ΔΗΜΟ ΓΕΡΜΑΣΟΓΕΙΑΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 16093/2020, 15/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16093/2020 ΔΗΜΟ ΓΕΡΜΑΣΟΓΕΙΑΣ v. xxx ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ εκ Λεμεσού, ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΩΝΥΜΙΑ THE xxxxxx Κατηγορουμένου Μονομερής αίτηση ημερ. 09.11.2020 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Παραπονούμενους - Αιτητές: Η κα Ι. Βενιζέλου. Για τον Κατηγορούμενο - Καθ' ου η Αίτηση: Ο κ.Χρ. Χριστοφόρου & Π. Καίκης δια ΧΡΙΣΤΟΣ Σ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο παραπονούμενος Δήμος στις 03.11.2020 καταχώρησε εναντίον του Κατηγορούμενου την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση στο κατηγορητήριο της οποίας περιλαμβάνεται μία κατηγορία με την οποία του καταλογίζεται ότι προέβηκε και προβαίνει σε προσθήκες και μετατροπές επί υποστατικού που ευρίσκεται στην οδό xxxx αρ. x επί του xxxx στην περιοχή Ποταμός Γερμασόγειας στην Λεμεσό δια της ανέγερσης μεταλλικής κατασκευής διαστάσεων 13,00 μέτρα Χ 5,00 μέτρα περίπου, η οποία επεκτείνεται και σε κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής, χωρίς την εξασφάλιση της σχετικής άδειας από την αρμόδια αρχή ήτοι τον Δήμο Γερμασόγειας. Αξιοσημείωτο ότι στην ίδια κατηγορία στις λεπτομέρειες αυτής περιλαμβάνεται ως διαζευκτική αναφορά του τύπου και/ή και στο ότι ο Κατηγορούμενος επέτρεψε και επιτρέπει τις προσθήκες και μετατροπές που αναφέρονται ανωτέρω παρά το γεγονός ότι στις λεπτομέρειες της γίνεται αρχικά αναφορά φυσικά και πάλι διαζευκτικά ότι είναι ο ίδιος που προέβηκε και προβαίνει σε αυτές. Ως νομική βάση της κατηγορίας περιλαμβάνονται τα άρθρα 2, 3
(1)(β) (στ) και 20
(1)(α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος Κεφ. 96, το άρθρο 84 (κ) του Περί Δήμων Νόμου Ν. 111/85ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και στους Περί Δήμων Κανονισμούς Κ.Δ.Π. 280/2006. Στις 09.11.2020 ο παραπονούμενος Δήμος καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία αιτείτο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον του Κατηγορούμενου - Καθ' ου η Αίτηση την οποία το Δικαστήριο επιλήφθηκε στις 10.11.2020 και αφού εξέτασε την επίδικη αίτηση εξέδωσε στις 10.11.2020 προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 20(3Α) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 με το οποίο διατάχθηκε η αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με την επίδικη οικοδομή. Σε σχέση με τις θεραπείες (Β), (Γ) και (Δ) της αίτησης ημερομηνίας 09.11.2020 αυτές αποσύρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο των Αιτητών κατά την ίδια ημερομηνία. Όταν το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση συμπεριλαμβανομένης και της αίτησης στα πλαίσια της οποίας αυτό εκδόθηκε καταχώρησε ένσταση μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στις 20.01.2021 και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Να σημειωθεί για σκοπούς πληρότητας των γεγονότων ότι ο Κατηγορούμενος αναφορικά με την κυρίως υπόθεση εμφανίστηκε και απάντησε μη παραδοχή στα όσα του καταλογίζονται στην μοναδική κατηγορία που του προσάπτεται ενώ στις 08.02.2021 σε συνέχεια γραπτής αίτησης των Αιτητών εκδόθηκε εξ συμφώνου διάταγμα με οποίο ο Κατηγορούμενος - Καθ' ου η Αίτηση διατάχθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12.02.2021 για να αντεξεταστεί σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 20.01.2021 που υποστηρίζει την ένσταση του συμπεριλαμβανομένων και των παραγράφων 2, 3, 4 (στ) (ζ) (η) και 5 (β) του Τεκμηρίου Α που επισυνάπτεται επί της ίδιας ένορκης δήλωσης και γίνεται μνεία στην παράγραφο 7 που αναφέρεται ανωτέρω. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης ημερομηνίας 09.11.2020 αυτή στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 7, 8 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 στο άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ.1,2 και 7 στα άρθρα 2, 3
(1)(β), (στ) και 20
(1)(α), 20
