← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Aρ. Υπόθεσης 3632/19, 12/2/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Aρ. Υπόθεσης 3632/19, 12/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B6 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 3632/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - ΧΧΧΧΧ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12.02.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Κλεοβούλου Κατηγορούμενος : παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος , βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Συγκεκριμένα παραδέχτηκε τα ακόλουθα αδικήματα : 1. Tο αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)(α)
(3)
(4)
(5), 38 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία).
  1. Οδήγηση κατά παράβαση απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία).
  2. Χρήση μη εγγεγραμμένου μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των Καν. 2,4
(1)και 72 των Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (3η κατηγορία). 4. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ άδειας κυκλοφορίας κατά παράβαση των Καν. 17
(1)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (4η κατηγορία). 5. Οδήγησης μοτοσυκλέτας/μοτοποδηλάτου χωρίς προστατευτικό κράνος κατά παράβαση των Καν. 59
(2)
(3)και 72 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. (5η κατηγορία). 6. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με αντικανονική πινακίδα αριθμού εγγραφής, κατά παράβαση των Καν. 6
(1)
(2)
(5)
(10)Δεύτερο Παράρτημα και 72 των Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (6η κατηγορία). 7. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με αντικανονική πινακίδα αριθμού εγγραφής, κατά παράβαση των Καν. 6
(1)
(2)
(5)
(10)Δεύτερο Παράρτημα και 72 των Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (7η κατηγορία). Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως : Στις 24/07/18 στην οδό Γαλιλαίου στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού ανακόπηκε από μέλη της Αστυνομίας το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής χχ 893 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Μετά από σχετικό έλεγχο που διενεργήθηκε στα στοιχεία του, διαπιστώθηκε ότι αυτό οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο ενώ του είχε αποστερηθεί η άδεια οδήγησης στις 29/05/18 για την περίοδο 29/05/18 -29/07/18 μετά από απόφαση/διάταγμα του Δικαστηρίου στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 12341/
  1. Επίσης κατά τον πιο πάνω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο οδηγείτο χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους αλλά και ότι η εγγραφή του ακυρώθηκε λόγω μη ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας για 3 συνεχή έτη. Επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο χωρίς άδεια κυκλοφορίας, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος και τέλος φέροντας αντικανονική μπροστινή και πισινή πινακίδα εγγραφής. Κατόπιν παράκλησης της Υπεράσπισης και με την σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής λήφθηκαν υπόψη με την άδεια του Δικαστηρίου για σκοπούς επιβολής ποινής οι ακόλουθες υποθέσεις: Ποινική υπόθεση με αριθμό 20709/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης χωρίς ασφαλιστική κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία) την κατηγορία της οδήγησης οχήματος το οποίο είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο (2η κατηγορία) την κατηγορία της οδήγησης με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο που είχε οριστεί από την αρμόδια αρχή (3η κατηγορία) και τέλος την κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης (4η κατηγορία). Συγκεκριμένα, τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 25/01/19 στον παρακαμπτήριο δρόμο του Αγίου Αθανασίου στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού. Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής χχχ 735 με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο ταχύτητας δηλαδή με 111 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί
  2. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στα στοιχεία του οχήματος διαπιστώθηκε επίσης, ότι αυτό οδηγείτο χωρίς ασφαλιστική κάλυψη και ενώ είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο από την 01/04/
  3. Ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε έλεγχο αλκοόλης και διαπιστώθηκε ότι η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισθέν από τον νόμο όριο δηλαδή περιείχε 31 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί 22 που ήταν το καθορισθέν από τον νόμο όριο. Ποινική υπόθεση με αριθμό 23135/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης χωρίς ασφαλιστική κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία) , την κατηγορία της οδήγησης με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο που έχει οριστεί από την αρμόδια αρχή (2η κατηγορία),ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με οδηγίες αστυνομικού με στολή (3η κατηγορία), ότι οδηγούσε όχημα το οποίο είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο (4η κατηγορία) και τέλος ότι οδηγούσε χωρίς πινακίδες εγγραφής (5η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 04/06/19 στον παρακαμπτήριο δρόμο Αγίου Αθανασίου στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού μετά από έλεγχο τροχαίας. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε να οδηγεί το όχημα με αρ. εγγραφής χχχ 866 με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο ταχύτητας, δηλαδή με 133 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί
  4. Σύμφωνα μάλιστα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας όταν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε για να σταματήσει το όχημα του από τον Αστ. 2815 Π. Χρυσοστόμου, παρέλειψε να το ακινητοποιήσει. Ακολούθως μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στα στοιχεία του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος διαπιστώθηκε ότι αυτό κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Ακόμα ότι οδηγείτο ενώ είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο από τις 08/05/19 και χωρίς να φέρει μπροστινή πινακίδα εγγραφής. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και έχει 2 βαθμούς ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας εστιάζοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Μάλιστα απέδωσε την παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στο γεγονός ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Τόνισε ακόμα ο συνήγορος ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα με αποτέλεσμα να επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα τον Δρ. χχχ Νικολαΐδη ο οποίος είναι Ψυχίατρος - Νευρολόγος. Προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση στο Δικαστήριο Ιατρικό Πιστοποιητικό (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με το πιο πάνω πιστοποιητικό ο Κατηγορούμενος παρακολουθείται από τον εν λόγω γιατρό κατά τακτά χρονικά διαστήματα και πιο συγκεκριμένα κάθε 10 με 15 ημέρες. Λαμβάνει επίσης φαρμακευτική αγωγή. Μάλιστα αναφέρεται ότι σήμερα η ψυχική του κατάσταση έχει βελτιωθεί. Περαιτέρω κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την υπεράσπιση πιστοποιητικό στο οποίο αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος μετά από διαγνωστικό έλεγχο που υποβλήθηκε στις 04/01/21 είναι αρνητικός στην ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό του (Έγγραφο Β). Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια. Ένεκα του ότι ο πατέρας του Κατηγορούμενου είναι εξαρτημένος από το αλκοόλ, ο ίδιος πέρασε δύσκολα εφηβικά χρόνια. Σύμφωνα με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας ο Κατηγορούμενος υπήρξε θύμα ενδοοικογενειακής βίας και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να είναι εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες, δηλαδή κάνναβη. Επίσης στην έκθεση του Γρ. Ευημερίας αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος διέκοψε την φοίτηση του ενώ βρισκόταν στην Α΄ Λυκείου ενώ υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά μόνο για 9 μήνες αφού λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει το υπόλοιπο της θητείας του. Ο Κατηγορούμενος δεν εργάστηκε ποτέ στο παρελθόν καθότι είναι λήπτης αναπηρικού επιδόματος εξαιτίας του ότι πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή και λαμβάνει 4 χάπια ημερησίως καθώς και ενέσιμη αγωγή κάθε 10 με 15 ημέρες. Μάλιστα όπως ο ίδιος ανέφερε στον λειτουργό του Γρ. Ευημερίας εξαιτίας της φαρμακευτικής αγωγής που λαμβάνει είναι ευέξαπτος. Επίσης ανέφερε ότι παρουσιάζει προβλήματα στο σπίτι του ένεκα του αλκοολισμού του πατέρα του, καθώς και διαταραχές στον ύπνο του. Σύμφωνα επίσης με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας η ψυχική υγεία του Κατηγορούμενου έχει βελτιωθεί εξαιτίας της φαρμακευτικής αγωγής που λαμβάνει με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζει στο παρών στάδιο αυτοκαταστροφική η βίαιη συμπεριφορά. Ο Κατηγορούμενος περιέγραψε τις σχέσεις του με τη μητέρα και τα αδέλφια του ως καλές ενώ ανέφερε ότι οι σχέσεις με τον πατέρα του είναι άσχημες και υπάρχουν μεταξύ τους πολλές διαφορές με αποτέλεσμα ο ίδιος να επιθυμεί να μετακινηθεί σε άλλη κατοικία. Η οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου δεν είναι καθόλου καλή ενώ σύμφωνα με τον λειτουργό του Γρ. Ευημερίας οι συνθήκες διαβίωσης στην κατοικία που διαμένει μαζί με την οικογένεια του είναι άσχημες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τα πιο κάτω ως ελαφρυντικά για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δηλαδή την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία ,την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, την ειλικρινή και έμπρακτη μεταμέλειά του η οποία συνάγεται από την πλήρη συμμόρφωση του εφόσον σήμερα ο ίδιος καλύπτεται τόσο από πιστοποιητικό ασφάλισης όσο και από άδεια κυκλοφορίας. Μάλιστα ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό. Σύμφωνα με τον συνήγορο ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο παράβηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου και χρησιμοποίησε το μοτοποδήλατο του με σκοπό να επισκεφτεί τον γιατρό του. Τέλος ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τον χρόνο ο οποίος παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα. Ο κύριος Κλεοβούλου αγόρευσε ακόμα ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα κρίνει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας αυτή θα πρέπει να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα επικαλούμενος όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά, τονίζοντας μάλιστα ότι μια ενδεχόμενη επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης θα έχει καταστροφικές συνέπειες στην ψυχική υγεία του Κατηγορούμενου η οποία θα επιδεινωθεί ένεκα του εγκλεισμού του στην φυλακή. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες. Το αδίκημα της οδήγησης κατά παράβαση απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 4 χρόνια ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 6.834 ευρώ ή και τις δύο αυτές ποινές. Τα υπόλοιπα αδικήματα είναι ελαφρύτερα σε σοβαρότητα. Συγκεκριμένα το αδίκημα της οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και ένα 1 χρόνο ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 1708 ευρώ ή και τις δύο αυτές ποινές. Επίσης τα αδικήματα της 3ης ,4ης 5ης 6ης και 7ης κατηγορίας στην κυρίως υπόθεση προβλέπουν ποινή φυλάκισης μέχρι και 1 χρόνο ή και πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 1708 ευρώ η και τις δύο αυτές ποινές. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του ο Κατηγορούμενος να οδηγήσει εντός του χρονικού διαστήματος που του είχε αποστερήσει το Δικαστήριο την άδεια οδήγησης του του έχει διαπράξει ένα πολύ σοβαρό αδίκημα. Το αδίκημα που διέπραξε γίνεται ακόμα σοβαρότερο αφού αυτός οδήγησε και χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, Ημερομηνίας 11/06/2010 επανατονίστηκε η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Η φύση του διατάγματος, οι πιθανές συνέπειες της παράβασης του, αλλά και οι λόγοι της παρακοής αποτελούν σχετικούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στην επιλογή της ποινής[i] (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 196). Αναφορικά με την 1η κατηγορία, της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι, στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο.» Ο ρυθμός με τον οποίο τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν επιτείνει την σοβαρότητα τους. Συγκεκριμένα μέσα σε ένα χρονικό διάστημα 10 μηνών και δη μεταξύ των ημερομηνιών 24/07/18 και 04/06/19 ο Κατηγορούμενος οδήγησε σε τρεις ξεχωριστές περιπτώσεις τρία διαφορετικά οχήματα χωρίς ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου μέρους εκ των οποίων η μία έλαβε χώρα εντός του έτους 2018 ενώ οι άλλες δύο εντός του έτους
  1. Μάλιστα σε μία εκ των τριών περιπτώσεων, εντός του έτους 2018, ο Κατηγορούμενος οδήγησε και κατά παράβαση απόφασης/διατάγματος Δικαστηρίου αφού του είχε αποστερηθεί η άδεια οδήγησης στην υπόθεση υπ. αρ. 12341/
  2. Επίσης οδήγησε το μοτοποδήλατο του ενώ αυτό δεν ήταν εγγεγραμμένο, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος και χωρίς να κατέχει άδεια κυκλοφορίας. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος σε άλλες δύο περιπτώσεις και μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα των 5 μηνών εντός του έτους 2019 οδήγησε δύο διαφορετικά οχήματα με ταχύτητα αρκετά μεγαλύτερη από το επιτρεπόμενο από τον νόμο όριο. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω σημειώνεται επίσης ως επιβαρυντικό ότι στην μία εκ των δύο περιπτώσεων που έλαβαν χώρα εντός του έτους 2019 και δη στις 25/01/19 ενώ οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη από τον νόμο όριο ταυτόχρονα οδηγούσε και υπό την επήρεια αλκοόλ. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις ο Κατηγορούμενος οδήγησε ακινητοποιημένα οχήματα. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται ενάντια στην ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού και ιδιαίτερα των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι τις πράξεις του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζουν ο εγωισμός και η αδιαφορία του τόσο για την ασφάλεια του ιδίου και των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την παραβατική του συμπεριφορά. Οι οδηγοί και χρήστες του δρόμου πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την ζωή και σωματική τους ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές συμπεριφορές όπως αυτή που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων, το ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα εξαιτίας του ότι κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Επί του προκειμένου σημειώνεται ότι δεν διασαφηνίστηκε πώς η χρήση επηρέαζε τον Κατηγορούμενο με τρόπο που να τον ωθεί να διαπράττει τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και αποτελεί ικανοποιητική δικαιολογία ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε στις 24/07/18 το μοτοποδήλατο του ενώ το Δικαστήριο του είχε αποστερήσει ήδη την άδεια οδήγησης του για να μεταβεί στον γιατρό. Σημειώνεται ότι κανένα ιατρικό πιστοποιητικό που να αναφέρεται στην συγκεκριμένη ημερομηνία δεν έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού. Στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και την άμεση παραδοχή του. Έλαβα επίσης υπόψη μου ως μετριαστικό της ποινής παράγοντα την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με την αστυνομία ομολογώντας από την αρχή την διάπραξη όλων των αδικημάτων. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα επίσης υπόψη, μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορό του και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας περιλαμβανομένων και των προβλημάτων ψυχικής υγείας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα οποία, όπως από την έκθεση του Γρ. Ευημερίας προκύπτει προϋπήρχαν της διάπραξης των αδικημάτων. Ενδεικτικό τούτου είναι η αναφορά στην έκθεση ότι ο Κατηγορούμενος λόγω ψυχικών διαταραχών απαλλάχθηκε πριν καν συμπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Εξάλλου ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και ψυχολογικά προβλήματα από την εφηβική του ηλικία. Αυτά ως αναφέρθηκε ανωτέρω προέκυψαν κατά κύριο λόγο εξαιτίας των προβλημάτων που υπάρχουν στις σχέσεις του Κατηγορούμενου με τον πατέρα του, αφού ο τελευταίος είναι αλκοολικός αλλά και λόγω της ενδοοικογενειακής βίας που αυτός έχει υποστεί. Τέλος λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος σήμερα απέχει από την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Νομολογία τα προβλήματα υγείας ενός κατηγορούμενου, περιλαμβανομένων και προβλημάτων ψυχικής υγείας, λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, όχι, όμως, σε βαθμό που να υπερφαλαγγίζουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου, όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (Βλ. The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέδειξε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (Βλ. A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93 και The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Αν ο κατάδικος δε χρήζει ιατρικής φροντίδας, αυτή μπορεί να του παρασχεθεί από τις Ιατρικές Υπηρεσίες των Φυλακών (Βλ. Anastasis Panayi Georghiou alias Mandis v. P
(1966)2 CLR 1, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα της κύριας υπόθεσης διαπράχθηκαν την 24/07/18 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 19/02/19 δηλαδή 7 μήνες μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνεται επίσης ότι η υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα. Η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης κρίνεται μεγάλη, αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με τον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο σε σχέση με την κύρια υπόθεση είναι της τάξης των 2½ ετών. Δεν μου διαφεύγει, όμως, ότι στην καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης είναι υπαίτιος και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Αρχικά πρέπει να αναφερθεί ότι το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 19/02/19 και η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 06/5/
  1. Ο Κατηγορούμενος εκείνη την ημερομηνία παρά του ότι του επιδόθηκε κλήση στις 08/04/19 δεν παρουσιάστηκε και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση και έλεγχο του εντάλματος σύλληψης στις 08/07/
  2. Εκείνη την ημερομηνία ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και απάντησε στις κατηγορίες με παραδοχή. Έτσι η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 30/07/
  3. Μάλιστα δόθηκαν οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Στις 30/07/19 ο Κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί και πάλι ένταλμα σύλληψης εναντίον του και η υπόθεση να οριστεί ξανά για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 16/10/
  4. Σημειώνεται ότι κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ των πιο πάνω ημερομηνιών ο Κατηγορούμενος παρά τις επίμονες προσπάθειες του Γρ. Ευημερίας για να ετοιμαστεί η έκθεση δεν συνεργάστηκε με αποτέλεσμα αυτό να μην γίνει κατορθωτό. Στις 16/10/19 ο Κατηγορούμενος και πάλι δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 10/01/
  5. Στις 18/12/19 το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του Κατηγορούμενου εκτελέστηκε και η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 30/01/20 ενώ η ημερομηνία που είχε ήδη ορίσει το Δικαστήριο δηλαδή η 10/01/20 ακυρώθηκε. Εκείνη την ημερομηνία ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αλλά εξαιτίας του ότι δεν είχε ακόμα συνεργαστεί με το Γρ. Ευημερίας για ετοιμασία έκθεσης η υπόθεση και πάλι αναβλήθηκε και ορίστηκε ξανά για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 04/03/
  6. Εκείνη την ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε ξανά αφού ο Κατηγορούμενος συνέχιζε να αρνείται να συνεργαστεί με το Γρ. Ευημερίας για να ετοιμαστεί η έκθεση. Ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε ξανά για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 02/04/
  7. Στο μεταξύ στις 27/03/20 ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε τελικά με το Γρ. Ευημερίας και ετοιμάστηκε η έκθεση. Στις 02/04/20 εξαιτίας των μέτρων που είχαν ληφθεί ενόψει της πανδημίας του κορωνοιού η υπόθεση αναβλήθηκε και επαναορίστηκε στις 26/05/
  8. Εκείνη την ημερομηνία ο Κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα για νομική αρωγή και η υπόθεση ορίστηκε ξανά στις 22/06/
  9. Η υπόθεση επαναορίστηκε στις 20/07/20 για να εξεταστεί το αίτημα νομικής αρωγής που είχε υποβάλει ο Κατηγορούμενος. Τελικά στις 20/07/20 το αίτημα του Κατηγορούμενου εγκρίθηκε και διόρισε δικηγόρο. Ζητήθηκε από την υπεράσπιση νέα ημερομηνία και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 29/09/
  10. Στις 29/09/20 ο Κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του το οποίο ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ζήτησε όπως μη εκτελεστεί και αναλαμβάνοντας να τον παρουσιάσει στις 11/11/
  11. Εκείνη την ημερομηνία παρουσιάστηκε ο Κατηγορούμενος και ενώ εκτέθηκαν τα γεγονότα από την Κατηγορούσα Αρχή και στις 3 υποθέσεις που αντιμετωπίζει, κατά την αγόρευση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου το Δικαστήριο ζήτησε διευκρινίσεις σε σχέση με ισχυρισμό που προβλήθηκε στα πλαίσια του μετριασμού της ποινής. Η υπεράσπιση ζήτησε άλλη ημερομηνία για να μπορέσει να παρουσιάσει κάποια πιστοποιητικά και η υπόθεση ορίστηκε για περαιτέρω γεγονότα στις 07/01/21 όπου και αναβλήθηκε εξαιτίας των νέων μέτρων που είχαν ληφθεί για την προστασία του κοινού από την πανδημία του κορωνοιού. Η υπόθεση ορίστηκε στις 09/02/21 και επιφυλάχθηκε η επιβολή ποινής για σήμερα 12/02/
  12. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ευθύνεται για καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης της τάξης των 18 μηνών και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 06/05/19 μέχρι 02/04/20 και για το χρονικό διάστημα από 26/05/20 μέχρι 07/01/
  13. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός Κατηγορούμενου οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Στην πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση καθώς και την σοβαρότητα ιδιαίτερα του υπό τιμωρία αδικήματος της 2ης κατηγορίας για τους λόγους που ενωρίτερα υποδείχθηκαν κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρθηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε δεν παρατηρείται σημαντική μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνονται υπόψην ακόμη δύο υποθέσεις, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, στις οποίες ο Κατηγορούμενος επέδειξε παρόμοια συμπεριφορά. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής. (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Συνυπολογίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος μη στέρησης. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της 2ης κατηγορίας που αφορά οδήγηση κατά παράβαση απόφασης/διατάγματος Δικαστηρίου κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών . Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 30 ημερών και στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από σήμερα 12/02/21. Στην 3η,4η,5η,6η και 7η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και θα αρχίζουν από σήμερα 12/02/21. Λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις με αριθμούς 20709/19 και 23135/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.