← Κύπρος

Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. RS AUTOLIFE LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12746/2018, 22/1/2021

Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. RS AUTOLIFE LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12746/2018, 22/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12746/2018 Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων v.

  1. RS AUTOLIFE LTD
  2. xxxx ΣΤΑΡΙΚΟΒΙΤΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ.Γ. Προδόμου. Για τους Κατηγορούμενους: Ο κ.Θ. Αδάμου. Κατηγορούμενος 2: Απών. A Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Έναυσμα για την καταχώρηση της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης στις 20/07/2018 αποτέλεσε παράπονο που υποβλήθηκε από τον xxxxx στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων εναντίον της εργοδότριας εταιρείας RS AUTOLIFE LTD και αφορούσε την ισχυριζόμενη παράλειψη καταβολής προς το πρόσωπο του ως εργοδοτούμενο της υπόλοιπο υπερωριακής αμοιβής που αφορούσε υπερωριακή εργασία για την περίοδο 03/09/2014 - 27/07/2015 συνολικού ποσού €2.
  4. Αποτέλεσμα του πιο πάνω παραπόνου ήταν η εργοδότρια εταιρεία να αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία με την οποία της καταλογίζεται η μη πληρωμή μισθού σε αμειβόμενο προσωπικό κατά παράβαση των άρθρων 2, 9

(1)και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 και ο κατηγορούμενος 2 να βρίσκεται αντιμέτωπος με την δεύτερη κατηγορία με την οποία του καταλογίζεται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 παρακίνησε αυτήν στην μη πληρωμή μισθού σε αμειβόμενο προσωπικό κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Βάρος Απόδειξης: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Τα παραδεκτά γεγονότα: Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν με την έγκριση του δικαστηρίου και τα ακόλουθα ως παραδεκτά γεγονότα: · Η κατηγορούμενη 1 ήταν και είναι νομότυπα εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. · Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός Διευθυντής της κατηγορούμενης
  1. · Ο παραπονούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην υπηρεσία της κατηγορούμενης
  2. Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής: Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της παρουσίασε συνολικά 3 μάρτυρες ήτοι την κα xxxx Καμπουρίδου (ΜΚ1), τον xxxx Μωυσίδη (ΜΚ2) και τέλος τον κ.xxxx Bauer (ΜΚ3) Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ΜΚ1 ανέφερε ότι εργάζεται από το 2006 στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας ως Λειτουργός Εργασιακών Σχέσεων Α΄ και χειρίζεται μεταξύ άλλων εργατικά παράπονα. Ήταν το πρόσωπο που παρέλαβε το παράπονο που αφορά την υπό εξέταση υπόθεση το οποίο αποτύπωσε συμπεριλαμβανομένων των ενεργειών που προέβηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α το οποίο αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της μάρτυρας. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 16/11/2016 υποβλήθηκε παράπονο (Τεκμήριο 1) από τον xxx Μωυσίδη εναντίον της κατηγορούμενης 1 το οποίο αφορούσε την μη καταβολή υπερωριακής αμοιβής συνολικού ποσού €
  1. Η ίδια στις 30/11/16 επικοινώνησε τηλεφωνικός με το λογιστήριο της κατηγορούμενης 1 και την ενημέρωσε για το παράπονο που υποβλήθηκε με την υπεύθυνη του λογιστηρίου να την ενημερώνει ότι ο κ.Μωυσίδης έχει απολυθεί και πως είχε λάβει όλα του τα ωφελήματα. Στην συνέχεια ετοίμασε και απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 2) προς την κατηγορούμενη 1 με αποτέλεσμα στις 02/12/2016 ο κατηγορούμενος 2 να επικοινωνήσει μαζί της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο την ενημέρωνε ότι επιθυμούσε διενέργεια συνάντησης για να προσκομίσει ο ίδιος τα στοιχεία που ζητούντο (σχετικό το Τεκμήριο 2). Εν τέλει η συνάντηση έγινε στις 08/12/2016 με τον κατηγορούμενο 2 να προσκομίζει δύο συμβόλαια απασχόλησης που αφορούσαν την εργοδότηση του παραπονούμενου ημερομηνίας 17/12/2013 και 20/01/2015 Τεκμήριο
  2. Ως αναφέρει η ΜΚ1 σύμφωνα με το τελευταίο συμβόλαιο ο παραπονούμενος εργαζόταν πενθήμερο Δευτέρα - Παρασκευή, ενώ o όρος 10 προέβλεπε υπερωριακή αμοιβή ύψους €8 ανά ώρα για υπερωριακή απασχόληση τις καθημερινές και €16 ανά ώρα για υπερωριακή απασχόληση κατά τις αργίες/γιορτές και ημιαργίες. Παρουσίασε κατά την συνάντηση στον Κατηγορούμενο 2 τόσο το παράπονο όσο και την κατάσταση υπερωριών που είχε προσκομίσει ο κ.Mωυσίδης με τον Κατηγορούμενο 2 να αναφέρει ότι δεν ενέκρινε ποτέ ο ίδιος αυτές τις υπερωρίες και πως η δικαιολογία που εμφανιζόταν στην περιγραφή της εκτελούμενης εργασίας ήταν εντελώς δυσνόητη. Ανέφερε επίσης πως ο παραπονούμενος δεν ήταν μηχανικός και άρα δεν μπορούσε να είχε διεκπεραιώσει όσα ισχυριζόταν στην κατάσταση των υπερωριών. Σε ερώτηση που έθεσε στον Κατηγορούμενο 2 γιατί στο συμβόλαιο αναγραφόταν η θέση Μηχανικός βοηθός αφού κάτι τέτοιο δεν ίσχυε αυτός απάντησε πως είχε προσληφθεί για να καθαρίζει κυρίως το γκαράζ και να βοηθά τον μηχανικό. Σε ερώτημα κατά πόσο ο xxx Bauer ο οποίος υπέγραφε τις καταχωρημένες ώρες υπερωριών ήταν προϊστάμενος του παραπονούμενου ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι δεν ήταν προϊστάμενος του αλλά υπάλληλος και αυτός και πως ουδέποτε τον είχε εξουσιοδοτήσει να εγκρίνει υπερωρίες άλλων υπαλλήλων τονίζοντας πως στην εταιρεία μόνο ο ίδιος εγκρίνει υπερωρίες και κανένας άλλος και δεν ήταν διατεθειμένος να διαπραγματευτεί την καταβολή οποιουδήποτε ποσού από την στιγμή που δεν έχει εγκρίνει ποτέ τις ισχυριζόμενες υπερωρίες, ούτε ήταν ενήμερος ότι υπήρχε τέτοιου είδους απαίτηση, πριν λάβει την επιστολή του Τμήματος για το υποβληθέν παράπονο. Σύμφωνα πάλι με την μάρτυρα στις 09/12/2016 ο παραπονούμενος προσήλθε στο γραφείο της και τον ενημέρωσε ότι για να μπορέσει η υπόθεση του να προχωρήσει θα έπρεπε να προσέλθει ο xxx για να μαρτυρήσει ότι ήταν πράγματι ο προϊστάμενος του παραπονούμενου και ότι ενέκρινε τις υπερωρίες του κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου
  3. Στις 06/11/17 ο xxx παρουσιάστηκε στο γραφείο της ΜΚ1 συνοδευόμενος από τον παραπονούμενο και προσκόμισε ένορκη δήλωση σύμφωνα με την οποία αναφερόταν ότι εργαζόταν ως αρχιμηχανικός στην κατηγορούμενη 1 και του είχε ανατεθεί η επίβλεψη των υπερωριών, ιδιαίτερα του XXXXX Μωυσίδη. Η δήλωση ανέφερε περαιτέρω πως μετά το πέρας των εργασιών, ο ίδιος επιβεβαίωνε πάντα τον αριθμό των υπερωριών και πως οι οικονομικοί απολογισμοί ελέγχονταν από τον κατηγορούμενο
  4. Στις 19/03/2018 έγινε νέα συνάντηση στα γραφεία του Τμήματος στην παρουσία του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου 2 ο οποίος ενημερώθηκε και για τις θέσεις του Bauer και ανέφερε στην ΜΚ1 ότι ο ίδιος ο xx πλήρωνε τους μισθούς στο προσωπικό, εξηγώντας πως υπέγραφε το 98% των επιταγών οι οποίες αφορούσαν μισθούς, έξοδα και εξαρτήματα του συνεργείου, και πως ο ίδιος έδινε την έγκριση του μόνο για έκτακτες / ασυνήθιστες πληρωμές. Συμπλήρωσε πως οι ώρες εργασίας και τα time off εγκρίνονταν από τον Bauer και πως αν είχε εγκρίνει υπερωρίες στον κ.Μωυσίδη θα έπρεπε να είχε φροντίσει να του καταβληθούν κιόλας. Τέλος ανέφερε πως ο ίδιος ενημερώθηκε για πρώτη φορά για τις υπερωρίες του κ.Μωυσίδη στο γραφείο της ΜΚ1 κατά την πρώτη συνάντηση που έγινε στις 08/12/2016 και δήλωσε πως δεν υπήρχε κάτι για το οποίο χρειαζόταν να διαπραγματευτεί με την συνάντηση να λήγει χωρίς αποτέλεσμα. Στις 02/04/2018 ο xxxx ως ανέφερε η ΜΚ1 προσήλθε στο γραφείο της συνοδευόμενη από τον παραπονούμενο και υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση ότι συμφωνεί απόλυτα με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 06/11/2017 (σχετικό το Τεκμήριο 4) και πως σε περίπτωση που κληθεί να μαρτυρήσει ενώπιον Δικαστηρίου θα παραστεί με αποτέλεσμα σύμφωνα με την ΜΚ1 να αποφασιστεί η άσκηση ποινικής δίωξης. Σύμφωνα με την μάρτυρα σε σχέση με την διαφορετική θέση την οποία εξέφρασε ο κατηγορούμενος 2 αναφορικά με αν ο ίδιος ήταν ο μόνος που έγκρινε τις υπερωρίες ως ανέφερε κατά την πρώτη συνάντηση ενώ κατά την δεύτερη συνάντηση ανέφερε ότι μισθούς και υπερωρίες υπέγραφε ο Bauer και αυτός όφειλε να τους πληρώσει κιόλας η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν ρώτησε τον Κατηγορούμενο 2 να δώσει κάποια εξήγηση για αυτές τις εντελώς αντίθετες δηλώσεις. Όσον αφορά τα δύο συμβόλαια εργοδότησης και κατά πόσον παρουσιάζουν κάποιες διαφορές η μάρτυρας ανέφερε βλέποντας το Τεκμήριο 3 ότι αυτά είχαν υπογραφεί και από τα δύο μέρη και σε σχέση με το πρώτο συμβόλαιο ημερομηνίας 17/12/2013 η απασχόληση του παραπονούμενου να είναι από Δευτέρα μέχρι Σάββατο 8 ώρες εβδομαδιαία αλλά όχι περισσότερες από 44 ενώ στο δεύτερο συμβόλαιο 20/01/15 η εργοδότηση ήταν από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή 8 ώρες εβδομαδιαία αλλά όχι περισσότερες από 40, οπότε η εξαήμερη εργασία έγινε πενθήμερη συνεπώς τυχόν εργασία το Σάββατο εξυπακουόταν σύμφωνα με το νέο συμβόλαιο ότι θα αποτελούσε υπερωριακή απασχόληση. Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε σε σχέση με την ισχυριζόμενη διιστάμενη θέση που της μετέφερε ο Κατηγορούμενος 2 κατά τις δύο συναντήσεις τους για το θέμα ποιος τελικά ήταν εξουσιοδοτημένος να εγκρίνει και να πληρώνει τις υπερωρίες του προσωπικού με την μάρτυρα να απαντά ότι ήταν αυτά που της αναφέρθηκαν μετά από συζήτηση που έγινε στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης για τα οποία συνήθως γίνεται μια καταχώρηση σαν ημερολόγιο εργασιών το οποίο όμως δεν υπογράφουν τα εμπλεκόμενα μέρη και απλά τηρείτε από την Λειτουργό μετά το πέρας της συνάντησης. Στην συνέχεια ερωτήθηκε για την αναφορά στις συμφωνίες εργοδότησης σε σχέση με την θέση / ειδικότητα που καθορίστηκε ως Βοηθός Μηχανικός και ότι στην υπό εξέταση περίπτωση ο παραπονούμενος δεν εργοδοτήθηκε ως Μηχανικός αφού σύμφωνα με την υπεράσπιση δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα για να εκτελεί εργασίες μηχανικού ζήτημα για το οποίο δεν διαφώνησε η μάρτυρας αλλά σημείωσε ότι δεν γνωρίζει τα καθήκοντα που εκτελούσε ούτε τα προσόντα για να γνωρίζει κατά πόσον θα μπορούσε να προσληφθεί ως μηχανικός όμως πράγματι περιγράφεται στο συμβόλαιο του «βοήθεια στον μηχανικό, καθάρισμα χώρου». Όσον αφορά την αναφορά επί του Τεκμηρίου 1 από πλευράς παραπονούμενου για ισχυριζόμενη παράνομη απόλυση και την θέση ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί η ΜΚ1 ανέφερε ότι παρά την αναφορά αυτή στο έντυπο υποβολής παραπόνου κάτι τέτοιο δεν διερευνήθηκε από το Τμήμα της αφού περιορίστηκαν στην διερεύνηση που αφορούσε το θέμα των υπερωριών. Τέλος σε ερώτηση με ποια ιδιότητα παρουσιάστηκε κοντά της ο Bauer σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 η ΜΚ1 ανέφερε ότι της παρουσιάστηκε ως πρώην επιστάτης του παραπονούμενου και ως υπάλληλος της εταιρείας. Ο ΜΚ2 που είναι και ο παραπονούμενος στην υπόθεση κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κάπου στο 2013 εργοδοτήθηκε στην κατηγορούμενη 1 στο γκαράζ που αυτή διατηρούσε μετά που τον είχαν συστήσει αφού το χόμπι του ήταν μηχανικός και το συγκεκριμένο γκαράζ την περίοδο εκείνη αντιμετώπιζε προβλήματα με το προσωπικό και εργοδοτήθηκε σαν μηχανικός, βοηθός μηχανικού όπως ανέφερε μέχρι και την ημέρα που τον απέλυσαν. Ο ίδιος προσλήφθηκε στην δουλεία από τον κατηγορούμενο 2 όπως ανέφερε και είχε προϊστάμενο τον xxx Leonide. Στο ίδιο γκαράζ εργοδοτείτο και ο ανιψιός του παραπονούμενου ως μηχανικός και ένεκα της παρουσίας παράνομων μηχανικών ως ανέφερε οι οποίοι είχαν συλληφθεί από τους έξι μηχανικούς έμειναν μόνο δύο ο ίδιος ο παραπονούμενος και ο ανιψιός του οι οποίοι δούλευαν 24 ώρες, στην συνέχεια του ζήτησαν να παραμένει στην δουλειά ως βοηθός μηχανικού και ο ίδιος ως ανέφερε έκανε από όλες τις δουλειές, έπλενε αυτοκίνητα, καθάριζε, έκανε service, τα πάντα γίνονταν ως ανέφερε από τα δύο άτομα που είχαν απομείνει. Σε ερώτηση πόσες μέρες της εβδομάδας δούλευε ο μάρτυρας απάντησε ότι δούλευε 24 ώρες, 7 μέρες την εβδομάδα και σημείωσε ότι από τότε που τον άρχισαν στην δουλειά μέχρι που τον σταμάτησαν ότι δούλευε 24 ώρες το 24ωρο με αποτέλεσμα ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής να ερωτά τον μάρτυρα κατά πόσον αυτό που λέει είναι λίγο υπερβολή και να απαντά ο παραπονούμενος «Ναι, πολύ». Ανέφερε ότι συνέχεια τον έπαιρναν τηλέφωνο αφού είχε 5.000 πελάτες, 60 - 70 ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα και πάντα κάποιος κάτι είχε, ένας λάστιχο, άλλος μπαταρία και τον έπαιρναν τηλέφωνο αφού ήταν ο μόνος που δούλευε 24ωρο αφού στις 18:00 όλοι φεύγανε. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 άρχισαν να έχουν λίστα στην οποία έγραφαν τις ώρες αλλά όταν την έδινε αυτή εξαφανιζόταν με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ως ανέφερε τελευταία να κρατά αντίγραφο αλλά και πάλι δεν του επιστρεφόταν χωρίς να γνωρίζει ο παραλήπτης ότι αυτός κρατούσε αντίγραφα των ωρών υπερωρίας. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 που αφορούσαν τα δύο συμβόλαια εργοδότησης ο μάρτυρας δεν αναγνώρισε την υπογραφή αφού ανέφερε αλλιώς ο ίδιος υπογράφει, παρόλα αυτά ανέφερε ότι για το ζήτημα των υπερωριών η συμφωνία ήταν για την καταβολή του ποσού των €8 την ώρα, δεν ήταν σε θέση όμως να επιβεβαιώσει του κ.Προδρόμου την ερώτηση του κατά πόσον το ποσό των €8 την ώρα αφορούσε κανονικές ώρες υπερωριών ενώ όταν ήταν αργία το ποσό ανερχόταν σε €18, αναφέροντας ότι δεν μπορούσε να θυμάται ακριβώς επειδή είχαν περάσει αρκετά χρόνια. Σε σχέση με την πληρωμή των υπερωριών ανέφερε ότι ετοίμαζε σχετική λίστα όπως αυτή που παρέδωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις οι οποίες ήταν 3 - 4 λίστες που εξαφανίστηκαν. Όταν τα έδινε έπαιρνε αρχικά €300 ενώ σε μεγαλύτερο ποσό ύψους €800 του δόθηκαν €300 μετά όμως η λίστα χάθηκε και το θέμα έκλεισε μόνο του ως ανέφερε. Ανέφερε ότι ήταν αναγκασμένος να δουλεύει πολλές ώρες για να τα βγάζει πέρα λόγω των οικονομικών του αναγκών με τον ίδιο να επιμένει ότι συνέχιζε να δουλεύει πάντα 24 ώρες. Όσον αφορά τη λίστα με τις υπερωρίες ο παραπονούμενος ανέφερε ότι όταν ετοιμαζόταν η λίστα υπέγραφε ο αρχιμηχανικός ο Γερμανός ο οποίος υπέγραφε τις ώρες και στην συνέχεια δινόταν στον κατηγορούμενο 2 και όταν απουσίαζε τις παραλάμβανε άλλο πρόσωπο όμως δεν υπέγραφαν οτιδήποτε. Σημείωσε ότι κάθε Δευτέρα γινόταν συνάντηση στην οποία ο καθένας έδινε τις λίστες του και αναφέρονταν όλα τα προβλήματα που υπήρχαν στον γκαράζ, ενώ οι υπερωρίες πληρώνονταν από τον κατηγορούμενο 2 ως ανέφερε σε μετρητά και δεν υπέγραφαν οποιοδήποτε χαρτί. Στην συνέχεια στον μάρτυρα υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1 που αφορά το έντυπο κατάθεσης λειτουργού και ερωτήθηκε κατά πόσον φέρει την υπογραφεί του με τον μάρτυρα να απαντά ότι μοιάζει με την υπογραφή του. Στο εν λόγω έντυπο κατέγραψε ότι απαιτεί τις υπερωρίες του ενώ σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα ο πίνακας που επισυνάπτετε επί του Τεκμηρίου 1 έχει ετοιμαστεί από τον ίδιο στην Ρωσική αφού ο κάθε υπάλληλος έγγραφε τον δικό του πίνακα με τον δικό του τρόπο. Ετοίμασε όμως και παρουσίασε μετάφραση του πίνακα στην Ελληνική Γλώσσα (Τεκμήριο 5) που ετοίμασε ο ίδιος και στην οποία μετάφραση αναγράφει ακριβώς αυτά που γράφει το ρωσικό κείμενο προσθέτοντας στην συνέχεια ότι η μετάφραση στην ελληνική έγινε όσο καλύτερα μπορούσε αφού έγραψε τις ώρες, σε τι αυτοκίνητα εργάστηκε, ποίες δουλειές έκανε, τις ώρες εργασίας και υπέγραφε ο αρχιμηχανικός. Σύμφωνα με τον μάρτυρα στην πρώτη στήλη παρουσιάζεται η ημερομηνία, η τρίτη αφορά τα αυτοκίνητα, η τέταρτη τις δουλείες που γίνονταν, η πέμπτη παρουσιάζει τις ώρες εργασίας και η έκτη το ποσό. Η πρώτη ημερομηνία ξεκινά στις 03/09/2014 και τελειώνει στις 03/07/2015 σημειώνοντας ότι για την περίοδο αυτή ζητούσε να πληρωθεί όμως του αναφερόταν ότι θα κανονιστεί σιγά - σιγά αφού υπήρχαν δυσκολίες ενώ του έδιναν μια φορά €100, κάπου στα €300 μετά ακόμα €50, €100 δύο με τρεις φορές. Σε σχέση με το ποσό των €2.000 κατά πόσον το υπολόγισε ο ίδιος η το Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων ο μάρτυρας ανέφερε ότι το μέτρησαν όλοι μαζί και ο αρχιμηχανικός υπόγραφε. Εν τέλει ως ανέφερε απολύθηκε από την εργασία του αφού του δόθηκε προειδοποίηση την οποία αναγνώρισε ως την δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 1 και ανέφερε ότι του υπόσχονταν ότι θα πληρωνόταν χωρίς όμως εν τέλει να πληρωθεί και συνεχίζει να θέλει μέχρι σήμερα το ποσό των €2.000 το οποίο δούλεψε ως αναφέρει. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 επιβεβαίωσε ότι πριν να εργαστεί στο συγκεκριμένο γκαράζ εργαζόταν στις οικοδομές και παράλληλα εργαζόταν και ως μηχανικός ή βοηθός μηχανικός αφού το είχε ως χόμπι και κυρίως ασχολείτο τα Σαββατοκυρίακα και τις γιορτές με το αυτοκίνητο. Όταν βρήκε όμως εργασία στην Κατηγορούμενη 1 ως βοηθός μηχανικός σταμάτησε να εργάζεται στις οικοδομές. Σε ερώτηση αν αντιλαμβάνεται ότι ως βοηθός μηχανικός και όχι προσοντούχος και εγγεγραμμένος μηχανικός εκτελεί περιορισμένες εργασίες ο μάρτυρας ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι είχε δηλωθεί ως βοηθός μηχανικός αυτός εκτελούσε δουλειές μηχανικού και ο λόγος κατά τον μάρτυρα που δηλώθηκε ως βοηθός μηχανικός ήταν για να λαμβάνει λιγότερο μισθό αναφέροντας επιπρόσθετα ότι ο ίδιος είναι προσοντούχος μηχανικός στην Κύπρο αφού κατέχει σχετικό δίπλωμα από την Τεχνική Σχολή Λεμεσού. Σε σχέση με τις υπογραφές επί του Τεκμηρίου 3 που αφορά τα συμβόλαια εργοδότησης ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι οι υπογραφές που του υποδείχθηκαν δεν έμοιαζαν με την δική του και έδωσε ως εξήγηση σε ερώτηση κάτω από ποιες συνθήκες βρέθηκαν τότε τα συγκεκριμένα έγγραφα στην κατοχή του αναφέροντας ότι ο ίδιος δεν είχε μόνο αυτό το έγγραφο αλλά και πολλά άλλα τα οποία δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς λόγω της παρέλευσης των πέντε ετών και σχετίζονταν με το γκαράζ το οποίο δούλευε και τα οποία τα είχε παραδώσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως ανέφερε. Σε σχέση με τις ώρες εργασίας του ο μάρτυρας ερωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι αυτές καθορίζονταν σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 σε οκτώ ώρες ημερησίως ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι εργαζόταν 24 ώρες την ημέρα. Ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι πρόκειτο για οκτάωρη εργασία από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή όμως συνέχισε να υποστηρίζει ότι λόγω του ότι δεν υπήρχε κανένας μηχανικός μέσα στο γκαράζ αφού ήταν όλοι παράνομοι και βρίσκονταν στην φυλακή μόνο ο ίδιος με τον ανιψιό του δούλευαν με αποτέλεσμα να χρειάζεται να τους φωνάζουν και το Σάββατο και τις Κυριακές αλλά συνέχισε να επιμένει στην θέση ότι εργαζόταν μέχρι και 24 ώρες την ημέρα αφού είχαν αυτοκίνητα στο γκαράζ και έπρεπε επίσης να τρέχει και με το αυτοκίνητο της εταιρείας στους πελάτες. Όσον αφορά την ύπαρξη δύο συμβολαίων εργοδότησης και για τον λόγο που υπάρχουν δύο συμφωνίες ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε αλλά συνέχισε και ανέφερε ότι νομίζει ότι αρχικά με το πρώτο συμβόλαιο ο μισθός ήταν μεγαλύτερος από το δεύτερο συμβόλαιο που δηλώθηκε λιγότερος μισθός. Σε σχέση με την διατήρηση του πίνακα με τις ώρες που εργαζόταν υπερωριακά ανέφερε ότι αυτός δεν παρουσιαζόταν κάθε Δευτέρα στην εταιρεία αλλά όποτε ερχόταν ο Κατηγορούμενος 2 στην εργασία που ήταν μια φορά στους πέντε μήνες ή μία φορά στους τέσσερις μήνες αφού αυτός δεν ερχόταν συχνά επιβεβαιώνοντας ότι τον πλήρωνε περιοδικά δίδοντας του το ποσό των €300 μια φορά και στην συνέχεια το ποσό των €100, €50 και €200 τα οποία αφορούν υπερωρίες ως ανέφερε. Σε ερώτηση για ποιο λόγο αφού η εταιρεία κατέβαλε υπερωριακή εργασία ως επιβεβαίωσε και ο ΜΚ2 γιατί να αρνείται να πληρώσει και το ποσό των €2.000 ο ΜΚ2 απάντησε ότι δεν πληρώθηκε όλο το ποσό αφού αντί €2.000 έδωσε €100, μετά έδωσε €300 και επέμενε ότι δεν δόθηκε όλο το ποσό. Όσον αφορά τον χρόνο υποβολής του παραπόνου του που έλαβε χώρα στις 15/11/2016 και την καθυστέρηση στην υποβολή του λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υπερωρίες αφορούν τα έτη 2014 και 2015 ο μάρτυρας απάντησε ότι την ερώτηση αυτή θα πρέπει να την θέσει του Κατηγορούμενου 2 και συνέχισε αναφέροντας ότι του έδινε €100 και συνέχιζε να του λέει ότι θα τον πληρώσει σιγά σιγά και από την στιγμή που είχε μισθό και περνούσε πίστευε ότι θα τον πληρώσει. Σημείωσε περαιτέρω ότι ο ίδιος επέλεξε να διεκδικήσει τις συγκεκριμένες υπερωρίες μέσω της καταγγελίας του αντί να αποταθεί και να λάβει πλεονασμό ενέργεια την οποία ως ισχυρίστηκε έπραξαν και πολλοί άλλοι που επίσης δεν πληρώθηκαν ενώ δούλεψαν υπερωρίες αλλά έλαβαν πλεονασμό με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην λάβει περίπου ποσό ύψους €4.700 ποσό που κατά τον ίδιο δικαιούτουν ως πλεονασμό αλλά προχώρησε την καταγγελία του. Απέρριψε την θέση που του υποβλήθηκε ότι η καταγγελία έγινε εκ του πονηρού και για προσωπικούς λόγους μετά την απόλυση του από την εταιρεία με τον ίδιο να σημειώνει ότι θέλει τα λεφτά από τις υπερωρίες του και ότι η απόλυση του έγινε γιατί δεν ήθελαν να τον πληρώνουν αφού γνώριζαν ότι σε περίπτωση απόλυσης κανένας δεν θα πήγαινε να διεκδικήσει ένα χιλιάρικο και να πάει στο Δικαστήριο για χρόνια. Σε σχέση με τον χρόνο σύνταξης του Τεκμηρίου 5 ανέφερε ότι κάθε φορά που εκτελούσε εργασία σημείωνε την ημερομηνία σε αυτό και ο λόγος ως ανέφερε σε σχετική ερώτηση γιατί δεν υπάρχει πουθενά αναγραφή για εργασία 30 λεπτών ή 45 λεπτών παρά μόνο μία ή δύο ή τρεις ώρες ήταν γιατί οι ώρες εργασίας για συγκεκριμένες εργασίες ήταν συγκεκριμένες και αφορούσαν την εκτέλεση εργασίας μέσα στο γκαράζ. Η εν λόγω λίστα ως ανέφερε έχει εγκριθεί από τον κ.Rudolf Bauer ο οποίος ήταν ο προϊστάμενος του, την πρώτη λίστα ως ανέφερε που δεν υπάρχει την είχε παραδώσει ο ίδιος προσωπικά στον Κατηγορούμενο 2 ενώ αυτές που κράτησε αντίγραφο τις έδωσε του αρχιμηχανικού. Όσον αφορά τις αναγραφές στην λίστα που παρουσιάστηκε και συγκεκριμένη αναφορά για ποσό που πληρώθηκε ύψους €684 ο μάρτυρας ανέφερε ότι επρόκειτο για ποσό που ο ίδιος πλήρωσε για την επιδιόρθωση του οχήματος του για την αγορά εξαρτημάτων τις αποδείξεις των οποίων κατέχει και ότι όλες οι υπερωρίες αφορούσαν αυτοκίνητα των πελατών. Επέμενε στην θέση ότι ο ίδιος απολύθηκε για να μην του πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά υπερωριών αφού δεν πίστευαν ότι θα έφτανε μέχρι εδώ και απέρριψε την θέση ότι αυτός απολύθηκε λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών. Παρά το ότι συμφώνησε ότι δεν γνωρίζει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας ανέφερε ότι η εταιρεία προχώρησε στην πρόσληψη τριών μηχανικών πριν την δική του απόλυση. Επιβεβαίωσε όμως στην συνέχεια ότι στις συναντήσεις που γίνονταν τους αναφερόταν ότι πάνε καλά και κάποιες άλλες φορές ότι δεν πάνε καλά, και ότι έχουν δυσκολίες. Τέλος ερωτηθείς ο ΜΚ2 για τις σχέσεις που είχε με τον Rudolf Bauer απάντησε ότι ήταν ο αρχιμηχανικός της εταιρείας και συνάδελφος του όπως και όλοι οι άλλοι με τον οποίο όπως και με τους άλλους που εργάζονταν στο γκαράζ είχαν φιλικές σχέσεις. Δεν μπορούσε όμως να γνωρίζει μέχρι ποιου βαθμού ήταν η εξουσιοδότηση που είχε από τον Κατηγορούμενο
  5. Ο ΜΚ3 ο οποίος παρουσιάστηκε ως τελευταίος μάρτυρας προς στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι κατάγεται από την Γερμανία και βρισκόταν στην Κύπρο από τον Φεβρουάριο του 2013 μέχρι και το έτος 2015 όπου επέστρεψε πίσω στην Γερμανία. Επέστρεψε εκ νέου στην Κύπρο και βρίσκεται εδώ τα τελευταία τρία χρόνια ως ανέφερε. Σε σχέση με το διάστημα 2013 με 2015 που βρισκόταν στην Κύπρο ανέφερε ότι εργοδοτήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 και ήταν ο κύριος μηχανικός της εταιρείας αφού είχε τόσο την ειδικότητα του μηχανολόγου όσο και του ηλεκτρολόγου και επιδιόρθωνε οχήματα σε αυτήν. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 ως τον Διευθυντή της εταιρείας στην οποία εργοδοτείτο ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που του έδινε οδηγίες για την δουλειά του και ως ανέφερε εργοδοτήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 για την περίοδο από 01/03/2013 μέχρι και τις 15/12/
  6. Αναφορικά με τον παραπονούμενο XXXXX Μωυσίδη ο ΜΚ3 ανέφερε ότι τον γνωρίζει αφού είχε προσληφθεί ως βοηθός μηχανικός και δούλευε ήδη στην εταιρεία πριν ο ίδιος ξεκινήσει να εργάζεται σε αυτήν. Ο ΜΚ3 ως ανέφερε ήταν ο επιστάτης του παραπονούμενου και ήταν το πρόσωπο που του ανέθετε την διενέργεια εργασιών. Δούλευαν μεταξύ των ωρών 08:00 με 17:00 ωράριο το οποίο συμπεριλάμβανε διάλυμα για πρωινό και μεσημεριανό αλλά πολλές φορές που είχαν περισσότερη δουλειά χρειαζόταν να μένουν περισσότερο στην εργασία τους και συνεπώς για τις επιπρόσθετες ώρες αυτές πληρώνονταν επιπρόσθετα από την εργοδότρια. Όσον αφορά τους υπαλλήλους / μηχανικούς που εργάζονταν τις επιπρόσθετες ώρες ως ανέφερε ο ΜΚ3 διατηρούσαν ως ανέφερε κάποιο έγγραφο στο οποίο ανέγραφαν πάνω τις ώρες που δούλεψαν, τα στοιχεία του αυτοκινήτου που εργάστηκαν και τι εργασίες έκαναν σε αυτό και ο ίδιος αφού τις σύγκρινε τις υπέγραφε προς επιβεβαίωση. Ως ανέφερε ο ίδιος προέβαινε στην επιβεβαίωση των υπερωριών και δεν γνώριζε αν έκαμνε οποιαδήποτε επιβεβαίωση και ο Κατηγορούμενος 2 επαναλαμβάνοντας ότι ο ίδιος έλεγχε και επιβεβαίωνε τις υπερωρίες και τις πλήρωνε η εταιρεία όπως συνέβηκε και με την περίπτωση του παραπονούμενου. Δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει αν ο παραπονούμενους είχε η όχι πληρωθεί από την εργοδότρια εταιρεία αφού ο ίδιος δεν ασχολείτο με την οικονομική διαχείριση του εργοδότη. Όταν υποδείχθηκε στον ΜΚ3 το Τεκμήριο 5 επιβεβαίωσε ότι το έγγραφο αυτό που αφορά τις υπερωρίες του παραπονούμενου έχει ελεγχθεί και υπογραφεί από τον ίδιο. Σε διευκρινιστική ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής αν η εταιρεία του κατέβαλε Κοινωνικές Ασφαλίσεις ο μάρτυρας απάντησε ότι ο ίδιος λάμβανε το ποσό των €800 και από το ποσό αυτό του αφαιρούνταν και οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ερωτηθείς για το πότε αποχώρησε από την Κύπρο ο ίδιος ανέφερε αρχές Φεβρουαρίου
  7. Ο μάρτυρας είδε επίσης και αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως έγγραφο το οποίο φέρει την υπογραφή του και υιοθέτησε το περιεχόμενο του. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι εργοδοτούμενος του δεν ήταν ο Κατηγορούμενος 2 αλλά η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Όσον αφορά τα καθήκοντα του παραπονούμενου ανέφερε ότι αυτός πήγαινε στους πελάτες για να τους βοηθήσει και για έκτακτα service. Κατά την διάρκεια της ημέρας βοηθούνε τους μηχανικούς προέβαινε σε καθαριότητες και όταν υπήρχε πολύ δουλειά έκανε και επιδιορθώσεις στα οχήματα. Ο ΜΚ3 ως ανέφερε δεν γνώριζε για το τι είδους συμφωνίες γίνονταν αναφορικά με τις υπερωρίες και ο ίδιος επανέλαβε ότι επιβεβαίωνε μόνο πόσες υπερωρίες έχουν γίνει και τίποτε άλλο. Ήταν επίσης η θέση του ότι δεν γνώριζε ούτε για την ύπαρξη δύο λογισμικών συστημάτων της εταιρείας στα οποία αναγράφονταν τυχόν υπερωρίες και επανέλαβε ότι η δική του εμπλοκή αφορούσε την υπογραφή του εντύπου που του έφερναν οι μηχανικοί και το οποίο επιβεβαίωνε. Σε ερώτηση κατά πόσον γνωρίζει άλλο υπάλληλο εκτός από τον παραπονούμενο που να έχει παράπονο από την εργοδότρια εταιρεία αναφορικά με προβλήματα πληρωμής ο μάρτυρας απάντησε ότι ο ίδιος επιβεβαίωνε μόνο και για τα θέματα πληρωμής δεν γνωρίζει οτιδήποτε. Λόγω της ύπαρξης αρκετής δουλειάς ως ανέφερε σχεδόν όλοι οι μηχανικοί έμεναν μέχρι αργά. Σε νέα ερώτηση κατά πόσον γνώριζε αν άλλοι μηχανικοί υπέβαλαν απαίτηση για την μη καταβολή υπερωριών ο ΜΚ3 απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν αφορούσε τον ίδιο αλλά τον εργοδοτούμενο. Τέλος σε ερώτηση πόσο συχνά έδινε στην εταιρεία ή στον διευθυντή της τις αναφορές για τις υπερωριακές εργασίες ώστε να τύχουν έγκρισης ανέφερε ότι ο ίδιος καμία φορά δεν τις έδωσε και το ποιο πιθανόν ήταν να τις έδιναν οι ίδιοι οι μηχανικοί. Η κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία: Σε συνέχεια της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου για το εκ πρώτης όψεως στάδιο με την οποία κάλεσε σε απολογία τους Κατηγορούμενους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν αυτοί επέλεξαν όπως παρουσιάσουν μαρτυρία μέσω του Κατηγορούμενου 2 και μαρτύρων υπεράσπισης ήτοι της κας Λιάνας Μποτακίδου (ΜΥ1), του κ.Slava Leonov (ΜΥ2), και τέλος του κ.Maxim Yiakousiev (ΜΥ3). Ο Κατηγορούμενος 2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι Διευθυντής και μέτοχος της Κατηγορούμενης 1 η οποία είναι μέλος του Ομίλου Εταιρειών Orpheus. Ο ίδιος ως ανέφερε είναι και ο Πρόξενος της Δημοκρατίας του Καζακστάν στην Κύπρο. Σε σχέση με τον παραπονούμενο ανέφερε ότι αυτός εργοδοτείτο στην Κατηγορούμενη 1 από τον Δεκέμβριο του 2013 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2016 όπου και τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του γιατί δεν είχε την κατάλληλη κατάρτιση και τσακωνόταν με άλλους εργαζόμενους. Είδε και αναγνώρισε επί του Τεκμηρίου 1 την επιστολή ημερομηνίας 10/10/2016 ως την προειδοποιητική επιστολή τερματισμού που δόθηκε στον παραπονούμενο σημειώνοντας ότι είχαν επίσης ενημερώσει προφορικά αυτόν και τρεις μήνες περίπου προηγουμένως η δε Κατηγορούμενη 1 ως ανάφερε κατά την περίοδο που διευθυντής ήταν ο Bauer αντιμετώπιζε αρκετές οικονομικές δυσκολίες. Ανέφερε σε σχετική ερώτηση ότι στο γκαράζ δεν είχαν υπερωρίες και δεν εργάζονταν το απόγευμα μετά τις 1700 σημειώνοντας όμως ότι ο παραπονούμενος μερικές φόρες ζητούσε να μείνει να επιδιορθώσει το προσωπικό του όχημα για το οποίο αγόραζε και εξαρτήματα. Άλλες περιπτώσεις ο ίδιος δεν γνώριζε καθότι δεν βρισκόταν ο ίδιος προσωπικά στο γραφείο. Σε σχέση με το Τεκμήριο 6 που κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι πρόκειται για δείγμα καθημερινής κατάστασης των εργασιών του γκαράζ αναφέροντας ότι σε σχέση με το παράπονο του παραπονούμενου ο ίδιος δεν είχε δει οποιαδήποτε τέτοια εργασία ή υπερωρίες ούτε να υπάρχουν επιπλέον έξοδα που σχετίζονταν με την εργασία του αφού σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο 2 όλες οι τυχόν υποχρεώσεις διευθετούνταν τέλος έκαστου μηνός και δεν έμεναν εκκρεμότητες. Όλοι διευθυντές της εταιρείας σημείωσε είχαν πρόσβαση στον τραπεζικό λογαριασμό όλες οι εκκρεμότητες διευθετούνταν ενώ τα τελευταία 10 χρόνια που υπάρχει η εταιρεία δεν άργησαν ως ανέφερε ποτέ στην διενέργεια των πληρωμών τους. Για το παράπονο του Μωυσίδη ο ίδιος ενημερώθηκε πρώτη φορά από το Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων δηλαδή όχι πριν τις 15/11/2016 αφού έλαβε τηλεφωνική ενημέρωση μετά που ο παραπονούμενος είχε απολυθεί ενώ δεν είχε ενημερωθεί για το ζήτημα αυτό από τον παραπονούμενο καθόλη την διάρκεια που αυτός εργοδοτείτο κοντά τους. Τέλος σε σχέση με τον Bauer ανέφερε ότι αυτός εργαζόταν στην Κατηγορούμενη 1 ως Διευθυντής δηλαδή ήταν υπεύθυνος για όλες τις εργασίες του γκαράζ, είχε πρόσβαση στην Τράπεζα και έκανε τις απαραίτητες πληρωμές σε συνεργάτες και εργαζομένους σημειώνοντας ότι ο ίδιος αναγκαζόταν να βάζει από δικά του χρήματα για να μπορεί να εργάζεται η εταιρεία καθ΄ όλη την περίοδο που την διεύθυνση είχε το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι το γραφείο του ιδίου δεν βρίσκεται στον εργασιακό χώρος της Κατηγορούμενης 1 αλλά ενημερωνόταν μέσω καμερών που διέθετε ο χώρος και λάμβανε επίσης ενημέρωση καθημερινά μέχρι τις 17:00 που έκλειναν. Σε σχέση με τις εργασίες της κατηγορούμενης 1 ανέφερε ότι πρόκειτο για εταιρεία η οποία επιδιόρθωνε οχήματα και η οποία διέθετε και 24ώρη τηλεφωνική γραμμή εξυπηρέτησης των πελατών της για την παροχή έκτακτης βοήθειας σε πελάτες της εταιρείας οι οποίοι επικοινωνούσαν τηλεφωνικά με τον μηχανικό και ο οποίος πληρωνόταν απευθείας από τους πελάτες αφού ως ανέφερε η παροχή της υπηρεσίας αυτής δεν γινόταν στα πλαίσια της εργασίας τους. Σε ερώτηση για τον λόγο που η πληρωμή γινόταν απευθείας στους μηχανικούς και όχι μέσω της Κατηγορούμενης 1 αφού η 24ωρη βοήθεια παρεχόταν μέσω της εταιρείας ο ίδιος απλά περιορίστηκε να απαντήσει ότι τέτοια βοήθεια ήταν πολύ σπάνια και σε περίπτωση που υπήρχε τέτοιο συμβάν ο ίδιος δεν ενημερωνόταν. Σε ερώτηση για το ποιος ήταν υπεύθυνος για τις υπερωρίες και πληρωμές της εταιρείας επανέλαβε ότι δεν εργάζονταν υπερωρίες και ότι μόνο όταν οι μηχανικοί της εταιρείας ήθελαν να επιδιορθώσουν δικά τους αυτοκίνητα έμεναν μετά τις 17:00 και ότι δεν υπήρχε υπεύθυνος για τις υπερωρίες και τις πληρωμές τους καθότι δεν υπήρχαν υπερωρίες. Επιβεβαίωσε την επικοινωνία που είχε με την Λειτουργό του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων και την παρουσία του σε κατ΄ ιδίαν συνάντηση που παρευρισκόταν και ο παραπονούμενος αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί μετά βεβαιότητας αν είχε μεταβεί και δεύτερη φόρα στα γραφεία του Τμήματος. Σε σχέση με το κατά πόσον υπήρχαν η όχι υπερωρίες ερωτήθηκε ξανά από τον δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής με τον Κατηγορούμενο 2 να απαντά ότι ο ίδιος δεν είχε οποιεσδήποτε πληροφορίες για οποιεσδήποτε υπερωρίες και ερωτηθείς για τον λόγο που στα συμβόλαια εργοδότησης του παραπονούμενου γίνεται αναφορά σε υπερωριακή απασχόληση ύψους €8 την ώρα για κανονική ημέρα και €16 την ώρα για τα Σαββατοκυρίακα αυτός ανέφερε ότι το συμβόλαιο αυτό αν και υπογράφηκε από τον ίδιο έγινε σε άλλη ημερομηνία μετά από εισήγηση του παραπονούμενου όταν αυτός είχε ήδη απολυθεί από την εταιρεία και είχε αναφέρει ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει το συμβόλαιο του για να το παραδώσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ζήτησε όπως του δοθεί καινούργιο σημειώνοντας όμως ότι τα έγγραφα αυτά τα είχε φέρει ο παραπονούμενος. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 (πρώτο συμβόλαιο) ο ίδιος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πως βρέθηκε στην κατοχή του παραπονούμενου το αυθεντικό ενώ αυτό είχε απωλεσθεί από την εταιρεία ως είχε ενημερωθεί και μάλιστα δεν γνωρίζει ούτε ποιος το υπέγραψε για λογαριασμό της εταιρείας αφού δεν έφερε την υπογραφή του. Αναφορικά με το δεύτερο συμβόλαιο του Τεκμηρίου 3 αναγνώρισε την υπογραφή του και ανέφερε ότι πρόκειτο για το συμβόλαιο που του είχε ζητήσει ο παραπονούμενος να του το υπογράψει γιατί είχε χαθεί. Ο ίδιος αρνήθηκε υποβολή ότι ο παραπονούμενος είχε εργαστεί υπερωρίες ενώ βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του Bauer και ότι για προσωπικούς λόγους αρνούνταν να του τις καταβάλουν σημειώνοντας ότι ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό λόγο για τον οποιονδήποτε και δεν θα ήταν λογικό να ξοδέψει μερικές χιλιάδες ευρώ και να αναγκάζεται να έρχεται από διάφορες χώρες στο Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή αλλά δεν θα μπορούσε να μην το πράξει γιατί δεν θα επέτρεπε σε δύο πρώην συμφωνημένους εργαζόμενους με τα δικά τους προσωπικά συμφέροντα να του πάρουν χρήματα με πλαστογραφημένο έγγραφο και συνομωσία. Ο ίδιος δεν δέχεται εκβιασμούς από τον οποιοδήποτε ως ανέφερε και το να απαιτούν χρήματα για τα οποία δεν εργάστηκαν. H ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι από τα τέλη του 2014 μέχρι και σήμερα εργάζεται στην Κατηγορούμενη 1 και γνωρίζει τον παραπονούμενο ο οποίος ήδη εργαζόταν ως βοηθός μηχανικός στην εταιρεία όταν η ίδια εργοδοτήθηκε με καθήκοντα να παίρνει και να φέρνει πελάτες, να μεταφέρει κάποια πράγματα, να σκουπίζει και να καθαρίζει και να προβαίνει σε ένα απλό service. Σε ερώτηση πώς γίνονταν οι πληρωμές μισθών και άλλων ωφελημάτων από την Κατηγορούμενη 1 ανέφερε ότι γινόταν τραπεζική μεταφορά αρχές έκαστου μηνός και δεν γνώριζε για την περίοδο 2014 - 2016 για τυχόν υπερωρίες υπαλλήλων ή του παραπονούμενου η για τυχόν συμφωνία του παραπονούμενο με τον Διευθυντή. Η ίδια ανέφερε ότι η εταιρεία άνοιγε στις 08:00 και έκλεινε στις 17:00 και επιδιόρθωναν αυτοκίνητα. Σε ερώτηση κατά πόσον έχει δει τον παραπονούμενο να μένει στην εργασία μετά τις 17:00 και να εργάζεται αυτή απάντησε ότι η ίδια δεν τον έχει δει να μένει αλλά ως ανέφερε μπορούσε ο ίδιος να μείνει για να πλύνει το δικό του αυτοκίνητο η να του αλλάξει το λάδι. Σύμφωνα με την ίδια η Κατηγορούμενη 1 εξ όσων γνωρίζει δεν έχει καθυστερήσει στην πληρωμή μισθών ή ωφελημάτων προς τους υπαλλήλους της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τις τραπεζικές μεταφορές και γενικά τις τραπεζικές κινήσεις της εταιρείας τις έκανε ο Διευθυντής της εταιρείας Rudolf Bauer. Ως ανέφερε σε σχετική ερώτηση η εταιρεία έχει σήμερα 24ωρη εξυπηρέτηση πελατών σε περίπτωση που αυτοί αντιμετώπιζαν μηχανικό πρόβλημα ή βλάβη ή έμεναν από λάστιχο αλλά το 2014 δεν είχε τέτοια εξυπηρέτηση όμως ο πελάτης μπορούσε να τηλεφωνήσει στην εταιρεία η οποία έστελνε μηχανικό τον οποίο ο πελάτης πλήρωνε απευθείας και η εταιρεία τα περνούσε μετά στο σύστημα της. Σε υποβολή ότι η παρουσία της σήμερα είναι με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τον εργοδότη της η μάρτυρας απάντησε ότι η ίδια λέει την αλήθεια και τα πράγματα όπως ήταν αναφέροντας όμως ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο Bauer έγκρινε στον παραπονούμενο υπερωρίες αλλά ως ανέφερε στο σύστημα της εταιρείας το οποίο τέθηκε σε λειτουργία από την πρώτη ημέρα λειτουργίας της δεν φαίνονται τέτοιες υπερωρίες. Ο ΜΥ2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατά την περίοδο 2013 με 2014 εργαζόταν ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 με καθήκοντα την διοίκηση της εταιρείας. Ο ίδιος ανέφερε ότι γνωρίζει τον παραπονούμενο ο οποίος εργαζόταν στην εταιρεία τον οποίο προσέλαβαν όταν ανοίχτηκε θέση οδηγού - μεταφορέα εξαρτημάτων. Επειδή εκεί δούλευε ο ανιψιός του παραπονούμενου ο πρώτος είχε φέρει τον τελευταίο και προσλήφθηκε για την θέση του οδηγού, βοηθού μηχανικού και βοηθούσε περισσότερο τον ανιψιό του που εργαζόταν ως μηχανικός στην εταιρεία. Σε ερώτηση κατά πόσον είναι εις γνώση του οποιαδήποτε υπερωριακή απασχόληση όταν εργαζόταν και ο ίδιος στην εταιρεία ανέφερε ότι υπήρχαν κάποιες περιπτώσεις που κάποιοι εργάζονταν υπερωρίες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι σήμερα δεν εργάζεται στην Κατηγορούμενη 1 στην οποία εργαζόταν ως ανέφερε μέχρι τον Μάρτιο 2014 συνεπώς δεν μπορούσε να απαντήσει σε οτιδήποτε αφορούσε περίοδο άλλη από αυτήν που ο ίδιος εργοδοτήθηκε και ιδίως στην ερώτηση κάτω από ποιο καθεστώς εργαζόταν η εταιρεία όταν ανέλαβε την διεύθυνση αυτής ο Bauer. Ο ΜΥ3 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εργάζεται στην Κατηγορούμενη 1 ως Διευθυντής και γνωρίζει τον παραπονούμενο. Σε ερώτηση κατά πόσον είναι εις γνώση του οποιαδήποτε υπερωριακή απασχόληση του παραπονούμενου ανέφερε ότι δεν θυμάται κάτι τέτοιο και ότι όλοι τέλειωναν την εργασία τους στις
  8. Ως ανέφερε ο μάρτυρας ο παραπονούμενος του είχε πει όταν απολύθηκε ότι του χρωστούσαν κάποιες υπερωρίες αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να το σχολιάσει και τον παράπεμψε να δει τον προϊστάμενο του. Όσον αφορά τον λόγο απόλυσης του ανέφερε ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν πολύ επαγγελματίας ως μηχανικός και λήφθηκε απόφαση από την εταιρεία όπως βρει αλλού εργασία. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι ένας υπάλληλος που θα απολυθεί πρέπει να λάβει όλα του τα χρήματα από την εταιρεία νοουμένου φυσικά ότι του οφείλονται τέτοια χρήματα. Σε σχέση με τον Bauer ανέφερε ήταν στην εταιρεία πριν από την εργοδότηση του ιδίου ο οποίος είχε πάει τέλη του 2015 αλλά ως Διευθυντής αργότερα ανέλαβε καθήκοντα. Με τον παραπονούμενο συνεργάστηκε περίπου μισό χρόνο αλλά δεν μπορούσε ως ανέφερε να θυμηθεί ακριβώς. Σε ερώτηση αν του αναφέρθηκε ο λόγος που θα ερχόταν στο Δικαστήριο ανέφερε ότι τον ενημέρωσε ο δικηγόρος της εταιρείας ότι θα έπρεπε να έρθει να απαντήσει σε σχετικές ερωτήσεις και σημείωσε ότι γνώριζε για ποια υπόθεση ήρθε στο Δικαστήριο εξού και αναφέρθηκε στον Μωυσίδη ως τον παραπονούμενο. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον εργοδότη του αναφέροντας ότι ο ίδιος ήρθε να απαντήσει σε ερωτήσεις και δεν υπερασπίζεται ούτε κατηγορεί κανέναν. Επέμενε στη θέση ότι για τα έτη 2015 και 2016 δεν θυμάται να υπήρχαν υπερωρίες αφού όλοι εργάζονταν μέχρι τις 17:00 όπου και έκλειναν. Όσον αφορά για την βοήθεια που παρείχαν σε πελάτες τους μετά τις 17:00 ο μάρτυρας ανέφερε ότι τους μηχανικούς τους πλήρωνε απευθείας ο πελάτης. Τέλος ανέφερε ότι δεν μπορεί να σχολιάσει υποβολή του κ.Προδρόμου ότι ο παραπονούμενος με οδηγίες προϊστάμενου του εκτελούσε υπερωρίες και για τις οποίες θα πρέπει να τις πληρωθεί αφού ως ανέφερε δεν είχε γνώση τέτοιου πράγματος. Οι Αγορεύσεις: Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης ότι η Κατηγορούσα Αρχή στην υπό εξέταση υπόθεση απέτυχε να παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για στοιχειοθέτηση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Σύμφωνα με τον συνήγορο η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής περιλαμβάνει αντιφάσεις και ανακρίβειες τονίζοντας ιδιαίτερα ότι αυτή περιλαμβάνει μάλιστα κατασκευασμένους ισχυρισμούς. Ήταν η θέση του συνήγορου υπεράσπισης ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δεν αποδείχθηκε ότι ο παραπονούμενος του ζητήθηκε να εργαστεί υπερωρίες ή ότι αυτός εργάστηκε υπερωρίες ενώ το παράπονο του έγινε μετά που αυτός είχε απολυθεί με καθυστέρηση. Σημείωσε μάλιστα με παραπομπή σε σχετική νομολογία ότι σε περίπτωση που στο τέλος της υπόθεσης μένει η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Σε σχέση με την ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου 2 ο συνήγορος του αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 για την στοιχειοθέτηση του με εισήγηση ότι ούτε η ευθύνη του Κατηγορούμενου 2 μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Από την αντίπερα όχθη ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε αρχικά στην σπουδαιότητα του υπό εξέταση νομοθετήματος ήτοι του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου και τις επιπτώσεις που αυτό φέρει σε περίπτωση παραβιάσεων του ιδίως την μη καταβολή μισθών. Ως ανέφερε και η υπερωριακή απασχόληση που δεν πληρώνεται στοιχειοθετεί το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής μισθού αφού ο μισθός περιλαμβάνει και την υπερωριακή εργασία. Σε σχέση με την τεθείσα μαρτυρία από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ο κ.Προδρόμου ότι αυτή θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστη και κατ΄ επέκταση στοιχειοθετούνται οι εναντίον των κατηγορουμένων κατηγορίες δηλαδή αυτές της μη πληρωμής των επίδικων υπερωριών και συνεπώς αυτοί θα πρέπει να κριθούν ένοχοι. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η ΜΚ1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ούτως η άλλως η εμπλοκή της στην υπόθεση σχετιζόταν με την θέση την οποία κατείχε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας αφού ήταν και το πρόσωπο που παρέλαβε και χειρίστηκε το παράπονο που αφορά την υπό εξέταση υπόθεση το οποίο αποτύπωσε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό και τις ενέργειες στις οποίες η ίδια προέβηκε. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία της στο βαθμό που αφορά την δική της εμπλοκή και ενέργειες στις οποίες προέβηκε για την διερεύνηση του παραπόνου καθώς και σε σχέση με τα έγγραφα που ετοίμασε, συνέλεξε ή παρέλαβε. Ο ΜΚ2 δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, και η κατάληξη μου αυτή προέκυψε μέσα από προσεκτική μελέτη τόσο των όσων ο ίδιος ανέφερε κατά την μαρτυρία του όσο και από την συνολική συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από υπερβολές, αντιφάσεις και μπορώ να πω ότι ήταν επιτηδευμένη και προορισμένη να ενισχύσει τις θέσεις και ισχυρισμούς του και όχι την αλήθεια. Πέραν από το ότι αυτός εργοδοτείτο στην Κατηγορούμενη 1 ως Βοηθός Μηχανικού, τον χρόνο έναρξης και λήξης της περιόδου απασχόλησης του και ότι αυτός βρισκόταν κάτω από την εποπτεία για την διεξαγωγή της εργασίας του για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και από τον ΜΚ3 δεν είμαι διατεθειμένος να αποδεκτό και να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο και αφορούν τα επίδικα ζητήματα αφού αυτός έχει καταφύγει σε υπερβολές σε μια προσπάθεια να πείσει διακαώς το Δικαστήριο για την ύπαρξη της αξίωσης των επίδικων υπερωριών. Ενδεικτικά της στάσης του αυτής ήταν η συνεχής αναφορά του ιδίου ότι αυτός εργαζόταν 24 ώρες το 24ωρο και επτά ημέρες την εβδομάδα αναγκάζοντας μάλιστα σε κάποια στιγμή ακόμα και τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα να του αναφέρει ότι «Τούτα που μας λέτε είναι λίγο υπερβολή» και τον ίδιο τον μάρτυρα να απαντά «Ναι, πολύ». Εκτός από την συνεχή αναφορά του μάρτυρα για την κατ΄ ισχυρισμό συνεχή εργασία του με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω ο ίδιος επέμενε ότι τα μόνα πρόσωπα που εργάζονταν στο γκαράζ ήταν ο ίδιος και ο ανιψιός του παρόλα αυτά στην συνέχεια αναφέρθηκε ότι ήταν και πολλοί άλλοι μηχανικοί που δεν είχαν πληρωθεί ενώ δούλεψαν υπερωρίες αλλά τα πρόσωπα αυτά επέλεξαν να διεκδικήσουν την αποζημίωση πλεονασμού αντί των υπερωριών τους γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση με την θέση του ότι μόνο ο ίδιος και ο ανιψιός του εργάζονταν νυχθημερόν στο συγκεκριμένο γκαράζ. Σημειώνεται ότι ο ανιψιός του που ως ισχυρίστηκε ο ΜΚ2 ήταν και το πρόσωπο που εργάζονταν μαζί όλες αυτές τις ώρες δεν προσήλθε να δώσει μαρτυρία στην υπόθεση προς υποστήριξη ή επιβεβαίωση των όσων ο ΜΚ2 ανέφερε. Επίσης ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να πει μετά βεβαιότητας κατά πόσον τα συμβόλαια εργοδότησης που αποτελούν το Τεκμήριο 3 έφεραν την υπογραφή του παρά και το γεγονός ως ανέφερε τα έγγραφα αυτά ήταν στην κατοχή του και τα παρέδωσε ο ίδιος κατά την υποβολή του παραπόνου. Όσον αφορά την κατάρτιση του Τεκμηρίου 5 ο ίδιος διαβεβαίωνε ότι καταρτιζόταν από τον ίδιο κατά περιόδους ανάλογα με τις υπερωρίες στις οποίες προέβαινε ελεγχόταν και επιβεβαιωνόταν από τον ΜΚ3 μάλιστα παραθέτοντας και την υπογραφή του προς επιβεβαίωση της αλήθειας και ορθότητας του περιεχομένου του. Για το ζήτημα αυτό απόλυτα καθοριστική είναι η μαρτυρία του ΜΚ3 με την οποία καταρρίπτεται η θέση του παραπονούμενου αφού ο ίδιος ο ΜΚ3 παρά το γεγονός ως επεξηγώ και κατωτέρω κατά την δική του αξιολόγηση επιβεβαίωσε βλέποντας το Τεκμήριο 5 ότι αυτό πράγματι ελέγχθηκε και υπογράφτηκε από τον ίδιο εν τέλει διαπιστώθηκε ότι αυτό δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα από την στιγμή που ο ΜΚ3 εργοδοτήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 μέχρι και τις 15/12/2014 ενώ μεγάλο μέρος του Τεκμηρίου 5 περιλαμβάνει και καταχωρήσεις μετά τις 16/12/2014 μέχρι και τις 27/07/2015 που μάλιστα φέρουν την υπογραφή του ΜΚ3 ενώ αυτός όχι μόνο δεν βρισκόταν κάτω από την εργοδότηση της Κατηγορούμενης 1 αλλά ήταν και στο εξωτερικό. Ο ΜΚ3 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση αφού από τα όσα ανέφερε στην μαρτυρία του φάνηκε ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα αλλά με μοναδικό σκοπό να υποβοηθήσει την υπόθεση του παραπονούμενου. Η μαρτυρία του κρίνεται ως παντελώς αναξιόπιστη και καμία βαρύτητα δεν μπορεί να της αποδοθεί αφού ως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 το οποίο ο ΜΚ3 είδε και επιβεβαίωσε κατά την κυρίως εξέταση του ότι πρόκειται για τον πίνακα των επίδικων υπερωριών του παραπονούμενου τον οποίο έλεγξε και επιβεβαίωσε ως ορθό μάλιστα φέρει και την υπογραφή του ως το αρμόδιο πρόσωπο για την επιβεβαίωση των υπερωριών φαίνεται ότι αυτό ενδεχόμενα να καταρτίστηκε σε μεταγενέστερο για την υπόθεση επίδικο χρόνο και μάλιστα επί σκοπό και δεν αντικατοπτρίζει πραγματικά γεγονότα για τους λόγους που αναφέρω κατωτέρω. Δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση υπερβολή να χαρακτηριστεί και ως κατασκευασμένο έγγραφο επί σκοπό. Από μελέτη του Τεκμηρίου 5 προκύπτει ότι έναρξη των κατ΄ ισχυρισμών υπερωριών αφορά περίοδο από την 03/09/2014 (πρώτη καταχώρηση) μέχρι και την 27/07/2017 (τελευταία καταχώρηση). Ιδιαίτερα στην δεύτερη σελίδα του Τεκμήριου 5 υπάρχουν τρεις καταχωρήσεις που αφορούν εργασίες που κατ΄ ισχυρισμό έλεγξε και επιβεβαίωσε ο ΜΚ3 μετά τις 15/12/2014 και 16 καταχωρήσεις που αφορούν ισχυριζόμενες υπερωρίες κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο 2015 μέχρι και τον Ιούλιο 2015 που μάλιστα φέρουν σε έκαστη περίπτωση και την υπογραφή του ΜΚ3 που σύμφωνα με τον ίδιο τις έλεγχε και τις επιβεβαίωνε ως ορθές και αληθείς. Αξιοσημείωτο όμως το γεγονός ότι κατά την κυρίως εξέταση του ΜΚ3 αυτός ανέφερε ότι η περίοδος εργασίας του στην Κατηγορούμενη 1 ήταν από την 01/03/2013 μέχρι και τις 15/12/2014 και μάλιστα ο ίδιος αναχώρησε ως ανέφερε και από την Κύπρο αρχές Φεβρουαρίου
  9. Πώς είναι δυνατό τότε αφού ο ίδιος μετά τις 15/12/2014 δεν εργοδοτείτο στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία και μάλιστα από αρχές Φεβρουαρίου 2015 να μην βρίσκεται καν στην Κύπρο να ελέγχει και να επιβεβαιώνει βάζοντας και την υπογραφή του ως πραγματικές και ορθές κατ΄ ισχυρισμό του παραπονούμενου εκτελεσθείσες υπερωρίες για περίοδο μετά τις 15/12/2014 (σχετικές οι καταχωρήσεις του Τεκμηρίου 5 στην δεύτερη σελίδα). Μάλιστα ο ίδιος προέβηκε και στην ετοιμασία του Τεκμηρίου 4 το οποίο και προσυπέγραφε επιβεβαιώνοντας ότι έλεγχε τον αριθμό των υπερωριών και ετοίμασε και υπεύθυνη δήλωση την οποία παρέδωσε στο Τμήμα Εργασιακών σχέσεων ότι συμφωνούμε πλήρως με τις δηλώσεις του δηλαδή ότι ο ίδιος έλεγχε και επιβεβαίωνε τις κατ΄ ισχυρισμό υπερωρίες που περιλαμβάνονται επί του Τεκμηρίου 5 που αφορούν τον παραπονούμενο. Τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα στοιχεία υποδηλώνουν και καταδεικνύουν χωρίς αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 5 δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να γίνει αποδεκτό ως την βάση για την αξίωση των ισχυριζόμενων υπερωριών στις οποίες στηρίζονται και οι επίδικες κατηγορίες και πέραν αυτού καταδεικνύουν το αβάσιμο των αξιώσεων του παραπονούμενου. Σε σχέση με την μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 και των μαρτύρων υπεράσπισης το Δικαστήριο δεν έχει αποκομίσει θετική εντύπωση για κανένα από τα πιο πάνω πρόσωπα. Υπενθυμίζεται η αρχή της νομολογίας μας ότι μαρτυρία προσώπου που έχει συμφέρον στην υπόθεση ή αποκομίζει όφελος γενικότερα θα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο με προσοχή, επιφύλαξη, περισυλλογή και περίσκεψη. Η εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο από τον Κατηγορούμενο 2 ήταν ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα αληθινά περιστατικά της υπόθεσης αλλά για να υποστηρίζει και γενικότερα να πείσει ότι γενικά δεν υπήρχε υπερωριακή απασχόληση στην Κατηγορούμενη 1 αλλά ούτε και ο παραπονούμενος εργάστηκε ποτέ υπερωρίες. Βεβαίως η θέση αυτή παρά το ότι στην αρχή ήταν σταθερή στην συνέχεια κατά την αντεξέταση ο ίδιος διαφοροποιήθηκε με το να απαντά ότι δεν ήταν εις γνώση του ιδίου αν ο παραπονούμενος εργάστηκε οποιεσδήποτε υπερωρίες αφού ο ίδιος δεν βρισκόταν συνέχεια στα γραφεία της εταιρείας. Η δε αναφορές του στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 αναφορικά με τις συμφωνίες εργοδότησης και την συμπερίληψη υπερωριακής εργασίας ότι δηλαδή τα έγγραφα αυτά είχαν απολεσθεί, κάποια εξ αυτών δεν έφεραν την υπογραφή του ή ακόμα και αυτό που την έφερε είχε υπογραφεί από τον ίδιο μετά από παράκληση του παραπονούμενου αφού είχε απολυθεί και είχε ετοιμαστεί από τον παραπονούμενο δεν μπορούν να γίνου αποδεκτά ως αληθή γεγονότα και ήταν ξεκάθαρο προς το Δικαστήριο ότι αποτελούσαν εκ των υστέρων προφάσεις και θέσεις του Κατηγορούμενου
  10. Γενικές και αόριστες απαντήσεις έδωσε και στο ζήτημα της ύπαρξης της 24ωρης βοήθειας προς τους πελάτες της Κατηγορούμενης 1 για τον τρόπο λειτουργίας αυτής αλλά και πληρωμής τέτοιων υπηρεσιών. Σε σχέση με τους μάρτυρες υπεράσπισης 1, 2 και 3 και αυτοί προσπάθησαν να πείσουν το Δικαστήριο ότι δεν ελάμβαναν χώρα οποιεσδήποτε υπερωριακές εργασίες και ότι το γκαράζ έκλεινε ακριβώς στις 1700 κάθε απόγευμα. Παρόλα αυτά οι ίδιοι δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώνουν από ιδίαν γνώση παρά την γενική θέση την οποίαν προέβαλαν ότι ο παραπονούμενος δεν εργάστηκε ή του ανατέθηκε να εργαστεί από τον Bauer υπερωριακή απασχόληση. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να αποκλείσουν μετά βεβαιότητας τέτοιο ενδεχόμενο συνέχιζαν να επιμένουν στην θέση ότι το γκαράζ έκλεινε ακριβώς στις 17:00 χωρίς την ύπαρξη υπερωριακής απασχόλησης. Σε σχέση δε με τις αναφορές τους για την ύπαρξη της 24ώρης βοήθειας στου6ς πελάτες της εταιρείας έδωσαν διαφορετικές εκδοχές παρά το γεγονός ότι ήταν όλοι πρόσωπα που εργάζονταν ή εργάστηκαν στην Κατηγορούμενη 1 και ήταν φανερή η πρόθεση τους ότι απέφευγαν να τοποθετηθούν για το ζήτημα αυτό. Το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση κατά την παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα ότι αυτοί προσήλθαν στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό την υποβοήθηση της υπεράσπισης της Κατηγορούμενης 1 και όχι να αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ευρήματα: Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, της αποδεκτής μαρτυρίας καθώς και των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: Η κατηγορούμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν νομότυπα εγγεγραμμένη εταιρεία στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών έχοντας ως μοναδικό Διευθυντή της τον Κατηγορούμενο
  11. Ο ΜΚ2 εργοδοτείτο από τις 17/12/2013 στην υπηρεσία της Κατηγορούμενης 1 στο μηχανουργείο αυτοκινήτων που αυτή διατηρούσε στην Λεμεσό ως Βοηθός Μηχανικού και λάμβανε τον μηνιαίο μισθό των €850 ακάθαρτα. Η εργοδότηση του τερματίστηκε στις 14/11/2016 αφού είχε προηγηθεί η αποστολή προς αυτόν της επιστολής ημερομηνίας 10/10/2016 από την εργοδότρια εταιρεία. Στις 16/11/2016 υποβλήθηκε παράπονο από τον ΜΚ2 στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων εναντίον της Κατηγορούμενης 1 το οποίο αφορούσε τη ισχυριζόμενη μη καταβολή υπερωριακής αμοιβής συνολικού ύψους €2.000 για την περίοδο 03/09/2014 μέχρι και 27/07/
  12. Η ΜΚ1 ανέλαβε την παραλαβή και διερεύνηση του παραπόνου και προς το σκοπό αυτό επικοινώνησε τόσο γραπτώς όσο και προφορικός με τους αντιπροσώπους της Κατηγορούμενης 1 και τον Κατηγορούμενο 2 με τον οποίο είχε και συναντήσεις. Ο ΜΚ3 κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο στην Κατηγορούμενη 1 ως Αρχιμηχανικός και ήταν το αρμόδιο πρόσωπο να αναθέτει εργασίες στους Μηχανικούς της εταιρείας και την εποπτεία τους. Ο ΜΚ3 εργάστηκε στην Κατηγορούμενη 1 από την 01/03/2013 μέχρι και τις 15/12/
  13. Αρχές Φεβρουαρίου 2015 αυτός εγκατέλειψε την Κύπρο και επέστρεψε στην Γερμανία. Κατά διάφορα χρονικά διαστήματα λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας και των αναγκών της εταιρείας οι μηχανικοί της Κατηγορούμενης 1 συμπεριλαμβανομένου του ΜΚ2 και ΜΚ3 εργάζονταν και εκτός του κανονικού ωραρίου δηλαδή σε υπερωριακή βάση και πληρώνονταν επιπρόσθετα από το ποσό που ελάμβαναν ως μηνιαίο μισθό. Νομική Πτυχή: Ο Ν.35(Ι)/2007διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργοδοτούμενο τον μισθό τοις μετρητοίς, σε νόμιμο χρήμα (άρθρο 3), απευθείας (άρθρο 5) και σε τακτά χρονικά διαστήματα, εβδομαδιαίως ή μηνιαίως (άρθρο 9). Οιαδήποτε διαφορά αστικής φύσεως, η οποία αναφύεται μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου εντός του πλαισίου του Ν.35(Ι)/2007 επιλύεται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (άρθρο 19). Επιπλέον, η εκ μέρους εργοδότη παραβίαση υποχρεώσεών του έναντι του εργοδοτουμένου, θεσπισμένων δια του Ν. 35(Ι)/2007, δυνατόν να συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο, σε περίπτωση καταδίκης, με ποινή φυλάκισης έως και έξι μήνες και/ή με χρηματική ποινή έως και €15.000 (άρθρο 20). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό τους, τα καθιερωθέντα, δια του Ν.35(Ι)/2007, αδικήματα αποτελούν αδικήματα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό τους ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασής τους, είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή, τουλάχιστον, την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Στις περιπτώσεις αδικημάτων ως τα θεσπισμένα δια του Ν.35(Ι)/2007 το στοιχείο της ένοχης διάνοιας / εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής των μισθών. Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι. Γίνεται παραπομπή, για ανάλογη εφαρμογή, στην απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235 της οποίας αντικείμενο ήσαν αδικήματα θεσπισμένα δια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.41/1980)και δια του περί Εκτάκτου Εισφοράς δια την Άμυνα Νόμου (Ν.5/1985). Το Εφετείο απέρριψε την θέση του εφεσείοντος «ότι δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) λόγω της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του» (Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), 238). Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, διεπίστωσε, μεταξύ άλλων, πώς η οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου να καταβάλει τις οφειλόμενες εισφορές του δεν αναιρούσε την εγκληματική πρόθεσή του (mens rea) και ούτε αφαιρούσε, από την επίδικη παράλειψη, τον αξιόποινο χαρακτήρα της. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), 240-1: «Η ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) αποτελεί κατά το κοινό δίκαιο συστατικό στοιχείο του κάθε εγκλήματος. Η εγκληματική πρόθεση συνίσταται στην νοητική διάθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει εκείνο το οποίο ο νόμος απαγορεύει, συνδέεται με την εκδήλωση της πρόθεσης με πράξη ή παράλειψη και όχι με το κίνητρο για την πράξη ή την επίδειξη αμέλειας. Ούτε εξομοιώνεται ευθέως η εγκληματική πρόθεση με ηθελημένη αντιστράτευση των σκοπών του νόμου. Ο κανόνας για την ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης υπόκειται σε εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως κανονιστικές διατάξεις της νομοθεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων ... στην προκείμενη περίπτωση το νοητικό στοιχείο για την διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπουν τα άρθρα 80
(1)του Ν.41/80 και 13
(1)του Ν.5/85 συναρτούν την διάπραξη του εγκλήματος με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια όχι με τους λόγους της παράλειψης ή της αμέλειας. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά: «Unless the intention to cause a particular result is expressly declared to be an element of the offence constituted, in whole or part, by an act or omission, the result intended to be caused by an act or omission, is immaterial ... Συνεπώς ότι πρέπει να μας απασχολήσει ... είναι αν ο εφεσείων βαρύνεται με την παράλειψη καταβολής οφειλομένων εισφορών» Στην περίπτωση όπου εργοδότης είναι εταιρεία, ο διευθυντής ή ο σύμβουλος της θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπός της. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) εν σχέσει τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) του συνεργού (Halsbury's, Law of England (ανωτέρω), Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Αθανασίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ., Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Στην προκείμενη υπόθεση, όπου εργοδότης του παραπονουμένου και υποκείμενο των υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 3, 5 και 9 του Ν.35(Ι)/2007 παρουσιάζεται να είναι μια εταιρεία, κανονικά περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, ως συνεργός του εργοδότη στην τέλεση των επίδικων παράνομων πράξεων, ο διευθυντής της, δηλ. ο Κατηγορούμενος αρ.
  1. Επισημαίνεται το γεγονός πώς στο κατηγορητήριο περιέχεται ειδική κατηγορία για τον συνεργό Κατηγορούμενο αρ. 2 (2η κατηγορία) η οποία, στην έκθεση αδικήματος, καταγράφει, ως νομικό υπόβαθρό της, και το άρθρο 20 του Κεφ.
  2. Η προκείμενη υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας (ανωτέρω) όπου ο εργοδότης (επίσης μια νομική οντότητα) και ο συνεργός του (επίσης διευθυντής της νομικής οντότητας) εδιώχθηκαν δια κοινών κατηγοριών με αποτέλεσμα τα γεγονότα τα οποία κατεγράφοντο στις λεπτομέρειες να μην απέδιδαν την ποινική ευθύνη του συνεργού, ως αυτή διαγράφεται από το άρθρο 20 του Κεφ.
  3. Οι πρόνοιες της παρά.
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007 σύμφωνα με τις οποίες όταν τα αδικήματα τα οποία ορίζονται στην παρά.
(4)του ίδιου άρθρου διαπράττονται από νομική οντότητα, τότε «κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση (στην οντότητα αυτή) ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» θεωρείται, κατ΄ αρχήν, ένοχο για το συγκεκριμένο αδίκημα δεν είναι περιοριστικές. Οι πρόνοιες της παρά.
(5)του Ν.35(Ι)/2007 δεν περιορίζουν την ποινική ευθύνη αξιωματούχου κ.λ.π. νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, μόνον στις περιπτώσεις των αδικημάτων της παρά.
(4)του ίδιου άρθρου. Συνεπώς, είναι δυνατή, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, η απόδοση, σε αξιωματούχο νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, της ευθύνης του συνεργού για άλλα αδικήματα, καθιερωμένα δια του Ν.35(Ι)/
  1. Περιπτώσεις ανάλογες της προκειμένης, δηλ. περιπτώσεις όπου η αυτουργία προϋποθέτει ορισμένη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του κατηγορουμένου αυτουργού και του θύματος, ενώ η συνέργεια όχι, δεν είναι άγνωστες στο ποινικό δίκαιο. Αναφέρεται, ενδεικτικώς, η περίπτωση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α του Κεφ.
  2. Επί τη βάσει του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 αδικοπραγεί ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής, δηλ., στην πράξη, ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού από τον οποίον εκδίδεται η επιταγή. Θύμα δε της παράνομης αυτής πράξης είναι ο δικαιούχος της ακάλυπτης επιταγής, δηλαδή το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο η τράπεζα θα κατέβαλλε, υπό κανονικές συνθήκες, το ποσόν της επιταγής. Το άρθρο 305Α δεν περιέχει ειδικές ρυθμίσεις στην περίπτωση κατά την οποία εκδότης της ακάλυπτης επιταγής είναι ένα νομικό πρόσωπο. Όμως, πάγια και πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζει το ενδεχόμενο ορισμένο φυσικό πρόσωπο, το οποίο τυγχάνει αξιωματούχος αυτού του νομικού προσώπου, να εμπλέκεται στη διάπραξη του διαγραφόμενου, από το άρθρο 305Α του Κεφ. 154, αδικήματος ως συνεργός επί τη βάσει του άρθρου 20 του Κεφ. 154 (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoes Factory Ltd (ανωτέρω). Ανάλογα θα πρέπει να αναγνωρισθούν και στην περίπτωση των θεσπισμένων, δια του Ν. 35(Ι)/2007, αδικημάτων τα οποία προϋποθέτουν την ύπαρξη, μεταξύ του κατηγορουμένου και του παραπονουμένου, της ιδιαίτερης σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου. Απουσία ρητής νομοθετικής διάταξης περί του αντιθέτου, θα πρέπει να αναγνωρισθεί πως, εφ΄ όσον ο αδικοπραγήσας εργοδότης είναι ένα νομικό πρόσωπο, ποινική ευθύνη δύναται να φέρει, ως συνεργός, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, και συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο το οποίο τυγχάνει αξιωματούχος του. Κατ΄ ανάλογην εφαρμογή των παγίως νομολογηθέντων και ισχυόντων στην περίπτωση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 305Α του Κεφ. 154), όπου η δυνατότητα συνέργειας του αξιωματούχου του νομικού προσώπου, το οποίο τυγχάνει αυτουργός ως ο εκδότης της επιταγής, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη, στο πρόσωπο του συνεργού, της ιδιότητας του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής, και στην προκείμενη περίπτωση η δυνατότητα συνέργειας του αξιωματούχου του νομικού προσώπου, το οποίο τυγχάνει αυτουργός ως ο εργοδότης, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη, στο πρόσωπο του συνεργού, της ιδιότητας του εργοδότη. Κατάληξη: Για να στοιχειοθετείτο στον απαιτούμενο για τις ποινικές υποθέσεις βαθμό η υπό εξέταση υπόθεση όφειλε η Κατηγορούσα Αρχή να παρουσίαζε αξιόπιστη και ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδείκνυε όχι μόνο την σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου που υφίσταται στην υπό εξέταση περίπτωση και δεν τυγχάνει βεβαίως αμφισβήτησης αλλά και το ότι πράγματι ο παραπονούμενος κατά τον επίδικο χρόνο προέβηκε σε υπερωριακή εργασία της φύσης και της έκτασης που υποστήριξε την οποία η Κατηγορούμενη 1 ως εργοδότρια εταιρεία παρέλειψε να πληρώσει και με τον Κατηγορούμενο 2 ως Διευθυντή της να παρακινεί αυτή στην μη πληρωμή τέτοιων υπερωριών. Στην υπό εξέταση υπόθεση με την τεθείσα μαρτυρία στον βαθμό και την έκταση που αυτή αξιολογήθηκε και έγινε αποδεκτή δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ότι πράγματι ο παραπονούμενος κατά τον επίδικο χρόνο ήτοι μεταξύ των ημερομηνιών 03/09/2014 - 27/07/2015 προέβηκε σε υπερωριακή εργασία συνολικού ποσού €2.000 η οποία δεν του έχει πληρωθεί. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηριζόταν σε αποκλειστικό όπως αποδείχθηκε βαθμό από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 που ήταν ο πίνακας των κατ΄ ισχυρισμό υπερωριών της περιόδου από 03/09/2014 μέχρι και τις 27/07/2015 τον οποίο τηρούσε ο παραπονούμενος και τον οποίο έλεγχε και επιβεβαίωνε μάλιστα και δια της παράθεσης της υπογραφής του και ο αρχιμηχανικός της εταιρείας ΜΚ
  3. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης και για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά ανωτέρω διαφάνηκε ότι ο πίνακας αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε και να του δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα από την στιγμή που διαφάνηκε ότι ενδεχόμενα μάλιστα αυτός να καταρτίστηκε σε μεταγενέστερο χρόνο από τους επίδικους και κατά τρόπο που με πολύ επιείκεια θα τον χαρακτήριζα τουλάχιστον ως ύποπτο και προκατασκευασμένο από την στιγμή που μεγάλο μέρος αυτού και συγκεκριμένα για χρονική περίοδο μετά τις 15/12/2014 μέχρι και τις 27/07/2015 επιβεβαιώνετε η δήθεν ορθότητα και η δήθεν αλήθεια των καταχωρήσεων αυτού από τον ΜΚ3 ενώ αυτός όχι μόνο δεν ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης 1 αλλά βρισκόταν και στο εξωτερικό. Επιπρόσθετα η μη αποδοχή της μαρτυρίας τόσο του ΜΚ2 όσο και του ΜΚ3 και πάλι για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρονται ανωτέρω δεν μπορεί να οδηγήσει σε καμιά περίπτωση στην στοιχειοθέτηση των κατηγοριών με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωποι οι Κατηγορούμενοι ότι δηλαδή η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει τις επίδικες υπερωρίες (1η κατηγορία) και ότι ο Κατηγορούμενος 2 παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1 να μην τις καταβάλει (2η κατηγορία). Τα δε ευρήματα του Δικαστηρίου στην βάση της περιορισμένης αποδεκτής μαρτυρίας αφορούν τυπικής σημασίας ζητήματα και δεν επηρεάζουν το συμπέρασμα και κατάληξη του Δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των Κατηγορουμένων, οι οποίοι, αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ......................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.