← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 872/18, 20/1/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 872/18, 20/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 872/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν ΧΧΧΧ ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20/01/21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Ιωαννίδης Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγο αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, και άρθρα 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία). Η κατηγορία αυτή ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου θανατηφόρου δυστυχήματος που επεσυνέβη στις 06/07/16 στην Λεωφόρο Αμαθούντος στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού. Αυτό που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο με την πρόσαψη της εναντίον του κατηγορίας, είναι ότι ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΧΧΧ 782 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης η συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του ΧΧΧΧ Ghafary, τέως από τo Λίβανο . Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας. Συγκεκριμένα κάλεσε τον Λοχία ΧΧΧΧ Αναστασίου (Μ.Κ.1), τον ΧΧΧΧ Παναγιώτου (Μ.Κ.2) και τον ΧΧΧΧ Ζαμπά (ΜΚ3). ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Οι δύο πλευρές εκ συμφώνου, κατέθεσαν γραπτή δήλωση παραδεκτών γεγονότων (Tεκμήριο 1) τα οποία αποτελούν συναφώς ευρήματα του Δικαστηρίου ως ακολούθως: Στις 06/07/16 και περί ώρα 21:20 ο Κατηγορούμενος Κωνσταντίνος Τσαγγάρης οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ 782 στην Λεωφ. Αμαθούντος στη Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Την ίδια ημερομηνία και ώρα ο πεζός ΧΧΧΧ ΧΧΧ Georges (θύμα) από τον Λίβανο, αρ. Λιβανέζικου διαβατηρίου L200ΧΧΧΧ διασταύρωσε τον δρόμο από τα νότια προς τα βόρεια σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος. Σε κάποιο σημείο της πιο πάνω αναφερόμενης λεωφόρου έγινε σύγκρουση μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και του πεζού (θύματος) με αποτέλεσμα ο πεζός να τραυματιστεί σοβαρά. Στην σκηνή του δυστυχήματος έφθασε ασθενοφόρο με πλήρωμα την νοσηλευτική λειτουργό ΧΧΧΧ Μιχαηλίδου όπου παρέλαβε τον πεζό και τον μετέφερε στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Η κατάθεση της κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 . Στις 07/07/16 και ώρα 00:05 ο πεζός (θύμα) απεβίωσε και ο επί καθήκοντι ιατρός Δρ. ΧΧΧΧ Αχιλλέως Μ-3 στο κατηγορητήριο εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου. Η βεβαίωση θανάτου αποτελεί το Τεκμήριο

  1. Στις 08/07/16 και μεταξύ των ωρών 0915-0945 στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού η Ιατροδικαστής ΧΧΧΧ Αντωνίου Μ-4 στο κατηγορητήριο διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος στην παρουσία του Μ-1 και Μ-5 στο κατηγορητήριο και διαπίστωσε ότι ο θάνατος του προήλθε από κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Η Ιατροδικαστική Έκθεση αποτελεί το Τεκμήριο
  2. Την αναγνώριση της σορού του θύματος κατά την διάρκεια της νεκροψίας έκανε ο φίλος του θύματος ΧΧΧΧ Awad M-1 στο κατηγορητήριο. Η κατάθεση του αποτελεί το Τεκμήριο
  3. Ενώ αριθμό φωτογραφιών κατά την διάρκεια της νεκροψίας έλαβε ο ΜΚ2 Αστ. ΧΧΧΧ Παναγιώτου. Να σημειωθεί ότι τα Τεκμήρια 1-5Α και 5Β έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου και δηλώθηκαν στην συνέχεια ως παραδεκτά γεγονότα για την αλήθεια του περιεχομένου τους. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια της σημεία μπορεί να συνοψισθεί ως εξής. Ο Μ.Κ.1 είναι ο εξεταστής του δυστυχήματος. Κατά την κυρίως εξέταση του διευκρίνισε ότι υπηρέτησε στην Αστυνομική Δύναμη της Κύπρου για 32 συνεχή έτη. Μάλιστα όπως περαιτέρω πρόσθεσε για τα 27 χρόνια από αυτά υπηρετούσε στον Κλάδο Τροχαίων Δυστυχημάτων. Την 06/07/16, ημέρα κατά την οποία επεσυνέβη το επίδικο θανατηφόρο δυστύχημα υπηρετούσε στην Τροχαία Λεμεσού αφού από τις τάξεις της Αστυνομίας αφυπηρέτησε στις 30/09/
  4. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε την κατάθεση του και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ακολούθως την κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 6). Περαιτέρω κατέθεσε σειρά εγγράφων μεταξύ των οποίων το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 7) την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 8) και μία δέσμη από φωτογραφίες που λήφθηκαν στην σκηνή του δυστυχήματος από τον ΜΚ2 (Τεκμήριο 9). Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 κλήθηκε να αναγνωρίσει σε σειρά φωτογραφιών που του υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση τον δρόμο στον οποίο επεσυνέβηκε το θανατηφόρο δυστύχημα. Ο ΜΚ1 αφού τις περιεργάστηκε, αναγνώρισε τόσο τον δρόμο όσο και την κτιστή διαχωριστική νησίδα στην οποία υπάρχουν μέσα φυτεμένα λουλούδια και διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις του δρόμου, δηλαδή αυτήν που τα οχήματα κινούνται προς τα ανατολικά και αυτήν στην οποία τα οχήματα κινούνται προς από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Με την σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από την υπεράσπιση και αποτελούν το Τεκμήριο 10, αριθμός φωτογραφιών στις οποίες διακρίνεται ο δρόμος και το σημείο στο οποίο επεσυνέβη το δυστύχημα. Αφού υποδείχθηκαν στον ΜΚ1 αυτός με την σειρά του αναγνώρισε σε αυτές τον δρόμο και πιο συγκεκριμένα το σημείο που επεσυνέβη το θανατηφόρο δυστύχημα. Όπως εξήγησε ο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του, ο επίδικος δρόμος αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας για τα οχήματα που κινούνται με ανατολική κατεύθυνση, ως ήταν και η πορεία που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος, ενώ για όσα οχήματα κινούνται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή με δυτική κατεύθυνση προς την Λεμεσό, υπάρχει μόνο μία λωρίδα κυκλοφορίας. Οι δύο κατευθύνσεις του δρόμου σύμφωνα με τον ΜΚ1 διαχωρίζονται με κτιστή νησίδα μέσα στην οποία υπάρχουν φυτεμένα λουλούδια. Οι δύο λωρίδες του δρόμου με ανατολική κατεύθυνση, ως ήταν και η πορεία του Κατηγορούμενου, διαχωρίζονται με διακεκομμένη άσπρη γραμμή. Κοιτάζοντας ο ΜΚ1 την φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 10 συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι αυτή αποτελεί μια πανοραμική φωτογραφία που απεικονίζει το σημείο όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Διαφώνησε όμως με την θέση της υπεράσπισης ότι το τόξο το οποίο σημειώθηκε επί της φωτογραφίας 4 του Τεκμηρίου 10 από την υπεράσπιση καθορίζει επακριβώς την πορεία του θύματος στον δρόμο. Σύμφωνα με την θέση που εξέφρασε ο ΜΚ1 το τόξο το οποίο σημειώνεται στην πιο πάνω αναφερόμενη φωτογραφία υποδεικνύει μόνο την κατεύθυνση με βάση την οποία κινήθηκε ο πεζός πριν από την σύγκρουση, δηλαδή από τα νότια προς τα βόρεια του δρόμου και σε καμία περίπτωση την ακριβή του πορεία του, διότι αυτή δεν εξακριβώθηκε από την Αστυνομία και συνεπώς παραμένει άγνωστη. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε επίσης το όχημα του Κατηγορούμενου στις φωτογραφίες 7 και 8 του Τεκμηρίου
  5. Επίσης στις φωτογραφίες 9 και 10 του Τεκμηρίου 10 αναγνώρισε την σκηνή του δυστυχήματος κατά το επίδικο βράδυ. Σε σχέση με το Τεκμήριο 12 (συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος) ο ΜΚ1 ανέφερε ότι παρόλο που δεν ετοιμάστηκε από τον ίδιο εντούτοις ήταν παρών και έδινε τις ανάλογες οδηγίες ως εξεταστής του δυστυχήματος προς τον ΜΚ
  6. Τέλος όσον αφορά τον οδικό φωτισμό στον επίδικο δρόμο και πιο συγκεκριμένα στο σημείο που κτυπήθηκε ο πεζός από το όχημα του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι ναι μεν υπήρχε φωτισμός αλλά μόνο στην βόρεια πλευρά του δρόμου ενώ στην νότια ήταν ανύπαρκτος. Μάλιστα όπως εξήγησε , ο πεζός πριν εισέλθει στην λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου που κινείτο ο Κατηγορούμενος διασταύρωσε αρχικά την λωρίδα κυκλοφορίας που περνούσαν τα οχήματα με δυτική κατεύθυνση δηλαδή προς την Λεμεσό στην οποία δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός και ήταν σκοτεινά. Σε σχέση με την εμβέλεια των φώτων του οχήματος του Κατηγορούμενου ο ΜΚ1 διαπίστωσε μετά από έλεγχο που διενήργησε σε αυτά, ότι όταν ήταν αναμμένα στην κανονική τους στάση εξέπεμπαν ικανοποιητικό φωτισμό μήκους 28 μέτρων. Ακολούθως η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως δεύτερο μάρτυρα κατηγορίας τον Αστ. XXXXX Π. Παναγιώτου ο οποίος αρχικά αναφέρθηκε στα προσόντα του και διευκρίνισε ότι έτυχε εκπαίδευσης στην Αστυνομική Ακαδημία. Επιπλέον όπως εξήγησε έτυχε και άλλης εκπαίδευσης από Πανεπιστήμιο της Αγγλίας σε σχέση πάντοτε με την διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Σημειώνεται ότι τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε την κατάθεση του και την κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 11). Επίσης κατέθεσε το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 12) το οποίο όπως ανέφερε ετοιμάστηκε με βάση το πρόχειρο. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε όλες τις μετρήσεις που κατέγραψε στο Τεκμήριο 12 καθώς και όλα τα σημεία που τοποθέτησε επί αυτού. Περαιτέρω αναγνώρισε τις φωτογραφίες που έλαβε στην σκηνή του δυστυχήματος (Τεκμήριο 9) καθώς και τις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την νεκροψία της σωρού του θύματος (Τεκμήριο 13). Κατέθεσε επίσης και την συμπληρωματική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 14). Μάλιστα ο ΜΚ2 εξήγησε ότι ο λόγος που έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ήταν για να διευκρινιστεί η πορεία του θύματος καθότι ήταν άγνωστη. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η κατεύθυνση με την οποία κινήθηκε το θύμα πριν χτυπηθεί από το όχημα του Κατηγορούμενου προέκυψε μόνο από τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του ο τελευταίος. Συγκεκριμένα όπως εξήγησε ο ΜΚ2 το θύμα κινείτο με βόρεια κατεύθυνση και ο εντοπισμός του σημείου σύγκρουσης διαπιστώθηκε από την ανεύρεση στο οδόστρωμα του εντυπώματος από τα παπούτσια του. Όπως περαιτέρω διευκρίνισε, σε τροχαία δυστυχήματα όπου ενέχεται πεζός όπως και στο συγκεκριμένο, συνηθίζεται η διαπίστωση τέτοιου είδους ευρημάτων ιδιαίτερα όταν η σόλα των παπουτσιών του θύματος έρθει σε τριβή μαζί με στην άσφαλτο. Κάτι τέτοιο συνέβηκε σύμφωνα με τον ΜΚ2 και στην παρούσα περίπτωση. Σε σχέση με τον επίδικο δρόμο ο ΜΚ2 παραπέμποντας στο τελικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 12) διευκρίνισε ότι οι δύο λωρίδες του δρόμου με ανατολική κατεύθυνση διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή και η κάθε μία από αυτές έχουν πλάτος 3.50 μέτρα. Πρόσθεσε ακόμα ότι το σημείο σύγκρουσης Χ απέχει 1.70 μέτρα από το πίσω μέρος του οχήματος του Κατηγορούμενου όπως αυτό διαπιστώθηκε να βρίσκεται στην τελική του θέση και σημειώθηκε στην συνέχεια επί του Τεκμηρίου 12 με το γράμμα Α
  7. Στο σημείο που επεσυνέβηκε το δυστύχημα δεν εντοπίστηκαν σύμφωνα με τον ΜΚ2 καθόλου ίχνη τροχοπέδησης. Η δε κτιστή διαχωριστική νησίδα που διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις απέχει από το σημείο σύγκρουσης Χ, 3.70 μέτρα προς τα βόρεια του δρόμου ενώ τα φυτά που βρίσκονται φυτεμένα στην νησίδα έχουν ύψος 1.20 μέτρα. Ο ΜΚ2 τέλος, διευκρίνισε ότι το θύμα-πεζός ήταν εύσωμος και ψιλός. Ο ΜΚ2 επίσης αναφέρθηκε και στην απόσταση που απέχει το σημείο Β2 (ίχνος τριβής από το σώμα του θύματος) από το σημείο σύγκρουσης Χ, όσο και στην απόσταση που απέχει το σημείο Β1 (μαύρισμα-εντύπωμα παπουτσιού επί της ασφάλτου) από το σημείο Β
  8. Επιπρόσθετα ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι δεν είναι σίγουρο το ακριβές σημείο που κατέληξε το σώμα του πεζού στον δρόμο αλλά με βάση τις μετρήσεις υπολογίζεται κάπου εκεί που σημειώθηκε στο τελικό σχέδιο το σημείο Β3, και απέχει από το σημείο σύγκρουσης 11 μέτρα. Ο ΜΚ2 αναφέρθηκε επίσης στα διάφορα σημεία που έθεσε στο Τεκμήριο 12 υποδεικνύοντας τα ταυτόχρονα και στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
  9. Αναφορικά με τον οδικό φωτισμό ο ΜΚ2 εξήγησε ότι οι λαμπτήρες βρίσκονται τοποθετημένοι μόνο στη βόρεια πλευρά του δρόμου. Επίσης πρόσθεσε ότι ο οδικός φωτισμός στο συγκεκριμένο σημείο δεν είναι ικανοποιητικός γιατί οι λαμπτήρες εκπέμπουν φωτισμό χρώματος πορτοκαλί και όχι άσπρο που όπως ακριβώς χαρακτηριστικά ανέφερε οι τελευταίοι «κάνουν την νύχτα μέρα». Σε σχέση με την ορατότητα που υπήρχε στον συγκεκριμένο δρόμο ο ΜΚ2 είπε ότι είναι απρόσκοπτη αφού ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος και δεν παρεμβάλλεται οποιοδήποτε εμπόδιο. Συγκεκριμένα είπε ότι σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου μέχρι το σημείο σύγκρουσης Χ σίγουρα υπάρχει ορατότητα 25 - 30 μέτρα απόσταση. Σε σχέση με τις καιρικές συνθήκες κατά τον επίδικο χρόνο ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος ξηρός. Από το δυστύχημα προκλήθηκαν ζημιές μόνο στο όχημα του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ2 επίσης διευκρίνισε στο Δικαστήριο ότι η ακριβής πορεία του θύματος δεν εξακριβώθηκε. Η κατεύθυνση που κινήθηκε το θύμα σύμφωνα με τον ΜΚ2 προέκυψε ένεκα του σημείου που είχε προηγουμένως σταθμεύσει το όχημα που επέβαινε μαζί με άλλα φιλικά του πρόσωπα (σημείο Δ και Ε επί του Τεκμηρίου 12) αλλά και μέσα από τα όσα αναφέρθηκαν στην κατάθεση του φιλικού του προσώπου που τον συνόδευε (Τεκμήριο 5Α και 5Β). Σύμφωνα επίσης με τον ΜΚ2 δεν έγινε κατορθωτό να εντοπιστεί με ακρίβεια από ποιο σημείο της κτιστής διαχωριστικής νησίδας στην οποία υπήρχαν φυτεμένα λουλούδια εξήλθε το θύμα και εισήλθε εντός του δρόμου, δηλαδή εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο ο Κατηγορούμενος με το όχημα του. Το σημείο αυτό σύμφωνα με τον μάρτυρα εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο. Επίσης ο ΜΚ2 ανέφερε σε ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο ίδιος σε καμία περίπτωση δεν επισκέφτηκε την σκηνή μαζί με τον Κατηγορούμενο σε μεταγενέστερο στάδιο από την ημέρα που επεσυνέβη το δυστύχημα για να του υποδείξει ο Κατηγορούμενος το ακριβές σημείο από το οποίο εξήλθε ο πεζός μέσα από την νησίδα πριν συγκρουστεί με το όχημα του. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 η περιοχή που επεσυνέβη το δυστύχημα είναι κατοικημένη ενώ στην βόρεια πλευρά του δρόμου υπάρχουν τουριστικά καταλύματα. Επίσης το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 προέβαλε τον ισχυρισμό ότι την κατεύθυνση που ακολούθησε το θύμα την επιβεβαίωσε από το γεγονός ότι το όχημα στο οποίο επέβαινε προηγουμένως βρέθηκε σταθμευμένο σε συγκεκριμένο σημείο νότια του δρόμου (Δ και Ε επί του Τεκμηρίου 12). Επίσης αναφέρθηκε στον μη ικανοποιητικό φωτισμό της περιοχής και επανέλαβε ότι στο νότιο μέρος του δρόμου δεν υπάρχουν λαμπτήρες. Υποστήριξε ακόμα μετά από ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι όταν ένα όχημα κινείται με χαμηλή ταχύτητα ακόμα και αν πατήσει τα φρένα του ο οδηγός του, σε ένα ενδεχόμενο κίνδυνο που θα παρουσιαστεί μπροστά του αυτό το γεγονός δεν συμβάλει στο να γραφτούν απαραίτητα στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν διαπιστώθηκε κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία που να διευκρινίζει τις ακριβείς συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Η μόνη μαρτυρία που εξασφαλίστηκε είναι από τα φιλικά πρόσωπα του θύματος που ήταν μαζί του λίγα λεπτά πριν επισυμβεί το δυστύχημα αλλά και από τα όσα ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 επανέλαβε ότι το ακριβές σημείο της διαχωριστικής νησίδας μέσα από την οποία πέρασε το θύμα για να εισέλθει εντός του δρόμου και να κτυπηθεί στην συνέχεια από το όχημα του Κατηγορούμενου παραμένει άγνωστο. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως τρίτο μάρτυρα Κατηγορίας τον ΧΧΧΧ Ζαμπά. Ο ΜΚ3 αναγνώρισε την κατάθεση του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως ορθό και αληθινό επεξήγησε ότι το μόνο γεγονός που μπορούσε να αναφέρει στο Δικαστήριο και είχε σχέση με το επίδικο δυστύχημα ήταν το άκουσμα ενός έντονου θορύβου από τα φρένα του αυτοκινήτου και δευτερόλεπτα μετά ένα δυνατό χτύπημα. Σε ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής κατά πόσο ο θόρυβος των φρένων είχε μεγάλη διάρκεια απάντησε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει αν είχε διάρκεια η όχι. Σε ερώτηση επίσης της κας ΧΧΧ. Γιασκούρη για το πώς θα χαρακτήριζε τον οδικό φωτισμό στην σκηνή του δυστυχήματος και πάλι ο ΜΚ3 δεν μπορούσε να τοποθετηθεί με ακρίβεια αφού δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε σαφή απάντηση για το ζήτημα αυτό, αναφέροντας ότι δεν θυμόταν. Αντεξεταζόμενος δεν αμφισβητήθηκε για τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του. Το μόνο που ο ΜΚ3 επανέλαβε κατά την αντεξέταση του ήταν το γεγονός ότι ενώ καθόταν σε εστιατόριο που βρίσκεται πλησίον της σκηνής του δυστυχήματος εντούτοις δεν είχε οποιαδήποτε οπτική επαφή με το δυστύχημα. Ο ΜΚ3 επέμεινε στον ισχυρισμό του ότι το μόνο που άκουσε ήταν τον θόρυβο από τα φρένα του αυτοκινήτου και λίγα δευτερόλεπτα μετά ένα χτύπημα. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από την θέση που βρίσκεται. Επίσης δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Β ΑΑΔ 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.2006. Σημαντικό στοιχείο στην αξιολόγηση μαρτύρων σε υποθέσεις φύσεως ως η παρούσα αποτελεί, όπως έχει Νομολογηθεί, το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που είναι και η πραγματική μαρτυρία και αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή ν. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ημερ. 19.3.1996. Σε σχέση με την παρουσία του ΜΚ1 στο Δικαστήριο, ο οποίος είναι και ο εξεταστής, η εικόνα που αποκόμισα από τα όσα καταμαρτυρούσε είναι θετική και γενικά μου άφησε πολύ καλή εντύπωση. Οι απαντήσεις που έδινε ήταν σαφείς και ολοκληρωμένες. Ο ΜΚ1 ήταν επίσης σταθερός στις θέσεις του και απαντούσε με ειλικρίνεια. Βεβαίως θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ο ΜΚ1 σε όσες ερωτήσεις του υποβλήθηκαν από την υπεράσπιση, στις οποίες ουσιαστικά κλήθηκε να διευκρινίσει διάφορα ζητήματα που αφορούσαν κυρίως τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα, οι απαντήσεις που έδινε ήταν άμεσες και δεν διακατεχόταν από κανένα δισταγμό. Στο μόνο σημείο που ο ΜΚ1 διαφώνησε με την υπεράσπιση ήταν αναφορικά με την θέση που προβλήθηκε σε σχέση με την φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 10, ότι δηλαδή το τόξο που σημειώθηκε επί αυτής καθορίζει και την ακριβή πορεία του θύματος στον δρόμο. Σύμφωνα όμως με την θέση του ΜΚ1 η ακριβής πορεία του θύματος κατά το επίδικο βράδυ δεν έγινε κατορθωτό να διαπιστωθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αληθινή και αξιόπιστη. Συνεπώς ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος. Προχωρώντας να εξετάσω την μαρτυρία του ΜΚ2, διαπιστώνω επίσης ότι και αυτός άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν έχω παρατηρήσει σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του να διακατέχεται από δισταγμό ή από έλλειψη ειλικρίνειας στις απαντήσεις που έδινε. Σε σχέση με το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 12) που ο ΜΚ2 ετοίμασε, δεν διαπίστωσα να υφίσταται οποιαδήποτε ανακρίβεια ή λανθασμένη μέτρηση στα σημεία που τοποθέτησε. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι τα πιο πάνω σημεία και μετρήσεις που τέθηκαν από τον ΜΚ2 στο Τεκμήριο 12 δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και αποτελούν αναντίλεκτη μαρτυρία. Ούτε αμφισβητήθηκε το εύρημα που εντόπισε ο ΜΚ2 στην σκηνή του δυστυχήματος, δηλαδή το εντύπωμα (μαύρισμα) από το παπούτσι του θύματος στο οδόστρωμα στο σημείο Β1, αλλά ούτε και το σημείο σύγκρουσης Χ. Τουναντίον η υπεράσπιση έθεσε στον ΜΚ2 διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις που αφορούσαν κυρίως την πορεία του θύματος, τις μετρήσεις που πήρε αλλά και τον φωτισμό που υπήρχε στην σκηνή κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο. Από τα πιο πάνω συνάγεται με ασφάλεια ότι ο ΜΚ2 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του ως αληθινή και αξιόπιστη. Η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν τυπικής φύσεως .Ο ΜΚ3, ως ανεξάρτητος μάρτυρας, κλήθηκε στο Δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή απλά και μόνο για να αναφέρει ότι κατά την ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα ενώ καθόταν μαζί με την παρέα του στο εστιατόριο που βρίσκεται πλησίον της σκηνής του δυστυχήματος άκουσε ένα δυνατό θόρυβο από φρένα αυτοκίνητου και ταυτόχρονα ένα χτύπημα. Από τα όσα ανέφερε δεν διαπίστωσα να υπάρχει οποιαδήποτε ανακρίβεια μεταξύ της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 15) και της δια ζώσης μαρτυρίας του. Ο ΜΚ3 παρόλο που η μαρτυρία του ήταν σύντομη και συνεπώς ο χρόνος που βρισκόταν ενώπιον μου περιορισμένος, παρατήρησα ότι έδινε σαφείς και άμεσες απαντήσεις χωρίς κανένα ίχνος δισταγμού. Δεν αντιλήφθηκα σε καμία περίπτωση να διακατέχεται από οποιοδήποτε προσωπικό κίνητρο, τουναντίον η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής. Και αυτό γιατί αναφέρθηκε μόνο σε γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψη του χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε περισσότερο για το οποίο ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση ή αντίληψη. Αποτελεί ένδειξη της ειλικρίνειας του, ο ισχυρισμός του ΜΚ3 ότι δεν μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε περισσότερο από αυτό που άκουσε αφού από την θέση που βρισκόταν μαζί με τους φίλους του στο εστιατόριο που βρίσκεται πλησίον της σκηνής δεν είχε οποιαδήποτε άμεση οπτική επαφή με το δυστύχημα. Ενόψει όλων των πιο πάνω διαπιστώσεων που έχω αναφέρει σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΚ2 κρίνω ότι μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε αποδοχή της μαρτυρίας του καθότι αυτή είναι αληθινή και αξιόπιστη. Aπό την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήρια 8 και 14). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση ενός Κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις του Κατηγορούμενου στις οποίες παρέπεμψε και υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωσή του, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία ένα Δικαστήριο μπορεί να προδώσει σ' αυτές. Στον γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον Κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του Κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή εμπεριέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του Κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Ο Κατηγορούμενος ως αναφέρθηκε ανωτέρω, μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία στις 07/07/16 (Τεκμήριο 8) και στις 18/08/17 (Τεκμήριο 14). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, θα προχωρήσω να εξετάσω το περιεχόμενο των καταθέσεων του Κατηγορούμενου για να διαπιστώσω κατά πόσο μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό ή σε μέρος αυτού αν και παρόλο από τα όσα έχουν αναφερθεί κατά την παράθεση της μαρτυρίας θεωρώ ότι η τύχη της υπόθεσης της κατηγορούσα αρχής είναι προδιαγραμμένη. Εντούτοις για σκοπούς πληρότητας και μόνο θα προχωρήσω στην εξέταση των εν λόγω καταθέσεων χωρίς αυτό βέβαια να διαφοροποιεί την κατάληξη της υπόθεσης αφού τα κενά της μαρτυρίας που προώθησε η Κατηγορούσα αρχή είναι τέτοια που δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την τύχη της, ακόμη και αν δεν προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις καταθέσεις του Κατηγορούμενου. Εξετάζοντας