Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 8364/17, 3/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8364/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. XXXXX ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 3/03/21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Δ. Αρσιώτης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αναστασίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των Άρθρων 7
(1),19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία). Περαιτέρω αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή κατά παράβαση των Καν.58
(4)(θ) και 72 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1985 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία). Τέλος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης άνευ άδειας κυκλοφορίας κατά παράβαση των Καν. 17
(1)και 72 των Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86 του 1972 όπως έχει τροποποιηθεί (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος την 27/05/17 και περί ώρα 0425 στον 2ο δρόμο στα Κάτω Πολεμίδια της Επαρχίας Λεμεσού που βρίσκεται πλησίον του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής XXX 075 επικινδύνως για το κοινό. Επιπρόσθετα και σε σχέση με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το πιο πάνω όχημα επικίνδυνα όταν κλήθηκε από την Γ/Αστ.XXXX Καδή (ΜΚ1) να το ακινητοποιήσει αυτός παρέλειψε να το πράξει και δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες της. Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας το συγκεκριμένο όχημα κατά τον επίδικο χρόνο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο χωρίς να υπάρχει σε ισχύ, άδεια κυκλοφορίας. Προς απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών κατέθεσε η Γ/Αστ. XXXX Καδή (ΜΚ1) ενώ κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας οι δύο πλευρές κατέθεσαν εκ συμφώνου την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3). Επίσης η πλευρά της υπεράσπισης κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της ΜΚ1 ζήτησε και κατέθεσε χάρτη από τον ιστότοπο google map στον οποίο διακρίνεται ο επίδικος δρόμος καθώς και ο Αστυνομικός Σταθμός Πολεμιδιών (Τεκμήριο 2). ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η κατάθεση του Αστ. XXX Βαρελλίτζη (Τεκμήριο 4) με την προσθήκη της φράσης " στις 27/05/17 ο Κατηγορούμενος ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης" και η κατάθεση Α/Αστ.XXX Αποστόλου (Τεκμήριο 5) δηλώθηκαν εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές ότι αποτελούν παραδεκτά γεγονότα ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η μαρτυρία της ΜΚ1 αποτελεί ουσιώδη πτυχή για την υπόθεση. Η ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή της ημερ. 27/05/17 (Τεκμήριο 1) η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 όπως τροποποιήθηκε. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο από το ειδώλιο του μάρτυρα και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο περιστατικό που διαδραματίστηκε έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών ενώ η ίδια βρισκόταν σε υπηρεσία. Συγκεκριμένα και σύμφωνα πάντοτε με την ΜΚ1, στις 27/05/17 και περί ώρα 0415 το πρωί ενημερώθηκε ότι ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής XXX 075 μάρκας Toyota Corolla είχε επιτεθεί σε οδηγό ταξί και εγκατέλειψε την σκηνή. Ενημερώθηκε επίσης ότι το συγκεκριμένο όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με την ΜΚ1 αφού πέρασε λίγη ώρα και ενώ η ίδια βρισκόταν εντός του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών άκουσε από μακρινή απόσταση