← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Θεοδώρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11193/20, 20/1/2021

Δημοκρατία ν. Θεοδώρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11193/20, 20/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:3 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11193/20 Δημοκρατία ν.

  1. ΧΧΧ Θεοδώρου
  2. ΧΧΧ Dygdalowicz
  3. ΧΧΧ Κουτσούδη
  4. ΧΧΧ Παναγιώτου Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - 20.01.2021 Για τη Δημοκρατία: κα Ε. Κληρίδου μαζί με κα Α. Τιμοθέου Για τον Κατηγορούμενο 1: κος Αλ. Σαουρής Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Κ. Χριστοδούλου Για τον Κατηγορούμενο 3: κος Ν. Καλλής Κατηγορούμενοι 1, 2 & 3 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, ηλικίας 45, 49 και 47 περίπου ετών αντίστοιχα, κατόπιν δικής τους παραδοχής βρέθηκαν ένοχοι στην κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 292 και 20 του Κεφ.154 (κατηγορία 12). Με βάση το κατηγορητήριο, την περίοδο 01.06.20 και 28.06.20 συνομώτησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν το κακούργημα της διάρρηξης οικίας. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι 1 και 2, μετά από δική τους παραδοχή, βρέθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282, 283, 20 και 21 του Κεφ.154 (κατηγορία 2), απαγωγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του κατά παράβαση των άρθρων 247, 250, 20 και 21 του Κεφ.154 (κατηγορία 4) και σε πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 228(α), 20 και 21 του Κεφ.154 (κατηγορία 6). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, στις 28.06.20 στη Λεμεσό οι κατηγορούμενοι 1 και 2 με βία εξανάγκασαν τη ΧΧΧ Χατζηβασιλείου και τη μετέφεραν από την είσοδο του διαμερίσματος της στην κουζίνα με σκοπό να προκαλέσουν τον κρυφό και άδικο περιορισμό της. Οπλισμένοι με μεγάλο κατσαβίδι, οι εν λόγω κατηγορούμενοι έκλεψαν από το θύμα χρυσαφικά, κοσμήματα και χρήματα συνολικής αξίας €16.
  5. Κατά το περιστατικό της κλοπής και με σκοπό την απόκτηση της κλαπείσας περιουσίας, οι εν λόγω κατηγορούμενοι έδεσαν τα χέρια και τα πόδια του θύματος, το οποίο παράνομα τραυμάτισαν χτυπώντας το σε διάφορα μέρη του σώματος του με τα χέρια τους καθώς και με το υπ' αναφορά επιθετικό όργανο. Παράλληλα ο κατηγορούμενος 2, κατόπιν δικής του παραδοχής, βρέθηκε ένοχος στις επιπλέον κατηγορίες της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 337 και 339 του Κεφ.154 (κατηγορίες 9 και 10) και της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 (κατηγορία 11). Με βάση τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο εν λόγω κατηγορούμενος στις 02.07.20 στη Λεμεσό εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστά έγγραφα και συγκεκριμένα πολωνική ταυτότητα και πολωνική άδεια οδηγού, αμφότερα έγγραφα στο όνομα ΧΧΧ ΧΧΧ Boguslaw. Επίσης στον ίδιο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος 2 ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον ΧΧΧ ΧΧΧ Boguslaw από την Πολωνία με σκοπό την καταδολίευση του αναπληρωτή ανώτερου υπαστυνόμου Ελευθέριου Κυριάκου. Σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και 8 η Κατηγορούσα Αρχή προχώρησε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 απαλλάχτηκαν σ' αυτές που τους αφορούν. Επιπρόσθετα για τον κατηγορούμενο 3 διακόπηκαν οι κατηγορίες 2, 4 και 6, ο οποίος και απαλλάχτηκε σ' αυτές. Να σημειωθεί ακόμη ότι σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας η κατηγορούσα αρχή προέβηκε σε αναστολή ποινικής δίωξης του κατηγορουμένου 4, ο οποίος απαλλάχτηκε σε όλες τις κατηγορίες που τον αφορούσαν. Τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή είναι αρκετά και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους συνηγόρους υπεράσπισης. Προκειμένου να γίνει αντιληπτό το πλήρες πλαίσιο των συνθηκών στο οποίο διαπράχτηκαν τα αδικήματα από τους κατηγορουμένους, θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας: Στις 28.06.20 και ώρα 08:25 λήφθηκε πληροφορία στην αστυνομία ότι σε διαμέρισμα που βρίσκεται στον 5ον όροφο της πολυκατοικίας «ΧΧΧ TOWER» στην οδό Αγίας Φυλάξεως αρ. ΧΧΧ στην Λεμεσό, εντοπίστηκε γυναίκα ηλικίας 63 ετών, δεμένη και κτυπημένη (στο εξής η 'παραπονούμενη' ή το 'θύμα'). Η παραπονούμενη είχε διευθετήσει να μεταβεί την ημέρα εκείνη (Κυριακή) μαζί με φίλη της για προσκύνημα στο μοναστήρι του Κύκκου. Περί ώρα 08:00 και ενώ ήταν με τις πιτζάμες, άνοιξε την πόρτα της κύριας εισόδου του ρετιρέ διαμερίσματος της για να αφήσει έξω κάποια σκουπίδια. Μόλις άνοιξε τη πόρτα είδε μπροστά της δύο άντρες οι οποίοι φορούσαν χειρουργικές μάσκες και πλαστικά γάντια. Οι δύο δράστες, ένας εκ των οποίων ήταν κύπριος, βρίσκονταν στις σκάλες της πολυκατοικίας και την περίμεναν. Επρόκειτο για τους κατηγορουμένους 1 και 2, οι οποίοι είχαν συνωμοτήσει με τον κατηγορούμενο 3 στη διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης της οικίας της παραπονούμενης, την οποία διάρρηξη οργάνωσε από την αρχή ο κατηγορούμενος
  6. Συγκεκριμένα περί τα μέσα Ιουνίου 2020, ο κατηγορούμενος 3 συνάντησε τον κατηγορούμενο 1 στον οποίον πρότεινε να κάνουν μια «δουλειά» σε μια πολυκατοικία στην οδό Αγίας Φυλάξεως. Όταν ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε να ενημερωθεί συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 3 του ανάφερε ότι «είναι μια κοτσιάκαρη που είχε χρυσοχοείο και έχει €5.000.000 στο σπίτι της γιατί το χρυσοχοείο το έκλεισε και τα είχε σπίτι της τα λεφτά και τα χρυσαφικά». Ο κατηγορούμενος 1 αποδέχτηκε και τότε ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι στη «δουλειά» αυτή θα συμμετέχει και ο κατηγορούμενος 2, τον οποίο γνώριζε. Περί τα μέσα Ιουνίου 2020 ο κατηγορούμενος 3 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2 αναφέροντας του πως είχε «μια δουλειά» από την οποία θα έβγαζαν χρήματα. Ο κατηγορούμενος 3 διευθέτησε συνάντηση για να εξηγηθούν. Στις 22.06.20 και η ώρα 17:30 συναντήθηκε σε χώρο στάθμευσης πολυκαταστήματος στα Πολεμίδια με τον κατηγορούμενο 2 για να γνωριστούν. Εκεί ο κατηγορούμενος 3 του ανέφερε ότι είναι μια γυναίκα που μένει μόνη της και στην οικία της είχε χρυσαφικά και χρήματα συνολικής αξίας €5.000.
  7. Στη συνέχεια ήρθε και ο κατηγορούμενος
  8. Όλοι συμφώνησαν όπως βρεθούν την Τετάρτη 24.06.20 η ώρα 10:00 στον ίδιο τόπο ώστε ο κατηγορούμενος 3 να τους οδηγήσει και να τους υποδείξει την πολυκατοικία στην οποίαν διέμενε η παραπονούμενη. Στις 24.06.20 ο κατηγορούμενος 2, ενώ κατευθυνόταν προς το σημείο συνάντησης τους, δηλαδή το χώρο στάθμευσης του πολυκαταστήματος, συνάντησε τον κατηγορούμενο 3 έξω από ένα περίπτερο, ο οποίος διευθετούσε την αγορά καρτών προπληρωμένης κινητής τηλεφωνίας για να μπορούν να συνομιλούν μεταξύ τους. Ο κατηγορούμενος 3 ανέφερε στον κατηγορούμενο 2 ότι η παραπονούμενη είχε χρηματοκιβώτιο στο υπόγειο. Όταν στη συνέχεια συναντήθηκαν και με τον κατηγορούμενο 1, ο κατηγορούμενος 3 τους ανέφερε ότι η διάρρηξη θα πραγματοποιείτο την Κυριακή 28.06.20 που η παραπονούμενη θα απουσίαζε από το διαμέρισμα της λόγω του ότι θα πήγαινε εκκλησία. Ο κατηγορούμενος 3 με το αυτοκίνητο του που προπορευόταν κατευθύνθηκε με προορισμό την πολυκατοικία της παραπονούμενης ενώ οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τον ακολουθούσαν με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου
  9. Όταν κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 3 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 1 λέγοντας του «όλα οκ», οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εισήλθαν στην πολυκατοικία από την είσοδο που ήταν ανοιχτή. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι ανέβηκαν στο ρετιρέ και όταν διαπίστωσαν ότι η παραπονούμενη βρισκόταν στην οικία της έφυγαν από το μέρος. Ο κατηγορούμενος 3 τους περίμενε σε μία φρουταρία πιο κάτω και όλοι μαζί πήγαν σε ένα χώρο στάθμευσης στη Λεμεσό. Εκεί μίλησαν και συμφώνησαν όπως ξημερώματα Κυριακής 28.06.20 μεταβούν στην πολυκατοικία αφού, όπως τους είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος 3, η παραπονούμενη θα απουσίαζε από την οικία της. Από τις 24.06.20 μέχρι την 27.06.20 οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο 3, στην οποίαν περίοδο κανόνιζαν πως θα πραγματοποιούσαν την εγκληματική τους δραστηριότητα. Στις 27.06.20 οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν να συναντηθούν η ώρα 19:00 στο χώρο στάθμευσης του πολυκαταστήματος στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος διέμενε στην Πάφο, θα μετέβαινε σε ξενοδοχείο στη Λεμεσό. Η κράτηση στο ξενοδοχείο έγινε από τον κατηγορούμενο 3 σε άλλο όνομα. Στις 28.06.20 και ώρα 03:30 ο κατηγορούμενος 1 παρέλαβε από το ξενοδοχείο τον κατηγορούμενο 2 και μαζί μετέβηκαν στην πολυκατοικία της παραπονούμενης. Φθάνοντας στην περιοχή σταμάτησαν σε παρακείμενο χωράφι και συνομίλησαν στο τηλέφωνο με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος τους ανέφερε ότι όλα ήταν εντάξει. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μετέβηκαν πεζοί στην πολυκατοικία. Ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε στην πολυκατοικία από ξεκλείδωτο αλουμινένιο παράθυρο στο πίσω μέρος του κτιρίου. Ακολούθως άνοιξε την κύρια είσοδο της πολυκατοικίας από την οποίαν εισήλθε ο κατηγορούμενος
