτόχρονα και ο ικανοποιητικός φωτισμός που υπήρχε ήταν οι παράγοντες που του δημιούργησαν την πεποίθηση ότι ο Κατηγορούμενος ενώ τον αντιλήφθηκε στον δρόμο δεν σταμάτησε. Ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ακόμα ότι ο Κατηγορούμενος μόλις τον αντιλήφθηκε ανέπτυξε την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του οδηγώντας την κατά πάνω του, με τόσο επικίνδυνο τρόπο που για να αποφύγει ο ίδιος ένα ενδεχόμενο χτύπημα αναγκάστηκε να πεταχτεί στην άκρια του δρόμου, δηλαδή στο σημείο που βρισκόταν αρχικά πριν εισέλθει στον δρόμο για να σταματήσει με το σήμα του τον Κατηγορούμενο. Όπως ανέφερε ο ΜΚ1 όταν ο Κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε με αυτόν τον τρόπο, μετά που ο ίδιος αναγκάστηκε να πεταχτεί στην άκρια του δρόμου έστρεψε το φανάρι που κρατούσε στο χέρι του προς το πισινό μέρος της μοτοσυκλέτας του Κατηγορούμενου και διαπίστωσε τους αριθμούς εγγραφής της. Αμέσως εισήλθε εντός του κτηρίου της Τροχαίας Λεμεσού και αφού εντόπισε τον αριθμό τηλεφώνου του Κατηγορούμενου, τον κάλεσε ενώ όταν αυτός του απάντησε το τηλέφωνο σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ανέφερε ότι "εγώ εν έρκουμαι ρε παρετάτε με". Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 από τον συνήγορο υπεράσπισης επέμεινε στους αρχικούς ισχυρισμούς του παρόλο που η υπεράσπιση με τις υποβολές της αμφισβήτησε τόσο ότι ο ΜΚ1 κατά τον επίδικο χρόνο είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε συσκευή ραντάρ και διενεργούσε οποιοδήποτε έλεγχο, όσο και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος παρόλο που πέρασε από τον επίδικο δρόμο την συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, δηλαδή δεν οδηγούσε ξεπερνώντας το όριο των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα. Επίσης ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι λόγω της μικρής απόστασης που υπήρχε από την στιγμή που ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί την μοτοσυκλέτα του μέχρι το σημείο που στεκόταν και διενεργούσε έλεγχο, δεν ήταν δυνατόν ο Κατηγορούμενος να μπορούσε να οδηγήσει με τέτοιο επικίνδυνο τρόπο όπως του καταλογίζει ο ΜΚ
  2. Αποτέλεσε ακόμη βασική θέση της υπεράσπισης ότι τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με την συσκευή ταχυμέτρου από τον ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για να ενισχύσει την μαρτυρία του αφού στην κατάθεση που είχε ήδη ετοιμάσει αμέσως μετά το επίδικο συμβάν (Τεκμήριο 1) δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με αυτό το ζήτημα, κάτι που κατά την θέση της υπεράσπισης ήταν ουσιώδες και έπρεπε να αναφερθεί. Ο ΜΚ1 μη αποδεχόμενος την πιο πάνω θέση, υποστήριξε ότι στην κατάθεση του γίνεται αναφορά για την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και συγκεκριμένα ότι οδηγούσε με ταχύτητα 106 χιλιόμετρα. Επίσης τέθηκε στον ΜΚ1 ο ισχυρισμός ότι η καταγγελία εις βάρος του Κατηγορούμενου έγινε εκδικητικά επειδή ο πρόεδρος του συλλόγου μοτοσικλετιστών ΧΧΧΧ CLUB με το όνομα ΧΧΧΧ Αγγελίδης συνδέεται φιλικά μαζί του και βρίσκεται σε αντιπαράθεση-κόντρα με τον σύλλογο μοτοσικλετιστών ΧΧΧΧΧΧΧΧ στον οποίο ανήκει ο Κατηγορούμενος. Μάλιστα η υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι αυτό που πραγματικά έγινε κατά το επίδικο χρόνο ήταν ότι ο Κατηγορούμενος ενώ περνούσε από τον συγκεκριμένο σημείο-δρόμο με την μοτοσυκλέτα του, φορώντας το γιλέκο του club ΧΧΧΧΧΧΧΧ, ο ΜΚ1 έβγαινε τυχαία έξω από την Τροχαία Λεμεσού προς τον δρόμο και αφού είδε τον Κατηγορούμενο να φορά το συγκεκριμένο γιλέκο, κατέγραψε τους αριθμούς εγγραφής της μοτοσυκλέτας και προέβηκε στην συγκεκριμένη καταγγελία εκδικητικά. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά τις πιο πάνω υποβολές και αντικρούοντας τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης υποστήριξε ότι σε καμία περίπτωση την ώρα που έκανε το σήμα στον Κατηγορούμενο για να σταματήσει δεν γνώριζε ότι ανήκει στον συγκεκριμένο σύλλογο και μάλιστα πρόσθεσε ότι το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος ανήκει στον σύλλογο ΧΧΧΧΧΧΧ, το πληροφορήθηκε την επομένη ημέρα όταν ανώτερα στελέχη της Αστυνομίας του τηλεφώνησαν με σκοπό να τον πιέσουν για να τον πείσουν να μην προβεί σε καταγγελία εις βάρος του Κατηγορούμενου, κάτι όμως που ο ίδιος αρνήθηκε να πράξει. Επίσης ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι ποτέ δεν θα κατάγγελλε οποιοδήποτε πρόσωπο για να το φέρει στο Δικαστήριο μόνο για προσωπικούς λόγους. Επίσης υποστήριξε με σθεναρότητα τον ισχυρισμό του ότι με το συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή τον ΧΧΧΧ Αγγελίδη, πράγματι στο παρελθόν ήταν φίλοι όμως λόγω προσωπικών προβλημάτων που προέκυψαν στην μεταξύ τους σχέση εδώ και κάποια χρόνια και μάλιστα πριν από το επίδικο περιστατικό διέκοψαν κάθε επαφή. Επομένως υποστήριξε ότι σε καμία περίπτωση δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι έγινε παρέμβαση από τον ΧΧΧΧ Αγγελίδη προς τον ίδιο για να γίνει η συγκεκριμένη καταγγελία εις βάρος του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 διευκρίνισε επίσης ότι δεν έχει οποιαδήποτε διαφορά με τον Κατηγορούμενο. Μάλιστα υποστηρίζοντας την πιο πάνω θέση αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του σε συγκεκριμένο περιστατικό που πληροφορήθηκε στο παρελθόν και αφορούσε παράνομη στάθμευση μοτοσικλετιστών του συλλόγου στον οποίο ανήκει ο Κατηγορούμενος επί της οδού Νίκου Πατίχη εξηγώντας ότι παρά τα παράπονα που υπήρχαν εναντίον τους για παράνομη στάθμευση ο ίδιος προέβηκε σε νουθεσίες χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία εις βάρος τους. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως δεύτερο μάρτυρα κατηγορίας τον Αστ.ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου, ΜΚ
  3. Σύμφωνα με όσα ανέφερε υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού από το 2018 και μάλιστα στον Κλάδο διερεύνησης Τροχαίων αδικημάτων. Όσον αφορά την διερεύνηση του συγκεκριμένου περιστατικού ο ΜΚ2 είπε ήταν η πρώτη υπόθεση που χειρίστηκε στην καριέρα του ως ανακριτής. Για τα αδικήματα που κατηγορήθηκε ο Κατηγορούμενος ο ΜΚ2 εξήγησε ότι έλαβε γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης από τον ΜΚ
  4. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 αναγνώρισε στα Τεκμήρια 2 και 3 διάφορα σημεία που του υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση, όπως για παράδειγμα το κτήριο της Τροχαίας Λεμεσού καθώς και το πρώην Γενικό Νοσοκομείο . Αναγνώρισε επίσης τον δρόμο που σημειώθηκε το επίδικο περιστατικό. Σε ερώτηση που του τέθηκε από την υπεράσπιση κατά πόσο είναι σε θέση να γνωρίζει το πλάτος της οδού Λεοντίου Α ο ΜΚ2 απάντησε ευθέως ότι ο συγκεκριμένος δρόμος είναι πλατύς χωρίς όμως να μπορεί διευκρινίσει με ακρίβεια το πλάτος του. Πρόσθεσε όμως ότι σύμφωνα με τους υπολογισμούς του πιστεύει ότι το πλάτος του δρόμου ανέρχεται στα 10-15 μέτρα. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 του τέθηκαν επίσης διάφορες ερωτήσεις που αφορούσαν τον τρόπο που ετοιμάζει ο ίδιος τις καταθέσεις του, και συγκεκριμένα κλήθηκε να αναφέρει ποιες λεπτομέρειες θεωρεί απαραίτητες για να συμπεριλάβει σε μία γραπτή κατάθεση, ιδίως όταν το αδίκημα που θα διερευνήσει σχετίζεται με τον εντοπισμό ταχύτητας με την χρήση συσκευής ραντάρ. Ο ΜΚ2 απαντώντας στις ερωτήσεις της υπεράσπισης εξήγησε ποιες είναι οι λεπτομέρειες που ο ίδιος θεωρεί απαραίτητες για να καταγράψει. Περαιτέρω ο ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι το τηλέφωνο που ήταν καταχωρημένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Αστυνομίας και αντιστοιχούσε στα στοιχεία της μοτοσυκλέτας του Κατηγορούμενου δεν είχε καταχωρηθεί το ορθό από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, με αποτέλεσμα το πρόσωπο που δέχθηκε τηλεφωνική κλήση για να προσέλθει στην Τροχαία κατά το επίδικο βράδυ να είναι άλλο πρόσωπο και όχι ο Κατηγορούμενος. Συνεπώς την φράση "εγώ εν έρκουμαι ρε παρετάτε με" δεν την ξεστόμισε ο Κατηγορούμενος αλλά κάποιος άλλος. Έτσι όπως ανέφερε ο ΜΚ2 για να μπορέσει η Αστυνομία να εντοπίσει τον Κατηγορούμενο επισκέφθηκαν την επόμενη μέρα την οικία του. Επειδή ο ίδιος απουσίαζε εκείνη την στιγμή από το σπίτι ενημερώθηκε λίγο αργότερα από την θυγατέρα του και προσήλθε άμεσα στην Τροχαία και ενημερώθηκε για τα αδικήματα που αντιμετώπιζε δηλώνοντας άγνοια. Ο ΜΚ2 επίσης συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι γνωρίζει τον σύνδεσμο μοτοσικλετιστών στον οποίο ανήκει ο Κατηγορούμενος και το έργο που επιτελούν τα μέλη του, δηλώνοντας ότι γνωρίζει και τον ίδιο τον Κατηγορούμενο προσωπικά. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και τον κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος αφού πληροφορήθηκε τα δικαιώματα του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν παρουσίασε προς υποστήριξη οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα υπεράσπισης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε και υιοθέτησε γραπτή δήλωση την οποία όπως ανέφερε ετοίμασε ο ίδιος (Τεκμήριο 5). Ο Κατηγορούμενος ζήτησε επίσης να καταθέσει και κατέθεσε τόσο την γραπτή δήλωση του προέδρου του συλλόγου ΧΧΧΧΧΧΧ(Τεκμήριο 6) όσο και δύο φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται ο ΜΚ1 μαζί με τον πρόεδρο του συλλόγου μοτοσικλετιστών ΧΧΧΧ CLUB ΧΧΧΧ Αγγελίδη, δηλαδή το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό του Κατηγορούμενου επηρέασε τον ΜΚ1 να τον καταγγείλει επειδή είχε διαφορές με τον σύλλογο στον οποίο ανήκει. Τις φωτογραφίες αυτές (Τεκμήριο 7Α και 7Β) ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι τις εντόπισε μετά από έρευνα που πραγματοποίησε ο ίδιος για να διαπιστώσει την σχέση που είχαν μεταξύ τους τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα αφού μετά την καταγγελία που έγινε εναντίον του από τον ΜΚ1 άκουσε από διάφορα μέλη του συλλόγου ΧΧΧΧΧΧ ότι ο MK1 διατηρούσε στενές σχέσεις με τον ΧΧΧΧ Αγγελίδη. Ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε στις πιο πάνω φωτογραφίες τόσο τον ΜΚ1 όσο και τον ΧΧΧΧ Αγγελίδη. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος κατέθεσε σειρά από φωτογραφικό υλικό (Τεκμήρια 8 - 11) στο οποίο καταδεικνύεται η δράση του συλλόγου ΧΧΧΧΧΧ στον οποίο ανήκει ως ιδρυτικό μέλος από το 2012, αλλά και την καλή συνεργασία τις και σχέσεις που διατηρεί ο ίδιος με το Αστυνομικό Σώμα. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος αμφισβητήθηκε για την αλήθεια των όσων κατέθεσε στην δια ζώσης μαρτυρία του αλλά και για την αλήθεια του περιεχομένου της γραπτής δήλωσης που ετοίμασε. Του υποβλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή η θέση ότι τα όσα καταγράφονται στην γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 5) και ετοιμάστηκαν από τον ίδιο αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του, που κατασκευάστηκαν με μοναδικό σκοπό να καταφέρει ο Κατηγορούμενος να πείσει το Δικαστήριο για τους ισχυρισμούς του και να αποφύγει την τιμωρία του. Επίσης ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι τα όσα προέβαλε προς υπεράσπιση του ο Κατηγορούμενος στερούνται λογικής επειδή ο ΜΚ1 δεν γνώριζε προσωπικά τον Κατηγορούμενο και επομένως δεν υπήρχε οποιοδήποτε κακόβουλο κίνητρο από μέρους του για να τον καταγγείλει εκδικητικά. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε ότι πράγματι δεν γνωριζόταν προσωπικά με τον ΜΚ1 και ούτε ποτέ υπήρξε μεταξύ τους οποιαδήποτε προστριβή ή διαφορά, όμως επέμεινε στον αρχικό ισχυρισμό του ότι η μόνη εξήγηση που μπορεί να σκεφτεί για τον λόγο που καταγγέλθηκε από τον ΜΚ1 κατά το επίδικο βράδυ ήταν προφανώς επειδή ο ΜΚ1 διαπίστωσε από τα γράμματα του γιλέκου που φορούσε όταν πέρασε από τον επίδικο δρόμο και τον είδε ότι ανήκει στον σύλλογο ΧΧΧΧΧΧ με τον οποίο ο στενός φίλος και κουμπάρος του ΜΚ1 ΧΧΧΧ Αγγελίδης έχει προστριβές. Ήταν η θέση επίσης του Κατηγορουμένου ότι πράγματι κατά το επίδικο βράδυ και κατά την επίδικη ώρα πέρασε από το συγκεκριμένο σημείο όμως με κανονική ταχύτητα εντός του ορίου των 50 χιλιομέτρων, αλλά ουδέποτε αντιλήφθηκε την παρουσία του ΜΚ1 στην θέση που ανέφερε ότι βρισκόταν και ότι το μόνο που αντιλήφθηκε ήταν δύο αστυνομικούς και ένα περιπολικό να βρίσκονται στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Επίσης αρνήθηκε ότι οδήγησε με τρόπο επικίνδυνο την μοτοσικλέτα του κατά πάνω του ΜΚ1 και ότι δεν σταμάτησε στο σήμα που του έγινε αφού ουδέποτε αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο . Ήταν η θέση του Κατηγορούμενου ότι τίποτα από όλα τα πιο πάνω που ανέφερε ο ΜΚ1 στο Δικαστήριο δεν έλαβε χώρα κατά τον επίδικο χρόνο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 αποτελεί ουσιώδη πτυχή για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής αφού αυτός ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που είχε άμεση γνώση των γεγονότων που εξελίχθηκαν κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο. Από την μαρτυρία του ΜΚ1 τα μόνα σημεία που μπορώ να αποδεχτώ είναι πρώτον τον ισχυρισμό του ότι πράγματι στις 25/05/18 και περί ώρα 0411 βρισκόταν στην οδό Λεοντίου Α' στην Λεμεσό έξω από το κτήριο της Τροχαίας Λεμεσού και είδε την μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου να περνά από το συγκεκριμένο δρόμο. Και αυτό το αποδέχομαι γιατί και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε σε καμία περίπτωση ότι κατά τον επίδικο χρόνο πέρασε από το συγκεκριμένο δρόμο για να μεταβεί στο σπίτι του. Επίσης αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ΜΚ1 ότι με τον ΧΧΧΧ Αγγελίδη με τον οποίο διατηρούσε στενή φιλία στο παρελθόν δεν διατηρούσε οποιαδήποτε στενή επαφή μαζί του κατά τον επίδικο χρόνο λόγω προσωπικών προβλημάτων που προέκυψαν στην σχέση τους. Επίσης αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ΜΚ1 ότι μετά που κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο δέχτηκε παρεμβάσεις από άλλα μέλη της Αστυνομίας για να μην προχωρήσει η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Τον ισχυρισμό αυτό άλλωστε ούτε και ο Κατηγορούμενος τον αμφισβήτησε αφού παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση του ότι όντως μίλησε σε κάποιο Αστυνομικό τον οποίο γνωρίζει αφού έχει συνεργασία μαζί του εξαιτίας της δράσης του συλλόγου στον οποίο ανήκει, εκφράζοντας μάλιστα την δυσαρέσκεια του προς αυτόν για την συγκεκριμένη καταγγελία την οποία θεωρούσε άδικη. Δεν μπορώ όμως να αποδεχτώ το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 και αυτό γιατί τα όσα κατέθεσε σε σχέση με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε αναίτια την μοτοσυκλέτα κατά πάνω του για να τον χτυπήσει δεν μπορούν να αντέξουν στην βάσανο της λογικής αφού διακατέχονται από υπερβολή και έλλειψη πειστικότητας. Δεν είναι καθόλου πειστικός ο ισχυρισμός του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με ταχύτητα 106 χιλιόμετρα αντί 50, εντελώς ξαφνικά και αναίτια όταν τον αντιλήφθηκε να στέκεται στην μέση του δρόμου και να του κάνει σήμα για να σταματήσει αυτός ανέπτυξε ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα και οδήγησε την μοτοσυκλέτα κατά πάνω του. Σημειώνεται ακόμα ότι ο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο για να σταματήσει βρισκόταν στην μέση του δρόμου εκεί δηλαδή που βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή. Παρόλο όμως που υποστήριξε τον πιο πάνω ισχυρισμό εντούτοις ταυτόχρονα επέμενε και στον ισχυρισμό του ότι ο Κατηγορούμενος οδηγώντας την μοτοσικλέτα κατά πάνω του εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Η πιο πάνω θέση του ΜΚ1 δεν αντέχει στην λογική. Πως είναι λοιπόν δυνατόν από την μια ο Κατηγορούμενος να οδηγεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του και να κινείται κατά πάνω του ΜΚ1 αφού ο ίδιος από την άλλη ισχυρίστηκε ότι στεκόταν στην μέση του δρόμου. Αντιθέτως αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος ερχόταν κατά πάνω του ενώ αυτός ήταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να ισχυριστεί ότι ο ίδιος την ώρα που έκανε το σήμα στον Κατηγορούμενο για να σταματήσει στεκόταν εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορουμένου και όχι στην μέση του δρόμου. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος εφόσον θα οδηγούσε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας θα ήταν και λογικά αναμενόμενο να κινείται κατά πάνω του. Είναι δε άξιο απορίας γιατί ο Κατηγορούμενος ενώ από την μια ήθελε να αποφύγει τον έλεγχο και να εγκαταλείψει την σκηνή χωρίς να σταματήσει στο σήμα του ΜΚ1 από την άλλη επέλεξε να οδηγήσει την μοτοσικλέτα του προς το μέρος του και να περάσει ακριβώς από μπροστά του για να του φανερωθεί και μάλιστα έξω από την Τροχαία Λεμεσού. Στερείται επίσης πειστικότητας και ο ισχυρισμός του ΜΚ1 ότι κατά την στιγμή που πετάχτηκε προς την άκρια του δρόμου για να αποφύγει το χτύπημα από την μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου κατόρθωσε, αφού πετάχτηκε στην άκρια του δρόμου και ενώ η μοτοσικλέτα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα να στρέψει το φανάρι προς τους πισινούς αριθμούς εγγραφής της και να τους αναγνωρίσει μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν παραγνωρίζω ακόμη το γεγονός ότι ο ΜΚ1 σε ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με το αν ο Κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε όταν του έκανε σήμα για να σταματήσει, η απάντηση που έδωσε δεν δημιουργούσε βεβαιότητα αλλά ήταν αμφίβολη με την έννοια ότι είπε χαρακτηριστικά ότι δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες προσθέτοντας μάλιστα την άποψη ότι με