(3)(α), (β), (γ) και 20(3Α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο Κεφ. 96, στο άρθρο 84(κ) του Περί Δήμων Νόμου Ν. 111/85ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στους Περί Δήμων Κανονισμούς Κ.Δ.Π. 280/2006, στη νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από σχετική ένορκη δήλωση του κ. xxxx Στην εν λόγω ένορκη δήλωση περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ο ενόρκως δηλών είναι ο Δημοτικός Μηχανικός του Δήμου Γερμασόγειας εξουσιοδοτημένο από τους Αιτητές πρόσωπο να προβεί στην σχετική ένορκη δήλωση και προσωπικός γνώστης ως αναφέρει των γεγονότων της υπόθεσης. Σύμφωνα με αυτόν ο Κατηγορούμενος - Καθ' ου η Αίτηση είναι ιδιοκτήτης επιχείρησης με την εμπορική επωνυμία xxxx, με εγγεγραμμένη διεύθυνση την Οδό xxxx, xxxx CENTER, 4046 στον Ποταμό Γερμασόγειας στην Λεμεσό για την οποία επιχείρηση διατηρεί υποστατικό στο συγκεκριμένο κτιριακό συγκρότημα. Σύμφωνα πάντα με τον ενόρκως δηλούντα αρχές Σεπτεμβρίου 2020 υπέπεσε στην αντίληψη του ότι ο Καθ' ου η Αίτηση προέβαινε σε προσθηκομετατροπές εντός της οικοδομής του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το υποστατικό της επιχείρησης του στην οδό xx αρ. x οι οποίες επεκτείνονταν μέχρι και τον κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής χωρίς αυτός να έχει υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση για άδεια από την Δημοτική Αρχή. Σε επιτόπιο δε έλεγχο που διενεργήθηκε επιβεβαιώθηκε ότι πρόκειτο για προσθηκομετατροπές με μεταλλική κατασκευή εντός και επί της οικοδομής του ακινήτου και συγκεκριμένα την κατασκευή μεταλλικής κατασκευής διαστάσεων 13,00 μέτρα Χ 5,00 μέτρα περίπου η οποία επεκτείνετο και στον κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής. Σύμφωνα με έρευνα στα αρχεία του Δήμου στη βάση της επωνυμίας του επίδικου υποστατικού διαπιστώθηκε ότι αυτό αποτελεί μέρος του κτιριακού συγκροτήματος που έχει ως εγγραφή το Τμήμα xx, του Τεμαχίου xx, Φ/Σχ. xxx του ακινήτου υπ αριθμός εγγραφής xxxx στο οποίο ενοικιαστής και διαχειριστής του είναι ο Καθ' ου η Αίτηση. Σε σχέση με τις άδειες οικοδομής αναφορικά με το συγκεκριμένο κτιριακό συγκρότημα εκδόθηκε μόνο για το υφιστάμενο ακίνητο του οποίου η ανέγερση έχει από καιρό ολοκληρωθεί και το οποίο σήμερα λειτουργεί ως εστιατόριο και/ή μπυραρία με την επωνυμία xxx. Όσον αφορά τον χώρο που εκτελούνται οι επίδικες εργασίες σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα αφορά το υπόλοιπο μέρος του πιο πάνω υποστατικού και συγκεκριμένα την δεξιά πλευρά του κτιρίου ως φαίνεται επί του Τεκμηρίου 3 & 3Α για το οποίο δεν έχει υποβληθεί οποιαδήποτε αίτηση για τις εργασίες αυτές γεγονός που τις καθιστά παράνομες. Τέλος, ο ενόρκως δηλών αναφέρθηκε στο ιστορικό της ετοιμασίας και αποστολής προειδοποιητικών επιστολών τόσο από μέρους της Δημοτικής Αρχής ημερομηνίας 08.09.2020 όσο και από την Δικηγόρο που ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσης ημερομηνίας 19.10.2020 καθώς και στην διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εξουσιοδότηση λήψης δικαστικών μέτρων σημειώνοντας μάλιστα ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ολιγωρία για την λήψη των δικαστικών μέτρων συμπεριλαμβανομένης και της καταχώρησης και προώθησης της υπό εξέταση αίτησης λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της υπόθεσης αλλά και του περιορισμού του ιδίου του Δημοτικού Μηχανικού λόγω επαφής που ήρθε με επιβεβαιωμένο κρούσμα κορονοιού. Με βάση τα όσα αναφέρει στο περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης οι ενέργειες του Καθ' ου η Αίτηση είναι παράνομες και λαμβάνοντας υπόψη την χρήση του υποστατικού ως κέντρου αναψυχής τίθεται σοβαρός κίνδυνος για την σωματική ακεραιότητα και ασφάλεια τόσο των πελατών του όσο και του προσωπικού που απασχολείται σε αυτό αλλά και οποιουδήποτε άλλου ανυποψίαστου προσώπου. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Ο Καθ' ου η αίτηση στις 20.01.2021 καταχώρησε γραπτή ένσταση με την οποία προβάλει συνολικά επτά λόγους για την απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, δεν πληρείται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος που θέτει το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση περιέχει εσκεμμένες ανακρίβειες και αναλήθειες με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, οι Αιτητές δεν έρχονται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο, η αίτηση των παραπονουμένων στρέφεται εναντίον λανθασμένου προσώπου, δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και τέλος δεν υπάρχει ως αναφέρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η ένσταση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Κ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8