  10. Αμφότεροι ανέβηκαν τις σκάλες στο ρετιρέ και κάθισαν εκεί δίπλα από την είσοδο της οικίας της παραπονούμενης. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας τους στο χώρο συνομιλούσαν με τον κατηγορούμενο 3 με μηνύματα αναμένοντας να ξημερώσει. Όταν το πρωί της ίδιας ημέρας (28.06.20) οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είδαν την παραπονούμενη που είχε ανοίξει την είσοδο του διαμερίσματος της, αμφότεροι κινήθηκαν απειλητικά προς το μέρος της και αφού την άρπαξαν με τη βία την μετέφεραν από την είσοδο στην κουζίνα του διαμερίσματος της. Εκεί την έριξαν στο έδαφος και την χτυπούσαν και οι δύο στο κεφάλι και στη κοιλία με τα χέρια τους. Ο δε κατηγορούμενος 1 την χτυπούσε και με ένα μεγάλο κατσαβίδι που είχε στη κατοχή του. Της φώναζαν να τους πει που είναι τα λεφτά και τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου. Ο κατηγορούμενος 1 άρχισε να ψάχνει στο σπίτι ενώ ο κατηγορούμενος 2 κρατούσε με τα χέρια του την παραπονούμενη περιορισμένη. Στη συνέχεια διατήρησαν περιορισμένη την παραπονούμενη στον καναπέ του σαλονιού δένοντας τα χέρια και τα πόδια της με ηλεκτρικά καλώδια και σφραγίζοντας το στόμα της με ένα κομμάτι ύφασμα χρώματος άσπρου με τη βοήθεια κολλητικής ταινίας. Ακολούθως οι δράστες εγκατέλειψαν την οικία της παίρνοντας μαζί τους διάφορα αντικείμενα. Πριν φύγουν ο κατηγορούμενος 1 πήρε αντισηπτικό (Dettol) με το οποίο ψέκασε τα νύχια της. Μετά τη διάπραξη της ληστείας ο κατηγορούμενος 1 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 3 στο χώρο στάθμευσης του πολυκαταστήματος, στον οποίον είπε τι είχε συμβεί. Στο μεταξύ η παραπονούμενη, όπως ήταν δεμένη, κατάφερε να τηλεφωνήσει του υιού της, ο οποίος ήλθε και την εντόπισε. Το πρόσωπο της παραπονούμενης ήταν φουσκωμένο με αίματα και η ίδια έφερε τραύμα στο δεξιό μάγουλο. Αίματα υπήρχαν και στις πιτζάμες που φορούσε ενώ η ίδια ήταν αναστατωμένη. Στο μέρος κλήθηκε ασθενοφόρο το οποίο μετέφερε το θύμα στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Η δε σκηνή του εγκλήματος εξετάστηκε από μέλη της αστυνομίας που μετέβησαν στο χώρο και περισυνέλλεξαν διάφορα τεκμήρια, ανάμεσα στα οποία μία χειρουργική μάσκα με κομμένο λαστιχάκι, ένα χειρουργικό γάντι, δύο usb, ένα εξωτερικό δίσκο και ένα ψηφιακό δίσκο όπου καταγράφεται η πορεία διαφυγής των δραστών και πλάνα που αποκαλύπτουν ότι επρόκειτο για τους κατηγορουμένους 1 και 2, οι οποίοι και αναγνωρίστηκαν. Από την εξέταση των τεκμηρίων της υπόθεσης εντοπίστηκε γενετικό υλικό στην χειρουργική μάσκα που ανευρέθηκε στη σκηνή, το οποίο αφού συγκρίθηκε με την βάση δεδομένων του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, διαπιστώθηκε ότι συνδέεται με το γενετικό υλικού του κατηγορουμένου
  11. Εναντίον του κατηγορούμενου 1 εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης καθώς επίσης εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα έρευνας της οικίας, των υποστατικών και οχημάτων του. Ο κατηγορούμενος 1 αναζητήθηκε στην οικία του και δεν ανευρέθηκε αλλά ενημερώθηκε η συμβία του. Την ίδια μέρα, ήτοι 01.07.20 και ώρα 21:10, ο κατηγορούμενος 1 παρουσιάστηκε στο Τ.Α.Ε Λεμεσού και συνελήφθηκε από τον Αστ.2180 Θεοδόση Θεοδοσίου δυνάμει δικαστικού εντάλματος που εκκρεμούσε εναντίον του. Όταν του επιδείχθηκε και επεξηγήθηκε το ένταλμα που εκκρεμούσε εναντίον του καθώς επίσης του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε κατά λέξει "Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο." Στη συνέχεια ανακρινόμενος προφορικά από τον Υπεύθυνο Τ.Α.Ε Λεμεσού, ανέφερε ότι στη παρούσα υπόθεση εμπλέκονται και οι κατηγορούμενοι 2 και
  12. Ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε από την αστυνομία στις 02.07.20 με τη βοήθεια του κατηγορουμένου 1, ο οποίος είχε διευθετήσει συνάντηση μαζί του. Ο κατηγορούμενος 2 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΑΜ6ΧΧ όταν ανακόπηκε στον 28ο δρόμο στον Συνοικισμό Μακαρίου Γ' στην Λεμεσό από μέλη της αστυνομίας. Κατά την έρευνα στο αυτοκίνητο εντοπίστηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, μια πολωνική ταυτότητα με αριθμό ASX883ΧΧΧ στο όνομα ΧΧΧ ΧΧΧ BOGUSLAW και μια Πολωνική άδεια οδηγού στο ίδιο όνομα. Για τα πιο πάνω έγγραφα ερωτήθηκε ο κατηγορούμενος 2 από αξιωματικό της αστυνομίας και απάντησε ότι ήταν δικά του. Όταν ο εν λόγω αξιωματικός της αστυνομίας του ανέφερε στα αγγλικά ότι τα πιο πάνω έγγραφα φαίνεται να είναι πλαστά επειδή αυτός είναι Βούλγαρος και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος 2 απάντησε "My name is ΧΧΧ Dygdalowicz". Στην συνέχεια, ο προαναφερόμενος αξιωματικός συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 για το αυτόφωρο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε κατά λέξει "Ok". Τα έγγραφα εξετάστηκαν από εμπειρογνώμονα της αστυνομίας και από την εξέταση τους διαπιστώθηκε ότι είναι πλαστά αφού δεν περίκλειαν τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας. Επίσης στις 02.07.20 ερευνήθηκε η οικία του κατηγορουμένου 2 δυνάμει δικαστικού εντάλματος στην παρουσία του ιδίου και με τη βοήθεια διερμηνέα. Κατά την διάρκεια της έρευνας εντοπίστηκε και παραλήφθηκε ως τεκμήριο, ανάμεσα σ' άλλα, μια μαύρη τσάντα πλάτης η οποία περιείχε αριθμό χειρουργικών μασκών και μαύρων γαντιών μιας χρήσης. Την ίδια μέρα ερευνήθηκε και η οικία του κατηγορουμένου 3 χωρίς ωστόσο να εντοπιστεί οτιδήποτε. Αργότερα την ίδια ημέρα, ο κατηγορούμενος 3 παρουσιάστηκε στο Τ.Α.Ε Λεμεσού και αφού συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος που εκκρεμούσε εναντίον του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε κατά λέξει "Εν έχω να πω κάτι". Στις δε ερωτήσεις που του τέθηκαν στα πλαίσια λήψης ανακριτικής κατάθεσης, ο κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι ήταν αθώος και πως ότι είχε να πει θα το έλεγε στο Δικαστήριο. Από έλεγχο που διενήργησε στην οικία της, η παραπονούμενη διαπίστωσε ότι είχαν κλαπεί τα ακόλουθα χρυσαφικά, κοσμήματα και χρήματα συνολικής αξίας €16.550:
  13. 2 ζευγάρια σκουλαρίκια μονόπετρα συνολικής αξίας €3000,
  14. ένα δακτυλίδι μονόπετρο αξίας €8000,
  15. ένα χρυσό δακτυλίδι μισόβερο με τρία διαμάντια αξίας €1000,
  16. ένα ολόβερο λευκόχρυσο δακτυλίδι αξίας €400,
  17. ένα ρολόι μάρκας LANCASTER με διαμάντια αξίας €2000,
  18. ένα δακτυλίδι μάρκας CARTIER χρώματος κίτρινου χρυσού, αξίας €1000,
  19. ένα δακτυλίδι με διαμάντια λευκόχρυσο, αξίας €300,
  20. ένα δακτυλίδι με διαμαντάκια κίτρινου χρυσού αξίας €300,
  21. δύο καδένες η μία λευκόχρυση και η άλλη κίτρινου χρυσού αξίας €300,
  22. ένα ζευγάρι σκουλαρίκια χαλκαδάκια λευκού και κίτρινου χρυσού αξίας €100 και
  23. το χρηματικό ποσό των €
  24. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνεργάστηκαν με την Αστυνομία, παραδέχτηκαν τη διάπραξη των αδικημάτων σε θεληματικές καταθέσεις τους και προέβηκαν σε υποδείξεις σκηνών. Την 03.07.20 ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών, τις οποίες κατέγραψε ο Αστ.XXXXX XXXXX Θεοδοσίου σε ειδικό έντυπο υποδείξεων σκηνών. Ο κατηγορούμενος 1, μεταξύ άλλων, υπέδειξε το χώρο στάθμευσης του πολυκαταστήματος αναφέροντας ότι είναι το σημείο που συνάντησε τον κατηγορούμενο 3 αμέσως μετά την διάπραξη των αδικημάτων. Επίσης ο εν λόγω κατηγορούμενος υπέδειξε κάλαθο σκουπιδιών όπου είχε πετάξει τα κλοπιμαία, χωρίς όμως να ανευρεθεί οτιδήποτε. Στις ίδιες υποδείξεις σκηνών προέβηκε και ο κατηγορούμενος
  25. Στις 09.07.20 έγιναν αναγνωριστικές παρατάξεις όπου η παραπονούμενη είδε τους κατηγορούμενους 1 και 2, τους οποίους αναγνώρισε ως τα πρόσωπα που την λήστεψαν και την κτύπησαν. Σχετικά με τον τραυματισμό και τη θεραπεία της παραπονούμενης παραθέτουμε αυτολεξεί αυτά που έχουν τονιστεί από την κατηγορούσα αρχή στα πλαίσια έκθεσης των γεγονότων αλλά και μετέπειτα επεξηγηθεί από την κυρία Κληρίδου, με τα οποία συμφωνούν οι κατηγορούμενοι: · «Η παραπονούμενη εισήχθη διασωληνωμένη στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γ. Ν. Λεμεσού (ΜΕΘ) στις 28 Ιουνίου 2020 εξ αιτίας επαπειλούμενου αεραγωγού συνεπεία σοβαρών κρανιοπροσωπικών κακώσεων μετά από αναφερόμενο 'ξυλοδαρμό κατά την διάρκεια ληστείας, δηλαδή εμποδιζόταν η είσοδος του αέρα στην τραχεία επειδή υπήρχε αιμάτωμα στο λαιμό'. · Από το ατομικό αναγνωστικό της είναι γνωστές ότι έχει αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμία υπό αγωγή (υψηλή χοληστερόλη). · Η ασθενής αντιμετωπίστηκε αρχικά στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων (ΤΕΠΑ) του νοσοκομείου και εκτιμήθηκε από τους Χειρουργούς. Υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία, που ανέδειξε υποψία υπαραχνοειδούς αιμορραγίας (αιμορραγία στην εξωτερική επιφάνεια του εγκεφάλου), εκτεταμένο αιμάτωμα μαλακών μορίων κεφαλής και τραχήλου, ιδίως δεξιά, κάταγμα σπλαχνικού κρανίου και συνδεσμική κάκωση ΑΜΣΣ (αυχενική μοίρα σπονδυλικής στήλης). · Διατηρούσε καλή επικοινωνία με το περιβάλλον και ήταν αιμοδυναμικά σταθερή. · Λόγω επιδείνωσης του οιδήματος του τραχήλου υποβλήθηκε σε επαναληπτική αξονική τομογραφία τραχήλου, που ανέδειξε εκτεταμένη κάκωση με οίδημα και αιμάτωμα παρωτίδας, σιελογόνων αδένων με συνοδό παρεκτόπιση της τραχείας. Με βάση τα παραπάνω ευρήματα και λόγω επαπειλούμενου αεραγωγού, η ασθενής διασωληνώθηκε στο ΤΕΠΑ και μεταφέρθηκε υπό μηχανικό αερισμό και συνοδεία αναισθησιολόγου στην ΜΕΘ. · Κατά την εισαγωγή της στην ΜΕΘ παρουσίαζε φυσιολογική έκπτυξη των πνευμόνων, ικανοποιητική ανταλλαγή αερίων αίματος, ήταν αιμοδυναμικά σταθερή με καλή διούρηση και είχε κόρες ισομεγέθεις και αντιδρώσες στο φως. Έφερε εκχυμώσεις με εκτεταμένο οίδημα ΔΕ οφθαλμού. ΔΕ γνάθου και ΔΕ τραχηλικής χώρα, με μικρό θλαστικό τραύμα πώγωνα (πηγούνι). Μικρότερη εκχύμωση στο ΑΡ (αριστερό) οφθαλμό και ΔΕ (δεξιά) πλάγια κοιλιακή χώρα. · Στην ΜΕΘ υποστηρίχθηκαν οι ζωτικές της λειτουργίες, χορηγήθηκε αποιδηματική αγωγή και λοιπή ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή (αντιβίωση, γαστροπροστασία, θρομβοπροφύλαξη). Παρέμεινε ισοκορική με φυσιολογική φωτοαντίδραση. · Εκτιμήθηκε η αξονική εγκεφάλου από τον εφημερεύοντα νευροχειρούργο του Γ. Ν Λευκωσίας, ο οποίος συνέστησε συντηρητική αντιμετώπιση και επανάληψη της αξονικής σε 24 έως 48 ώρες ή επί ενδείξεων (μεταβολή της νευρολογικής εικόνας). · Η αξονική του σπλαχνικού κρανίου εκτιμήθηκε από τον γναθοχειρουργό του Γ. Ν. Λευκωσίας Δρ. Παντέλα, ο οποίος δεν έθεσε ένδειξη χειρουργείου και συνέστησε επανεκτίμηση με νέα αξονική τομογραφία. · Η ασθενής παρέμεινε διασωληνωμένη υπό καταστολή και υποβλήθηκε σε επαναληπτική αξονική στις 30 Ιουνίου που ήταν βελτιωμένη σε σύγκριση με τις προηγούμενες. · Από γναθοχειρουργικής πλευράς συστήθηκε συντηρητική αντιμετώπιση των καταγμάτων του σπλαχνικού κρανίου. · Λόγω της κλινικής βελτίωσης του οιδήματος τραχήλου, διεκόπη η καταστολή και η ασθενής αποσωληνώθηκε επιτυχώς στις 01.07.