βάση την πεποίθηση του εξαιτίας ορισμένων παραγόντων που συνυπήρχαν την δεδομένη στιγμή στην σκηνή, όπως για παράδειγμα στενότητα του δρόμου, ο μη επαρκής ικανοποιητικός φωτισμός και το γεγονός ότι η στολή που φορούσε ήταν ευδιάκριτη ,ο Κατηγορούμενος λογικά θα αντιλήφθηκε την παρουσία του. Από την πιο πάνω απάντηση του ΜΚ1 προκύπτει αβίαστα το εξής ερώτημα. Πώς είναι δυνατόν από την μια ο ΜΚ1 να ισχυρίζεται ότι ο Κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε και οδήγησε την μοτοσυκλέτα κατά πάνω του για να τον χτυπήσει όταν του έκανε σήμα για να σταματήσει ενώ από την άλλη στην πιο πάνω ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής δεν έδωσε οποιαδήποτε σαφή απάντηση αλλά η απάντηση του βασίστηκε σε πιθανολήγηση . Είναι άξιο απορίας γιατί ενώ ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε με την αξιόποινη συμπεριφορά που επέδειξε εναντίον του ΜΚ1 να βρίσκεται αντιμέτωπος και με την κατηγορία της επίθεσης εντούτοις καμία τέτοια κατηγορία δεν αντιμετωπίζει. Η μη αποδοχή ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του ΜΚ1 για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω μοιραία επιμολύνει και δημιουργεί ρήγμα στην ολότητα της μαρτυρίας του συμπαρασύροντας και την υπόλοιπη του μαρτυρία σε απόρριψη. Αν ο ΜΚ1 ήταν διατεθειμένος να καταλογίσει στον Κατηγορούμενο το αδίκημα της επίθεσης εναντίον του και ουσιαστικά να επινοήσει την διάπραξη ενός φανταστικού αδικήματος εις βάρος του Κατηγορούμενου, γιατί να μην ήταν διατεθειμένος να επινοήσει και τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του. Αυτό κρίνω πως επιβάλλει και η λογική. Επομένως η μαρτυρία του ΜΚ1 απορρίπτεται ως αναξιόπιστη με εξαίρεση τα σημεία που αποδέχτηκα. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με το ότι εντόπισε με την συσκευή ραντάρ τον Κατηγορούμενο να οδηγεί με ταχύτητα 106 χιλιομέτρων αντί 50 και ούτε επίσης αποδέχομαι ότι ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε στο σήμα που του έγινε από τον ΜΚ
  1. Προχωρώντας στην μαρτυρία του ΜΚ2 διαπιστώνω ότι αυτός ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ο ΜΚ2 ως ανακριτής της υπόθεσης μετέφερε επακριβώς στο Δικαστήριο τα γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψη του αλλά και οτιδήποτε άλλο πληροφορήθηκε από τον ΜΚ1 ο οποίος ήταν παρών στην σκηνή. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στις ενέργειες που έκανε δηλαδή στην διατύπωση των κατηγοριών εναντίον του Κατηγορούμενου μετά από την πληροφόρηση που είχε από τον ΜΚ1 για τα αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διέπραξε κατά τον επίδικο χρόνο. Αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του αφού αυτή ήταν σαφής και θετική και ο ίδιος δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Μάλιστα ο ΜΚ1 ήταν ειλικρινής και αντικειμενικός και διαφώτισε το Δικαστήριο για το γεγονός ότι το τηλέφωνο στο οποίο έγινε κλήση κατά το επίδικο βράδυ με την ιδέα ότι άνηκε στον Κατηγορούμενο, άνηκε σε διαφορετικό πρόσωπο και συνεπώς η απάντηση που έδωσε το πρόσωπο στο οποίο έγινε η κλήση δεν ήταν η απάντηση του Κατηγορούμενου αλλά κάποιου άλλου. Τόνισε μάλιστα ο ΜΚ2 κατά την μαρτυρία του ότι ο Κατηγορούμενος μόλις εντοπίστηκε προσήλθε στην Αστυνομία και συνεργάστηκε. Σημαντικό σημείο της μαρτυρίας του, το οποίο και αποδέχομαι, είναι η αναφορά του ότι η οδός Λεοντίου Α' στην οποία διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα δεν είναι δρόμος στενός αλλά είναι δρόμος αρκετά πλατύς, δηλαδή 10-15 μέτρα . Η μαρτυρία του ΜΚ2 έρχεται σε αντίφαση με την θέση του ΜΚ1 που ανέφερε ότι ο δρόμος είναι πολύ στενός και καταρρίπτει τον ισχυρισμό του. Για όλους του πιο πάνω λόγους ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος. Εξετάζοντας την μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε ανακρίβεια στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του. Ο Κατηγορούμενος παρέμεινε σταθερός στους ισχυρισμούς του χωρίς να τους διαφοροποιήσει. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης και η συνολική εικόνα του άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του. Δεν παρατήρησα σε κανένα σημείο να προσπαθεί να παραποιήσει τα γεγονότα. Την θέση του Κατηγορούμενου ότι ο ΜΚ1 τον κατήγγειλε ένεκα της στενής σχέσης που είχε με τον ΧΧΧΧ Αγγελίδη δεν την συμμερίζεται το Δικαστήριο διότι η μαρτυρία του Κατηγορουμένου επί του προκειμένου περιορίστηκε στην σφαίρα της πιθανολόγησης. Κατανοώ όμως ότι για τον Κατηγορούμενο ίσως να ήταν η μόνη λογική εξήγηση που μπορούσε να δοθεί για το επίδικο περιστατικό. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο από την καταγγελία από άλλα πρόσωπα μέλη του συλλόγου στον οποίο ανήκει, ότι ο ΧΧΧΧ Αγγελίδης δεν διατηρεί καλές σχέσεις με τον σύλλογο ΧΧΧΧΧΧ και ταυτόχρονα είναι και στενός φίλος με τον ΜΚ
  2. Συνεπώς θα ήταν λογικά αναμενόμενο να δοθεί στον Κατηγορούμενο η εντύπωση και η πεποίθηση ότι η καταγγελία από τον ΜΚ1 έγινε εκδικητικά. Για όλους λοιπόν του πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, με εξαίρεση τα σημεία που ανέφερα πιο πάνω, ως αξιόπιστη. Αναφορικά με την γραπτή δήλωση του ΧΧΧΧ Ζόρνα Προέδρου του συλλόγου μοτοσικλετιστών ΧΧΧΧΧΧ (Τεκμήριο 6) αυτή αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Η πλευρά της υπεράσπισης δεν παρουσίασε το πρόσωπο αυτό στο Δικαστήριο για να μπορεί και η Κατηγορούσα Αρχή να τον αντεξετάσει χωρίς να δώσει οποιαδήποτε δικαιολογία. Συναφώς η αλήθεια της μαρτυρίας του προσώπου αυτού δεν μπορεί να εξακριβωθεί. Για τους πιο πάνω λόγους η γραπτή δήλωση δεν γίνεται αποδεκτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 26/05/18 και περί ώρα 04:11 το πρωί ο Κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσικλέτα του και μετέβαινε προς το σπίτι του μετά από νυχτερινή έξοδο. Ενώ κινείτο στην οδό Ειρήνης και προσέγγισε τα φώτα τροχαίας έστριψε αμέσως δεξιά και εισήλθε στην οδό Λεοντίου Α' όπου σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε στα αριστερά του να βρίσκεται ένα περιπολικό με δύο αστυνομικούς οι οποίοι συνομιλούσαν με ένα άλλο σταθμευμένο αυτοκίνητο. Την ίδια στιγμή στον ίδιο δρόμο βρισκόταν ο ΜΚ1 τον οποίο όμως ο Κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν αντιλήφθηκε. Την ίδια μέρα και συγκεκριμένα κατά το απόγευμα αφού επικοινώνησε μαζί με τον Κατηγορούμενο η θυγατέρα του τον ενημέρωσε ότι τον αναζητούσε η Αστυνομία στο σπίτι τους και τότε αυτός μετά από λίγη ώρα επισκέφτηκε την Τροχαία Λεμεσού και πληροφορήθηκε από τον ΜΚ2 τα αδικήματα που αντιμετώπιζε και ότι είχε γίνει εναντίον του καταγγελία από τον ΜΚ1 για τα αδικήματα αυτά . ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής οδηγείται αναπόφευκτα σε απόρριψη σε όλες τις κατηγορίες. Συνακόλουθα εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορούμενου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις 3 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ)............ Σ. Συμεού , Ε.Δ Πρωτοκολλητής Πιστό Αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.