ένα αυτοκίνητο να ξερογυρίζει τα λάστιχα του και να κατευθύνεται προς τον Αστυνομικό Σταθμό. Τότε εξήλθε από το κτήριο του αστυνομικού σταθμού και διαπίστωσε ότι ένα αυτοκίνητο ξερογύριζε τα λάστιχα του στρίβοντας δεξιά προς το περιτοίχισμα που βρίσκεται απέναντι από τον σταθμό και στην συνέχεια οδηγώντας όπισθεν κατευθύνθηκε προς τα νότια. Η ΜΚ1 την ώρα που το όχημα οδηγείτο με όπισθεν αντιλήφθηκε του αρ. εγγραφής του και έτσι διαπίστωσε ότι πρόκειται για το ίδιο όχημα που ενημερώθηκε προηγουμένος ότι οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο ο οποίος ενώ είχε επιτεθεί σε κάποιο οδηγό ταξί εγκατέλειψε την σκηνή. Μάλιστα όπως ανέφερε η ΜΚ1 στο συγκεκριμένο όχημα διαπίστωσε ότι επέβαιναν ακόμη δύο πρόσωπα. Αμέσως κάλεσε τον οδηγό του επίδικου οχήματος να σταματήσει ρωτώντας τον κατά πόσο είναι ο xxxxx Πισσαρίδης. Τότε σύμφωνα με την ΜΚ1 αυτός της απάντησε με επιθετικό ύφος και ενώ ήταν νευριασμένος με την φράση " ναι είμαι, έλα να με πιάσεις αν σου περνά " και ακολούθως εγκατέλειψε το μέρος με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς νότια κατεύθυνση χωρίς να σταματήσει. Κατά την αντεξέταση της η ΜΚ1 συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι πράγματι για τον Κατηγορούμενο σχηματίστηκε άλλη υπόθεση που αφορούσε τα γεγονότα της επίθεσης εναντίον του οδηγού ταξί που προηγήθηκαν του επίδικου περιστατικού. Μάλιστα υποβλήθηκε στην ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος σε εκείνη την υπόθεση παραδέχτηκε και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης αλλά η ΜΚ1 απάντησε ότι γνωρίζει πράγματι ότι εκκρεμούσε εκείνη η υπόθεση χωρίς όμως να γνωρίζει τι ποινή επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο. Όπως διευκρίνισε η ΜΚ1 για την συγκεκριμένη υπόθεση δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο για να αναφέρει, παρόλο που περιλαμβανόταν το όνομα της στον κατάλογο μαρτύρων αφού η ίδια τελικά δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Επίσης η ΜΚ1 τόνισε ότι εξεταστής της άλλης υπόθεσης ήταν κάποιος άλλος αστυνομικός και επομένως δεν γνωρίζει ούτε τα γεγονότα που ετοίμασε στην συνοπτική του έκθεση και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο κατά την παραδοχή του Κατηγορούμενου, αλλά ούτε και μπορεί να γνωρίζει τι λέχθηκε σε εκείνη την διαδικασία. Σύμφωνα με την ΜΚ1 αυτό που σίγουρα γνωρίζει είναι ότι τα γεγονότα που ανέφερε στο Δικαστήριο είναι όλη η αλήθεια. Αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι στο Τεκμήριο προς αναγνώριση (Α) το οποίο περιλαμβάνει τα γεγονότα που λέχθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή στην ποινική υπόθεση 8363/17 διαφέρουν από τα όσα καταγράφονται στην κατάθεση της ΜΚ1 (Τεκμήριο 1) αφού σε αυτά περιγράφονται διαφορετικά γεγονότα σε σχέση με το πώς αντέδρασε ο Κατηγορούμενος όταν εντοπίστηκε από την ΜΚ1 έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών και επιπρόσθετα ότι ο Κατηγορούμενος δεν ακολούθησε νότια κατεύθυνση μετά που συνομίλησε με την ΜΚ1 αλλά βόρεια. Συνεπώς ήταν η θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι τα όσα κατέγραψε η ΜΚ1 στην κατάθεση της αποτελούν ψεύδη, και ότι ο μόνος λόγος που το έκανε ήταν για να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο με σκοπό να σχηματίσουν πολλοί φάκελοι και να αντιμετωπίσει πολλές υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ΜΚ1 δεν αποδέχτηκε την πιο πάνω θέση αναφέροντας ότι δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να πράξει κάτι τέτοιο . Σύμφωνα με την ΜΚ1 η απόσταση που απέχει ο κυκλικός κόμβος που όπως ανέφερε ότι άκουσε για πρώτη φορά τον Κατηγορούμενο να ξερογυρίζει τα λάστιχα του αυτοκινήτου μέχρι τον Αστ. Σταθμό Πολεμιδιών που βρισκόταν η ίδια είναι περίπου 50-60 μέτρα. Από την άλλη η υπεράσπιση διαφωνώντας με τον πιο πάνω ισχυρισμό προέβαλε την θέση υποδεικνύοντας στην ΜΚ1 τον χάρτη (Τεκμήριο 2) και τις μετρήσεις που σημειώνονται σε αυτόν σε σχέση με την απόσταση των δύο σημείων υποβάλλοντας της ότι αυτή είναι πολύ μεγαλύτερη, δηλαδή 205 μέτρα. Η ΜΚ1 επέμεινε στον ισχυρισμό της αναφέροντας ότι αυτή ήταν η εκτίμηση της για την απόσταση και ότι την υπολόγισε με το μάτι της χωρίς να την μετρήσει. Η ΜΚ1 αμφισβητήθηκε ότι πράγματι άκουσε το όχημα του Κατηγορούμενου να ξερογυρίζει τα λάστιχα του αυτοκινήτου του ενώ βρισκόταν εντός του σταθμού. Της υποβλήθηκε μάλιστα η θέση ότι κατά την επίδικη ημερομηνία υπήρχε ζέστη, τα παράθυρα του αστυνομικού σταθμού ήταν κλειστά και τα κλιματιστικά ήταν σε λειτουργία με αποτέλεσμα να μην ήταν δυνατόν να ακούσει το ξερογύρισμα των λάστιχών του οχήματος του Κατηγορούμενου. Η ΜΚ1 αντέκρουσε τον πιο πάνω ισχυρισμό αναφέροντας ότι ο θόρυβος από τα λάστιχα του οχήματος του Κατηγορούμενου ήταν ο λόγος που εξήλθε από τον σταθμό και είδε για πρώτη φορά το όχημα του από απόσταση 5-10 μέτρων ενώ εξήλθε από την καγκελόπορτα βλέποντας τον να στρίβει δεξιά προς το περιτοίχισμα. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 ερωτήθηκε κατά πόσο είδε αν ήταν ή τα μπροστινά ή τα πισινά λάστιχα του οχήματος που ξερογύριζαν. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν κοίταξε τα λάστιχα απλά άκουγε το αυτοκίνητο να ξερογυρίζει. Τέλος, υποβλήθηκε στην ΜΚ1 ότι ούτε τα νούμερα του οχήματος του Κατηγορούμενου είδε αλλά ούτε και τον Κατηγορούμενο όπως η ίδια περιέγραψε στην κατάθεση της και επανέλαβε στην δια ζώσης μαρτυρία της και ότι όλα έγιναν εκδικητικά εις βάρος του Κατηγορούμενου. Η ΜΚ1 αρνήθηκε τους πιο πάνω ισχυρισμούς αναφέροντας ότι δεν έχει οτιδήποτε προσωπικό εναντίον του Κατηγορούμενου, όμως τον γνώριζε προσωπικά από άλλες υποθέσεις αφού απασχόλησε ξανά την Αστυνομία, αλλά και από το Δικαστήριο. Επίσης το συγκεκριμένο βράδυ αναγνώρισε τόσο τους αριθμούς εγγραφής του όσο και τον Κατηγορούμενο με τον οποίο και συνομίλησαν. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2 και συνεπακόλουθα το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να τον καλέσει σε απολογία . Η πιο πάνω εισήγηση του κ. Αναστασίου στηρίζεται στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των πιο πάνω αδικημάτων. Συγκεκριμένα, σε σχέση με την 1η κατηγορία ο κ. Αναστασίου στην αγόρευση του παρέπεμψε το Δικαστήριο στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές που εμπίπτουν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως επισημαίνοντας ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει την 1η κατηγορία εναντίον του πελάτη του, ότι δηλαδή αυτός οδήγησε επικίνδυνα για το κοινό, καθότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τις περιστάσεις που αφορούσαν την τροχαία κίνηση αλλά και τις συνθήκες που επικρατούσαν στον επίδικο δρόμο στις 27/05/17 και ώρα 0425 το πρωί όπου κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Περαιτέρω σύμφωνα με τον συνήγορο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να διαφωτίζει το Δικαστήριο κατά πόσο ο συγκεκριμένος δρόμος που διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα είναι υπεραστική οδός η όχι. Τόνισε δε ο συνήγορος ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 σε καμία περίπτωση δεν καταδεικνύει ότι το ξερογύρισμα του οχήματος του Κατηγορούμενου συνιστά σφάλμα. Ούτε και σύμφωνα με τον συνήγορο του Κατηγορουμένου προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος επέδειξε κατώτερη από το απαιτούμενο επίπεδο φροντίδα και δεξιότητα ενός ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε ούτε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. Σε σχέση με αυτή την κατηγορία ο κ. Αναστασίου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην κατάθεση της ΜΚ1 (Τεκμήριο 1) στην οποία η ΜΚ1 αναφέρει, ότι όταν κάλεσε τον Κατηγορούμενο να σταματήσει αυτός το έπραξε με αποτέλεσμα να συμμορφωθεί στις οδηγίες της και συνεπώς ούτε και αυτό το αδίκημα δεν έχει αποκαλυφθεί εναντίον του πελάτη του. Όσον αφορά την 3η κατηγορία δεν υποβλήθηκε εισήγηση από την υπεράσπιση. Αντίθετη υπήρξε επί του θέματος η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος εισηγήθηκε ότι από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος καθώς και ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική η στερείται πειστικότητας ούτως ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, καταλήγει σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα στο οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε, (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ.191). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, αναφέρεται ότι το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην απόφαση της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Στεφάνου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκε ότι η απαλλαγή του Κατηγορούμενου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται, σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις:- «(α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων ουσιαστικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του Κατηγορουμένου.» Στην ίδια απόφαση τονίστηκε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ενδεικτικά αναφέρω το ακόλουθο απόσπασμα:- "Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή για αθώωση σ΄ εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα." Ο Δικαστής σε αυτό το στάδιο της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί, (βλέπε αποφάσεις στις υποθέσεις Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας (πιο πάνω), Azinas v. The Police,
(1981)2 CLR 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan,
(1969)3 All E.R. 1626). Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος βασίζεται στο άρθρο 7
(1)του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1), Ν.86/72, όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα με αλόγιστο, απερίσκεπτο ή επικίνδυνο τρόπο για το κοινό είναι ένοχος αδικήματος. Λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις, ιδιαίτερα η φύση, η κατάσταση και η χρήση της οδού και η τροχαία κίνηση, που πραγματικά υπήρχε ή θα αναμενόταν ευλόγως να υπήρχε. Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί επικίνδυνη οδήγηση. Απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους από τον κατηγορούμενο (Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233). Σε κάθε περίπτωση όμως δεν εξισώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 52/11, ημερ. 29.7.14). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (Αστυνομία v. Νικολάου, Ποινική Έφεση 217/16, ημερ. 11.5.17). Σφάλμα σημαίνει πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Με αυτή την έννοια, είναι αρκετό το σφάλμα να είναι ελαφρύ, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης, αλλά είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία (Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.
- Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι από την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος ξεγυρίζοντας τα λάστιχα του αυτοκινήτου του στον επίδικο δρόμο και πιο συγκεκριμένα έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών προκάλεσε μια επικίνδυνη κατάσταση η οποία να προέκυψε από δικό του σφάλμα και από την οποία θα μπορούσε να προκληθεί οποιοδήποτε τροχαίο δυστύχημα είτε με άλλο αυτοκίνητο είτε με πεζό. Το ξερογύρισμα των λάστιχων του οχήματος του Κατηγορούμενου κατά την δεδομένη χρονική στιγμή, δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει εν τη εννοία του νόμου επικίνδυνη οδήγηση αφής στιγμής δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καμία απολύτως μαρτυρία που να καταδεικνύεται ποια ήταν η τροχαία κίνηση του δρόμου κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο. Η ενέργεια του Κατηγορούμενου να ξερογυρίσει τα λάστιχα του οχήματος του κατά την στιγμή που έστριβε απότομα δεξιά, ως έχει αναφερθεί από την ΜΚ1 τόσο στην κατάθεση της (Τεκμήριο 1) όσο και κατά την δια ζώσης μαρτυρία της, προς το περιτοίχισμα που βρισκόταν απέναντι από τον αστυνομικό σταθμό, δεν μπορεί απαραίτητα από μόνη της να εξισωθεί με πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού που στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο Κατηγορούμενος. Όπως έχει αναφερθεί και προηγουμένως καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για την κατάσταση της τροχαίας κίνησης αλλά και των συνθηκών που επικρατούσαν κατά την δεδομένη χρονική στιγμή στον επίδικο δρόμο. Σημαντικό δε αποτελεί και το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου με αυτόν τον τρόπο προκάλεσε κίνδυνο, φόβο ή απειλή για οποιοδήποτε άλλο οδηγό κινείτο στον συγκεκριμένο δρόμο την δεδομένη χρονική στιγμή, είτε σε οποιοδήποτε πεζό συμπεριλαμβανομένου και της ΜΚ
- Σε σχέση με την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και για την οποία επίσης υπήρξε εισήγηση από τον κ. Αναστασίου, αυτή βασίζεται στον Καν. 58
(4)(θ) και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 όπως έχει τροποποιηθεί και προνοεί τα ακόλουθα : «58.
(4)- Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει - (θ) να σταματήσει το όχημα, εφόσον κληθεί να πράξει τούτο από αστυνομικό με στολή και να επιτρέψει στον αστυνομικό αυτόν να εξετάσει το όχημα και υποβάλει αυτό σε κάθε αναγκαία εξέταση για να εξακριβώσει τη συμμόρφωση του με τις διατάξεις των παρόντων κανονισμών και σε τέτοια περίπτωση οφείλει να οδηγήσει το όχημα υπό την εποπτεία του αστυνομικού αυτού, ο οποίος καθορίζει ταυτόχρονα και την απόσταση, το χρόνο και την ταχύτητα της οδήγησης.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ο οδηγός οφείλει να σταματήσει το όχημα του όταν κληθεί να το πράξει από αστυνομικό με στολή. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι η ΜΚ1 έφερε στολή αστυνομικού. Καμία αναφορά προς τούτο έγινε από την ΜΚ1 παρόλο που ή ίδια ανέφερε ότι βρισκόταν εντός του Αστυνομικού Σταθμού και εξήλθε αφού άκουσε το ξερογύρισμα από το όχημα του Κατηγορούμενου. Τονίζεται ακόμη ότι όταν η ΜΚ1 έκανε σήμα στο όχημα του Κατηγορούμενου για να σταματήσει και αυτός σταμάτησε, συνομίλησε μαζί του ρωτώντας τον απλά αν είναι ο Παύλος Πισσαρίδης χωρίς να του αναφέρει σε καμία περίπτωση την ιδιότητα της η ακόμη και να του επιστήσει την προσοχή του στον νόμο, εφόσον η ίδια θεωρούσε ότι ο Κατηγορούμενος είχε διαπράξει αδίκημα. Η μαρτυρία που έθεσε η Κατηγορούσα Αρχή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ικανή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορουμένου σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2 αφού δεν έχουν αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τους . Με βάση όλα τα πιο πάνω γεγονότα και τις νομικές αρχές καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του Κατηγορουμένου εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις κατηγορίες 1 και 2 έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Κατά συνέπεια οι εναντίον του κατηγορίες 1 και 2 απορρίπτονται και ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από το στάδιο αυτό. Σε σχέση με την 3η κατηγορία από την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου έτσι ώστε αυτός να υποχρεώνεται να κληθεί σε απολογία. (Υπ.) .......... Σ. Συμεού , Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο