← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Chalil κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13725/20, 15/1/2021

Δημοκρατία ν. Chalil κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13725/20, 15/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:2 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13725/20 Δημοκρατία ν.

  1. XXX Chalil
  2. XXX Mohammed Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - 15.01.2021 Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Καραολίδου Για κατηγορούμενο 1: κ. Κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενος 1 παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1) Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού σοβαρές κατηγορίες οι οποίες αφορούν συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.154 και αρπαγής ή απαγωγής προσώπου με σκοπό να φονευθεί εκ προμελέτης κατά παράβαση των άρθρων 249 και 20 του Κεφ.
  3. Σ' αμφότερες τις κατηγορίες οι κατηγορούμενοι απάντησαν μη παραδοχή, ως ήταν δικαίωμα τους. Ένεκα αυτής της εξέλιξης η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 07.04.21 και 08.04.
  4. Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε αρχικά ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού την ποινική υπόθεση υπ' αρ. 3714/20 που είχε παραπεμφθεί στις 18.03.20 και για την οποίαν τέθηκε υπό κράτηση. Στη συνέχεια που εντοπίστηκε και συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος καταζητείτο, η υπόθεση εκείνη αναστάληκε στις 16.09.20 και την ίδια ημέρα αμφότεροι πλέον παραπέμφθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού όπου αντιμετωπίζουν την παρούσα υπόθεση και τελούν υπό κράτηση. Ακολούθως του καθορισμού ημερομηνίας εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως οι κατηγορούμενοι συνεχίσουν να τελούν υπό κράτηση. Σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 2 που συγκατατέθηκε, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής προσέκρουσε στην ένσταση του κατηγορουμένου
  5. Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται στον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορουμένου 1 στη δίκη και στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων από μέρους του. Προς υποστήριξη του πρώτου λόγου τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς αιτήματος κράτησης του κατηγορουμένου 1 στο στάδιο παραπομπής του στο Κακουργιοδικείο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Συμπληρωματικά του υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού παρουσιάστηκαν καταθέσεις δύο προσώπων ημερ. 28.10.20 (αμφότερες) που είχαν ληφθεί μεταγενέστερα της ημερομηνίας που η υπόθεση αυτή τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μας. Είναι η θέση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού σε συνδυασμό με την ανυπαρξία δεσμών του εν λόγω κατηγορουμένου με την Κυπριακή Δημοκρατία, δικαιολογούν το αίτημα κράτησης. Σε ότι αφορά το λόγο που στηρίζεται στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, η κυρία Καραολίδου ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη. Συγκεκριμένα ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 1396/12 σε αδικήματα κατοχής ναρκωτικών ουσιών τάξεως 'Β' με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα όπου στις 23.11.13 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης επτά

(7)ετών από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας, καταδίκη για την οποίαν αποφυλακίστηκε στις 23.03.17. Για περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με το ζήτημα της προηγούμενης η κυρία Καραολίδου παρέπεμψε στην απόφαση του Κακουργιοδικείου Λεμεσού ημερ. 19.05.20 που πραγματεύτηκε αίτημα κράτησης του ιδίου κατηγορουμένου στην αρχική υπόθεση, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής αυτό είναι γεγονός που δείχνει ροπή του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1 ευσεβάστως υπέβαλε ότι η μαρτυρία επί της οποίας εδράζεται ο λόγος κράτησης του πελάτη του στον κίνδυνο φυγοδικίας, είναι αδύνατη. Ακολούθως ο εν λόγω συνήγορος αναφέρθηκε σε δεσμούς που ο κατηγορούμενος έχει με την Κυπριακή Δημοκρατία δίδοντας λεπτομέρειες για το ζήτημα αυτό. Είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία που υπάρχει είναι τέτοια που δεν δημιουργεί προσδοκίες για καταδίκη του πελάτη του και σε συνδυασμό με τους δεσμούς που αυτός έχει με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν καθίσταται επιβεβλημένη η κράτηση του πελάτη του. Όπως υπέδειξε, η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη του εξασφαλίζεται με την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών όρων που εισηγήθηκε στο Δικαστήριο. Σε σχέση με το δεύτερο λόγο που ζητείται η κράτηση του κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης συμφώνησε με όλες τις λεπτομέρειες που αναφέρθηκαν για την προηγούμενη καταδίκη του πελάτη του. Αναφέρουμε από τώρα πως έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, τη Νομολογία στην οποία μας παρέπεμψαν και θα σταθούμε σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Έχουμε μελετήσει, για σκοπούς του παρόντος αιτήματος, και το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας. Ως γνωστό, το ενδεχόμενο κράτησης συναρτάται με οποιονδήποτε από τους τρεις πιο κάτω παράγοντες: (α) την πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη (β) την πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος (γ) τη δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Όπως λέχθηκε στη Σιακαλλή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 σελίδες 133, 134: «Η πιθανότητα μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη είναι ο βασικός παράγοντας που εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης τους. Κατά τη στάθμιση του παράγοντα αυτού λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα καταδίκης του στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων και το ύψος της ποινής που προβλέπεται. Όμως ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν αποτελεί και το μοναδικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Άλλοι παράγοντες είναι η πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος, καθώς και η δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν όλοι οι παράγοντες, αλλά ένας ή περισσότεροι από αυτούς μπορεί να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)CLR 50, Michael Apostolou Tsouka v. The Police