  26. · Παρέμεινε με σταθερές ζωτικές λειτουργίες, καλή επικοινωνία και συνεργασία και διεκομίσθη στην Χειρουργική κλινική στις 02.07.20 όπου νοσηλευόταν μέχρι και τις 06/07/2020 οπόταν και απολύθηκε.» Ακολούθως, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένου 1 και 2 υπέβαλαν αίτημα όπως για σκοπούς επιβολής ποινής ληφθούν υπόψη εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις που περιλαμβάνουν ιδίας φύσεως αδικήματα με την παρούσα στην οποίαν θα επιβληθεί ποινή (στο εξής η παρούσα ποινική υπόθεση θα καλείται 'κυρίως υπόθεση'). Η εξουσία του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του αδικήματα άλλων ποινικών υποθέσεων κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής σε μία άλλη ποινική υπόθεση πηγάζει μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155). Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ηρακλέους v. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 150 και Βέλιου v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 76, στις οποίες και παραπέμπουμε. Η πρώτη περίπτωση αφορά τον κατηγορούμενο 1 και πρόκειται για την ποινική υπόθεση υπ' αρ. 16275/20 όπου αδικήματα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξης και κλοπής διαπράχτηκαν στις 04.02.
  1. Όπως και με την κυρίως υπόθεση, έτσι και στην προκειμένη ποινική υπόθεση, κρίνουμε χρήσιμο, για τον ίδιο λόγο, να παραθέσουμε πιο κάτω τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και τα οποία ούτε εδώ έχουν αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο 1: Στις 04.02.12 και ώρα 17:10 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από συνταξιούχο εκπαιδευτικό, ότι μεταξύ των ωρών 15:15-17:00 της ίδιας ημέρας, διαρρήχθηκε η κατοικία του που βρίσκεται στη Λεμεσό από την οποίαν κλάπηκε, από το ερμάρι του υπνοδωματίου του, ένα μικρό χρηματοκιβώτιο που περιείχε την πιο κάτω περιουσία συνολικής αξίας €74.700, η οποία δεν καλύπτεται από ασφάλεια:
  2. Τρεις χρυσές γυναικείες αλυσίδες ΜΕΑΝΔΡΟΣ, αξίας €3.000,
  3. Δυο γυναικεία χοντρά χρυσά βραχιόλια, αξίας €1.000,
  4. Τρία γυναικεία χρυσά δακτυλίδια, αξίας €1.500,
  5. Τρία ζεύγη γυναικεία χρυσά δακτυλίδια με ζιρκόνια και μαργαριτάρια αξίας €300,
  6. Δυο ασημένια σκεύη (καπνιστομέρρεχα) αξίας €100,
  7. Το χρηματικό ποσό των €6.5000 και
  8. Χρηματικό ποσό των $5000 (δολαρίων Αμερικής) που αντιστοιχεί σε €
  9. Μέλη της αστυνομίας μετέβηκαν στην σκηνή και διενήργησαν επιτόπιες εξετάσεις. Από τις έρευνες διαπιστώθηκε ότι η είσοδος των δραστών, επιτεύχθηκε από το ξύλινο ανοιγόμενο παράθυρο που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του σαλονιού και παραβιάστηκε με αιχμηρό αντικείμενο. Η δε έξοδος των δραστών επιτεύχθηκε από την αλουμινένια ανοιγόμενη πόρτα της κουζίνας την οποία άνοιξαν από μέσα με την χρήση του κλειδιού της. Από τη σκηνή παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια αλλά επειδή δεν προέκυψε οτιδήποτε η υπόθεση αυτή ταξινομήθηκε ως ανεξιχνίαστη. Μέσα από τις εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν ανευρέθηκαν μόνο τα δύο ασημένια σκεύη (καπνιστομέρρεχα), τα οποία αποτελούσαν μέρος της κλοπιμαίας περιουσίας. Στις 11.07.20, ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος τελούσε υπό κράτηση στα πλαίσια διερεύνησης της κυρίως υπόθεσης, προέβηκε σε θεληματική κατάθεση, στην οποία μεταξύ άλλων, παραδέχεται την διάπραξη της υπόθεσης αυτής κατονομάζοντας ως συνεργό του τρίτο πρόσωπο. Η δεύτερη περίπτωση που θα ληφθεί υπόψη σχετίζεται με τον κατηγορούμενο
  10. Πρόκειται για την υπόθεση με αριθμό ποινικού φακέλου Σ/05/2020, η οποία αφορά νυχτερινή διάρρηξη και κλοπή περιουσίας από χρυσοχοείο στις 03.12.
  11. Για τον ίδιο λόγο που έχει εξηγηθεί, παραθέτουμε τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή, με τα οποία συμφωνεί ο κατηγορούμενος 2: Την 03.12.19 περί ώρα 06:30 καταγγέλθηκε από τον ιδιοκτήτη του χρυσοχοείου στο Πέρα Χωρίο Νήσου, ότι την 03.12.19 και μεταξύ των ωρών 17:20-06:30 άγνωστοι διέρρηξαν το πιο πάνω χρυσοχοείο και έκλεψαν από μέσα ένα χρηματοκιβώτιο, γκρίζου χρώματος με κλειδωνιά ασφαλείας, χωρίς κωδικό. Εντός του χρηματοκιβωτίου υπήρχε μεγάλος αριθμός χρυσών κοσμημάτων συνολικής αξίας €55,
  12. Επίσης κλάπηκαν δύο βιβλιάρια επιταγών με την αξία της ζημιάς που προκλήθηκε να ανέρχεται στα €300 περίπου. Μέλη της αστυνομίας που μετέβηκαν στο μέρος διενέργησαν επιτόπιες εξετάσεις και περισυνέλλεξαν τεκμήρια. Από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν διαπιστώθηκε ότι οι δράστες πέτυχαν είσοδο/έξοδο σηκώνοντας την εξωτερική συρόμενη πόρτα ασφαλείας, η οποία ανοίγει προς τα πάνω, και στην συνέχεια παραβιάζοντας την αλουμινένια με γυαλί πόρτα του καταστήματος, την οποία παραβίασαν πιθανόν με εργαλείο. Επίσης κατόπιν ελέγχου που έγινε σε κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης παρακείμενων υποστατικών, διαφάνηκε ότι μεταξύ των ωρών 03:28-04:12 της 03.12.19 φαίνονται τουλάχιστον δύο πρόσωπα να ενέχονται στην διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης και κλοπής. Τα εν λόγω πρόσωπα φαίνονται να μεταφέρουν και να τοποθετούν το κλοπιμαίο χρηματοκιβώτιο σε όχημα τύπου estate. Παράλληλα από τις επιστημονικές εξετάσεις των τεκμηρίων προέκυψε ότι γενετικό υλικό, το οποίο απομονώθηκε από αντικείμενο που παραλήφθηκε από την σκηνή της διάρρηξης, ταυτίζεται με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου
  13. Το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 2 ταυτίστηκε με επίχρισμα από αγγίγματα στο πάτωμα από κεραμικά που βρίσκονται εξωτερικά της βιτρίνας, στο κάτω μέρος ρολογιού, με αγγίγματα στην εσωτερική μεριά του ρολογιού και με επίχρισμα από το εξωτερικό χερούλι ανοίγματος της πόρτας εισόδου του χρυσοχοείου. Στις 02.07.20 ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε από το ΤΑΕ Λεμεσού στα πλαίσια της κυρίως υπόθεσης. Στην ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε στις 06.07.20 με τη βοήθεια διερμηνέα και αφού προηγουμένως ενημερώθηκε για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος 2 είπε πως ότι είχε να πει θα το έλεγε στο Δικαστήριο, κάτι που επανέλαβε όταν κατηγορήθηκε γραπτώς. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Ειδικότερα πρόκειται για την ποινική υπόθεση υπ' αρ. 16185/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποίαν κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη ιδίας φύσεως αδικήματα, ήτοι συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, διάρρηξης κτιρίου και κλοπής. Στις 23.08.16 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών. Η δεύτερη καταδίκη αφορά την ποινική υπόθεση υπ' αρ. XXXXX/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποίαν κρίθηκε ότι διέπραξε τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας, της κλοπής από κατοικία και της κλοπής όπου στις 31.08.17 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης εφτά μηνών με αναστολή για περίοδο τριών ετών. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2 η κα Κληρίδου δήλωσε πως βαρύνεται επίσης με δύο προηγούμενες καταδίκες. Συγκεκριμένα πρόκειται για τις ποινικές υποθέσεις υπ' αρ. XXXXX/10 και XXXXX/17, αμφότερες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Στην πρώτη υπόθεση ο εν λόγω κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της παράνομης χρήσης, κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Για τη διάπραξη τους στις 05.10.10 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Στη δεύτερη υπόθεση ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος στη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, κατοχής πυρομαχικών κατηγορίας Β, κατοχής μη πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια, διάρρηξης καταστήματος, κλοπής από κατάστημα, παράνομη κατοχή περιουσίας, κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια της νύχτας, απόπειρας διάρρηξης και κλοπής, για τα οποία στις 22.05.18 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών. Ακολούθως στις 15.03.19 η ποινή φυλάκισης του αναστάληκε επειδή του απονεμήθηκε προεδρική χάρη στη βάση σχετικού εντάλματος, το περιεχόμενο του οποίου γνωστοποιήθηκε στο παρόν Δικαστήριο. Όπως η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής διευκρίνισε, ο κατηγορούμενος 2 αναμενόταν να αποφυλακιστεί στις 03.01.21 και ως εκ τούτου οφείλει να εκτίσει ακόμη 660 ημέρες. Σχετικά με τον κατηγορούμενο 3, το ποινικό μητρώο του είναι λευκό. Ο κατηγορούμενος 1 τελεί υπό κράτηση από 01.07.20 ενώ αμφότεροι κατηγορούμενοι 2 και 3 από 02.07.
  14. Ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο της κυρίως υπόθεσης εντοπίστηκαν εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που αφορούν στις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων. Το περιεχόμενο τους υιοθετήθηκε από τους κατηγορουμένους 1 και
  15. Ο κατηγορούμενος 3 υιοθέτησε μέρος της έκθεσης που τον αφορά με το συνήγορο του να προβαίνει σε συμπληρωματικές αναφορές. Παραθέτουμε συνοπτικά τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, όπως αυτές τέθηκαν ενώπιον μας. Ο κατηγορούμενος 1 προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα το
  16. Η μητέρα του δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας. Ο ίδιος φοίτησε μέχρι την Γ' Τάξη Γυμνασίου και έπειτα διέκοψε λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων. Στην εφηβική του ηλικία ήταν θεατής συστηματικής σωματικής βίας που δεχόταν η μητέρα του από τον πατριό του. Από νεαρή ηλικία άρχισε να εργάζεται στις οικοδομές για να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του και συνέχισε να το πράττει μετά την αποστράτευση του από την Εθνική Φρουρά. Για αρκετά χρόνια δεν είχε σταθερή εργασία. Από το 2015 μέχρι τον Αύγουστο 2016 ελάμβανε κρατικό επίδομα ενώ στη συνέχεια απασχολείτο περιστασιακά μέχρι τον Μάρτιο 2020 όπου λόγω της πανδημίας σταμάτησε να εργάζεται και δεν εργαζόταν μέχρι τη σύλληψη του. Δεν διαθέτει αποταμιεύσεις αλλά ούτε κινητή και ακίνητη περιουσία. Πριν από τη σύλληψη του διέμενε σε οικία φιλικού του προσώπου. Ο κατηγορούμενος 1 είναι πατέρας δύο παιδιών ηλικίας 18 και 21 ετών από προηγούμενο γάμο και ενός παιδιού ηλικίας 8 ετών από προηγούμενη σχέση. Τα παιδιά διαμένουν με τις μητέρες τους αλλά ο ίδιος διατηρεί επικοινωνία μαζί τους. Από το 2014 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας αφού υπέστη τρία εγκεφαλικά επεισόδια και προέβηκε σε τοποθέτηση μπαλονάκι. Ο κατηγορούμενος 2 κατάγεται από την Πολωνία. Οι γονείς του χώρισαν πριν πολλά χρόνια. Με τον πατέρα του δεν διατηρεί επικοινωνία σε αντίθεση με τη μητέρα του που τον επισκέπτεται κάθε χρόνο. Στην πατρίδα του εργάστηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων και νυμφεύτηκε ομοεθνή του με την οποίαν απέκτησε ένα υιό, σήμερα ηλικίας 28 ετών. Στην πορεία χώρισε αλλά διατηρεί επαφή με το παιδί του. Το έτος 2008 ο εν λόγω κατηγορούμενος ήλθε στην Κύπρο. Κατά την παραμονή του στο νησί εργάστηκε ως ελαιοχρωματιστής για περίοδο τεσσάρων ετών. Συζεί με ομοεθνή του με την οποίαν απέκτησε ένα υιό, σήμερα ηλικίας 10 ετών. Το χρονικό διάστημα 06.12.17-15.03.19 που βρισκόταν στη φυλακή, ο κατηγορούμενος 2 αρρώστησε με γρίπη 'Α' με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Για περίοδο 40 ημερών βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση. Το γεγονός αυτό του προκαλεί μέχρι σήμερα κινητικά και αναπνευστικά προβλήματα, τα οποία δεν του επέτρεψαν να εργαστεί τον τελευταίο χρόνο. Πριν από τη σύλληψη του στην κυρίως υπόθεση διέμενε με τη συμβία του και το παιδί τους σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Δεν διαθέτει αποταμιεύσεις αλλά ούτε κινητή και ακίνητη περιουσία. Ο κατηγορούμενος 3 αποφοίτησε από την Τεχνική Σχολή στον κλάδο ηλεκτρολογίας και αφού ολοκλήρωσε τις υπηρεσίες του στην Εθνική Φρουρά εργάστηκε ως ηλεκτρολόγος. Ακολούθως απασχολήθηκε ως τεχνικός σε συστήματα ασφαλείας. Το έτος 2004 νυμφεύτηκε τη σύζυγο του με την οποίαν απέκτησε τρία παιδιά ηλικίας 13, 19 και 23 ετών. Η αδυναμία άσκησης γονεϊκού ρόλου οδήγησε το μεγαλύτερο και το μικρότερο παιδί τους σε ανάδοχες οικογένειες ενώ το δεύτερο σήμερα διαμένει στην οικία του κατηγορουμένου 3 και της συμβίας του, σχέση την οποίαν δημιούργησε τα τελευταία δύο χρόνια. Στο ίδιο σπίτι διαμένουν και τα τέσσερα παιδιά της συμβίας του. Ο εν λόγω κατηγορούμενος προγραμματίζει να νυμφευτεί τη συμβία του στις 06.03.
  17. Σχετικό προσκλητήριο γάμου κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Τα τελευταία πέντε χρόνια ο κατηγορούμενος 3 δεν εργαζόταν και λάμβανε μηνιαίως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το οποίο διακόπηκε το έτος
  18. Έκτοτε ουσιαστικά συντηρείται από τη συμβία του. Δεν διαθέτει αποταμιεύσεις αλλά ούτε ακίνητη περιουσία. Ένα όχημα μικρής αξίας αποτελεί τη μοναδική κινητή περιουσία του. Αντίθετα υπάρχουν εντάλματα αξίας €10.
  19. Οι γονείς του κατηγορουμένου 3 αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, τα οποία περιγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Η συμβία του είναι αυτή που στο στάδιο αυτό φροντίζει τους γονείς του αλλά και τα παιδιά τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αμφοτέρων κατηγορουμένων προέβηκαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις με παραπομπή σε νομολογία, το περιεχόμενο των οποίων μελετήσαμε με προσοχή στα πλαίσια διεκπεραίωσης του έργου μας για επιβολή της κατάλληλης ποινής σε ότι αφορά το είδος αλλά και το ύψος της. Εκτός από τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου 1, ο ευπαίδευτος συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει ως μετριαστικούς παράγοντες την παραδοχή του πελάτη του στο Δικαστήριο που σύμφωνα με τον ίδιο θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έγινε αμέσως, τη συνεργασία του πελάτη του με τις αστυνομικές αρχές στο βαθμό και την έκταση που έχει εξηγήσει, την απουσία προσχεδιασμού στη διάπραξη των αδικημάτων της ληστείας και της απαγωγής του θύματος, στη θέση του ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είναι ο ιθύνων νους της επιχείρησης, στη θέση του ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν αποκόμισε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων και στο ότι δεν αναφέρθηκε η ύπαρξη οποιονδήποτε μόνιμων καταλοίπων στην υγεία της παραπονούμενης. Στο ίδιο επίπεδο κυμαίνεται η αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 2, ο οποίος προέβαλε τις ίδιες ελαφρυντικές περιστάσεις μ' αυτές που ανέφερε ο κατηγορούμενος
  20. Θεωρούμε αχρείαστο να τις επαναλάβουμε. Συμπληρωματικά ωστόσο ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2 κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει ως επιπλέον ελαφρυντικό παράγοντα το ότι ο πελάτης του δεν ήταν αυτός που κτύπησε την παραπονούμενη με το κατσαβίδι. Ο δε ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 3 στη δική του νομική επιχειρηματολογία προβάλλει ως μετριαστικές παραμέτρους την παραδοχή του πελάτη του στο Δικαστήριο η οποία κατά τον ίδιο έγινε αμέσως, το ότι ο κατηγορούμενος 3 απολογείται και εκφράζει μεταμέλεια και το λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη του σε συνδυασμό με την θέση για προηγούμενο έντιμο βίο του εν λόγω κατηγορουμένου. Επιπλέον ο κύριος Καλλής παρουσιάζει ως ελαφρυντικούς λόγους τη θέση ότι ο κατηγορούμενος 3 συνομώτησε με τους άλλους δύο συγκατηγορούμενους του για τη διάρρηξη της οικίας της παραπονούμενης σε χρονικό σημείο που αυτή θα απουσίαζε καθώς επίσης το ότι ο πελάτης του μέσα από την παράνομη συμπεριφορά του δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος. Ολοκληρώνοντας την αγόρευση του ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και αναστείλει την ποινή φυλάκισης που αναμένεται να επιβληθεί στον πελάτη του καθότι, όπως ο ίδιος είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Ως τέτοιους παράγοντες επικαλέστηκε τις πιο πάνω αναφορές του. Όπως ο συνήγορος υπεράσπισης είπε, τυχόν παραμονή του κατηγορουμένου 3 στη φυλακή θα έχει αρνητική συνέπεια στην οικογένεια του. Όλα τα αδικήματα που διαπράχτηκαν είναι, δίχως κανένα ενδοιασμό, πολύ σοβαρά. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για ειδεχθή εγκλήματα τα οποία δημιουργούν αισθήματα αποστροφής. Η σοβαρότητα που τα χαρακτηρίζει αντανακλάται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ανώτατες ποινές. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας βρίσκονται τα αδικήματα της ληστείας όπου ο δράστης είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα άτομα ή κατά, αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας τραυματίσει ή ασκήσει σωματική βία εναντίον άλλου προσώπου και αυτά που ενέχουν πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, από τα πλέον πολύ σοβαρά του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, έκαστο από τα οποία τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δια βίου. Η δε κυκλοφορία πλαστού επισήμου εγγράφου, όπως είναι η ταυτότητα και ή άδεια οδηγού στην προκειμένη περίπτωση, επισύρει ποινή φυλάκισης δέκα ετών. Σε ότι αφορά τα αδικήματα της απαγωγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του και της συνομωσίας διάπραξης κακουργήματος, αμφότερα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης επτά ετών. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών, καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι έχουν διαπράξει. Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930). Όσον αφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, θεωρούμε σκόπιμο να παραπέμψουμε και στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, όπου στις σελίδες 402 - 403 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Κακουργιοδικείο) Δυστυχώς, εγκλήματα τα οποία εμπεριέχουν τη χρήση βίας και απειλής εναντίον προσώπου βρίσκονται σε έξαρση και είναι πολύ σοβαρά. Στη Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών (βλέπε επίσης Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.» Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πικής ανέφερε τα εξής ενδιαφέροντα: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Στην Urgur ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189, για άλλη μια φορά επαναλαμβάνεται ότι αδικήματα που ενέχουν τη χρήση βίας, βρίσκονται σε έξαρση και ότι σε τέτοια περίπτωση οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα Δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλνοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής». Ειδικότερα η ληστεία είναι ένα αποτρόπαιο έγκλημα που προκαλεί κυρίως φόβο για την ασφάλεια των πολιτών στη χώρα μας (Φανάρας και άλλος v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Παράλληλα δημιουργεί ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία αφού προσλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις. Είναι αδίκημα, το οποίο ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και βλάβης στο θύμα. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται στο ότι συνδυάζει κλοπή περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη και/ή κάτοχο της με πρόκληση σωματικού πόνου και τρόμου στο θύμα κατόπιν άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας σ' αυτό. Το θύμα καθίσταται έρμαιο στις διαθέσεις του εγκληματία, ο οποίος ενεργεί από θέση ισχύος. Είναι αδίκημα που, ως εκ φύσεως ενέχει επίδειξη βίας με σκοπό τον εκφοβισμό και εξαναγκασμό του θύματος, παραβιάζει κάθε έννοια πολιτισμένης συμπεριφοράς (Μακρή v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 15). Είναι από τα αδικήματα που η διάπραξη του προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Αδικήματα, όπως αυτό της ληστείας, προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Στο ίδιο επίπεδο προσεγγίζεται η απαγωγή προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του. Πρόκειται για αδίκημα που κατάφωρα παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα της ανθρώπινης ελευθερίας με τη χρήση απειλής και βίας. Αντίστοιχη αυστηρότητα επιδεικνύεται στα αδικήματα που ενέχουν στοιχεία δόλου και απάτης, όπως εδώ της κυκλοφορίας πλαστού επισήμου εγγράφου και της πλαστοπροσωπίας (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286), η διάπραξη των οποίων επίσης παρουσιάζει ανοδική τάση. Είναι αδικήματα που αποσκοπούν στην εξαπάτηση δημοσίων αρχών, οργανισμών και ατόμων. Μέσα από τέτοια σοβαρής φύσεως παρανομία, απώτερος στόχος του παραβάτη είναι η δόλια απόκτηση πλεονεκτήματος και προσωπικού οφέλους με την ενσυνείδητη παρουσίαση ενός προσώπου και μίας κατάστασης που εν γνώση του παραβάτη δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πρόκειται για αδικήματα που έκδηλα υποτιμούν τους νόμους, κανονισμούς και θεσμούς ενός δημοκρατικού κράτους. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση για τα αδικήματα που στρέφονται κατά της περιουσίας, όπως είναι η συνομωσία προς διάπραξη του κακουργήματος της διάρρηξης οικίας. Είναι σοβαρά αδικήματα τα οποία επίσης παρουσιάζουν ανησυχητική έξαρση. Πιο κάτω παραθέτουμε ενδεικτικά με ποιον τρόπο η νομολογία αντιμετωπίζει τέτοιου είδους αδικήματα. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Αντάρτης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 138 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν . Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1992)1 ΑΑΔ 160. Μάλιστα πολύ πρόσφατα (Βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Εφεση 6239 ημερ. 18.4.1997), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με την θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στη Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Επικροτούμε τη σχετική προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη και ταυτισμένη με την νομολογία μας. Η αυστηρή αντιμετώπιση επιβάλλεται λόγω της συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα πιο πάνω αδικήματα και για προστασία της κοινωνίας». Στην υπόθεση Παναγίδης (πιο πάνω), επίσης αναφέρονται και τα εξής: «Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.» Περαιτέρω στην υπόθεση Abed v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128 λέχθηκαν, τα ακόλουθα: «Τα δικαστήρια μας, εκδηλώνοντας την έντονη αγωνία του κοινού, αντιμετωπίζουν και δικαιολογημένα, με αυστηρότητα την παρανομία. Οι κάτοικοι της χώρας μας θυμούνται τους καιρούς που ένιωθαν, και ζούσαν με ασφάλεια. Την άνεση π.χ να αφήνουν ανοιχτές τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους, ξεκλείδωτα τα αυτοκίνητα τους, εκτεθειμένη την περιουσία τους και κυρίως να διακινούνται χωρίς να αισθάνονται οποιοδήποτε κίνδυνο από ελλοχεύοντες εγκληματίες. Η διαπίστωση της πραγματικής, και άκρως ανησυχητικής κατάστασης, που επικρατεί σήμερα στον τόπος μας είναι επαρκής λόγος να δράσουν τα δικαστήρια μας προς την κατεύθυνση της πάταξης της παρανομίας. Μέχρις ότου οι ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και εγκληματολόγοι προσφέρουν τις μακροπρόθεσμες δικές τους υπηρεσίες στην καλυτέρευση της κοινωνίας, τα δικαστήρια δεν έχουν άλλη επιλογή, αντίθετα είναι καθήκον τους, να διασφαλίζουν την νομιμότητα». Σε ότι αφορά τη συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος. είναι ένα αδίκημα που έχει τη δική του σημασία και γι' αυτό δεν πρέπει να υποτιμάται. Ενέχει στοιχεία σχεδιασμού, οργάνωσης, προετοιμασίας και προπαρασκευαστικών ενεργειών. Θέτει τις βάσεις για τη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος μέσα από κοινές αποφάσεις και κοινές επιδιώξεις δύο ή περισσοτέρων ατόμων που μοιράζονται τον ίδιο παράνομο στόχο. Εδώ, δυστυχώς, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι επιβαρυντικές για τους κατηγορουμένους, ιδιαίτερα για τους κατηγορουμένους 1 και 2 που διέπραξαν περισσότερα και σοβαρότερης μορφής αδικήματα από ότι ο κατηγορούμενος 3, του οποίου η ευθύνη περιορίζεται στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη διάρρηξης οικίας. Γενικά θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη υπόθεση είναι από τις σοβαρότερες του είδους. Η επιχείρηση οργανώθηκε από τον κατηγορούμενο 3 ενώ οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συμμετείχαν στην εκπόνηση του σχεδίου. Οι κατηγορούμενοι συγκρότησαν μία ομάδα που στόχευσε στην παράνομη απόκτηση οικονομικού οφέλους μέσα από την πραγματοποίηση συγκεκριμένης εγκληματικής δραστηριότητας. Από κοινού συμφώνησαν στην επίτευξη παράνομου σκοπού που ήταν η διάρρηξη της οικίας της παραπονούμενης και κλοπής από αυτής χρημάτων, χρυσαφικών και κοσμημάτων μεγάλης αξίας. Όλοι μαζί υιοθέτησαν το σχέδιο που είχε εκπονήσει ο κατηγορούμενος 3 μέσα από κοινό συντονισμό και οργάνωση. Ο κατηγορούμενος 3 ήταν αυτός που εντόπισε τους κατηγορουμένους 1 και 2, τους οποίους έπεισε, έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων που τους υποσχέθηκε, να διενεργήσουν παράνομη επιχείρηση. Ο κατηγορούμενος 3 ήταν αυτός που φρόντισε να είναι εις γνώση του σημαντικές πληροφορίες που χρειάζονταν για να καταστήσουν εφικτή την υλοποίηση του παράνομου σκοπού τους που ήταν η διάρρηξη της οικίας της παραπονούμενης και κλοπής της περιουσίας της, όπως, ανάμεσα σ' άλλα, το ότι η παραπονούμενη διέμενε μόνη της σε διαμέρισμα, το ότι διέθετε χρηματοκιβώτιο που βρισκόταν στο υπόγειο, το ότι εντός του χρηματοκιβωτίου υπήρχαν χρήματα, χρυσαφικά και κοσμήματα αξίας €5.000.000, την ακριβή τοποθεσία της οικίας της παραπονούμενης και το ότι σε συγκεκριμένη ημερομηνία η παραπονούμενη θα μετέβαινε στην εκκλησία. Ο κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που διευθέτησε διάφορες συναντήσεις σε τοποθεσίες προκειμένου να εξηγήσει στους κατηγορουμένους 1 και 2 το σχέδιο που είχε καταρτίσει και όλοι μαζί πλέον να συμφωνήσουν στο πότε και πως θα δράσουν. Προς υλοποίηση του παράνομου σκοπού τους, οι κατηγορούμενοι είχαν μεταξύ τους τηλεφωνικές επικοινωνίες. Επίσης ο κατηγορούμενος 3 ήταν το άτομο που οδήγησε τους συγκατηγορουμένους του στην πολυκατοικία που βρίσκεται η οικία της παραπονούμενης, στους οποίους και υπέδειξε το διαμέρισμα που αυτή διαμένει. Ακόμη ο κατηγορούμενος 3 ήταν αυτός που αγόρασε κάρτες προπληρωμένης κινητής τηλεφωνίας, τις οποίες έδωσε στους κατηγορουμένους 1 και 2 για να συνομιλούν όλοι μεταξύ τους και να μπορούν να συντονίζονται. Ο κατηγορούμενος 3 επιπλέον ήταν αυτός που καθόρισε την ημερομηνία που θα γινόταν η παράνομη επιχείρηση αφού, όπως ήδη λέχθηκε, γνώριζε ότι εκείνη την ημέρα η παραπονούμενη θα απουσίαζε από την οικία της και επομένως το πεδίο θα ήταν ελεύθερο για δράση. Επιπροσθέτως ο κατηγορούμενος 3 συντόνισε τη διεξαγωγή της παράνομης επιχείρησης. Στο πλαίσιο αυτό, επειδή ο κατηγορούμενος 2 κατοικούσε στην Πάφο, διευθέτησε ώστε ο εν λόγω συγκατηγορούμενος του διαμείνει σε ξενοδοχείο στη Λεμεσό την προηγούμενη ημέρα της επιχείρησης, προβαίνοντας σε κράτηση για λογαριασμό του κατηγορουμένου 2. Μέχρι τη στιγμή που πραγματοποιήθηκε η επιχείρηση, ο κατηγορούμενος 3 κρατείτο ενήμερος της κατάστασης από τους κατηγορουμένους 1 και 2 μέσω γραπτών μηνυμάτων. Ακολούθως, μετά τη διάπραξη της ληστείας, ο κατηγορούμενος 3 ενημερώθηκε από τον κατηγορούμενο 1, κατόπιν μεταξύ τους συνάντησης, τι είχε συμβεί κατά την επιχείρηση. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι με συνεισφορά και συμμετοχή όλων των κατηγορουμένων ένα άρτια οργανωμένο λεπτομερές σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή για την πραγματοποίηση εγκληματικής δραστηριότητας που επαναλαμβάνουμε ήταν η διάρρηξη της οικίας της παραπονούμενης και κλοπής από αυτής της περιουσίας του θύματος, με απώτερο στόχο την προσωπική απόκτηση οικονομικού οφέλους. Το ότι η διάρρηξη στην πορεία εκτυλίχτηκε σε περιστατικό ληστείας από τους κατηγορουμένους 1 και 2 δεν διαφοροποιεί το γεγονός της συμμετοχής όλων των κατηγορουμένων στην εφαρμογή του σχεδίου που εκπονήθηκε για παράνομη αποκόμιση οικονομικού οφέλους εις βάρος του θύματος. Αυτό σε καμία περίπτωση σημαίνει ότι χρεώνουμε στον κατηγορούμενο 3 τη διάπραξη της ληστείας, για το οποίο αδίκημα όχι μόνο ουδεμία ευθύνη του επιρρίπτουμε αλλά αναγνωρίζουμε ότι καμία σύνδεση έχει μ' αυτό. Εν πάση περιπτώσει, ο προσχεδιασμός και ο καλά σχεδιασμένος τρόπος διάπραξης εγκλημάτων, συνιστά πάντα σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση ισχύουν τα πιο πάνω στο πλαίσιο του αρχικού σχεδίου της διάρρηξης και κλοπής, κάτι που λαμβάνεται υπόψη εις βάρος και των τριών κατηγορουμένων (Χριστοφής ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν αυτοί που ανέλαβαν το ρόλο της εκτέλεσης του καλά οργανωμένου σχεδίου. Οι κινήσεις των εν λόγω κατηγορουμένων ήταν προσεκτικές και μεθοδευμένες. Έδρασαν στοχευμένα και αποτελεσματικά εις βάρος και προς οικονομική ζημιά της παραπονούμενης. Ο ένας παρείχε κάλυψη και βοήθεια στον άλλον. Γνωρίζοντας από πριν το μέρος, εντόπισαν το σημείο από όπου κατάφεραν να εισέλθουν εντός της πολυκατοικίας. Ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε στην πολυκατοικία από ανασφάλιστο αλουμινένιο παράθυρο στο πίσω μέρος του κτιρίου και αφού άνοιξε την κύρια είσοδο βοήθησε τον κατηγορούμενο 2 να εισέλθει και αυτός στο μέρος. Για 4,5 ώρες περίμεναν υπομονετικά στο κλιμακοστάσιο του ρετιρέ της πολυκατοικίας, δίπλα από την είσοδο του διαμερίσματος της παραπονούμενης για να μπορέσουν να υλοποιήσουν τις παράνομες πράξεις τους. Εμφανίστηκαν στο διαμέρισμα της παραπονούμενης φορώντας χειρουργικές μάσκες και πλαστικά γάντια καθώς επίσης έχοντας κατσαβίδι, κινητό τηλέφωνο και μέσο για την τοποθέτηση και μεταφορά της κλοπιμαίας περιουσίας. Δεχόμαστε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 διέπραξαν τα αδικήματα της ληστείας και της απαγωγής μετά από απόφαση της στιγμής, χωρίς έτσι να υπάρξει προσχεδιασμός από μέρους τους στη διάπραξη τους. Ωστόσο υπήρχε εκπόνηση και οργάνωση σχεδίου για διάρρηξη της οικίας και κλοπής από αυτή. Η ενέργεια της παραπονούμενης να αφήσει σκουπίδια έξω από την είσοδο του διαμερίσματος της, τη στιγμή που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονταν έξω από αυτό, τους οδήγησε στο να διαπράξουν ληστεία και να μεταφέρουν με τη βία το θύμα στην κουζίνα της οικίας της. Παρόλο ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν την ευκαιρία να υπαναχωρήσουν, εντούτοις δεν το έπραξαν. Η κρίση τους για ληστεία, έστω και αν ήταν στιγμιαία, καταδεικνύει πόσο αποφασισμένοι και αδίστακτοι ήταν. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μεταχειρίστηκαν βίαια και βάναυσα την παραπονούμενη γνωρίζοντας ότι επρόκειτο για ανυπεράσπιστο άτομο που διέμενε μόνο του. Βρισκόμενοι από θέση ισχύος και έχοντας αριθμητική υπεροχή οι εν λόγω κατηγορούμενοι άσκησαν σωματική βία εις βάρος της παραπονούμενης προκαλώντας της σοβαρά τραύματα. Προκειμένου να επιτύχουν το στόχο τους που ήταν η αποκόμιση οφέλους οι εν λόγω κατηγορούμενοι επέδειξαν ασέβεια και αδιαφορία στη σωματική ακεραιότητα της παραπονούμενης. Με τη βίαιη και απάνθρωπη συμπεριφορά τους έπληξαν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια της παραπονούμενης. Χωρίς αμφιβολία κατά τη διάρκεια του περιστατικού της ληστείας η παραπονούμενη εξευτελίστηκε, βασανίστηκε και υπέφερε. Την έριξαν στο έδαφος, της φώναζαν απαιτώντας να τους πει που βρίσκονταν τα χρήματα και τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου της και με μένος την κτυπούσαν επανειλημμένως στο κεφάλι και στην κοιλιά με τα χέρια τους. Μάλιστα δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο κατηγορούμενος 1, εκτός από τα χέρια του, χρησιμοποίησε ένα μεγάλο κατσαβίδι που είχε για να επιφέρει κτυπήματα στην παραπονούμενη. Το μαρτύριο της παραπονούμενης συνεχίστηκε όταν η ελευθερία της περιορίστηκε. Αρχικά ο κατηγορούμενος 2 την περιόριζε με τα χέρια του και στη συνέχεια αμφότεροι έδεσαν τα χέρια και τα πόδια της με ηλεκτρικά καλώδια και σφραγίζοντας το στόμα της με ύφασμα και με τη βοήθεια κολλητικής ταινίας. Τέλος ο κατηγορούμενος 1, έχοντας στο πλευρό του τον κατηγορούμενο 2, ψέκασε τα νύχια της παραπονούμενης με αντισηπτικό (Dettol) προφανώς για να καλύψουν τα ίχνη τους. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εγκατέλειψαν το μέρος μαζί με την κλοπιμαία περιουσία αδιαφορώντας ότι η παραπονούμενη ήταν τραυματισμένη και αιμορραγούσε. Η περιουσία που κλάπηκε ήταν μεγάλης αξίας, κάτι που αναγνώρισε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1 χωρίς να διαφωνήσουν οι υπόλοιποι συνήγοροι. Επρόκειτο για μετρητά, χρυσαφικά και κοσμήματα συνολικής αξίας €16.
  1. Όλοι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων ευσεβάστως υπέβαλαν ότι οι πελάτες τους δεν αποκόμισαν οικονομικό όφελος μέσα από την παράνομη συμπεριφορά τους. Δεν μπορούμε να δώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στην κοινή τους θέση αυτή. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έφυγαν από την οικία της παραπονούμενης έχοντας στην κατοχή τους τα κλαπέντα αντικείμενα. Ο δε κατηγορούμενος 3 ενημερώθηκε για την κλοπή των αντικειμένων σε συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο 1 αμέσως μετά το περιστατικό της ληστείας. Η κλοπιμαία περιουσία ουδέποτε ανευρέθηκε και ουδέποτε επιστράφηκε στην παραπονούμενη. Ούτε οι κατηγορούμενοι αποζημίωσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο το θύμα, το οποίο υπέστη ζημιά αντίστοιχου ύψους με την αξία της κλοπιμαίας περιουσίας. Η παραπονούμενη όντως βίωσε δραματικές στιγμές στα χέρια των κατηγορουμένων 1 και 2, πράγμα που αναγνώρισε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1 χωρίς να διαφωνήσουν οι υπόλοιποι συνήγοροι. Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι η παραπονούμενη τρομοκρατήθηκε και ψυχολογικά αναστατώθηκε από την παράνομη συμπεριφορά των κατηγορουμένων 1 και 2 φοβούμενοι όχι μόνο για τη σωματική της ακεραιότητα αλλά ακόμα και για την ίδια τη ζωή της. Η ξαφνική εμφάνιση δύο ατόμων με μάσκες και γάντια μπροστά της, η απαγωγή και ο περιορισμός των κινήσεων της με τον τρόπο που περιγράφηκε προηγουμένως και τα βίαια κτυπήματα που δέχτηκε που της προκάλεσαν αιμορραγία συνθέτουν το εφιαλτικό σκηνικό που η παραπονούμενη έζησε. Ουδεμία σημασία έχει ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν κτύπησε την παραπονούμενη με κατσαβίδι. Ο ίδιος είχε εξίσου σημαντικό ρόλο με τον κατηγορούμενο 1 αφού μαζί την έριξαν στο έδαφος και την κτυπούσαν στο κεφάλι και την κοιλιά με τα χέρια τους και ακολούθως αυτός ήταν που την περιόρισε κρατώντας την με τα χέρια του όταν ο κατηγορούμενος 1 άρχισε να ψάχνει το σπίτι. Στη συνέχεια μαζί έδεσαν τα χέρια και τα πόδια της παραπονούμενης με ηλεκτρικά καλώδια και σφράγισαν το στόμα της με ύφασμα και κολλητική ταινία. Η κατάσταση της υγείας της παραπονούμενης όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, η οποία έχει περιγραφεί πιο πάνω και αποτελούν μέρος των αδιαμφισβήτητων γεγονότων, καταδεικνύει ότι η ζωή της διέτρεξε κίνδυνο που προκλήθηκε από τη σοβαρότητα των τραυμάτων που της επέφεραν οι κατηγορούμενοι 1 και
  2. Λαμβάνουμε υπόψη την έκταση και το βαθμό σοβαρότητας των τραυμάτων που προκλήθηκαν στην παραπονούμενη καθώς επίσης τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτή υπέστη. Η σοβαρότητα και η έκταση των τραυμάτων της παραπονούμενης αποτυπώνεται στην περιγραφείσα ιατρική της κατάσταση. Ενδεικτικά να επαναλάβουμε ότι η παραπονούμενη εισήχθη διασωληνωμένη στο νοσοκομείο συνεπεία σοβαρών κρανιοπροσωπικών κακώσεων. Διαγνώστηκε υπαραχνοειδής αιμορραγία (αιμορραγία στην εξωτερική επιφάνεια του εγκεφάλου), εκτεταμένο αιμάτωμα μαλακών μορίων κεφαλής και τραχήλου, ιδίως δεξιά, κάταγμα σπλαχνικού κρανίου και συνδεσμική κάκωση ΑΜΣΣ (αυχενική μοίρα σπονδυλικής στήλης). Παρέμεινε διασωληνωμένη για τέσσερις ημέρες ενώ απολύθηκε από το νοσοκομείο μετά από εννέα ημέρες. Την ίδια στιγμή βεβαίως λαμβάνουμε υπόψη ότι τα πιο πάνω τραύματα δεν θα έχουν μόνιμη μορφή και ότι η παραπονούμενη δεν παρουσιάζει οποιεσδήποτε αναπηρίες ή λειτουργικά κατάλοιπα. Επ' αυτού δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μας που να καταδεικνύει το αντίθετο. Δεν διαφεύγει επιπλέον της προσοχής μας ότι η παραβατική συμπεριφορά του κατηγορουμένου 2 είχε και συνέχεια με τη διάπραξη άλλων σοβαρών εγκλημάτων. Πέντε ημέρες μετά το περιστατικό της ληστείας, έθεσε σε κυκλοφορία πλαστά επίσημα έγγραφα και μ' αυτά προσπάθησε ψευδώς και δολίως, πλην όμως ανεπιτυχώς τελικά, να παρουσιάσει τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο σε μέλος της αστυνομίας που προσπαθούσε να εξακριβώσει τα πραγματικά του στοιχεία όταν τον συνέλαβε στα πλαίσια διερεύνησης του περιστατικού της ληστείας και της απαγωγής της παραπονούμενης. Ο λόγος που ο κατηγορούμενος 2 συμπεριφέρθηκε ανωτέρω δεν μπορεί να είναι άλλος παρά να παραπλανήσει τις κυπριακές αρχές αφού γνώριζε πολύ καλά τι είχε πράξει. Όσον αφορά στις προηγούμενες καταδίκες των κατηγορουμένων 1 και 2, είναι γνωστό ότι ουδείς τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία όμως των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Στην Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) τα προηγούμενα αδικήματα που ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει, περιόρισαν τα περιθώρια επιείκειας με αποτέλεσμα το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίψει την έφεση του. Για τη σημασία και τη βαρύτητα των προηγούμενων καταδίκων και των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη, και η οποία, επαναλαμβάνουμε, έχει να κάνει με την επιείκεια, παραπέμπουμε και στην υπόθεση Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Έχουμε προηγουμένως αναφερθεί αναλυτικά στο ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων. Έχουμε καταγράψει τον αριθμό των προηγούμενων καταδικών με τις οποίες βαρύνεται έκαστος κατηγορούμενος. Έχουμε ακόμη σημειώσει τη φύση των αδικημάτων, πότε αυτά διαπράχτηκαν, τις ποινές που τους επιβλήθηκαν και τις ημερομηνίες επιβολής τους. Παραπέμπουμε στα στοιχεία αυτά χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβουμε. Αυτό που περαιτέρω χρειάζεται να λεχθεί είναι ότι για τον κατηγορούμενο 1 λαμβάνεται υπόψη ακόμη μία υπόθεση στην οποία παραδέχτηκε κατηγορίες που στρέφονται κατά της περιουσίας. Οι λεπτομέρειες των κατηγοριών αυτών καθώς και τα γεγονότα που την περιβάλλουν έχουν επίσης εκτεθεί προηγουμένως. Ούτε αυτά χρειάζεται να καταγραφούν εκ νέου. Ομοίως για τον κατηγορούμενο 2 λαμβάνεται υπόψη μία υπόθεση με κατηγορίες που επίσης στρέφονται κατά της περιουσίας πολιτών. Ισχύουν και εδώ τα όσα αναφέραμε πριν για τον κατηγορούμενο
  2. Σ' αμφότερες περιπτώσεις η κλοπιμαία περιουσία δεν ανευρέθηκε και τα θύματα υπέστηκαν μεγάλη οικονομική ζημιά που θα είναι μόνιμη. Είναι γνωστό ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της οδηγού υπόθεσης από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης που καλείται να επιβάλει ποινή (Ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598). Αυτό, χωρίς αμφιβολία, ισχύει για τους κατηγορουμένους 1 και 2, τους οποίους αφορούν οι προαναφερόμενες εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη στην οδηγό υπόθεση για σκοπούς επιβολής ποινής. Θα προσεγγίσουμε τις προηγούμενες καταδίκες των κατηγορουμένων 1 και 2 και τα αδικήματα που λαμβάνονται υπόψη στις εκκρεμούσες υποθέσεις υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας. Επίσης είναι εις γνώση μας το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνεργάστηκαν με τις αστυνομικές αρχές προς τις οποίες υπέδειξαν σκηνές, προέβηκαν σε θεληματικές καταθέσεις όπου αποκάλυψαν το σύνολο της αξιόποινης συμπεριφοράς τους και παραδέχτηκαν τη διάπραξη όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Η στάση αυτή που τήρησαν οι κατηγορούμενοι λαμβάνεται υπόψη. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Conrad Mbakoub Mbakoup ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 8614, απόφαση ημερομηνίας 27.03.2015, «Η έμπρακτη συνεργασία με την Αστυνομία θεωρείται άλλωστε πάντοτε από τη νομολογία ως μετριαστικός παράγων και αυτό πρέπει να είναι στη γνώση των κατηγορουμένων προσώπων.» Βέβαια η ύπαρξη πλάνων κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης της πορείας των δραστών από τα οποία αποκαλύφθηκε η ταυτότητα των δραστών σε συνδυασμό με την αναγνωριστική παράταξη που έγινε όπου αναγνωρίστηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στένευαν τα περιθώρια διαφορετικής αντίδρασης από μέρους τους. Ακόμη αναγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 στη θεληματική κατάθεση του δεν περιορίστηκε στο δικό του ρόλο αλλά κατονόμασε ως εμπλεκόμενους στην υπόθεση τους κατηγορουμένους 2 και 3, θέτοντας παράλληλα τον εαυτό του στη διάθεση της κατηγορούσας αρχής να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας στην ποινική υπόθεση οδηγό. Μάλιστα βοήθησε την αστυνομία στη σύλληψη του κατηγορουμένου 2. Επίσης στα πλαίσια της συνεργασίας του με την αστυνομία ο κατηγορούμενος 1 από μόνος του αποκάλυψε στις ανακριτικές αρχές την εμπλοκή του στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 16275/20 του Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία είχε καταχωρηθεί ως ανεξιχνίαστη. Αυτά όλα είναι στοιχεία που λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας προς όφελος του κατηγορουμένου 1. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 προέβηκαν σε παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου την οποία θεωρούμε άμεση (Gorko κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463). Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28, Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458) και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014, απόφαση ημερ. 15.06.15). Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση 2317/12 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού (με διαφορετική σύνθεση) Δημοκρατία ν. Π.Ζ., απόφαση ημερομηνίας 26.03.12, «Όπως επανειλημμένα έχουμε πει η παραδοχή είναι η πρώτη απτή απόδειξη για το Δικαστήριο ότι ένας κατηγορούμενος έχει συνειδητοποιήσει το σφάλμα του και ζητά συγχώρεση από το κοινωνικό σύνολο». Το ίδιο σκεπτικό διατυπώθηκε στις μεταγενέστερες υποθέσεις Ανδρέου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015 ημερ. 11.07.16 και Τράντα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 8/2016 ημερ. 14.11.16. Η συνεργασία που επέδειξαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 με την αστυνομία, όπως αυτή εξηγήθηκε προηγουμένως, σε συνάρτηση με την μετέπειτα δήλωση παραδοχής τους ενώπιον του Δικαστηρίου στα αδικήματα που διέπραξαν καταδεικνύουν έμπρακτη μεταμέλεια από μέρους τους, η οποία λαμβάνεται υπόψη. Την ίδια στιγμή είναι εις γνώση μας ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν συνεργάστηκε με την αστυνομία όταν συνελήφθηκε. Αυτό βεβαίως δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα. Αν όμως συνεργαζόταν θα είχε ένα πρόσθετο ελαφρυντικό στοιχείο. Ωστόσο ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος 3 δήλωσε παραδοχή στο αδίκημα που διέπραξε, την οποίαν θεωρούμε άμεση. Επίσης λαμβάνουμε υπόψη την απολογία του κατηγορουμένου 3, όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιον μας από τον συνήγορο του. Εκλαμβάνουμε αυτά ως έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους του, η οποία μέσω της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296). Καθίσταται από τώρα σαφές, πως χωρίς την παραδοχή των κατηγορουμένων και την έμπρακτη μεταμέλεια που αυτοί επέδειξαν τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν ακόμη πιο στενά. Παράλληλα ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 3 με ότι αυτό συνεπάγεται. Επιπλέον δεχόμαστε όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που καταγράφονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και συμπληρωματικά έχουν αναφερθεί από τους συνηγόρους υπεράσπισης στις αγορεύσεις τους, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Είναι βεβαίως καλά γνωστό πως όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας. Εκεί δηλαδή που έχουν διαπραχτεί σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης, όπως στην παρούσα περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες των παραβατών διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής έτσι ώστε να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της που σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι δεδομένος (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (πιο πάνω), Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Ωστόσο το καθήκον του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου έχουν διαπραχτεί σοβαρά αδικήματα (βλ. Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575) και οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές (βλ. Χρυσοστόμου "Κανάρη" ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ.18). Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.132). Είναι με αυτό το σκεπτικό που προσεγγίζουμε τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες των κατηγορουμένων οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για τα αδικήματα της φύσεως που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ... 217). Στην Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, το Εφετείο επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Στην Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο εφεσείων, 48 ετών τότε, αντιμετώπιζε το αδίκημα της εκ προθέσεως πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα. Η θυγατέρα του εφεσείοντα και ο υιός του πρώτου εξαδέλφου της συζύγου του, ο παραπονούμενος, συνήψαν ερωτικό δεσμό και σκόπευαν να παντρευτούν. Στα σχέδια τους αντέδρασαν οι οικογένειες τους. Σε συνάντηση που είχε ο παραπονούμενος με τον εφεσείοντα, του ανέφερε ότι θα παντρευτεί την κόρη του, όποιες και αν ήταν οι αντιδράσεις, θέση με την οποία συμφώνησε και η θυγατέρα του. Τότε ο εφεσείων την χαστούκισε και ακολούθως ο παραπονούμενος τον κτύπησε. Έπεσαν στο έδαφος και αλληλοκτυπιούνταν. Σ' αυτή τη φάση ο εφεσείων ανέσυρε σουγιά και τον κτύπησε δύο φορές στο λαιμό και στον αριστερό μηρό. Το θύμα μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης του νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκε κάκωση νωτιαίου μυελού στο ύψος της βλάβης του αυχένα, εξ ου και η τετραπληγία την οποία παρουσίασε. Το Κακουργιοδικείο, μεταξύ άλλων παραγόντων, έλαβε υπόψη του την άμεση παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, το γεγονός ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός ή μελέτη του εγκλήματος, το ότι όλα έγιναν κάτω από συναισθηματική φόρτιση και την πρόκληση που δέχθηκε ο εφεσείων. Επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης έξι ετών. Η πιο πάνω ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην Urgur, (ανωτέρω), επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 2½ ετών για το αδίκημα της τέλεσης πράξεων που στοχεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα και 2 ετών για δύο κατηγορίες που αφορούσαν στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Ο εφεσείων σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις μέσα σε λίγες μέρες επιτέθηκε στο θύμα προκαλώντας του στην πρώτη περίπτωση κάταγμα κάτω γνάθου αριστερά, κάταγμα ζυγωματικού αριστερά, καθώς και εκχυμώσεις σε διάφορα μέρη του σώματος του και στην δεύτερη περίπτωση προκαλώντας του θλαστικό τραύμα στον τράχηλο δεξιά, τραυματισμό γλώσσας, αποκόλληση δοντιών, οίδημα και εκχυμώσεις τραχήλου, οίδημα αριστερού αυτιού, αιμάτωμα στη βάση της γλώσσας, στοματικές κακώσεις και επιπλοκή στα κατάγματα που είχε υποστεί κατά το προηγούμενο επεισόδιο. Μάλιστα οι ποινές χαρακτηρίστηκαν από το Εφετείο ως επιεικείς αφού θα μπορούσαν να ήταν αυστηρότερες. Στη Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 241 ο εφεσείων ηλικίας 73 χρονών, μάζευε χαρούπια από χωράφι το οποίο δεν του ανήκε και το οποίο βρισκόταν υπό τη μίσθωση του παραπονούμενου. Διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των δύο αντρών κατά τη διάρκεια της οποίας ο εφεσείων χτύπησε τον παραπονούμενο με σιδερένια σωλήνα που βρισκόταν στο έδαφος προκαλώντας του θλαστικά τραύματα στο πρόσωπο και κάτω από αυτά ρωγμώδη κατάγματα του κρανίου. Τα προκληθέντα τραύματα συνιστούσαν βαριά σωματική βλάβη αλλά δεν αποτελούσαν κίνδυνο για τη ζωή του θύματος. Ποινή φυλάκισης 4 χρόνων μειώθηκε από το Εφετείο σε 3 χρόνια. Το Εφετείο έχοντας υπόψη του τον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το γεγονός του θανάτου, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο θάνατος να επέδρασε στον καθορισμό του ύψους της ποινής παρά την ορθή αυτοκαθοδήγηση ότι αποτελούσε εξωγενές στοιχείο. Στην Χρίστου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 58/2015 ημερ. 31.01.18 διαπράχτηκαν αδικήματα με σοβαρότερα αυτά της συνομωσίας προς διάπραξη ληστείας και της ληστείας. Χρηματικό ποσό ύψους €25.000 είχε κλαπεί υπό την απειλή και χρήση βίας με τυφέκιο. Υπήρξε οργάνωση, προπαρασκευή και εκτέλεση σχεδίου, στο οποίο περιλαμβάνονταν παρακολουθήσεις χώρων, κινήσεων, δρομολογίων, εντοπισμός του κατάλληλου σημείου ανακοπής του οχήματος που μετέφερε τα χρήματα, κλοπές οχημάτων και πινακίδων, καταρτισμός σχεδίου διαφυγής, εξασφάλιση διαφόρων τηλεφωνικών αριθμών που θα χρησιμοποιούνταν άλλοι μέχρι τη ληστεία και άλλοι μετά την υλοποίηση του πιο πάνω σχεδίου. Ένας από τους τρεις κατηγορουμένους, ο οποίος αντιμετώπιζε κατηγορία συνεργού ληστείας με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.154, βασικά εκτελούσε χρέη συντονιστή. Παρακολούθησε και συγκέντρωσε πληροφορίες την προηγούμενη και την ημέρα της ληστείας, τις οποίες διαβίβασε στους υπόλοιπους δύο δράστες. Μετά από ακρόαση κρίθηκαν όλοι ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Στους δύο κατηγορουμένους που εκτέλεσαν το σχέδιο της ληστείας επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών σε έκαστο από αυτούς, ενώ στον τρίτο δράστη που συντόνιζε επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4,5 ετών, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Στην Asem Ali Ahmed Faraq v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 20/2014 ημερ. 26.06.15 ο εφεσείοντας ήταν ένας από τους τρεις δράστες, ο οποίος μετά από ακρόαση κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη των αδικημάτων της συνομωσίας προς διάπραξη ληστείας και της ληστείας σε οικία. Η επιχείρηση ληστείας στόχευε στην κλοπή κοσμημάτων και χρημάτων από χρηματοκιβώτιο οικίας. Υπήρξε προσχεδιασμός και εκτέλεση του σχεδίου που εκπονήθηκε. Οι τρεις δράστες με καλυμμένα πρόσωπα εισήλθαν οπλισμένοι με μαχαίρια απείλησαν και επιτέθηκαν στα θύματα που αντιστάθηκαν, τα οποία και τραυμάτισαν. Ένα από τα θύματα αιμορραγούσε. Προηγουμένως υποχρέωσαν ένα από τα θύματα να γονατίσει στο έδαφος και τοποθέτησαν μαχαίρι κοντά στο μάτι του. Άλλο θύμα κρατούσαν το στόμα και τη μύτη του και ταυτόχρονα είχαν μαχαίρι στο λαιμό του. Τρίτο θύμα που είχε κτυπηθεί ζαλίστηκε. Τελικά οι δράστες κατάφεραν να διαφύγουν από διαφορετικές κατευθύνσεις αποσπώντας χρήματα ύψους €800. Στον εφεσείοντα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Talal Faeg Mahmoud Abed v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128 ο εφεσείοντας έστησε καρτέρι με το συνεργό του στον παραπονούμενο, ο οποίος μετέβαινε με τη φίλη του σε διαμέρισμα πολυκατοικίας και αφού τον κτύπησαν επανειλημμένως με ρόπαλο προκαλώντας του σοβαρά τραύματα στο κεφάλι, χείλη και στον αριστερό ώμο, απέσπασαν χαρτοφύλακα που περιείχε σεβαστό χρηματικό ποσό. Οι δράστες ενέργησαν προσχεδιασμένα και οικειοποιήθηκαν χρήματα ύψους Λ.Κ.£6.000, ποσό το οποίο δεν επιστράφηκε στον παραπονούμενο. Αφού λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα και η δήλωση του θύματος ότι δεν είχε παράπονο, του επιβλήθηκε, κατόπιν ακρόασης ποινή φυλάκισης 9 ετών, η οποία επικυρώθηκε στο Εφετείο, το οποίο επικρότησε την επιβολή αυστηρής ποινής. Την ίδια στιγμή θεωρούμε χρήσιμο να αναφέρουμε τις πιο κάτω αναφορές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τις οποίες καταγράφουμε αυτούσιες: «Τα δικαστήρια μας, εκδηλώνοντας την έντονη αγωνία του κοινού, αντιμετωπίζουν, και δικαιολογημένα, με αυστηρότητα την παρανομία. Οι κάτοικοι της χώρας μας θυμούνται τους καιρούς που ένιωθαν, και ζούσαν την ασφάλεια. Την άνεση π.χ. να αφήνουν ανοιχτές τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους, ξεκλείδωτα τα αυτοκίνητα τους, εκτεθειμένη την περιουσία τους και κυρίως να διακινούνται χωρίς να αισθάνονται οποιοδήποτε κίνδυνο από ελλοχεύοντες εγκληματίες. Η διαπίστωση της πραγματικής, και άκρως ανησυχητικής κατάστασης, που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας είναι επαρκής λόγος για να δράσουν τα δικαστήρια προς την κατεύθυνση της πάταξης της παρανομίας. Μέχρις ότου οι ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και εγκληματολόγοι προσφέρουν τις μακροπρόθεσμες δικές τους υπηρεσίες στην καλυτέρευση της κοινωνίας, τα δικαστήρια δεν έχουν άλλη επιλογή, αντίθετα είναι καθήκον τους, να διασφαλίσουν τη νομιμότητα. Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχτηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας, ενίοτε σκληρής και άγριας, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες, όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις, με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί. Η νομολογία μας δίδει το μέτρο εξισορρόπησης των διαφόρων παραγόντων, που προσμετρούν στην επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις ένοπλης ληστείας, έγκλημα για το οποίο, όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 283, προβλέπεται ως μέγιστη ποινή η φυλάκιση δια βίου. Και εδώ ο εφεσείων αντιμετώπιζε αυτή την κατηγορία, γιατί διέπραξε τη ληστεία μαζί με συνεργό και χρησιμοποίησε ρόπαλο για να ακινητοποιήσει το θύμα.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Κακουργιοδικείο) Στην Ερωτοκρίτου και άλλου v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 149/2012 και 150/2012 ημερ. 25.06.14 η εφεσείουσα εισήλθε σε αρτοποιείο και αφού κατευθύνθηκε στο ταμείο ανέσυρε μαχαίρι, το οποίο έβαλε στο λαιμό της υπαλλήλου απαιτώντας τα χρήματα του ταμείου. Όταν απέσπασε το ποσό των €120, η δράστης έφυγε. Η εφεσείουσα συνελήφθηκε και ενέπλεξε τον εφεσείοντα στο περιστατικό, ο οποίος παραδέχτηκε και άλλη ληστεία με την εφεσείουσα, στην οποίαν αφού χρησιμοποιήθηκε βία σε άλλο θύμα, απέσπασαν χρηματικό ποσό ύψους €10.527 και έπειτα τράπηκαν σε φυγή. Στο μεταξύ διέπραξαν διαρρήξεις κατοικιών και άλλων υποστατικών από τα οποία έκλεψαν μετρητά, χρυσαφικά, κοσμήματα και άλλα αντικείμενα συνολικής αξίας €21.755. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη άλλες τέσσερις υποθέσεις με ομοειδή αδικήματα. Σε έκαστο από τους εφεσείοντες, κατόπιν παραδοχής και αφού λήφθηκαν υπόψη θλιβερές προσωπικές περιστάσεις τους και οι σοβαρές περιστάσεις διάπραξης για τις οποίες προέβαλλε έντονα το στοιχείο της αποτροπής, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών για το αδίκημα της ληστείας και 3 χρόνια σε κάθε μία από τις υπόλοιπες κατηγορίες, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Sefik Yusuf v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 46/2014 ημερ. 18.02.16 ο κατηγορούμενος, μετά από ακρόαση, κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της ληστείας, της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Ο εφεσείοντας, λευκού ποινικού μητρώο, νυμφευμένος και πατέρας δύο παιδιών από προηγούμενο γάμο, ενέργησε προσχεδιασμένα με άλλο άτομο χρησιμοποιώντας βία εναντίον του θύματος που ήταν ηλικίας 73 ετών από το οποίο έκλεψε περιουσία αξίας €3.000. Το πρωτόδικο δικαστήριο του επέβαλε για το αδίκημα της ληστείας ποινή φυλάκισης 8 ετών, η οποία επικυρώθηκε στο Εφετείο. Στην Rachoo v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 88/2014 ημερ. 22.09.14 ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου χαρακτηρίστηκε ως επιεικής. Επίσης στην ίδια υπόθεση επικυρώθηκε από το Εφετείο ποινή φυλάκισης 5 μηνών στο ίδιο άτομο που διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Στην Mohamed v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 225/2013 ημερ. 28.01.14 ποινή φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου χαρακτηρίστηκε ως επιεικής. Στην Khaknegad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 192 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκαν σε άτομο λευκού ποινικού μητρώου που κρίθηκε ένοχο μετά από άμεση παραδοχή ότι διέπραξε τα αδικήματα της πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου θεωρήθηκαν ορθές από το Εφετείο. Στην Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκαν σε άτομο που κρίθηκε ένοχο μετά από παραδοχή ότι διέπραξε τα αδικήματα της πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην Ματούρ και άλλοι v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε έκαστο από τους τρεις εφεσείοντες λευκού ποινικού μητρώου, συνεργασία με την αστυνομία και με οικονομικές δυσκολίες που διέπραξαν τα αδικήματα της πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46 ποινή φυλάκισης 4 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που κρίθηκε ένοχο μετά από παραδοχή ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 ποινή φυλάκισης 5 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που κρίθηκε ένοχο ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Δημοκρατία v. Jelusic Ποινική Υπόθεση Αρ. 10154/18 ημερ. 09.07.19 το Κακουργιοδικείο Λεμεσού επέβαλε στον κατηγορούμενο, λευκού ποινικού μητρώου που παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος της συνομωσίας προς διάπραξη ληστείας ποινή φυλάκισης 3 ετών. Η ληστεία διαπράχτηκε σε χρυσοχοείο από τρεις άνδρες που εισήλθαν στο υποστατικό με καλυμμένα πρόσωπα με τη χρήση ομοιωμάτων όπλων και με ένα αιχμηρό όργανο που χρησιμοποιήθηκε για την παραβίαση τεσσάρων βιτρινών από το οποίες κλαπήκαν χρυσαφικά συνολικής αξίας €212.936,
  1. Η κλοπιμαία περιουσία δεν ανευρέθηκε και οι παραπονούμενοι δεν αποζημιώθηκαν. Στην Δημοκρατία v. Τζιωνής κ.α. Ποινική Υπόθεση Αρ. 786/2018 ημερ. 21.02.19 το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 ετών στην κατηγορούμενη 2 που παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος της συνομωσίας προς διάπραξη ληστείας όπου ασκήθηκε σοβαρή μορφής και βαθμού βίαιη συμπεριφορά από τους φυσικούς αυτουργούς, η οποία είχε ως αποτέλεσμα και τραγική κατάληξη τη δολοφονία των δύο θυμάτων της ληστείας. Στην προκειμένη περίπτωση (κυρίως υπόθεση), όπως έχει ήδη λεχθεί, οι κατηγορούμενοι διέπραξαν σοβαρά αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση. Οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, επαναλαμβάνουμε για άλλη μια φορά, είναι άκρως επιβαρυντικές για τους κατηγορούμενους, ιδιαίτερα για τους κατηγορουμένους 1 και
  2. Το ποσό που κλάπηκε είναι μεγάλο. Επιπλέον, σε ότι αφορά τους κατηγορουμένους 1 και 2, η παραπονούμενη κτυπήθηκε επανειλημμένως βίαια και βάναυσα με τη ζωή της να διατρέχει κίνδυνο. Σε τέτοια περίπτωση, ως ελέχθη, «οι συνθήκες και οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης έχουν σημασία για το μέγεθος της ποινής» (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463, 469). Γνωρίζουμε ότι ο προσδιορισμός της ποινής και η επιμέτρηση του ύψους της, είναι έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αστυν. Λ/σού ν. Toorac Fashion
(1993)2 A.A.Δ. 117: «Τα Δικαστήρια, που είναι οι φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, έχουν ευθύνη έναντι της κοινωνίας να πατάξουν το έγκλημα. Τούτο επιτυγχάνεται με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Αποτρεπτικές ποινές μπορούν και πρέπει να επιβάλλονται όπου η φύση του αδικήματος το απαιτεί, ή όπου η παρανομία του είδους της εκδικαζόμενης υπόθεσης αυξάνεται σε έκταση. Οι προσωπικές συνθήκες, σε τέτοιες περιπτώσεις, έχουν μόνο περιθωριακή βαρύτητα. Η ποινή δεν πρέπει να είναι μικρή, γιατί αυτό αποτελεί ενθάρρυνση στην παρανομία. Η συμπεριφορά κατηγορουμένου απέναντι του νόμου, γενικά, και η όλη συμπεριφορά του μετά τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, ειδικά, είναι παράγοντας που επηρεάζει το είδος και το ύψος της ποινής. Η συμπεριφορά των εφεσιβλήτων στην παρούσα υπόθεση συνιστά γενική περιφρόνηση του νόμου. Η ποινή πρέπει να εκφράζει τη δημόσια απαρέσκεια για το εκδικαζόμενο αδίκημα από την οργανωμένη κοινωνία, που εκφραστικό της όργανο είναι το Δικαστήριο.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή για όλους τους κατηγορουμένους είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Αναμφίβολα προκύπτει ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από εγκληματικές συμπεριφορές, όπως αυτή των κατηγορουμένων. Οι προσωπικές - οικογενειακές - οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, η παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, η μεταμέλεια τους όπως αυτή εκφράστηκε με την παραδοχή τους, καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μας από τους ευπαίδευτους συνηγόρους υπεράσπισης και τα οποία έχουμε θέσει ενώπιον μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης. Ένα θέμα που μας έχει προβληματίσει είναι κατά πόσο θα πρέπει να υπάρξει ή όχι διαφοροποίηση στο ύψος των ποινών που θα επιβληθούν στους κατηγορουμένους 1 και 2 αναφορικά με τα κοινά τους αδικήματα της ληστείας, απαγωγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του και σε πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. (κατηγορίες 2, 4 και 6). Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι το ποινικό τους μητρώο καθώς και οι υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη είναι του ιδίου βαθμού. Οι δε προσωπικές-οικογενειακές-οικονομικές τους συνθήκες είναι επίσης περίπου οι ίδιες. Σε ότι αφορά το ρόλο τους στη διάπραξη των κοινών τους αδικημάτων, έχει λεχθεί ότι είναι ο ίδιος. Αμφότεροι προέβηκαν σε θεληματικές καταθέσεις εξηγώντας το ρόλο τους και παρέχοντας λεπτομέρειες της δράσης τους αλλά και υποδείξεις σκηνών στην αστυνομία. Ακολούθως δήλωσαν αμέσως παραδοχή στο Δικαστήριο. Από την άλλη δεν μας διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος 1 εντοπίστηκε και συνελήφθηκε επειδή βρέθηκε γενετικό του υλικό σε τεκμήριο της σκηνής. Την ίδια στιγμή όμως ο εντοπισμός και η σύλληψη των υπολοίπων κατηγορουμένων οφείλεται στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 τους είχε κατονομάσει στην αστυνομία περιγράφοντας το βαθμό εμπλοκής τους στην υπόθεση. Μάλιστα συμμετείχε στη σύλληψη του κατηγορουμένου 2 διευθετώντας μεταξύ τους συνάντηση. Παράλληλα δήλωσε πρόθυμος και έτοιμος να καταθέσει εναντίον των συγκατηγορουμένων του ως μάρτυρας κατηγορίας. Είναι άνευ σημασίας το ότι τελικά αυτό δεν χρειάστηκε ένεκα της παραδοχής των κατηγορουμένων 2 και
  1. Επίσης δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν αυτός που από μόνος του ενημέρωσε την αστυνομία ότι εμπλέκεται στην ποινική υπόθεση η οποία λαμβάνεται υπόψη. Εξαιτίας του η εν λόγω υπόθεση οδηγήθηκε στην πλήρη διαλεύκανση της που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρείτο από την αστυνομία ανεξιχνίαστη. Στη βάση αυτών των δεδομένων βρίσκουμε ότι η συνεργασία του κατηγορουμένου 1 με την αστυνομία έχει μεγαλύτερη έκταση και καταλυτικότερης σημασίας για την έκβαση της εξιχνίασης της, όπως και για την άλλη πιο πάνω ανεξιχνίαστη υπόθεση καθώς επίσης κατ' επέκταση μεγαλύτερη είναι η έμπρακτη μεταμέλεια που αυτός επέδειξε. Έχοντας αυτά υπόψη μας, κρίνουμε ότι σε σχέση με τα προαναφερόμενα αδικήματα θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 1 μικρότερη ποινή από ότι στον κατηγορούμενο
  2. Ένα άλλο ζήτημα που μας έχει απασχολήσει είναι εάν θα πρέπει να υπάρξει διαφοροποίηση στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί ανάμεσα στον κατηγορούμενο 3 και στους κατηγορουμένους 1 και 2 αναφορικά με τη συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 12). Ο κατηγορούμενος 3 ήταν αυτός που εντόπισε και ουσιαστικά στρατολόγησε τους κατηγορουμένους 1 και
  3. Επίσης ήταν αυτός που με επιμέλεια εκπόνησε το σχέδιο διάρρηξης στη βάση λεπτομερειών που φρόντισε να εξασφαλίσει αλλά και το άτομο που συντόνισε άρτια επιχείρηση διάρρηξης ως προς τον τρόπο, χρόνο, τόπο και αντικείμενο δράσης. Ωστόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν αυτοί που ανέλαβαν από κοινού να εφαρμόσουν το σχέδιο του κατηγορουμένου 3 συμμετέχοντας μαζί σε προπαρασκευαστικές πράξεις. Σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 3 που διαθέτει λευκό ποινικό μητρώο και αντιμετωπίζει μόνο την παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και συνδέονται με άλλη υπόθεση. Συνεκτιμώντας όλα αυτά τα δεδομένα, κρίνουμε ότι η ποινή που πρέπει να επιβληθεί στους κατηγορουμένους σχετικά με την κατηγορία 12 θα πρέπει να είναι η ίδια. Παραμένοντας στον κατηγορούμενο 2 διαπιστώνουμε ότι τα αδικήματα των κατηγοριών 9, 10 και 11 μπορεί να είναι διαφορετικής φύσεως αλλά διαπράχτηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης οδηγού. Συνεπώς θεωρούμε ότι εντάσσονται στα πλαίσια του ιδίου επεισοδίου από το οποίο πηγάζουν τα υπόλοιπα αδικήματα που επίσης διέπραξε. Στη βάση αυτών των δεδομένων αποφασίσαμε ότι οι ποινές που θα επιβάλουμε στα αδικήματα των εν λόγω κατηγοριών θα συντρέχουν με τις ποινές που θα επιβάλουμε στα αδικήματα των άλλων κατηγοριών που έχει κριθεί ένοχος. Επιστρέφοντας στον κατηγορούμενο 1 αποφασίσαμε, στη βάση των δεδομένων που έχουμε, να μην ενεργοποιήσουμε την ποινή φυλάκισης που είχε ανασταλεί στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. XXXXX/16 του Ε.Δ. Πάφου. Ο εν λόγω κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρά αδικήματα και αντιμετωπίζει αυστηρές ποινές. Μπροστά στην ανασταλείσα ποινή φυλάκισης των εφτά μηνών, στο τέλος της περιόδου της οποίας αναστολής διαπράχτηκαν τα αδικήματα της υπόθεσης οδηγού, για τα οποία καλούμαστε να επιβάλουμε ποινές, κρίνουμε ότι δεν εξυπηρετεί η ενεργοποίηση της ποινής που έχει ανασταλεί. Επανερχόμενοι στον κατηγορούμενο 2 είναι εις γνώση μας ότι για τα αδικήματα που διέπραξε στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. XXXXX/17 η ποινή φυλάκισης των τεσσάρων ετών που του είχε επιβληθεί από το Ε.Δ. Πάφου αναστάληκε επειδή του απονεμήθηκε προεδρική χάρη. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, η χορήγηση προεδρικής χάρης αφορούσε 660 ημέρες υπό τους όρους που περιέχονται στο ένταλμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, το περιεχόμενο του οποίου τέθηκε ενώπιον μας. Εφόσον το περιεχόμενο του εν λόγω διατάγματος έχει παραβιαστεί ο κατηγορούμενος 2 θα κληθεί να εκτίσει το χρονικό διάστημα της ποινής φυλάκισης που αφορά η προεδρική χάρη, η οποία θα ενεργοποιηθεί αυτόματα και διαδοχικά με την ποινή φυλάκισης που θα του επιβληθεί για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής έχουμε λάβει υπόψη μας το ύψος της ανασταλείσας με την προεδρική χάρη ποινής φυλάκισης η οποία θα ενεργοποιηθεί και θα εκτελεστεί διαδοχικά, προκειμένου να βεβαιωθούμε ότι το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν θα είναι υπερβολικό για τον κατηγορούμενο
  4. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Ηρακλέους v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 327 και Σωτηριάδου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356, στις οποίες και παραπέμπουμε. Όπως στην περίπτωση του κατηγορουμένου 1, έτσι και εδώ θα έχουμε εις γνώση μας πως η συνολική ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2 δεν θα πρέπει να είναι υπερβολική ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας (the proportionality and totality principle). Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου. Καταληκτικά, κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στους κατηγορουμένους 1, 2 και 3: Στην κατηγορία 2 στον κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 7 ετών και στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην κατηγορία 4 δεν επιβάλλουμε ποινή στους κατηγορουμένους 1 και 2 αφού τα γεγονότα αυτής ουσιαστικά εμπεριέχονται στην κατηγορία 2 στην οποία έχουμε ήδη επιβάλει ποινή (Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). Στην κατηγορία 6 στον κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 7 ετών και στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην κατηγορία 12 σε έκαστο από τους κατηγορουμένους 1, 2 και 3 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Οι ποινές στις κατηγορίες 2, 4, 6 και 12 συντρέχουν για τους κατηγορουμένους 1 και
  1. Στην κατηγορία 9 στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην κατηγορία 10 στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην κατηγορία 11 στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Οι ποινές στις κατηγορίες 9, 10 και 11 συντρέχουν μεταξύ τους και θα είναι συντρέχουσες των ποινών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 2 στις κατηγορίες 2, 4, 6 και
  2. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μας στην κατηγορία 12 θα εξετάσουμε εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 3 θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  3. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του συνηγόρου του. Έχοντας εκτιμήσει τις επιβαρυντικές περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση και αφορούν το σοβαρής φύσεως αδίκημα που ο κατηγορούμενος 3 διέπραξε, σε συνάρτηση με τις προσωπικές-οικονομικές-οικογενειακές συνθήκες του καθώς επίσης και όλους τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της αναστολής της ποινής που του επιβλήθηκε (Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 και Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας)). Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι τελούν υπό κράτηση και δη ο κατηγορούμενος 1 από την 01.07.20 και αμφότεροι κατηγορούμενοι 2 και 3 από τις 02.07.20. Τα κινητά τηλέφωνα να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους, το δε δερμάτινο πορτοφόλι χρώματος μαύρου να επιστραφεί στον κατηγορούμενο 2 ενώ τα υπόλοιπα τεκμήρια να καταστραφούν. Στην επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου 1 στην παρούσα υπόθεση, λήφθηκε υπόψη η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 16275/20 του Ε.Δ. Λεμεσού. Στη δε επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου 2 στην παρούσα υπόθεση, λήφθηκε υπόψη η υπόθεση με αριθμό ποινικού φακέλου Σ/05/2020 του ΤΑΕ Λευκωσίας. (Υπ.) ............... Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.