λοιπόν αρχικά την γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 8) αποδέχομαι την θέση του ότι ενώ οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αμαθούντος με κατεύθυνση προς τα ανατολικά το θύμα εισήλθε στον δρόμο από τα δεξιά του, δηλαδή από τα νότια προς τα βόρεια του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει με το μπροστινό μέρος του οχήματος του ,να τον τραυματίσει σοβαρά και στην συνέχεια το θύμα να αποβιώσει. Επίσης αποδέχομαι την θέση του Κατηγορούμενου ότι στην σκηνή του δυστυχήματος, η Αστυνομία ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο το οποίο αφού του επεξηγήθηκε ο ίδιος το υπέγραψε ως ορθό. Οι πιο πάνω θέσεις του Κατηγορούμενου δεν συγκρούονται με οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία και πρόκειται επίσης για θέσεις που τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 συμφώνησαν. Ο υπόλοιπες θέσεις που προέβαλε ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8) αλλά και οι θέσεις που προέβαλε μέσα από την συμπληρωματική κατάθεση του (Τεκμήριο 14) αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είδε για πρώτη φορά τον πεζό να εισέρχεται στον δρόμο, δηλαδή την απόσταση που για πρώτη φορά ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την ύπαρξη του πεζού, την θέση του Κατηγορούμενου για το ακριβές σημείο που βρισκόταν ο πεζός πριν εισέλθει στον δρόμο επί της νησίδας που διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις του δρόμου και την θέση του για τον τρόπο που εισήλθε το θύμα στον δρόμο προτού χτυπηθεί δηλαδή τρέχοντας δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές καθότι αποτελούν εξηγήσεις και δικαιολογίες για απαλλαγή του από οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα οι οποίες δεν υποστηρίζονται με βεβαιότητα από την υπόλοιπη μαρτυρία όπως το Δικαστήριο την έκρινε αξιόπιστη και αποδεκτή αλλά και ούτε και δόθηκαν ενόρκως. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση, καθώς επίσης και τις αρχές που διέπουν τα θέματα πραγματικής μαρτυρίας, παραδεκτών γεγονότων και γραπτών καταθέσεων Κατηγορουμένου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 06/07/16 και περί ώρα 2100 στην Λεωφόρο Αμαθούντος στη Λεμεσό, σε κάποιο σημείο του δρόμου και πλησίον του εστιατορίου ΧΧΧΧ Malone's επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος με τον πεζό-θύμα ΧΧΧΧ Ghafary από τον Λίβανο που βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές μαζί με την σύζυγο του και ακόμα δύο φίλους του. Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αμαθούντος με ανατολική κατεύθυνση. Η κατεύθυνση του δρόμου στην οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος χωρίζεται με διακεκομμένη άσπρη γραμμή σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Ο δε πεζός-θύμα αφού αρχικά στάθμευσε το όχημα του σε ανοιχτό επιστρωμένο χώρο μαζί με την σύζυγο του και ακόμα δύο φίλους του (σημείο Δ και Ε του Τεκμηρίου 12) κινήθηκε πεζός με βόρεια κατεύθυνση με σκοπό να διασταυρώσει την Λεωφόρο Αμαθούντος για να περάσει απέναντι, δηλαδή στην βόρεια πλευρά του δρόμου και να διαπιστώσει αν το εστιατόριο το οποίο βρισκόταν εκεί ήταν το ίδιο που είχαν κάνει προηγουμένως κράτηση δια μέσου του ξενοδοχείου στο οποίο διέμεναν. Έτσι αφού αρχικά διασταύρωσε την λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου στον οποίο κινούνταν τα οχήματα με δυτική κατεύθυνση, δηλαδή προς την Λεμεσό, πέρασε μέσα από την νησίδα στην οποία υπάρχουν λουλούδια ύψους 1.20 μέτρου και η οποία διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις του δρόμου. Στην συνέχεια ο πεζός-θύμα εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου. Αφού διάνυσε απόσταση 3.70 μέτρων χτυπήθηκε από το μπροστινό μέρος του οχήματος του Κατηγορούμενου στο σημείο Χ το οποίο βρίσκεται 20 εκατοστά εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου με ανατολική κατεύθυνση στην οποία κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου. Από την σύγκρουση με το όχημα του Κατηγορούμενου το θύμα εκτινάχθηκε και κατέληξε σε απόσταση 11 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης Χ. Η κάθε λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου με ανατολική κατεύθυνση, ως ήταν και η πορεία του Κατηγορούμενου, έχει απόσταση 3.50 μέτρα. Η δε κατεύθυνση στην οποίο κινούνται τα οχήματα με δυτική κατεύθυνση αποτελείται μόνο από μια λωρίδα κυκλοφορίας. Ο φωτισμός στο σημείο που επεσυνέβηκε το δυστύχημα δεν είναι καθόλου ικανοποιητικός αφού υπάρχουν τοποθετημένοι λαμπτήρες που εκπέμπουν χαμηλό φωτισμό χρώματος πορτοκαλί μόνο στην βόρεια πλευρά του δρόμου ενώ η νότια πλευρά του δρόμου που αφορά τα οχήματα που κινούνται από τα ανατολικά προς τα δυτικά δεν έχει καθόλου φωτισμό. Η άσφαλτος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ξηρή και ο καιρός αίθριος. Από την σύγκρουση το όχημα του Κατηγορούμενου υπέστη εκτεταμένες ζημιές ενώ ο πεζός-θύμα τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο, στο οποίο επέβαινε ως πλήρωμα η νοσηλευτική λειτουργός ΧΧΧΧ Μιχαηλίδου, στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Στις 07/07/16 ο πεζός-θύμα απεβίωσε και ο επί καθήκοντι ιατρός Δρ. ΧΧΧΧ Αχιλλέως διαπίστωσε τον θάνατο του, ενώ στις 8/07/16 στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού η Ιατροδικαστής Δρ. ΧΧΧΧ Αντωνίου διενήργησε επί της σωρού του θύματος την νενομισμένη νεκροψία αφού προηγουμένως αναγνωρίστηκε από τον φίλο του ΧΧΧΧ AWAD . Από την νεκροψία διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του θύματος προήλθε από κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος, λόγο αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως υποδηλώνει και το ίδιο το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, είναι ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, επέφερε τον θάνατο του θύματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία ερμήνευσε τις πιο πάνω απαιτούμενες συμπεριφορές, η στοιχειοθέτηση μιας επικίνδυνης πράξης εξυπακούει τουλάχιστον την απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η παράλειψη ή το λάθος του οδηγού τη συγκεκριμένη στιγμή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η επικίνδυνη οδήγηση. Πρέπει να συνδεθεί με τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιουνή) (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Επίσης, στην Αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving..Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή ή σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο τυχών θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673, R v. Caldwell
(1981)1 ALL ER 961 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου 'αλόγιστη', είναι η πράξη ή συμπεριφορά η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια προσώπων, τον οποίο ο Κατηγορούμενος αψηφά. Είναι η μη λελογισμένη ενέργεια δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 223). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Τέλος, με βάση το λεκτικό του εν λόγω άρθρου οι πιο πάνω αναφερόμενες συμπεριφορές, πρέπει να συνδέονται με το αποτέλεσμα. Δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα διαφέρει από την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της αμέλειας που προνοείται στο άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου. Στην περίπτωση της αμελούς οδήγησης εκείνο που ελέγχεται είναι κατά πόσο ο οδηγός επέδειξε χαμηλότερο επίπεδο προσοχής και φροντίδας από αυτό που αναμένεται να υποδειχθεί από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της αμελούς οδήγησης: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα πραγματικών γεγονότων και την νομική πτυχή, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Aπό την τεθήσα ενώπιον μου μαρτυρία έχει προκύψει η πορεία με την οποία κινήθηκε το θύμα αμέσως πριν από τη σύγκρουση και αυτή ήταν από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου, δηλαδή το θύμα κινήθηκε εντός του δρόμου από τα νότια προς τα βόρεια. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι το θύμα εξήλθε από τη διαχωριστική νησίδα που χώριζε τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και στην οποία υπήρχαν φυτεμένα λουλούδια. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί όμως ότι πρόσωπο γενικά που βρίσκεται επί πεζοδρομίου δεν αποτελεί υπαρκτό κίνδυνο για ένα οδηγό εντός της ασφάλτου παρά μόνο όταν το εν λόγω πρόσωπο πράξει με τρόπο που δεικνύει την πρόθεση του να εισέλθει εντός της ασφάλτου (βλ. Σιλβέστρου v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ σελ. 151, Κυριάκος Αργυρού v. Aστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.378 και Paul Lesley Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217). Παρομοίως και στην παρούσα υπόθεση, η παρουσία και μόνο του θύματος επί της νησίδας δεν θα μπορούσε να αποτελέσει υπαρκτό κίνδυνο για τον Κατηγορούμενο ο οποίος έπρεπε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ή προφυλάξεις. Και αυτό διότι ο κίνδυνος άρχισε να υφίσταται κατά την στιγμή που το θύμα εκδήλωσε την πρόθεση του για να εισέλθει στο δρόμο και έτσι τότε θα άρχιζε να αποτελεί υπαρκτό κίνδυνο για τον Κατηγορούμενο ο οποίος έπρεπε να λάβει προφυλάξεις. Είναι γεγονός περαιτέρω και αποτελεί συνάμα εύρημα του Δικαστηρίου ότι το σημείο σύγκρουσης Χ απέχει 3,70 μέτρα από τη διαχωριστική νησίδα, απόσταση που διένυσε το θύμα μέχρι να συγκρουστεί με το όχημα του Κατηγορούμενου. Συνεπώς προκύπτει ότι το θύμα διένυσε την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορουμένου η οποία έχει πλάτος 3,50 μέτρα από τη διαχωριστική νησίδα και επιπλέον άλλα 20 εκατοστά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου. Είναι γεγονός όμως ότι δεν έχει προκύψει το ακριβές σημείο της διαχωριστικής νησίδας από το οποίο εξήλθε το θύμα σε σχέση με το ακριβές σημείο που βρισκόταν κατά την στιγμή εκείνη και κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου. Δεν έχει επίσης προκύψει ούτε και ο τρόπος με τον οποίο τον θύμα επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο αλλά ούτε και η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο Κατηγορούμενος την δεδομένη χρονική στιγμή. Είναι όμως λογικό ότι το θύμα για να διανύσει μια απόσταση 3,70 μέτρων εντός του δρόμου χρειάστηκε κάποιο χρόνο. Είναι επίσης λογικό ότι ο Κατηγορούμενος την ώρα που εισήλθε ο πεζός εντός του δρόμου βρισκόταν σε κάποια απόσταση πριν από το σημείο σύγκρουσης και όφειλε να είχε αντιληφθεί την παρουσία του στο δρόμο. Τίθεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο έχει προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να συσχετίζει την απόσταση στην οποία βρισκόταν το όχημα του Κατηγορούμενου την στιγμή που το θύμα εισήλθε στον δρόμο για να διασταυρώσει . Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν έχει καταδειχθεί ούτε ο τρόπος που το θύμα επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο τη δεδομένη χρονική στιγμή. Αν το θύμα χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να διανύσει την απόσταση των 3,70 μέτρων εντός του δρόμου περπατώντας, σίγουρα θα χρειάστηκε πολύ λιγότερο χρόνο για να διανύσει την εν λόγω απόσταση τρέχοντας. Έτσι παρόλο που δεν δόθηκε οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση του Κατηγορούμενου περί του τρόπου που το θύμα τη δεδομένη στιγμή επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο, δηλαδή ότι αυτό έτρεξε στο δρόμο, εντούτοις η θέση του αποτελεί μια εύλογη πιθανότητα η οποία δεν έχει καταρριφθεί από την Κατηγορούσα αρχή. Να σημειωθεί επίσης ότι το θύμα επιχείρησε να μεταβεί στην απέναντι πλευρά του δρόμου αναζητώντας συγκεκριμένο εστιατόριο αφήνοντας τόσο την σύζυγο όσο και τους φίλους του να περιμένουν εκεί που στάθμευσαν τα οχήματα τους, δηλαδή σε παρακείμενο επιστρωμένο χώρο που βρίσκεται νοτιότερα της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας από το σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Το ενδεχόμενο λοιπόν αυτό, να είχε δηλαδή στραμμένη την προσοχή του προς αυτόν τον σκοπό και να έτρεξε στο δρόμο τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν μπορεί να αποκλειστεί, αφού εκτός αυτού λαμβανομένου υπόψη και της απόστασης που διένυσε το θύμα στο δρόμο μέχρι το σημείο σύγκρουσης καταδεικνύεται το ενδεχόμενο το θύμα να έθεσε τον εαυτό του σε τέτοιο σημείο του δρόμου και με τέτοιο τρόπο που ο Κατηγορούμενος να ήταν αδύνατο να αποφύγει την μεταξύ τους σύγκρουση. Πέραν των πιο πάνω όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι αυτές (βλέπε Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας που να καταδεικνύει τον τρόπο που το θύμα επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο τη δεδομένη χρονική στιγμή αλλά και το ακριβές σημείο από το οποίο εισήλθε στο δρόμο σε σχέση με την απόσταση που βρισκόταν και κινείτο κατά την στιγμή εκείνη ο Κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα του, αφήνει μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη την κατηγορία. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Προχωρώντας να εξετάσω κατά πόσο με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου στοιχειοθετείται το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και κατά πόσο θα μπορούσε με σχετική τροποποίηση του κατηγορητηρίου με βάση το άρθρο 85 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, να κριθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος σε αυτή τη κατηγορία, ως ήταν και η εισήγηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας αρχής , η κατάληξη μου είναι η ίδια. Εφόσον η Κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος ενώ κινείτο στον δρόμο αντιλήφθηκε έγκαιρα την παρουσία του πεζού και άρα είχε περιθώριο να αντιδράσει ενώ παρέλειψε να το πράξει για να αντιμετωπίσει το απρόβλεπτο συμβάν , δηλαδή να προβεί σε αποτρεπτική κίνηση για να μην χτυπήσει το θύμα, επομένως ούτε και αυτή η κατηγορία θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί και άρα δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να εξεταστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης του κατηγορητηρίου. (Υπ.)......... Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.