(1962)CLR 261). Κάθε παράγοντας θα πρέπει να εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης. Ακριβώς στην υπόθεση Κλεάνθης Γεωργίου Βασιλείου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 6248, ημερ. 10.1.1997 τονίστηκε ότι η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης των αδικημάτων για τα οποία κάποιος κατηγορείται, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη νομολογία.» Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει ένα αίτημα όπως αυτό της Κατηγορούσας Αρχής, είναι σημαντικό να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος εκτός εάν καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι, προσέγγιση που είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφ' όσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας ενός προσώπου. Ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Ανάγκη περιορισμού του πολίτη πρέπει να διαπιστώνεται δικαστικά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και να επιβάλλεται από τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης (Ανδρέας Καραγιώργης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στην πρόγνωση για το ενδεχόμενο μη προσέλευσης και υπαγωγής του κατηγορουμένου στη δικαιοσύνη (Χριστοδούλου κ.α. v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, Γιωργαλλίδης v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 526). Στη Θεοδωρίδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 τονίστηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη. Το ίδιο και στην Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 A.A.Δ. 450, όπου λέχθηκε ότι: «Είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης.» Ομοίως στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 149 όπου το Εφετείο επισήμανε ότι όσο πιο μεγάλη είναι η σοβαρότητα του αδικήματος και όσο πιο αυστηρή μπορεί να είναι η ποινή τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος μη προσέλευσης ενός κατηγορουμένου στη δίκη. Ωστόσο έχει πλειστάκις τονιστεί από τη νομολογία ότι ο παράγων αυτός δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε να επενεργήσει από μόνος του και αυτομάτως στην κρίση του Δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορουμένου. Παράλληλα με την εξέταση της πιθανότητας - κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, λαμβάνονται υπ' όψη παράγοντες, στοιχεία και δεδομένα που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία καθώς και γενικότερα θέματα υγείας ((βλ. Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968), Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45, Ψύλλας v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 444). Στην υπόθεση Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, υποδεικνύεται ότι «. σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησομένη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων.» Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Σιδερένος κ.α.,
(2008)2 Α.Α.Δ. 319, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Εκείνο που εξετάζεται είναι η πιθανότητα να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Ταυτόχρονα σταθμίζεται και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεχτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Οι προσωπικές συνθήκες και οι δεσμοί του παραβάτη με την Κύπρο δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ' επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (Σάββα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 176/2017 ημερ. 20.09.17, Μαρκίδη και άλλος v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 50/2017 ημερ. 22.03.17, Φλεριανού v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 13/16 ημερ. 03.03.16 και Πολυδώρου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 114/16 ημερ. 07.07.16). Όπως ακόμη τονίστηκε στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 οι επιπτώσεις κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης. Παράλληλα λαμβάνεται υπ' όψη και ο χρόνος κράτησης υποδίκου, ο οποίος από μόνος του δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα αλλά θα πρέπει να αντιμετωπίζεται στο σύνολο του και ανάλογα να σταθμίζεται ως στοιχείο που θα δικαιολογούσε τυχόν διαφορετική προσέγγιση ως προς περαιτέρω κράτηση του, συνυπολογιζόμενος έτσι μαζί με όλες τις υπόλοιπες σχετικές παραμέτρους και δεδομένα της υπόθεσης (Houssein ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 34, Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Καλλή v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 114/2015 ημερ. 19.06.15 και xxx Shoaib v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 35/2020 ημερ. 14.04.20). Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 είναι σοβαρές ενόψει και των ποινών που προβλέπονται από το Νόμο. Για το αδίκημα της αρπαγής ή απαγωγής προσώπου με σκοπό να φονευθεί εκ προμελέτης ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης δέκα ετών. Σχετικά με το αδίκημα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή των επτά ετών. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος 1 κριθεί ένοχος, οι ποινές που θα του επιβληθούν, ένεκα του ότι εκ φύσεως ενέχονται στοιχεία σοβαρότητας και επικινδυνότητας που ευθέως θέτουν το θύμα στην πιθανότητα φόνευσης του, θα είναι αυστηρές και αποτρεπτικής φύσεως υπό την έννοια ότι, κατά κανόνα, επιβάλλονται πολυετείς ποινές φυλάκισης, κάτι εξάλλου που υποδεικνύεται μέσα από τη νομολογία (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 83). Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Το εγχείρημα αυτό περιορίζεται σε αντικειμενική πιθανολόγηση και τίποτε περισσότερο. Στο στάδιο αυτό δεν τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων ή οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα (M. Ashkar Ali κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 237-241/2019 και 28 & 29/2020 ημερ. 24.03.20, Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32 και Αργύρη v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 195/2020 ημερ. 23.12.20). Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος (Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 790). Στην Καλλή ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), λέχθηκε για άλλη μια φορά ότι «Το κριτήριο όμως αναφορικά με την κράτηση δεν είναι η απόδειξη «εκ πρώτης όψεως» υπόθεσης αλλά η «πιθανολόγηση» της διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Και με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο κατέληξε ορθά, ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.». Παρόλο ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αδικήματα ναρκωτικών ουσιών εντούτοις το σκεπτικό της εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση. Έχουμε μελετήσει πολύ προσεκτικά το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μας μόνο για σκοπούς του παρόντος αιτήματος. Φαίνεται πως η Κατηγορούσα Αρχή θα επιδιώξει να αποδείξει τις κατηγορίες με περιστατική μαρτυρία. Είναι γνωστό ότι η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ένα από τα πιο πειστικά κριτήρια για εξακρίβωση της αλήθειας (Vrakas v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Θα αναφερθούμε σε γενικές γραμμές στο εν λόγω μαρτυρικό υλικό. Είναι αντιληπτό ότι στην παρούσα υπόθεση γίνεται αναφορά για ένα πρόσωπο με όνομα XXX Zaidan που θεωρείται το θύμα. Κατάγεται από τη Συρία και φαίνεται να έχει δηλωθεί από τον αδελφό του ως ελλείπον άτομο από το απόγευμα της 14.02.
  1. Κατά την εξαφάνιση του το θύμα φέρεται να φορούσε λευκό παντελόνι, λευκή μπλούζα και λευκό σακάκι. Επίσης γίνεται αναφορά στον κατηγορούμενο 1 που κατηγορείται ότι διέπραξε τα αδικήματα του κατηγορητηρίου μαζί με τον συγκατηγορούμενο του. Το θύμα φαίνεται να γνώριζε αμφότερους κατηγορουμένους. Ο δε κατηγορούμενος 1 φαίνεται να διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον συγκατηγορούμενο του ενώ σύμφωνα με πληροφορίες που κατέχει η αστυνομία μεταξύ των δύο αυτών ατόμων φέρεται υπήρχε στενή συνεργασία. Περί τον Ιανουάριο 2020 το θύμα φέρεται να εκμυστηρεύτηκε σε γνωστό του ότι φοβόταν πως ο κατηγορούμενος 2 και ένας στενός του φίλος, κάποιος με το όνομα XXX Ramadan, θα του προκαλούσαν κακό. Μάλιστα σύμφωνα με τον αδελφό του θύματος, το θύμα φαίνεται να είχε οικονομικές και άλλες διαφορές τόσο με τον XXX Ramadan όσο και με τον κατηγορούμενο
  2. Με βάση μαρτυρία που εξασφάλισε η αστυνομία το θύμα είχε καταδώσει τον κατηγορούμενο 2 δύο φορές στην αστυνομία, η οποία προχώρησε στη σύλληψη του. Από ότι φαίνεται στο μαρτυρικό υλικό ήταν εις γνώση του θύματος ότι εξαιτίας των πιο πάνω ενεργειών του, ο κατηγορούμενος 2 τον αναζητούσε με εχθρικές διαθέσεις. Ακόμη από μαρτυρία που εξασφάλισε η αστυνομία, το θύμα φέρεται να είχε διαφορές και με τον αδελφό του κατηγορουμένου
  3. Κατόπιν εξέτασης των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων του κατηγορουμένου 1 φαίνεται για την περίοδο 26.01.20-08.02.20 να εντοπίζονται από το κινητό του τηλέφωνο 22 τηλεφωνικές επαφές από και προς τα κινητά τηλέφωνα του θύματος πάνω σε καθημερινή σχεδόν βάση, τη στιγμή που ο εν λόγω κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερ. 06.03.20 φαίνεται να έχει αναφέρει μόνο την ύπαρξη 5-6 τηλεφωνικών επαφών μεταξύ τους. Παράλληλα για την ίδια περίοδο ο τηλεφωνικός αριθμός XXXXX04 που ανήκει σε προπληρωμένη τηλεφωνική κάρτα 'so easy' φαίνεται να είχε συνολικά 116 τηλεφωνικές επαφές με τον αγγλικό αριθμό κινητού τηλεφώνου του θύματος. Από ότι φαίνεται από το μαρτυρικό υλικό ο τηλεφωνικός αριθμός XXXXX04 ενεργοποιήθηκε για πρώτη φορά στις 26.01.20 και ώρα 19:20 από κεραία η οποία είναι εγκατεστημένη στην οδό XXXXX αρ. 36 στο XXXXX της επαρχίας Λευκωσίας, επαρχία στην οποία φαίνεται να διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος
  4. Επίσης, όπως αναφέρεται στη συμπληρωματική κατάθεση του Λοχία XXXXX XXXXX Βακανά του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, μετά από εξέταση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων του κατηγορουμένου 2: (α) στις 14.02.20 μεταξύ των ωρών 16:45-16:55 φαίνεται ο τηλεφωνικός αριθμός 99770XXX που φέρεται να χρησιμοποιήθηκε από συσκευή που ανήκει στον κατηγορούμενο 2 να έλαβε σήμα από κεραία της περιοχής όπου βρίσκεται η κατοικία του κατηγορουμένου 1 στη Λευκωσία, (β) την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 18:54-19:01 φαίνεται ο ίδιος τηλεφωνικός αριθμός να έλαβε σήμα από κεραία στην οδό XXXXX αρ. 49 στον XXXXX της επαρχίας Λεμεσού που σύμφωνα με την αστυνομία είναι η σκηνή της φερόμενης απαγωγής του θύματος, (γ) στις 15.02.20 μεταξύ των ωρών 02:08-02:11 φαίνεται ο ίδιος τηλεφωνικός αριθμός να έλαβε σήμα από κεραία στο χωριό XXXXX που σύμφωνα με την αστυνομία είναι η σκηνή στην οποίαν πιστεύεται ότι το θύμα είχε προηγουμένως τοποθετηθεί χωρίς τη θέληση του από δύο άνδρες στο πίσω μέρος οχήματος. Περαιτέρω στα πλαίσια εξέτασης των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων που αφορούν το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου 1 καθώς και τον τηλεφωνικό αριθμό 99 167XXX φαίνεται ότι προκύπτουν τα εξής: (α) στις πλείστες περιπτώσεις που ο τηλεφωνικός αριθμός 99 167XXX λάμβανε σήμα από κυψέλες ταυτόχρονα λάμβανε σήμα από τις ίδιες κυψέλες και το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου 1, (β) σε αρκετές περιπτώσεις ο τηλεφωνικός αριθμός 99 167XXX λάμβανε σήμα από τις ίδιες κυψέλες που λάμβανε σήμα η οικία του κατηγορουμένου 1 στη Λευκωσία. Επιπλέον από μαρτυρίες που εξασφάλισε η αστυνομία, στις 10.02.20 μεταξύ των ωρών 20:00-21:00 το θύμα φαίνεται να δειπνούσε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και ένα άλλο άτομο σε συριακό εστιατόριο στη Λεμεσό, ενώ στις 12.02.20 μεταξύ των ωρών 17:30-18:00 το θύμα φαίνεται επίσης να δειπνούσε με τον κατηγορούμενο 1 και ένα άλλο πρόσωπο σε διαφορετικό υποστατικό στη Λεμεσό, για αμφότερες περιπτώσεις τις οποίες ο κατηγορούμενος 1 δεν φαίνεται να αναφέρει στις ανακριτικές του καταθέσεις, περιορίζοντας την αναφορά του σε μία συνάντηση τους στη Λευκωσία μόλις το θύμα αποφυλακίστηκε τον Δεκέμβριο 2019 (ανακριτική κατάθεση κατηγορουμένου 1 ημερ. 06.03.20). Στις 14.02.20 και μετά τις 16:30 το θύμα φέρεται να στάθμευσε το όχημα του πίσω από συγκεκριμένη πολυκατοικία που ήταν γνωστή στον κατηγορούμενο 2 αφού εκεί διέμενε ένας γνωστός του. Με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε το θύμα πορεύτηκε πεζός σε περίπτερο στην οδό Πέτρου Τσίρου για να συναντηθεί με κάποιο XXXXX. Ακόμη φαίνεται ότι εκείνη την ημέρα ενεργοποιήθηκε χρήση του τηλεφωνικού αριθμού 99 167XXX. Σύμφωνα με τις κεραίες λήψης σήματος, αυτός που χρησιμοποίησε τον εν λόγω αριθμό ερχόταν από τη Λευκωσία προς τη Λεμεσό. Συγκεκριμένα μέσω αυτής της πορείας φαίνεται μεταξύ των ωρών 17:40-19:07 να λήφθηκε σήμα από κεραίες στη Χοιροκιτία, στο Ζύγι, στο Πεντάκωμο, στην Παρεκκλησιά, στη λεωφόρο Αμαθούντος στη Γερμασόγεια, στην οδό Αγίας Φυλάξεως αρ. 180Β, στον Κάψαλο και τέλος περί ώρα 19:11 στην οδό XXXXX αρ. 49 στη Λεμεσό. Ειδικότερα σχετικά με την τελευταία λήψη σήματος του πιο πάνω τηλεφωνικού αριθμού από κεραία, φαίνεται από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης εγκατεστημένο σε οικία επί της οδού XXXXX ότι την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 19:11:57-19:12:03 το θύμα να περπατά μόνο του με γοργό βήμα μπροστά από την εν λόγω οικία κατευθυνόμενος νότια και να ομιλεί στο κινητό του τηλέφωνο φορώντας άσπρα ρούχα. Ακολούθως φαίνεται να χάνεται κάθε σημείο επαφής. Με βάση ακόμη επιπλέον πληροφορίες που εξασφάλισε η αστυνομία ο κατηγορούμενος 1 ήταν το τελευταίο πρόσωπο με το οποίο είχε έλθει σε επαφή το θύμα στις 14.02.20 στην περιοχή ΝΑΑΦΙ στη Λεμεσό. Επίσης περί ώρα 19:30 της 14.02.20 πολίτης, ενώ βρισκόταν εντός του οχήματος του στην είσοδο του γηπέδου στη βόρεια πλευρά δίπλα από το χώρο στάθμευσης της εκκλησίας στην κοινότητα Ερήμης, φέρεται να άκουσε 3-4 πυροβολισμούς να προέρχονται από περιοχή κοντινή σ' αυτή που βρισκόταν αυτός εκείνη τη στιγμή. Εξερχόμενος από το όχημα του σε απόσταση 30-50 μέτρα βόρεια φαίνεται να αντίκρισε ένα σταθμευμένο όχημα τύπου τζιπ σκούρου χρώματος. Έξω από αυτό υπήρχαν δύο άνδρες που προσπαθούσαν με τη βία να τοποθετήσουν ένα τρίτο άνδρα στα πίσω καθίσματα του οχήματος. Αυτός ο άνδρας φαίνεται να φορούσε άσπρα ρούχα, πανομοιότυπα μ' αυτά που φορούσε το θύμα όταν εξαφανίστηκε. Σε κάποια στιγμή φαίνεται να τους ξέφυγε και να καλούσε βοήθεια. Από την προφορά του φαινόταν να είναι αλλοδαπός. Με βάση το υπάρχον μαρτυρικό υλικό ο πολίτης άκουσε ακόμα δύο πυροβολισμούς και τότε φέρεται να είδε τους δύο άνδρες να κρατούν χέρια-πόδια το τρίτο άτομο με τα άσπρα ρούχα και να τον τοποθετούν στο πορτ-μπακάζ του οχήματος. Το τρίτο άτομο φαινόταν αναίσθητο και δεν αντιδρούσε ενώ ένας από τους άλλους δύο άνδρες κρατούσε όπλο με μακριά κάννη. Τις φωνές βοήθειας του άνδρα με τα άσπρα ρούχα φαίνεται να άκουσε και δεύτερος πολίτης που βρισκόταν κοντά στην περιοχή, δηλαδή βρισκόταν και αυτός στην κοινότητα Ερήμης, ο οποίος ευθύς κατευθύνθηκε προς το σημείο εκείνο και σε απόσταση 50-80 μέτρα είδε ένα μαύρο όχημα SUV και έξω από αυτό δύο άτομα να χτυπούν ένα τρίτο άνδρα και με τη βία τελικά να τον ρίχνουν στο πορτ-μπακάζ του οχήματος. Στη συνέχεια τα δύο άτομα φαίνεται να εισήλθαν στο όχημα και να εγκαταλείπουν το μέρος με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στις 15.02.20 το πρωί, πολίτης ενώ περπατούσε στην οδό Αγίου Χαραλάμπους για να μεταβεί στην εκκλησία της κοινότητας Ερήμης είδε ότι στο χώμα υπήρχαν σπασμένα γυαλιά και αίματα. Στην κατοχή της αστυνομίας υπάρχει γραπτή κατάθεση ημερ. 28.10.20 της XXX Hunyabi από την Ουγγαρία, η οποία ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο 2 με τον οποίον διατηρούσε δεσμό. Με βάση το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο εν λόγω κατηγορούμενος φέρεται να της ανέφερε ότι δολοφόνησε το θύμα, με το οποίο είχε διαφορές, πυροβολώντας το εφτά ή εννιά φορές, παρόλο ότι το θύμα αντιστάθηκε για τη ζωή του. Όπως επίσης σημειώνεται στην εν λόγω κατάθεση, ο κατηγορούμενος 2 φέρεται να της ανέφερε ότι μαζί του στο εν λόγω περιστατικό ήταν και κάποιος με το όνομα 'Σπύρος'. Σε ότι αφορά το πρόσωπο αυτό, η XXX Borisova από τη Βουλγαρία αναφέρει σε γραπτή κατάθεση της ημερ. 04.03.20 ότι ο κατηγορούμενος 1, με τον οποίον διατηρεί δεσμό, χρησιμοποιεί το όνομα XXXXX. Το ότι ο κατηγορούμενος 1 χρησιμοποιεί το όνομα XXXXX λέχθηκε και από το συνήγορο του μέσα από τη νομική του επιχειρηματολογία στα πλαίσια της ένστασης στο παρόν αίτημα της κατηγορούσας αρχής για κράτηση του πελάτη του (βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 12.01.21, σελ. 14). Τα πιο πάνω φαίνεται να τοποθετούν κατά τον ουσιώδη χρόνο τον κατηγορούμενο 1 στη σκηνή που φέρεται να εκτυλίχτηκε το περιστατικό σε περιοχή της κοινότητας Ερήμης μαζί με τον συγκατηγορούμενο του και το θύμα, παρουσιάζοντας τον έτσι να εμπλέκεται στην υπόθεση αυτή. Για την επίμαχη ημερομηνία 14.02.20 η συμβία του κατηγορουμένου 1 δήλωσε στην αστυνομία ότι από τις 17:30 εκείνης της ημέρας που πήγε το σκύλο τους για περίπατο σε πάρκο στην Αγλαντζιά και μέχρι η ώρα 02:30 της επόμενης ημέρας δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στην οικία τους. Ωστόσο στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος 1 ισχυρίζεται ότι αυτός ήταν που πήρε το σκύλο τους περίπατο και ακολούθως προέβηκε σε κάποιες άλλες ενέργειες που περιγράφει, τις οποίες όμως η συμβία του δεν φαίνεται να αναφέρει στη δική της γραπτή συμπληρωματική κατάθεση στην αστυνομία. Στις 22.02.20 και μεταξύ των ωρών 21:11-22:00 μία γνωστή κοπέλα του θύματος με το όνομα XXX XXX Goodarzi φέρεται να συναντήθηκε με τους κατηγορουμένους 1 και 2 σε καφετέρια στην Αγλαντζιά της επαρχίας Λευκωσίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας, ο κατηγορούμενος 1 φέρεται να μετέφερε με το όχημα του τον κατηγορούμενο 2 στην εν λόγω καφετέρια. Σύμφωνα με την συμπληρωματική κατάθεση της XXXXX ημερ. 04.03.20, ο κατηγορούμενος 1 φέρεται να ομιλούσε την αραβική γλώσσα και να της συστήθηκε ως XXXXX, ένα όνομα διαφορετικό από το πραγματικό του. Παράλληλα πλάνα κλειστού κυκλώματος στην πιο πάνω καφετέρια φέρονται να αποκαλύπτουν την εν λόγω συνάντηση μεταξύ των κατηγορουμένων και της XXXXX. Ακόμη την ίδια ημέρα και ώρα 21:07 ο τηλεφωνικός αριθμός 97845XXX που φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε από συσκευή που ανήκει στον κατηγορούμενο 1 και ώρα 21:08 ο τηλεφωνικός αριθμός 99770XXX που φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε από συσκευή που ανήκει στον κατηγορούμενο 2 φέρονται να λάμβαναν σήμα από την ίδια κεραία σε περιοχή της Αγλαντζιάς στην επαρχία Λευκωσίας. Με βάση μαρτυρία της XXXXX, στο χώρο συνάντησης ο κατηγορούμενος 2, στην παρουσία του κατηγορουμένου 1, φέρεται να της είπε ότι το θύμα 'είναι στον ουρανό με τους αγγέλους'. Επιπλέον της είπε χαρακτηριστικά επί λέξει ότι το θύμα 'was a snake. I cut the head of the snake and I cut the rest of the snake'. Βρίσκουμε ότι έχουμε ενώπιον μας μία σοβαρή ποινική υπόθεση και από το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μας, εξεταζόμενο στην όψη του, προκύπτει ανάμιξη και εμπλοκή του κατηγορούμενου 1 στη διάπραξη των αδικημάτων. Όπως φαίνεται, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος 1 διατηρούσε στενή σχέση με τον κατηγορούμενο 2 και φέρεται να συνεργάζονταν. Την ίδια στιγμή ο κατηγορούμενος 1 φαίνεται να προσπαθεί να μην αποκαλύψει τον αριθμό και τη συχνότητα επαφών που είχε με το θύμα. Επίσης ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν φαίνεται να αποκαλύπτει ότι το θύμα είχε διαφορές, εκτός από τον κατηγορούμενο 2 και με τον αδελφό του (του κατηγορουμένου 1). Ακόμη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στις 14.02.20 και συγκεκριμένα από η ώρα 17:30 και έπειτα, η συμβία του κατηγορουμένου 1 δεν επιβεβαιώνει την παρουσία του στην οικία. Παράλληλα φαίνεται ότι η τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία που το θύμα είχε ήταν με τον τηλεφωνικό αριθμό 99 167XXX, του οποίου η λήψη σήματος από κυψέλες φαίνεται να ταυτίζεται με τη διαμονή και πορεία του κατηγορουμένου 1 καθώς και με τη λήψη σήματος από το κινητό του τηλέφωνο. Τη δε επίμαχη ημέρα (14.02.20) και κατά τον ουσιώδη χρόνο, φαίνεται ο πιο πάνω τηλεφωνικός αριθμός να λαμβάνει σήμα από διάφορες κυψέλες που φωτογραφίζουν διαδρομή από τη Λευκωσία που διαμένει ο κατηγορούμενος 1 μέχρι τη Λεμεσό, επαρχία στην οποία διέμενε το θύμα και συγκεκριμένα την οδό XXXXX, σημείο από όπου θεάθηκε το θύμα για τελευταία φορά και ταυτόχρονα το μέρος από όπου χάθηκε η επαφή με το σήμα του κινητού τηλεφώνου του. Λίγο αργότερα σε κοντινή περιοχή και συγκεκριμένα στην κοινότητα Ερήμης δύο άνδρες θεάθηκαν να προσπαθούν με τη βία να τοποθετήσουν ένα τρίτο άνδρα σε όχημα, ο οποίος φέρεται να είναι αλλοδαπός όπως και το θύμα και να φορεί πανομοιότυπα με το θύμα ρούχα και να καλεί σε βοήθεια. Ακούστηκαν πυροβολισμοί, υπήρξε γρήγορη εξαφάνιση τους από το μέρος ενώ στο χώρο εκεί εντοπίστηκαν αίματα και σπασμένα γυαλιά. Μαρτυρία που επίσης η αστυνομία εξασφάλισε παρουσιάζει τον κατηγορούμενο 1 να βρισκόταν κατά τον πιο πάνω χρόνο στη σκηνή μαζί με τον συγκατηγορούμενο του και το θύμα. Την ίδια ημέρα το θύμα εξαφανίστηκε και δηλώθηκε ελλείπον. Οκτώ ημέρες μετά ο κατηγορούμενος 1 μαζί με τον συγκατηγορούμενο του συνάντησαν φιλικό πρόσωπο του θύματος με τον κατηγορούμενο 1 να είναι παρών όταν ο συγκατηγορούμενος του φέρεται να ανακοινώνει ότι σκότωσε το θύμα. Ο κατηγορούμενος 1 προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από το σκοπό της εν λόγω συνάντησης και στα όσα είχαν λεχθεί κατά τη συνάντηση δηλώνοντας μάλιστα ψεύτικο όνομα στο άτομο που συνάντησε και ομιλώντας αραβικά καθ' όλη τη διάρκεια. Από ότι ακόμη φαίνεται ο κατηγορούμενος 1 ήταν αυτός που μετέφερε τον συγκατηγορούμενο του στην πιο πάνω καφετέρια με το δικό του όχημα. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγουμε ότι το μαρτυρικό υλικό που έχουν στα χέρια τους οι αστυνομικές αρχές και τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το οποίο και το μελέτησε στην όψη του, είναι αρκετό προς ενίσχυση της πιθανολόγησης για καταδίκη του κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου, χωρίς να αγνοούμε τις απόψεις της υπεράσπισης (Ευαγγέλου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 108/19 και 109/19, απόφαση ημερομηνίας 02.10.2019), βρίσκουμε ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου 1 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση του. Δεν μας διαφεύγουν οι τοποθετήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης με τις οποίες υπέδειξε κατά τη γνώμη του κενά, αδυναμίες και ανακρίβειες στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, πλην όμως άπτονται της αποδειχτικής βαρύτητας μαρτυρίας και κατ' επέκταση εμπίπτει στην ενδελεχή αξιολόγηση μαρτυρικού υλικού, η οποία διεξάγεται κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο αυτό. Εξετάζοντας τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1 και γενικότερα τους δεσμούς του με την Κυπριακή Δημοκρατία, παρατηρούμε ότι αποτελούν κοινό έδαφος των μερών τα εξής: (α) Κατάγεται από τη Συρία αλλά έχει ελλαδικό διαβατήριο. (β) Διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 18 χρόνια. (γ) Πριν να συλληφθεί και τεθεί υπό κράτηση εργαζόταν στην Κύπρο. (δ) Δεν είναι νυμφευμένος. (ε) Είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου που διαμένει με τη μητέρα του, για το οποίο πληρώνει διατροφή. Τα πιο πάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος 1 διαθέτει δεσμούς με την Κύπρο, πλην όμως δεν συνιστούν ισχυρές σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να θεωρείται απομακρυσμένο το ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής του είτε στο εξωτερικό είτε σε περιοχές μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Στην υπόθεση Mingxia Hua v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 152 η εφεσείουσα είχε αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα, ο κύπριος σύζυγος της είχε υιοθετήσει τη θυγατέρα της που φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο στη Λευκωσία και είχε αποκτήσει και αυτή κυπριακή υπηκοότητα, η ίδια διέμενε στην Κύπρο δέκα χρόνια και ήταν ιδιοκτήτρια εταιρείας εγγεγραμμένης στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην όμως αυτά δεν θεωρήθηκαν ισχυροί δεσμοί με την Κύπρο ώστε να εξουδετερώσουν κάθε σκέψη της για διαφυγή στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να διαταχθεί η κράτηση της από το πρωτόδικο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Θεωρούμε ότι τα πιο πάνω δεδομένα επενεργούν θετικά στη σκέψη του κατηγορουμένου 1 για φυγοδικία από μέρους του και κατ' επέκταση εύλογα αυξάνουν το κίνητρο του για φυγοδικία από μέρους του. Στη Δράκος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 449, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες που αφορούσαν σε απαγωγή και βιασμό ανήλικης. Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση αφού έλαβε υπόψη του ότι «Η εξαιρετική σοβαρότητα της υπόθεσης καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο, απόπειρας διαφυγής του εφεσείοντος, προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει». Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με την Κύπρο, χωρίς να αγνοούμε τους δεσμούς αυτούς και τις προσωπικές - οικογενειακές συνθήκες του, δεν βρίσκουμε ότι αυτά τα δεδομένα αλλά και οι συνέπειες που θα έχει η κράτησή του μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, είναι τόσο εξαιρετικά ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον (Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790). Όπως αναφέρθηκε και στην πρόσφατη απόφαση ημερομηνίας 16.7.2019, Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 81/19 - 83/19, «Με μόνη την προσθήκη ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και οι δεσμοί που αυτός έχει με την Κύπρο, καθώς επίσης και η οικονομική του δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στις επισημάνσεις που έγιναν στις Φλεριανού ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B136, Ποιν. Εφ. 13/2016 ημερ. 3.3.2016 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D154, Ποιν. Εφ. 14/2016 ημερ. 7.7.2016.» Παράλληλα λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη και το συνολικό χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό κράτηση σχετικά με την αρχική υπόθεση υπ' αρ. 3714/20 που στη συνέχεια αναστάληκε, εξακολουθεί να τελεί υπό κράτηση αναφορικά με την παρούσα υπόθεση που έχει καταχωρηθεί και θα συνεχίσει να τελεί μέχρι την ημερομηνία της δίκης του. Το χρονικό διάστημα συνυπολογίζεται με όλους τους υπόλοιπους παράγοντες (Νικήτα (πιο πάνω). Στην Houssein v. Αστυνομίας (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι: «Αναφορικά με το χρόνο κράτησης ο οποίος στην παρούσα περίπτωση είναι περίπου 10 μήνες, παρόλο που είναι κατά δυο μήνες περισσότερος από το χρόνο που αναφέρεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανουσαρίδη κ.ά. πιο πάνω, δε νομίζουμε ότι δικαιολογεί παρέμβαση μας. Άλλωστε οι 8 μήνες που ήταν η κράτηση στην εν λόγω υπόθεση δεν έχουν καθοριστεί ως το μέγιστο του χρόνου που μπορεί να είναι ένας υπό κράτηση, αλλά όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.» Στην Καλλή (πιο πάνω) το Εφετείο επικυρώνοντας την απόφαση του Κακουργιοδικείου επανέλαβε για άλλη μια φορά ότι ο χρόνος κράτησης δεν είναι αποφασιστικός παράγων αλλά συνυπολογίζεται μαζί με όλα τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην Ανδρέας Σταυρινού ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 255/2017, απόφαση ημερομηνίας 13.12.2017 το Εφετείο επικυρώνοντας την απόφαση του Κακουργιοδικείου με την οποία διατάχθηκε η κράτηση του κατηγορουμένου, ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το χρόνο: «Ο χρόνος που παρήλθε είναι σημαντικός και μας έχει προβληματίσει όλως ιδιαιτέρως. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τη δέσμευση και τον προγραμματισμό του Κακουργιοδικείου να δώσει προτεραιότητα, όπως πράγματι οφείλει και αναμένεται να πράξει και μη διαπιστώνοντας, γενικότερα, σφάλμα στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, δεν θεωρούμε ότι υπάρχει περιθώριο εφετειακής παρέμβασης.» Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση ο χρόνος κράτησης του κατηγορούμενου ήταν πολύ μεγαλύτερος από το συνολικό χρόνο των 12,5 μηνών περίπου που εδώ θα παρέλθει μέχρι την έναρξη της δίκης. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην απόφαση, «. ο εφεσείων είχε ήδη παραμείνει υπό κράτηση για περίοδο 18 μηνών και 7 ημερών και όταν στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος για 40 ημέρες, δεν διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα». Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που θα παρέλθει μέχρι τις 07.04.21 που η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για εκδίκαση δεν είναι υπερβολικό. Έχουμε παράλληλα εξετάσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος 1 να αφεθεί ελεύθερος με τους περιοριστικούς όρους που έχει εισηγηθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης και κρίνουμε ότι δεν διασφαλίζουν την παρουσία του πελάτη του στη δίκη της υπόθεσης του (Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130). Υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης με τα οποία έχει συνεκτιμηθεί κρίνουμε ότι ο παράγοντας χρόνος δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για να δικαιολογεί απόλυση του κατηγορουμένου με εγγυήσεις. Θεωρούμε ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από τα δεδομένα της πρόσφατης υπόθεσης Κουτρούλης και άλλος v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 223/2020 και 229/2020 ημερ. 07.01.
  1. Σε αντίθεση με την υπόθεση εκείνη όπου κρίθηκε πως οι εφεσείοντες βρίσκονταν υπό κράτηση για περίοδο 22 μηνών περίπου με μοναδικό στοιχείο που τους ενέπλεκε στην κατηγορία μόνο της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος μία κατάθεση συγκατηγορούμενου τους, χωρίς να πλαισιώνεται από άλλα δεδομένα, εδώ υπάρχει αρκετή μαρτυρία στην οποίαν έγινε αναφορά προηγουμένως που φαίνεται να συνδέει πολυδιάστατα τον κατηγορούμενο 1 και τον συγκατηγορούμενο του με όλες τις κατηγορίες που από κοινού αντιμετωπίζουν, για τις οποίες τελούν υπό κράτηση για σαφώς μικρότερο χρονικό διάστημα. Από τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι θεμελιώνεται εγγενής και αντικειμενικός κίνδυνος φυγοδικίας από μέρους του κατηγορουμένου
  2. Επομένως βρίσκουμε ότι η ατομική ελευθερία του εν λόγω κατηγορουμένου θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημόσιου συμφέροντος. Ανεξάρτητα της κατάληξης του ζητήματος κινδύνου φυγοδικίας, στρέφουμε ευθύς την προσοχή μας στην εξέταση του δεύτερου και συνάμα ανεξάρτητου λόγου, επί του οποίου ζητείται η κράτηση του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Για την επιτυχή επίκληση του κριτηρίου αυτού δεν απαιτείται απόδειξη του κριτηρίου με την αυστηρή έννοια του όρου. Ούτε απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα (Αργύρη v. Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Στην Άθου Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 113/15 (Σχ. με 115/15), απόφαση ημερομηνίας 02.06.2015, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε από σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Σπανού κ.ά. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 26 και 28/2013, ημερομηνίας 29/3/2013 και την Νικολάου v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 840. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη Νομολογία, κράτηση κατηγορούμενου μπορεί να διαταχθεί ακόμα και στη βάση, μόνο, κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι, για να καταλήξει (ένα Δικαστήριο) σε συμπέρασμα για ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος, δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί, αν, με βάση όλα τα ενώπιον του στοιχεία, δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Λαμβάνοντας υπόψη, ότι ο Κατηγορούμενος 2 - Εφεσείοντας, βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη για ομοειδές αδίκημα κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια και ότι δέκα περίπου μήνες μετά την αναστολή σημαντικού μέρους της ποινής του βρέθηκε, κάτω από ύποπτες συνθήκες, στη σκηνή διάπραξης των προαναφερόμενων τριών αδικημάτων, θεώρησε ότι ο κίνδυνος εμπλοκής του σε νέα αδικήματα στο μέλλον δεν ήταν μόνο μια απλή πιθανότητα, αλλά περισσότερο από ορατός. Επομένως, ο ορατός κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων εκ μέρους του Κατηγορούμενου 2 - Εφεσείοντα δικαιολογούσε, υπό τις περιστάσεις, τη διαφορετική μεταχείρισή του και την έκδοση διατάγματος κράτησης του. Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο και με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε και τους δύο (εναπομείναντες) λόγους έφεσης ως αβάσιμους. Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων ήταν, υπό τις περιστάσεις, «ευλογοφανής», όπως έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, και η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ πρώτου και δεύτερου Κατηγορούμενου δικαιολογείτο, υπό τις περιστάσεις, εφόσον για τον δεύτερο Κατηγορούμενο ικανοποιείτο το στοιχείο του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων.» Στην προαναφερόμενη υπόθεση Σιακαλλή τονίστηκε ότι η πιθανότητα αυτή δεν περιορίζεται κατ' ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα. Άμεσα δε συνδεδεμένη με την εξέταση πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος είναι και η επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Όπως ακόμη λέχθηκε στην υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ., στην οποίαν μνημονεύεται η υπόθεση Νικολάου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 840, η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων στον ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη δίκη από τον κατηγορούμενο, μπορεί να στοιχειοθετηθεί είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες, είτε ακόμα και από το γεγονός ότι εναντίον του κατηγορουμένου εκκρεμούν προς εκδίκαση ή προς καταχώρηση, άλλες υποθέσεις σε σχέση με τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων. Στη Φενερίδης
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2101 η οποία αφορούσε σε αίτηση έκδοσης εντάλματος Habeas Corpus, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν αποτελεί και τον μοναδικό ουσιώδη παράγοντα. Άλλοι παράγοντες είναι η πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος καθώς και ο επηρεασμός της πορείας της δικαιοσύνης. Δεν είναι απαραίτητο όλοι οι παράγοντες να συνυπάρχουν, ένας ή περισσότεροι απ' αυτούς μπορεί να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα (Rodosthenous and Another v. The Police 1961 C.L.R. 50 και Μichael Apostolou Tsouka v. The Police 1962 C.L.R. 261. Βλέπε επίσης Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 A.A.Δ. 45 και Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 A.A.Δ. 109.) H πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη ή αποτίμηση των διάφορων κινδύνων που σταθμίζουν τελικά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της (Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Όσον αφορά δε την πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία, αρκεί να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει μια τέτοια πιθανότητα (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω).» Στην xxx Shoaib v. Δημοκρατίας (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου για κράτηση του εφεσείοντα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, τόνισε ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων τεκμηριωνόταν από την ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης, στοιχείο που ήταν δεδομένο και αδιαμφισβήτητο. Περαιτέρω στην Άθου Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί στις 17/6/2009 στην υπόθεση με αρ. 1371/08 στα αδικήματα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια όπου του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 και 10 χρόνια αντίστοιχα και αποφυλακίστηκε στις 6/5/14 βάσει αναστολής έκτισης του υπολοίπου της ποινής. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης στην οποία ζητήθηκε η κράτηση του καταχωρήθηκε στις 6/5/15, δηλαδή ένα ακριβώς χρόνο μετέπειτα και αφορούσε αδικήματα τα οποία φέρονται να διαπράχτηκαν στις 23/3/15. Θεωρούμε ότι τα δεδομένα της πιο πάνω υπόθεσης προσομοιάζουν μ' αυτά της παρούσας περίπτωσης. Εδώ αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν διαθέτει λευκό ποινικό μητρώο. Ειδικότερα βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη που αφορά διάπραξη αδικημάτων κατοχής ναρκωτικών ουσιών τάξεως 'Β' με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Πρόκειται για την ποινική υπόθεση υπ' αρ. XXXXX/12 όπου στις 23.11.13 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης επτά
(7)ετών από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος 1 αποφυλακίστηκε στις 23.03.
  1. Το δε κατηγορητήριο της αρχικής υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 07.05.20 όπου οι λεπτομέρειες αυτού αφορούν αδικήματα τα οποία φέρονται να διαπράχτηκαν στις 14.02.
  2. Αυτό που προκύπτει είναι ότι τρία χρόνια μετά την έκτιση της ποινής του σε σοβαρής φύσεως αδικήματα που διέπραξε, στον κατηγορούμενο 1 αποδίδεται η διάπραξη άλλων επίσης σοβαρών αδικημάτων που περιλαμβάνονταν στην αρχική υπόθεση που αναστάληκε και ακολούθως ακριβώς τα ίδια περιλαμβάνονται στην παρούσα ποινική υπόθεση. Στη βάση αυτών των αδιαμφισβήτητων δεδομένων δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα - κίνδυνος ο κατηγορούμενος 1 να διαπράξει άλλο ή άλλα αδικήματα σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για κράτηση του κατηγορουμένου 1 μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του για τους δύο λόγους που υποστηρίχτηκε επιτυγχάνει. Ο κατηγορούμενος 1 να τελεί υπό κράτηση μέχρι τις 07.04.
  3. (Υπ.) ............... Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.