(1)(ss)
(2)
(3)
(4), 9, 10, 11, 12 στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 ως τροποποιήθηκε άρθρα 4
(1)
(2)
(3), 5
(1)
(2)
(3)
(4)
(5), 7, 9
(1)
(2)
(3)
(4)στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 Ν.14/60ως τροποποιήθηκε, άρθρα 31 και 32, στον Περί Ρυθμίσεων Οδών και Οικοδομών Νόμο Κεφ. 96 στον Περί Δήμων Νόμο Ν. 111/85, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στους κανόνες φυσικές δικαιοσύνης, στο δίκαιο της επιείκειας, στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του xxxx. Ο ενόρκως δηλών που είναι και ο Κατηγορούμενος - Καθ' ου η Αίτηση στην υπό εξέταση ποινική υπόθεση και αίτηση παραδέχεται ότι είναι ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης υπό την Εμπορική Επωνυμία «xxxx» αρνείται όμως και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι ο ίδιος προέβηκε και προβαίνει σε προσθηκομετατροπές στο υποστατικό της επιχείρησης του που ευρίσκεται στην οδό xx αριθμός x. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει δίπλα από το δικό του υποστατικό (κατάστημα αρ. 8) βρίσκεται το κατάστημα με αριθμό 7 το οποίο και εφάπτεται του δικού του με ιδιοκτήτη τον xxx και ενοικιαστή τον xxx το οποίο κατέχει δυνάμει συμφωνίας ενοικιάσεως ημερομηνίας 01.01.2020 αντίγραφο της οποίας μάλιστα επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α. Οι οποιεσδήποτε εργασίες προσθηκομετατροπών που αναφέρουν οι Αιτητές δεν γίνονται στο ακίνητο που στεγάζεται η δική του επιχείρηση αλλά στο κατάστημα αριθμός 7 όπου γειτνιάζει και είναι εφαπτόμενο του υποστατικού της δικής του επιχείρησης κάτι το οποίο ως ισχυρίζεται θα διαπίστωνε και ο Δημοτικός Μηχανικός αν πράγματι επισκεπτόταν τον συγκεκριμένο χώρο για επιτόπιο έλεγχο ότι δηλαδή οι εν λόγω εργασίες αφορούν αποκλειστικά και μόνο το κατάστημα αρ. 7 το οποίο δεν σχετίζεται με τον Καθ' ου η Αίτηση αφού αποτελεί ανεξάρτητη και ξεχωριστή μονάδα της οικοδομής και δεν συνδέονται μεταξύ τους. Τέλος, ο ίδιος αναφέρει ότι πράγματι έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 08.09.2020 το περιεχόμενο της οποίας αρνείται αφού δεν τον αφορά παρά το γεγονός ότι αποστάλθηκε σε αυτόν και επιμένει στην θέση του ότι το προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε και στρέφεται εναντίον του θα πρέπει να ακυρωθεί αφού οι εργασίες που αποτελούν αντικείμενο τόσο της κυρίως υπόθεσης όσο και της υπό κρίση αίτησης αφορούν καθαρά και μόνο το κατάστημα αρ. 7 στο οποίο ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση. Η ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω το Δικαστήριο προχώρησε στην εξ συμφώνου έκδοση διατάγματος με το οποίο ο Καθ' ου η Αίτηση διατάχθηκε όπως παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12.02.2021 για να αντεξεταστεί σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 20.01.2021 που υποστηρίζει την ένσταση του συμπεριλαμβανομένων και των παραγράφων 2, 3, 4(στ), (ζ), (η) και 5(β) του Τεκμηρίου Α (ενοικιαστήριο έγγραφο) που επισυνάπτεται επί της ίδιας ένορκης δήλωσης και γίνεται μνεία στην παράγραφο 7 που αναφέρεται ανωτέρω. Στην ουσία στην παράγραφο 7 της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι ο ίδιος δεν σχετίζεται με το υποστατικό αριθμό 7 εντός του οποίου έλαβαν ή λαμβάνουν χώρα οι επίδικες οικοδομικές εργασίες και εφάπτεται του δικού του υποστατικού (κατάστημα αρ. 8) αλλά αυτό κατέχεται από τον ενοικιαστή xxx το οποίο κατέχει δυνάμει συμφωνίας ενοικιάσεως ημερομηνίας 01.01.2020 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α την οποία σύναψε με τον ιδιοκτήτη xxx. Κατά την αντεξέταση του ο καθ ου η αίτηση είδε και αναγνώρισε ως δική του την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20.01.2021 η οποία υποστηρίζει την ένσταση του. Αντεξεταζόμενος από την κα. Βενιζέλου σε σχέση με τις αναφορές του επί της εν λόγω παραγράφου και ιδιαίτερα ποια η σχέση του με τον xx που κατονομάζει ως ενοικιαστή του συγκεκριμένου καταστήματος ανέφερε ότι αυτός είναι ο υιός του. Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο Α ως το ενοικιαστήριο έγγραφο στο οποίο ο καθ ου η αίτηση υπέγραψε ως μάρτυρας το περιεχόμενο του οποίου όπως ανέφερε ο ίδιος δεν γνωρίζει ούτε και έχει διαβάσει. Σε σχέση με το περιεχόμενο συγκεκριμένων παραγράφων επί του ενοικιαστηρίου εγγράφου στις οποίες τον παρέπεμψε η κα. Βενιζέλου ο καθ ου η αίτηση επανέλαβε ότι δεν είναι γνώστης του περιεχομένου τους, δεν τους γνωρίζει και ούτε τον αφορά από την στιγμή που δεν είναι ο ίδιος συμβαλλόμενο μέρος ως ιδιοκτήτης ή ενοικιαστής. Ως ανέφερε και αποτέλεσε στην ουσία και ισχυρισμό τον οποίο επανέλαβε καθόλη την διάρκεια της αντεξέτασης του ο ίδιος δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με τις επίδικες κατασκευές και το συγκεκριμένο κατάστημα και ότι λανθασμένα η υπόθεση στρέφεται εναντίον του αφού η ύπαρξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου επιβεβαιώνει ότι την κατοχή αυτού έχει άλλο πρόσωπο και όχι ο ίδιος. Πράγματι θα πρέπει να λεχθεί ότι η αντεξέταση του καθ ου η αίτηση από τους αιτητές δεν ήταν και ιδιαίτερα βοηθητική για την πλευρά τους αφού ως αναφέρεται και ανωτέρω ο μάρτυρας ήταν σταθερός και απόλυτος στις απαντήσεις του στο ότι ο Δήμος ουσιαστικά στρέφεται εναντίον λανθασμένου προσώπου για τις ισχυριζόμενες παράνομες οικοδομές. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ημέρα που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση οι δικηγόροι των διαδίκων με τις εισηγήσεις τους υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου που έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Η κα. Βενιζέλου ετοίμασε γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις της το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Στις 14 σελίδες της επιμελούς αγόρευσής της, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, εισηγείται πως πληρούνται οι 3 προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς επίσης ότι το «ισοζύγιο της ευχέρειας» κλίνει υπέρ των Αιτητών. Εισηγείται επίσης την απόρριψη όλων των λόγων ένστασης και τη συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος. Ιδιαίτερη δε αναφορά γίνεται από την πλευρά των αιτητών στην κατάρτιση κατασκευασμένου ενοικιαστηρίου εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου παραπέμποντας σε συγκεκριμένες πρόνοιες αυτού καθώς και σε σχετικό σχολιασμό. Ο κ. Χριστοφόρου από την άλλη εκ μέρους του καθ ου η αίτηση με το δικό του γραπτό κείμενο επιμελούς αγόρευσης αναφέρει ότι οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι οι επίδικες κατασκευαστικές εργασίες δεν γίνονται στο κατάστημα αρ. 8 που κατέχει και χρησιμοποιεί ο καθ ου η αίτηση αλλά στο γειτνιάζον κατάστημα με αριθμό 7 το οποίο και αποτελεί ξεχωριστή μονάδα της οικοδομής και δεν συνδέεται με το κατάστημα του κατηγορούμενου πράγμα το οποίο και επιβεβαιώνεται και από το φωτογραφικό υλικό που οι ίδιοι οι αιτητές παρουσίασαν με την αίτηση τους αλλά και με το σχετικό ενοικιαστήριο έγγραφο που παρουσιάστηκε. Εισηγείται ότι το γεγονός ότι δεν κατατέθηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική / απαντητική ένορκη δήλωση από μέρους των αιτητών και με τα όσα επιβεβαιώθηκαν και κατά την αντεξέταση του καθ ου η αίτηση αφήνουν αναντίλεκτη την θέση του πελάτη του ότι οι επίδικες εργασίες δεν τον αφορούν αφού αυτές φαίνεται να γίνονται σε υποστατικό το οποίο δεν συνδέεται με τον ίδιο. Τέλος σημειώνει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις για την μονιμοποίηση του προσωρινού διατάγματος συνεπώς η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το διάταγμα να ακυρωθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει Διατάγματα και η εξουσία αυτή πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για την έκδοσή τους στο Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την επίδικη υπόθεση παρόμοια πρόνοια περιέχεται στον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96 και ειδικότερα στο άρθρο 20(3Α), το οποίο ρητά παραπέμπει στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στον περί Δικαστηρίων Νόμο και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το εν λόγω άρθρο 20(3Α) προνοεί τα ακόλουθα: «(3Α) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία που προσάχθηκε εναντίον κάποιου προσώπου για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση του εδαφίου
(1)δύναται κατόπι αίτησης ex parte να διατάξει αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με κάποια υπό ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οικοδομή ή οδό ή την υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αναφορικά με την οποία προσάχθηκε η κατηγορία: Νοείται ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Το άρθρο 3
(1)του Κεφ. 96 έχει ως ακολούθως: «3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- (α) να διανοίγει ή κατασκευάζει οδό (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή (γ) να διανοίγει ή να διαιρεί οποιαδήποτε γη (ανεξάρτητα από το αν οποιεσδήποτε άλλες οικοδομές ή οικοδομές που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για γεωργία ή δασοκομία, υπάρχουν επ' αυτής ή όχι) σε χωρισμένα οικόπεδα (δ) να διαιρεί οποιαδήποτε οικοδομή (ανεξάρτητα από το αν οποιαδήποτε τέτοια διαίρεση καθιστά αναγκαία οποιαδήποτε κατασκευή ή όχι) σε χωρισμένα διαμερίσματα (ε) να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής. (στ) να αρχίζει προβαίνοντας σε οποιαδήποτε από τις εργασίες ή από τα ζητήματα που εκτίθενται πιο πάνω, χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως: Νοείται ότι, άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι δυνατό να αφορά αποκλειστικά συγκεκριμένο τμήμα οικοδομής ή οποιαδήποτε προσαρτήματα σε αυτή και αυτή η άδεια δε θα αποτελεί άδεια για άλλα τμήματα της οικοδομής για τα οποία δεν έχει εκδοθεί άδεια μετά την εξέταση σχετικής αίτησης». Το άρθρο 20
(1)και
(3)του Κεφ. 96 έχει ως ακολούθως: «Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3· (β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 10∙ (γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10∙ διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή» Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου επεξηγήθηκε και διασαφηνίστηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vouitton v. Δέρμοσακ Λίμιτεδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453) και από την επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι για να εκδοθεί κάποιο ενδιάμεσο Διάταγμα πρέπει να συντρέχουν οι τρεις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Επιπρόσθετα, στις υποθέσεις Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd (πιο πάνω), Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361 και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει ένα τέτοιο Διάταγμα (Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν προχωρεί στο στάδιο αυτό σε κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, νοουμένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Είναι επίσης νομολογημένο ότι η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον Διάταγμα δεν ενδείκνυται (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις σημειώνοντας ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν προχωρεί στο στάδιο αυτό στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, νοουμένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω), αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων είναι αναγκαία, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd (πιο πάνω), αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητες τις τρεις προϋποθέσεις. Προϋπόθεση (α) - Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση Η 1η προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση εξετάζει κατά πόσο από τα δικόγραφα τα οποία βρίσκονται ενώπιόν του αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο οι αιτητές να αποδείξουν το ουσιαστικό του δικαιώματός τους αλλά να δείξουν στο Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξής του. Το Δικαστήριο σε αυτό το αρχικό στάδιο δεν θα αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε ούτε θα καταλήξει επί της βασιμότητας των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Έχοντας αυτό υπόψη αναφέρω ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι λαμβάνουν χώρα προσθηκομετατροπές και συγκεκριμένα η ανέγερση μεταλλικής κατασκευής διαστάσεων 13,00 μέτρα Χ 5,00 μέτρα περίπου η οποία επεκτείνετο και στον κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής για τις οποίες δεν φαίνεται να έχει εξασφαλιστεί άδεια από τον Δήμο Γερμασόγειας φαίνεται να είναι βάσιμοι αφού ο Καθ' ου η Αίτηση δεν αμφισβητεί αυτά ως γεγονός. Φαίνεται επίσης ότι στην επίδικη οικοδομή διεξάγονται εργασίες το οποίο δεν αμφισβητείται επίσης από τον Καθ' ου η Αίτηση. Οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους ισχυρίζονται ότι οι εργασίες είναι αυτές της ανέγερσης της μεταλλικής κατασκευής διαστάσεων 13,00 μέτρα Χ 5,00 μέτρα περίπου η οποία επεκτείνετο και στον κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής στην πρόσοψη του κτιριακού συγκροτήματος xxx CENTER επί της οδού xx αρ. x εντός δημοτικών ορίων Δήμου Γερμασόγειας για τις οποίες δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε αίτηση για αδειοδότηση. Σημειώνω επίσης για σκοπούς πληρότητας ότι δεν αμφισβητήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση ούτε ο ισχυρισμός πως το ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται η επίδικη οικοδομή είναι εντός των ορίων του παραπονούμενου Δήμου και ότι αυτός είναι η αρμόδια αρχή για την έκδοση των αναγκαίων αδειών ούτε ότι νομιμοποιείται να καταχωρήσει την επίδικη υπόθεση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω φαίνεται να αποκαλύπτεται αντικειμενικά η διάπραξη του επίδικου ποινικού αδικήματος της ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχεία. Συνεπώς φαίνεται ότι η ως άνω 1η προϋπόθεση της ύπαρξης συζητήσιμης υπόθεσης ικανοποιείται. Προϋπόθεση (β) - Ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας Κατά την εξέταση της συνδρομής ή όχι της προϋπόθεσης της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας το Δικαστήριο θα ικανοποιηθεί ότι αυτή υφίσταται εφόσον οι Αιτητές δείξουν ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουν αυτό στο επίπεδο που θα απαιτείτο να πράξουν για να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας σε αυτό το στάδιο γίνεται στη βάση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, χωρίς αυτό όμως να ασχολείται με αντικρουόμενους ισχυρισμούς ή να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα. Στα πλαίσια εξέτασης της προϋπόθεσης αυτής εισέρχεται το μοναδικό αλλά ουσιώδες επιχείρημα του Καθ' ου η Αίτηση που έθεσε με την ένσταση του που δεν είναι άλλο από τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε ανάμιξη με το υποστατικό με αριθμό 7 εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα οι επίδικες εργασίες και το οποίο γειτνιάζει με το υποστατικό με αριθμό 8 το οποίο κατέχει και λειτουργεί ο ίδιος. Σύμφωνα με τον Καθ' ου η Αίτηση και ως αναφέρθηκε και ανωτέρω δεν φαίνεται να τυγχάνει αμφισβήτησης το γεγονός ότι εντός του υποστατικού με αριθμό 7 έχουν γίνει οικοδομικές εργασίες αλλά κύριο επιχείρημα του είναι ότι για αυτές δεν μπορεί να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη ο ίδιος αλλά ο ενοικιαστής του συγκεκριμένου καταστήματος παραπέμποντας μάλιστα και στο περιεχόμενο σχετικού ενοικιαστηρίου εγγράφου που αφορά το εν λόγω κατάστημα και επιβεβαιώνει τις θέσεις του ότι δηλαδή ο ίδιος δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο και συνεπώς κακώς στρέφεται και η ποινική υπόθεση αλλά και η υπό κρίση αίτηση εναντίον του. Σημειώνεται και τονίζεται ότι σύμφωνα και με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση αλλά και τα επισυναπτόμενα σε αυτή τεκμήρια επιβεβαιώνεται ότι οι εργασίες λαμβάνουν χώρα όχι στο υποστατικό που χρησιμοποιεί ο Καθ' ου η Αίτηση ως εστιατόριο / μπυραρία αλλά υποστατικό που ευρίσκεται στη δεξιά πλευρά του κτιριακού συγκροτήματος (βλέπετε σχετικά το Τεκμήριο 3 που υποστηρίζει την αίτηση) που στην ουσία φαίνεται να εκτελούνται τα οικοδομικά έργα και είναι αυτό για το οποίο ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι πρόκειται για το κατάστημα με αριθμό 7 το οποίο δεν σχετίζεται με τον ίδιο ή την επιχείρηση του. Οι Αιτητές πέραν του να ζητήσουν και να εξασφαλίσουν εν τέλει την αντεξέταση σε συγκεκριμένες αναφορές του Καθ' ου η Αίτηση, αντεξέταση η οποία ως αναφέρθηκε και ανωτέρω δεν φαίνεται να έχει βοηθήσει την υπόθεση τους δεν ζήτησαν να καταχωρήσουν την οποιαδήποτε συμπληρωματική / απαντητική ένορκη δήλωση προς περαιτέρω υποστήριξη των θέσεων τους ιδίως σε σχέση με τις ουσιαστικές θέσεις του Καθ' ου η Αίτηση ότι κακώς η διαδικασία στρέφεται εναντίον του υποδεικνύοντας μάλιστα και ονομαστικά συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία ενδεχόμενα να φέρουν ευθύνη για την εν λόγω κατάσταση. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη τον σοβαρό αυτό ισχυρισμό που δεν φαίνεται να επηρεάστηκε ούτε και από την αντεξέταση του Καθ' ου η Αίτηση και παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο ως αναφέρει και ανωτέρω δεν μπορεί να ασκήσει στο παρόν στάδιο τελική κρίση θεωρώ υπό τις περιστάσεις και για σκοπούς εξέτασης των προϋποθέσεων ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης στρεφόμενης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση. Προϋπόθεση (γ) - Πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς Η 3η προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον αιτητή της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όταν οι αποζημιώσεις που θα αποδοθούν στο τέλος της δίκης θεωρείται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την υπό συζήτηση προϋπόθεση: «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία». Στην παρούσα υπόθεση ο κ. xxx εκ μέρους του Δήμου ισχυρίζεται ότι η συνέχιση των εργασιών θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού εάν αποπερατωθεί η οικοδομή ενδέχεται αυτή να μην είναι ασφαλής και να αποτελεί δημόσιο κίνδυνο. Επίσης ισχυρίζεται ότι είναι πολύ πιθανόν να προκληθούν παρατυπίες που να προκαλούν ανομοιομορφία και αλλοίωση του χαρακτήρα του επίδικου υποστατικού ή της οικοδομής γενικότερα, ενώ η ζημιά που θα προκληθεί από τις παρατυπίες αυτές δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί μεταγενέστερα χρηματικώς μέσω επιδίκασης αποζημιώσεων. Ως αναφέρθηκε και πιο πάνω πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον αιτητή της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης (πιο πάνω)). Σε περίπτωση που το Δικαστήριο μετά το πέρας της κυρίως δίκης διαπιστώσει ότι πράγματι ο εν λόγω Κατηγορούμενος - Καθ' ου η αίτηση έχει προχωρήσει στην ανέγερση προσθηκομετατροπών στο συγκεκριμένο υποστατικό ή επέτρεψε την ανέγερση αυτών χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως την αναγκαία άδεια παρατηρώ πως υπάρχει η δυνατότητα να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη αφού το Δικαστήριο σε αυτήν την περίπτωση δύναται κατά το στάδιο επιβολής ποινής και επιπρόσθετα με την όποια ποινή αποφασίσει να επιβάλει να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση των παράνομων οικοδομών συνεπώς δεν τίθεται θέμα να δημιουργεί μη αναστρέψιμη κατάσταση. Έχοντας αυτά υπόψη φαίνεται ότι δεν ικανοποιείται η 3η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60. Συνεπώς από τη στιγμή που δεν συντρέχουν σωρευτικά και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και πρέπει να απορριφθεί. Παρά την ως άνω κατάληξή μου η οποία οδηγεί την επίδικη αίτηση σε απόρριψη, ακόμα και στην περίπτωση που έκρινα ότι συντρέχει η 2η και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, δεν θα οριστικοποιούσα το εκδοθέν Διάταγμα επειδή εξετάζοντας την αίτηση από τη σκοπιά των όσων είναι σχετικά με το κριτήριο του «ισοζυγίου της δικαιοσύνης» διαπιστώνω ότι δεν θα ήταν εύλογο και δίκαιο υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης να γίνει αυτό. Όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν προχωρά χωρίς άλλο στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος αλλά οφείλει περαιτέρω να εξετάσει κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο υπό τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης να πράξει τούτου. Το «ισοζύγιο της ευχέρειας» (balance of convenience) - ορθότερα των αναγκών της δικαιοσύνης ή ως πιο αρμόζουσα φράση «balance of justice» (Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd
(1984)1 WLR 892), δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων (Metaquotes Software Ltd κ.ά. ν. Dababou, Π.Ε. Ε324/2016, ημερ. 14.11.2018, Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» (ανωτέρω) και Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λτδ ν. Ιωαννίδη, Π.Ε. Ε44/2014, ημερ. 16.7.2019), κρίνεται με βάση τα στοιχεία τα οποία έχει ενώπιον του το Δικαστήριο κατά τον ουσιώδη χρόνο (Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd (πιο πάνω)) και με αυτό υποδηλώνεται το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης ήταν εσφαλμένη υπό την έννοια ότι είχε χορηγήσει Διάταγμα σε διάδικο ο οποίος απέτυχε να αποδείξει τα δικαιώματά του κατά τη δίκη ή με το να παραλείψει να χορηγήσει Διάταγμα σε διάδικο που τελικά πέτυχε. Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου (πιο πάνω) λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας». Προχωρώντας να σταθμίσω το «ισοζύγιο της δικαιοσύνης» λαμβάνω υπόψη μου το σοβαρό ενδεχόμενο ο Καθ' ου η Αίτηση να μην εμπλέκεται στην διάπραξη των αδικημάτων που του καταλογίζονται αλλά τρίτα πρόσωπα με αποτέλεσμα ο ίδιος ενδεχόμενα να τύχει ταλαιπωρίας και εξόδων σε περίπτωση που η Δημοτική Αρχή αποφασίσει να ενεργοποιήσει και τροχοδρομήσει εναντίον του διαδικασία παρακοής έχοντας στα χέρια της ένα τέτοιο διάταγμα η οποία διαδικασία είναι και αυτή ποινικής φύσεως και για να διεκπαιρεωθεί ενδεχόμενα με τα σημερινά δικαστικά δεδομένα θα απαιτηθεί η πάροδος κάποιων ετών διάρκεια η οποία θα δημιουργήσει ταλαιπωρία και έξοδα σε πρόσωπο που ενδεχόμενα να μην σχετίζεται ή εμπλέκεται με τα υπό εξέταση αδικήματα. Από την άλλη ο παραπονούμενος Δήμος δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη των δικαιωμάτων του από τη μη συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος και η ενδεχόμενη διαπίστωση παρανομιών στο τέλος της κυρίως δίκης ακόμα και αν αποδειχθεί ότι εν τέλει σε αυτές εμπλέκεται ο Κατηγορούμενος - Καθ' ου η Αίτηση θα μπορεί να αποκατασταθεί με διάταγμα κατεδάφισης των παράνομων οικοδομών εκεί και όπου διαπιστωθούν που θα συνιστά και απόδοση πλήρους δικαιοσύνης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ακόμα και στην περίπτωση που έκρινα ότι πληρούνταν σωρευτικά οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν θα ασκούσα τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της συνέχισης της ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω η αίτηση ημερομηνίας 09.11.2020 απορρίπτεται και το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 10.11.2020 ακυρώνεται. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης θεωρώ δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως υπόθεσης. Ο λόγος είναι διότι είναι κατά την ακροαματική διαδικασία της κυρίως υπόθεσης που θα διαπιστωθεί κατά πόσον πράγματι εμπλέκεται η όχι ο κατηγορούμενος στα όσα του καταλογίζονται με το κατηγορητήριο. Το γεγονός ότι για σκοπούς τουλάχιστον της παρούσας διαδικασίας φαίνεται η εκδοχή του ότι ο ίδιος δεν σχετίζεται με το υποστατικό εντός του οποίου γίνεται η ανέγερση των οικοδομών μπορεί να ήταν ικανοποιητική και για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω να καταστίσουν την υπό κρίση αίτηση απορριπτέα όμως σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί και τελικό εύρημα ή κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα. Συνεπώς από την στιγμή που εν τέλει η εμπλοκή η μη του Κατηγορούμενου - Καθ ου η Αίτηση θα κριθεί κατά την κυρίως δίκη κρίνω δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως εκδώσω την πιο πάνω διαταγή σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας που αφορά την αίτηση ημερομηνίας 09.11.2020. (Υπ.) .......................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο