← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. F & T Enterprises Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17455/18, 18/3/2021

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. F & T Enterprises Limited κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17455/18, 18/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17455/18 ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ v.

  1. F & T Enterprises Limited
  2. XXXX ΤΖΩΡΤΖΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18 Μαρτίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Γ. Προδρόμου. Για την Κατηγορουμένη 1: Καμία εμφάνιση. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Χρ. Παύλου Κατηγορούμενος 2: Παρόν ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ A Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Έναυσμα για την καταχώρηση της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης αποτέλεσε παράπονο που υποβλήθηκε από τον εργοδοτούμενο XXX Δημητρίου στην Διευθύντρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων μέσω του οποίου καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 εργοδότρια εταιρεία καθώς και στον Διευθυντή αυτής Κατηγορούμενο 2 η διάπραξη ποινικών αδικημάτων ήτοι την μη καταβολή προς το πρόσωπο του υπόλοιπα μισθών για την περίοδο από Νοέμβριο του 2012 μέχρι και Νοέμβριο του 2015 συνολικού ποσού €50.000,
  4. Να σημειωθεί ότι στα πλαίσια διερεύνησης του παραπόνου το 2018 το οποίο ανέλαβε συγκεκριμένη Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ζητήθηκε γραπτώς από την Κατηγορούμενη 1 μέσω του Κατηγορούμενου 2 η παρουσίαση προς την Επιθεωρήτρια αρχείου μισθοδοσίας, αποδείξεις πληρωμής και αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης αναφορικά με τον εργοδοτούμενο XXX Δημητρίου χωρίς όμως όπως τους καταλογίζεται να παραδώσουν οποιαδήποτε στοιχεία ως είχαν υποχρέωση να πράξουν. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν η Διευθύντρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στις 17.10.2018 να προχωρήσει στην καταχώρηση της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού τόσο εναντίον της εργοδότριας εταιρείας ήτοι της Κατηγορούμενης 1 όσο και του μοναδικού Διευθυντή αυτής Κατηγορούμενου 2 με την οποία τους καταλογίζει τα ακόλουθα στη βάση και του τροποποιημένου κατηγορητήριου ως διαμορφώθηκε στις 25.10.
  5. Με την Πρώτη Κατηγορία καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 ότι από τις 19.05.2018 μέχρι και τις 15.06.2018 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αρχείο μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής για τον εργοδοτούμενο της XXX Δημητρίου όπως της είχε ζητηθεί να πράξει από αρμόδιο λειτουργό κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας (Άρθρα 2,12,17 και 20

(4)(γ) των Περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 Ν. 35(Ι)/2007και 2012 Ν. 200(Ι)/2012και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα) ενώ με την Πέμπτη Κατηγορία ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 ότι από τις 19.05.2018 μέχρι και τις 15.06.2018 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αρχείο μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής για τον εργοδοτούμενο τους XXX Δημητρίου όπως του είχε ζητηθεί να πράξει από τον αρμόδιο λειτουργό κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας (Άρθρα 2,12,17, 20
(4)(γ) και 20
(5)των Περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 Ν. 35(Ι)/2007και 2012 Ν. 200(Ι)/2012). Με την Δεύτερη Κατηγορία καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 ότι από τις 19.05.2018 μέχρι και τις 15.06.2018 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης του εργοδοτούμενου της XXX Δημητρίου όπως της είχε ζητηθεί να πράξει από αρμόδιο λειτουργό κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας (Άρθρα 2,10(ΣΤ) των Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμων του 2000 (Ν.100(Ι)/2000)και 2007 (Ν.12(Ι)/2007)και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα) ενώ με την Έκτη Κατηγορία ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 ότι από τις 19.05.2018 μέχρι και τις 15.06.2018 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης για τον εργοδοτούμενο τους XXX Δημητρίου όπως του είχε ζητηθεί να πράξει από τον αρμόδιο λειτουργό κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας (Άρθρα 2,10(ΣΤ)(γ) και 10(ΣΤ)
(2)των Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμων του 2000 (Ν.100(Ι)/2000)και 2007 (Ν.12(Ι)/2007). Τέλος με την Τρίτη Κατηγορία καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη 1 ότι περί τα τέλη Νοεμβρίου 2012 μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου 2015 δεν κατέβαλε στον εργοδοτούμενο της XXX Δημητρίου υπόλοιπα μισθών για την περίοδο από 11/2012 - 11/2015 συνολικού ύψους €50.000,00 ως όφειλε να πράξει (Άρθρα 2,9
(1)και 20 των Περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 Ν. 35(Ι)/2007και 2012 Ν. 200(Ι)/2012)ενώ με την Τέταρτη Κατηγορία ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 ότι περί τα τέλη Νοεμβρίου 2012 μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου 2015 την παρακίνησε ώστε να μην καταβάλει στον εργοδοτούμενο της XXXX Δημητρίου υπόλοιπα μισθών για την περίοδο από 11/2012 - 11/2015 συνολικού ύψους €50.000,00 ως όφειλε να πράξει (Άρθρα 2,9
(1)και 20 των Περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 Ν. 35(Ι)/2007και 2012 Ν. 200(Ι)/2012και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα). Το κατηγορητήριο επιδόθηκε σε αμφότερους τους κατηγορούμενους οι οποίοι αρχικά εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο και δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Σε κατοπινό όμως στάδιο της υπόθεσης ο δικηγόρος των Κατηγορουμένων αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση της Κατηγορούμενης 1 και παρέμεινε μόνο σε σχέση με την εκπροσώπηση του Κατηγορούμενου 2 με την υπόθεση ένεκα της εξέλιξης αυτής να ορίζεται για απόδειξη σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 και για ακρόαση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο
  1. Συνεπώς κατά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης στις 12.02.2021 η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 1, 2, και 3 οι οποίες ήταν ορισμένες για απόδειξη ενώ η πλευρά του Κατηγορούμενου 2 αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 4, 5 και
  2. Το σύνολο των αναφερόμενων κατηγοριών οδηγήθηκε σε ακρόαση στη βάση της κοινής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Πριν την παρουσίαση του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας έγιναν και τα εξής παραδεκτά γεγονότα με την έγκριση του Δικαστηρίου από τους ευπαίδευτους συνήγορους της Κατηγορούσας Αρχής και του Κατηγορούμενου 2 και για τα οποία προβαίνω σε αντίστοιχα ευρήματα: · Η Κατηγορούμενη 1 είναι νομότυπα εγγεγραμμένη εταιρεία. · Ο Κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο για τις κατηγορίες χρόνο ήταν ο μοναδικός διευθυντής της. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις προαναφερόμενες κατηγορίες και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε συνολικά 3 Μάρτυρες ήτοι την κα XXX Χριστοφή (ΜΚ1), τον κ. XXX Δημητρίου (ΜΚ2) και τέλος τον κ. XXX Δημητρίου (ΜΚ3). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 στην εμπεριστατωμένη του προφορική αγόρευση εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος 2 δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Ενώ αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής την οποία υποστήριξε με την δική του εμπεριστατωμένη προφορική αγόρευση. Τα όσα ανέφεραν προς υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Θα αναφερθώ στην συνέχεια στις θέσεις τους όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας. Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ.133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κύριο Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια <<εκ πρώτης όψεως υπόθεση>> δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Για τον σκοπό εξέτασης της εισήγησης του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η μαρτυρία: Η ΜΚ1 απόφοιτος Λογιστικής του Πανεπιστημίου Κύπρου ανέφερε ότι είναι Επιθεωρήτρια Εργασιακών Σχέσεων από το 2008 στο Υπουργείο Εργασίας Προνοίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με καθήκοντα την παραλαβή και διερεύνηση παραπόνων, την επιθεώρηση χώρων εργασίας και την παροχή συμβουλών σε εργοδότες καθήκοντα για τα οποία έτυχε και σχετικής εκπαίδευσης. Σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση ανέφερε ότι της ανατέθηκε από την προϊστάμενη της η διερεύνηση του παραπόνου που υποβλήθηκε από τον XXX Δημητρίου και για την οποία ετοίμασε και σχετική κατάθεση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σε αυτήν αναφέρεται σε υποβολή γραπτού παραπόνου (Τεκμήριο 2) στο Τμήμα της από τον XXX Δημητρίου στις 15.01.18 εναντίον της Κατηγορούμενης 1 το οποίο αφορούσε τη μη καταβολή υπόλοιπα μισθών για την περίοδο 11/2012 - 11/2015 συνολικού ύψους €50.000,
  1. Το συγκεκριμένο παράπονο παραλήφθηκε από την συνάδελφο της Επιθεωρήτρια XXXX Βασιλείου η οποία εκείνη την ημέρα ορίστηκε ως ο Επιθεωρητής που θα εξυπηρετούσε το κοινό και το οποίο στην συνέχεια ανατέθηκε προς διερεύνηση στην μάρτυρα. Η ΜΚ1 σημείωσε ότι στις 19.05.18 ενημερώθηκε η Κατηγορούμενη 1 μέσω του Κατηγορούμενου 2 για το υποβληθέν παράπονο μέσω επιστολής (Τεκμήριο 5) που δόθηκε μέσω του ιδιώτη επιδότη κ. XXXX Χαραλάμπους στον κ. XXXX Μαυρονικόλα ο οποίος και ανέλαβε να την διαβιβάσει στον Κατηγορούμενο
  2. Με την εν λόγω επιστολή ενημερωνόταν η Κατηγορούμενη 1 μέσω του Κατηγορούμενου 2 για την υποβολή του παραπόνου και ζητείτο για σκοπούς διερεύνησης η προσκόμιση εντός συγκεκριμένης διορίας αρχείου μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής και γραπτή ενημέρωση των όρων απασχόλησης του παραπονούμενου για την περίοδο που αυτός απασχολήθηκε στην εταιρεία. Στις 25.05.18 την πήρε τηλέφωνο ως ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2 και την πληροφόρησε ότι έλαβε την επιστολή και ζήτησε χρονικό περιθώριο μέχρι τις 08.06.18 για να διερευνήσει το ζήτημα ενώ σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία που η μάρτυρας είχε στις 11.06.18 και πάλι με τον Κατηγορούμενο 2 ζήτησε επιπλέον τελεσίδικο χρονικό περιθώριο μέχρι τις 15.06.18 για να διερευνήσει το θέμα και να προσκομίσει όλα όσα του είχαν ζητηθεί χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε ανταπόκριση όπως ανέφερε παρά την πάροδο της διορίας συνεπώς αποφασίστηκε να προχωρήσει η ποινική δίωξη. Σύμφωνα με την μάρτυρα ο παραπονούμενος κατά την υποβολή του παραπόνου του παρέδωσε στο Τμήμα και βεβαιώσεις οι οποίες δικαιολογούσαν το απαιτούμενο ποσό. Η μία βεβαίωση αντίγραφο της οποίας παρουσίασε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 έφερε ημερομηνία 01.12.2015 και υπογραφόταν από τον XXXX Τζωρτζή ο οποίος ως αναγράφεται σε αυτήν ήταν ο Πρόεδρος των Εταιρειών Fama. Σε σχέση με την δεύτερη βεβαίωση η ΜΚ1 παρουσίασε αντίγραφο επιστολής στην οποία παρουσιάζεται το όνομα της Κατηγορούμενης 1 και αναφορά στο πρόσωπο του παραπονούμενου και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με την μάρτυρα κατά τις δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τον Κατηγορούμενο 2 δεν τις ανέφερε κανένα θέμα δυσκολίας στο να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα όμως σε σχέση με το κατ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό της είχε αναφέρει ότι δεν συμφωνεί με το ποσό και ότι θα φέρει τα σχετικά έγγραφα για να το αποδείξει τα οποία ουδέποτε προσκομίστηκαν. Αναφερόμενη στις βεβαιώσεις που παραδόθηκαν στο Τμήμα της σημείωσε ότι ο Κατηγορούμενος 2 κατά την επικοινωνία τους δεν τις είχε σχολιάσει απλά της ανέφερε ότι θα φέρει στοιχεία για να αποδείξει ότι δεν είναι τόσα τα χρήματα που οφείλονται αφού φαίνεται να αποδέχθηκε ότι υπάρχει μια οφειλή η οποία όμως δεν ήταν του ύψους του ποσού που ισχυριζόταν ο παραπονούμενος και επανέλαβε ότι θα προσκομίσει τα στοιχεία για να το αποδείξει χωρίς όμως μέχρι και σήμερα να έχει προσκομιστεί οτιδήποτε στο Τμήμα της. Είχε στην κατοχή της καταστάσεις των Κοινωνικών Ασφαλίσεων που αφορούν τον παραπονούμενο για την περίοδο 2012 - 2015 και τις οποίες κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 και στις οποίες φαίνεται ότι αυτός εργοδοτείτο από την Κατηγορούμενη 1 με μισθό €1.600 μηνιαίως χωρίς όμως όπως σημείωσε να φαίνεται σε ποια θέση ήταν δηλωμένος. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 7 και αποτελέσματα έρευνας του Εφόρου Εταιρειών που αφορούν την Κατηγορούμενη 1 και η οποία επιβεβαιώνει ότι μοναδικός Διευθυντής αυτής κατά τους επίδικους χρόνους ήταν ο Κατηγορούμενος
  4. Τέλος ανέφερε ότι σε σχέση με την δεύτερη βεβαίωση που δόθηκε στον παραπονούμενο ήτοι το Τεκμήριο 4 όταν η ίδια είχε μιλήσει μαζί του της είχε αναφέρει ότι αυτή του είχε δοθεί από τον Κατηγορούμενο 2 περίπου 10 ημέρες μετά που του είχε δοθεί η πρώτη βεβαίωση ήτοι το Τεκμήριο
  5. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 ερωτήθηκε σε σχέση με το Τεκμήριο 4 που αφορά αντίγραφο βεβαίωσης κατά πόσον φαίνεται η οποιαδήποτε σφραγίδα στο έγγραφο αυτό με την μάρτυρα να απαντά ότι δεν φαίνεται να φέρει σφραγίδα όμως στο αντίγραφο που η ίδια έχει φαίνεται πολύ ανεπαίσθητα σημειώνοντας όμως ότι υπάρχει και το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού και το οποίο θα παρουσιαστεί. Ερωτηθείσα για το πότε της ανατέθηκε ο χειρισμός του παραπόνου η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό παραλήφθηκε στις 15 Ιανουαρίου και λογικά μέσα στις επόμενες 1 με 2 ημέρες θα της ανατέθηκε με την ίδια να έχει τηλεφωνικές επαφές όπως επιβεβαίωσε και κατ ιδίαν συνάντηση μία φορά με τον παραπονούμενο που όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ακριβώς ήταν, θυμόταν όμως ότι επρόκειτο για περίπτωση όπου αυτός είχε συνοδεύσει ένα άλλο πρόσωπο ο οποίος έκανε και εκείνος παράπονο εναντίον της εταιρείας και τον είχε συναντήσει προσωπικά. Η ίδια ανέφερε ότι γνώριζαν που ευρίσκονταν τα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 ήτοι στο Λιμάνι Λεμεσού αφού αναγράφηκε και στο γραπτό παράπονο που είχε υποβληθεί όμως η ίδια δεν επισκέφθηκε τον συγκεκριμένο χώρο όπως ανέφερε και δεν γνώριζε τις θέσεις που της υποβλήθηκαν κατά πόσον ο Κατηγορούμενος 2 η οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος της εταιρείας δεν είχε πρόσβαση στα γραφεία της εταιρείας στο Λιμάνι Λεμεσού λόγω διαδικασίας έξωσης που υπήρχε από το 2015 αφού η ίδια δεν είχε τέτοια γνώση ή ενημέρωση για το ζήτημα αυτό που ερωτήθηκε. Σε σχέση με την αναφορά επί του Τεκμηρίου 2 για την επισύναψη σχετικής βεβαίωσης και κατά πόσον επρόκειτο για το Τεκμήριο 3 ή το Τεκμήριο 4 η ΜΚ1 απάντησε ότι υποβλήθηκαν και οι δύο βεβαιώσεις ταυτόχρονα επειδή έχει τα πρωτότυπα μαζί της και δεν γνωρίζει γιατί αναγράφτηκε επί του Τεκμηρίου 2 μόνο ότι επισυνάπτεται σχετική βεβαίωση και όχι σχετικές βεβαιώσεις από την στιγμή που δεν ήταν η ίδια που είχε παραλάβει το παράπονο αλλά η συνάδελφος της Επιθεωρήτρια XXX Βασιλείου. Αναφερόμενη στη δεύτερη βεβαίωση ήτοι το Τεκμήριο 4 επιβεβαίωσε ότι αυτή ως της ανέφερε ο παραπονούμενος του είχε δοθεί 10 ημέρες μετά την πρώτη η οποία είχε δοθεί την 1η Δεκεμβρίου συμφωνώντας ότι στην κατάθεση της ήτοι το Τεκμήριο 1 δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά για τις βεβαιώσεις αυτές. Σε σχέση με το ποσό των €50.000,00 και το κατά πόσον είχε ρωτήσει τον παραπονούμενο τι και πότε είχε πληρωθεί για να μένει τέτοιο υπόλοιπο η ΜΚ1 ανέφερε ότι απλά της είχε πει ότι το ποσό αυτό αφορούσε υπόλοιπα σχεδόν από όλους τους μισθούς του αφού μεγάλο μέρος του μισθού του είναι που δεν λάμβανε αλλά δεν της είχε αναφέρει πότε και πόσα χρήματα του είχαν πληρωθεί ενώ ερωτηθείσα για την επικοινωνία της με τον Κατηγορούμενο 2 μετά την αποστολή και της επιστολής ήτοι του Τεκμηρίου 5 και κατά πόσον της είχε αναφέρει ότι τα βιβλία της εταιρείας βρίσκονταν στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού στο οποίο δεν είχε πρόσβαση γιατί του απαγορευόταν η είσοδος από το 2015 η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την επικοινωνία που είχε μαζί του απλά της ζήτησε επιπρόσθετα χρονικά περιθώρια για να μαζέψει όλα τα στοιχεία χωρίς να της αναφέρει λεπτομέρειες γιατί δεν μπορεί να τα προσκομίσει στο χρόνο που του δόθηκε χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία μαζί του και χωρίς να της αναφέρει οτιδήποτε άλλο ούτε και θυμόταν να της είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος 2 ότι σε σχέση με την βεβαίωση (Τεκμήριο 4) που υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο 2 ότι αυτή λήφθηκε με μη νόμιμο τρόπο. Επανέλαβε την θέση της σε νέα υποβολή του δικηγόρου υπεράσπισης ότι η ίδια δεν γνώριζε ούτε και είχε ενημερωθεί από τον Κατηγορούμενο 2 για το ότι από το 2015 δεν είχε πρόσβαση στα γραφεία της εταιρείας στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού ενώ τέλος σε σχέση με τις προσπάθειες που έγιναν για την επίδοση του Τεκμηρίου 5 η μάρτυρας ανέφερε ότι αρχικά έγιναν προσπάθειες αυτή να επιδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στην Παλώδια χωρίς αποτέλεσμα έτσι έγινε κατορθωτό να γίνει επίδοση στην διεύθυνση εργασίας του Κατηγορούμενου 2 αφού την παρέλαβε άλλο άτομο να του την διαβιβάσει όπως εν τέλει και έγινε. Κατά την επανεξέταση της ανέφερε ότι όταν αυτή παρέλαβε τον φάκελο του παραπόνου 1-2 ημέρες μετά που αυτό είχε υποβληθεί υπήρχαν και οι δύο βεβαιώσεις και ότι κατά την επικοινωνία της με τον Κατηγορούμενο 2 όταν της είχε αναφέρει ότι δεν ήταν τόσο το οφειλόμενο ποσό δεν της είχε πει πόσο είναι σύμφωνα με την θέση του Κατηγορούμενου 2 ενώ επιβεβαίωσε ότι μέχρι και σήμερα δεν έφτασε κοντά της κανένα διάταγμα έξωσης που να αφορούσε την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία ενώ όπως σημείωσε δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να μην δώσουν επιπρόσθετο χρόνο στον Κατηγορούμενο 2 για να φέρει τα έγγραφα που του ζητήθηκαν σε περίπτωση που τους έλεγε ότι η εταιρεία δεν διεξάγει δραστηριότητες ή δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στα γραφεία της. Ως ΜΚ2 κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ο υιός του παραπονούμενου. Ανέφερε ότι γνώριζε πως ο πατέρας του εργαζόταν σε εταιρεία στο Ναυπηγείο στο Λιμάνι Λεμεσού του XXXX Τζωρτζή και με διευθυντή εξ όσων ήταν στα υπόψη του τον Κατηγορούμενο 2 εναντίον της οποίας είχε υποβάλει παράπονο για κάποια λεφτά που είχε να παίρνει. Ο ίδιος μετά από οδηγίες του πατέρα του ο οποίος είχε έρθει σε επαφή με τον Κατηγορούμενο 2 μετέβηκε στο σπίτι του τελευταίου για να παραλάβει την πρωτότυπη βεβαίωση ήτοι το Τεκμήριο 8 το οποίο και κατέθεσε στην διαδικασία. Το εν λόγω έγγραφο όπως ανέφερε δεν το πήρε την πρώτη ημέρα που είχε μεταβεί στο σπίτι του Κατηγορούμενου 2 αλλά την επομένη αφού ως υποστήριξε την πρώτη ημέρα που μετέβηκε στην κατοικία του Κατηγορούμενου 2 του είχε ζητήσει ενόψει του γεγονότος ότι υπήρχαν καλεσμένοι στο σπίτι του και δεν είχε ούτε και την σφραγίδα της εταιρείας να έρθει ξανά την επόμενη ημέρα πράγμα το οποίο έπραξε σε φιλικό κλίμα και παρέλαβε την βεβαίωση την οποία στην συνέχεια παρέδωσε στον πατέρα του. Ερωτηθείς για να παραθέσει τα σχόλια του στον ισχυρισμό ότι το Τεκμήριο 8 εξασφαλίστηκε δια απειλών ο ΜΚ2 ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν απείλησε τον Κατηγορούμενο 2 ούτε αντάλλαξαν βαρετή κουβέντα αφού η συζήτηση τους έγινε σε φιλικό επίπεδο αφού με τον Κατηγορούμενο 2 γνωρίζονται για χρόνια με τον ίδιο μάλιστα να εκφράζει και την έκπληξη του για αυτά που ακούει σήμερα. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι σε καμιά περίπτωση από τον Δεκέμβριο του 2015 μέχρι και σήμερα δεν καλέστηκε από την Αστυνομία ή άλλη Αρχή για κατ ισχυρισμό απειλές που αφορούν το Τεκμήριο 8 αφού τέτοια καταγγελία ως σημείωσε ουδέποτε έγινε και αποτελεί κατά την άποψη του προσπάθεια ελάφρυνσης της θέσης του Κατηγορούμενου 2 ο ισχυρισμός αυτός. Αντεξεταζόμενος ανέφερε σε σχετική ερώτηση ότι δεν γνωρίζει ποιος σύνταξε το Τεκμήριο 8 αφού όταν μετέβηκε στο σπίτι του Κατηγορούμενο 2 μετά που είχαν τηλεφωνηθεί την βεβαίωση την είχε στην κατοχή του έτοιμη ο Κατηγορούμενος 2 και αρνήθηκε την υποβολή ότι την είχε ο ίδιος στα χέρια του και την είχε πάρει έτοιμη ζητώντας όπως αυτή υπογραφή. Σημείωσε μάλιστα ότι αν έτσι ήταν τα πράγματα τότε απλά θα του έβαζαν μια υπογραφή και σφραγίδα και θα έφευγε ενώ κάτι τέτοιο δεν έγινε αφού την πρώτη φορά που μετέβηκε στην κατοικία δεν μπορούσε να παραλάβει το χαρτί αφού δεν ήταν έτοιμο και δεν υπήρχε ούτε και η σφραγίδα την οποία θα είχε την επόμενη ημέρα. Σε νέα υποβολή ότι ο ίδιος ο μάρτυρας ήταν που είχε στην κατοχή του το συγκεκριμένο χαρτί και το πήγε στην κατοικία του Κατηγορούμενου 2 χωρίς προηγουμένως να του τηλεφωνήσει και μάλιστα αντί να χτυπήσει το κουδούνι του σπιτιού του φώναζε από τον δρόμο να βγει έξω και ότι θα έχει συνέπειες αν δεν υπόγραφε το χαρτί ο ΜΚ2 επέμενε στην θέση ότι είχε από προηγουμένως τηλεφωνηθεί με τον Κατηγορούμενο 2 πριν να μεταβεί στο σπίτι του όπως εν τέλει έγινε και πράγματι μίλησε μαζί του έξω και όχι μέσα στην κατοικία αρνούμενος ότι ισχύουν τα όσα ο δικηγόρος υπεράσπισης του υπέβαλε. Ερωτηθείς κατά πόσον ο Κατηγορούμενος 2 του είχε αναφέρει γιατί δεν μεταβαίνει στον πατέρα του XXXX Τζωρτζή για να του υπογράψει την εν λόγω βεβαίωση και όχι στον ίδιο ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο δικός του πατέρας είχε μεταβεί 15 - 20 ημέρες προηγουμένως και έλαβε ένα έγγραφο το οποίο θα το παρουσιάσει αλλά έπρεπε λογικά ως ανέφερε να πάρει και ένα από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος ήταν και Διευθυντής της Εταιρείας. Για το έγγραφο που είχε δοθεί από τον XXXX Τζωρτζή ο ΜΚ2 απλά ανέφερε ότι πρόκειτο για έγγραφο το οποίο κατέχει ο πατέρας του αλλά δεν γνώριζε το περιεχόμενο του. Όταν αυτό αναγνώστηκε στον μάρτυρα απλά περιορίστηκε να αναφέρει ότι εξ όσων γνώριζε ο πατέρας του ήταν μόνο οδηγός του XXX Τζωρτζή ενώ σημείωσε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ποιος όφειλε τα λεφτά αλλά αυτό που ήξερε ήταν ότι η εταιρεία τα όφειλε στον πατέρα του και δεν γνώριζε ποιος ήταν Πρόεδρος της εταιρείας ή ποιος ήταν διευθυντής και παρέπεμψε για τα ζητήματα αυτά στον πατέρα του που τα γνωρίζει καλύτερα. Ο ίδιος ζούσε ως ανέφερε καθημερινά τις συζητήσεις που γίνονταν στο σπίτι του με τον πατέρα του όταν μιλούσε τηλεφωνικά με τον XXX Τζωρτζή για την οφειλή των €50.000,00 και επανέλαβε ότι ήταν το πρόσωπο που παρέλαβε την δακτυλογραφημένη επιστολή με την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 ο οποίος ήταν διευθυντής της εταιρείας και φέρει και την σφραγίδα της και φαντάζεται ότι είχε αρμοδιότητα να υπογράψει για την εταιρεία και τυγχάνει μάλιστα να είναι και ο γιός του ιδιοκτήτη της εταιρείας. Τέλος υποβλήθηκε στον μάρτυρα η θέση ότι το Τεκμήριο 8 δεν συντάχθηκε ούτε ετοιμάστηκε από τον Κατηγορούμενο 2 ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό είναι δακτυλογραφημένο με διαφορετικούς χαρακτήρες και είναι ανορθόγραφο και ότι του το πήρε έτοιμο εις το σπίτι του ο ΜΚ2 και αφού του φώναξε να βγει έξω απαίτησε όπως υπογραφεί για να μην έχει συνέπειες με τον μάρτυρα να επαναλαμβάνει την θέση ότι σε καμιά περίπτωση δεν ισχύουν αυτές οι θέσεις, έδωσε είδη απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά με προηγούμενους ισχυρισμούς του σημειώνοντας ότι αυτά του λέγονται καθαρά για να ελαφρυνθεί η θέση του Κατηγορούμενου
  6. Επίσης αρνήθηκε και τις υποβολές ότι δεν υπήρχε σφραγίδα επί του συγκεκριμένου εγγράφου όταν αυτό παρουσιάστηκε στον Κατηγορούμενο
  7. Ο ΜΚ3 παραπονούμενος στην υπό εξέταση ποινική υπόθεση ανέφερε ότι εργαζόταν από το 2000 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2015 στο Ναυπηγείο στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού σαν οδηγός του ΄΄μάστρου του΄΄ ως ανέφερε διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο για τον XXXXX Τζωρτζή και τον γιό του XXX Τζωρτζή. Ο ίδιος είχε προσλήφθηκε από τον XXX Τζωρτζή ως οδηγός αλλά δεν του είχε γίνει οποιοδήποτε συμβόλαιο. Ως ανέφερε από το 2000 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2015 είχε μεταφερθεί σε 4 με 5 εταιρείες του ομίλου εταιρειών με την τελευταία εταιρεία στην οποία εργοδοτήθηκε να είναι η F & T Enterprises Limited. Σε διευκρινιστική ερώτηση από τον κ. Προδρόμου για το πώς πληρώνονταν κατά την διάρκεια της εργοδότησης του ανέφερε ότι πάντοτε πληρωνόταν σε μετρητά και υπόγραφαν σχετικές αποδείξεις από τις οποίες τους δίδονταν και αντίγραφα. Στα πρώτα χρόνια πληρωνόταν κανονικά όχι όμως στην συνέχεια με αποτέλεσμα ως ανέφερε να αναγκαστεί να αποχωρήσει και να έχει να λαμβάνει ένα ποσό ύψους €50.000,00 για το οποίο από το 2015 που αποχώρησε μέχρι και σήμερα δεν έλαβε ούτε και ένα ευρώ. Μάλιστα ερωτηθείς για ποιο λόγο έμεινε στην εργασία του μέχρι να μαζευτούν τόσα πολλά χρήματα και μετά να αποχωρήσει ανέφερε ότι με τον πατέρα XXXX Τζωρτζή είχαν αναπτύξει και σχέση φιλίας πέραν από την εργασιακή σχέση και του ανέφερε ότι όταν θα έκλεινε κάποιο μεγάλο συμβόλαιο θα τον ξοφλούσε χωρίς όμως κάτι τέτοιο να γίνει. Σε σχέση με το γραπτό παράπονο που υπέβαλε κατά το έτος 2018 στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων (Τεκμήριο 2) το οποίο είδε και αναγνώρισε, ερωτηθείς ενώ από την εργασία του αποχώρησε το Νοέμβριο του 2015 για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην υποβολή του σημείωσε ότι ο λόγος ήταν ένεκα των επισκέψεων που έκανε στην κατοικία του XXX Τζωρτζή και των υποσχέσεων που λάμβανε ότι θα τον πληρώσει. Εν τέλει όταν κατέλαβε ότι δεν γινόταν οτιδήποτε προχώρησε και τον κατάγγειλε. Ερωτηθείς για τις βεβαιώσεις που συνόδευαν το γραπτό του παράπονο επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για μία βεβαίωση η οποία υπογραφόταν από τον πατέρα XXX Τζωρτζή ημερ. 01.12.2015 αναγνωρίζοντας ότι πρόκειτο για το Τεκμήριο 3 & 9 (αντίγραφο & πρωτότυπο) το οποίο δόθηκε από το συγκεκριμένο πρόσωπο και επιβεβαίωνε ότι δούλευε κοντά του και όταν έφυγε του χρωστούσε €50.000,00 σε ημερομίσθια σημειώνοντας όμως ότι ο ίδιος δεν εργάστηκε ποτέ για τον πατέρα του XXX Τζωρτζή αλλά από το 2000 ήταν προσωπικός οδηγός μόνο του XXX Τζωρτζή. Σημείωσε ότι επιδίωξε να λάβει τις βεβαιώσεις αυτές έπειτα από νομική συμβουλή που έλαβε από τον δικηγόρο του και κατόπιν πολλών επισκέψεων στο σπίτι του XXX Τζωρτζή και την οποία εν τέλει παρέλαβε αναφερόμενος στο Τεκμήριο 9 ενώ μετά από περίπου 10 με 15 ημέρες ζήτησε και χαρτί και από τον XXX Τζωρτζή αναφερόμενος στο Τεκμήριο 4 & 8 (αντίγραφο & πρωτότυπο) αφού ήταν μάστρος ως χαρακτηριστικά ανέφερε της τελευταίας εταιρείας που εργαζόταν διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο για τον διευθυντή της. Την εν λόγω βεβαίωση την παρέλαβε ο υιός του από τον Κατηγορούμενο 2 αφού προηγουμένως είχε ο ίδιος τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος στην αρχή δεν δεχόταν να δώσει την βεβαίωση ενώ στην συνέχεια δέχτηκε και μετέβηκε ο ΜΚ2 για να την παραλάβει και επειδή ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε ότι είχε κόσμο τον επισκέφτηκε την μεθεπόμενη ημέρα και την παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος και την είχε ετοιμάσει. Ερωτηθείς να τοποθετηθεί για την θέση του Κατηγορούμενου 2 ότι δέχθηκε απειλές για να υπογράφει το συγκεκριμένο έγγραφο ο μάρτυρας απάντησε ότι αν δεχόταν πράγματι απειλές θα έπρεπε να πάει στην Αστυνομία από την ημέρα που απειλήθηκε και ότι ούτε ο ίδιος ούτε και ο υιός του κλήθηκαν από το 2015 μέχρι και σήμερα στην Αστυνομία για να δώσουν οποιαδήποτε κατάθεση για απειλές ούτε και ενοχλήθηκε από τον οποιοδήποτε για αυτό το θέμα. Ως ανέφερε συζητήσεις έγιναν πολλές φορές πάντα με τον πατέρα του Κατηγορούμενου 2 για τα οφειλόμενα προς τον παραπονούμενο ποσά αλλά αυτός τον κορόιδευε και δεν του έδωσε ούτε και ένα ευρώ. Σε σχέση με το ύψος του ποσού και την θέση που προβάλει ο Κατηγορούμενος 2 ότι δεν είναι αυτό το οφειλόμενο ποσό ο μάρτυρας απάντησε ότι το ποσό που του οφείλεται είναι αυτό ακριβώς και αποτελούν τα ημερομίσθια που έχει δουλέψει, δεν θέλει ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα σημειώνοντας ότι η εταιρεία χρωστά και σε άλλα πρόσωπα πρώην συναδέλφους του που εργάζονταν στο ναυπηγείο και οι οποίοι έχουν υποβάλει σχετικές καταγγελίες. Σε ερώτηση από ποιον έπαιρνε οδηγίες ανέφερε ότι πάντα έπαιρνε οδηγίες από τον XXX Τζωρτζή τον πατέρα του Κατηγορούμενου 2 αλλά και από τον Κατηγορούμενο 2 αλλά από την στιγμή που ήταν προσωπικός οδηγός του XXX Τζωρτζή έπαιρνε οδηγίες από τον ίδιο, στην τελευταία όμως εταιρεία που εργαζόταν διευθυντής και υπεύθυνος αυτής ήταν ο Κατηγορούμενος 2 ως ανέφερε. Καταληκτικά ο ίδιος σημείωσε ότι δεν ζητά τίποτε άλλο εκτός από τα ημερομίσθια του, τα χρήματα που δούλεψε σε αυτές τις εταιρείες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το ποσό της οφειλής ύψους €50.000,00 δεν είναι μόνο της περιόδου από το 2012 μέχρι και το 2015 αλλά αφορά και χρέος πριν το 2012 από προηγούμενα χρόνια αλλά δεν μπορούσε να απαντήσει ποιο ήταν το ποσό αυτό επικαλούμενος την πάροδο 6 ετών από την αποχώρηση του από την εταιρεία. Ερωτηθείς συγκεκριμένα για την περίοδο Νοεμβρίου 2012 με Νοεμβρίου 2015 τι χρήματα του είχαν πληρωθεί ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ήταν ''ασήμαντα λεφτά, πολλά ασήμαντα΄΄ αφού μπορεί να έπαιρνε €100 την εβδομάδα και εκείνα αν τα έπιανε πολλές φορές και παρά το γεγονός ότι συμφώνησε ότι κατά την πληρωμή του πάντοτε σε μετρητά υπόγραφε σχετική απόδειξη και κρατούσε και αυτός αντίγραφο δεν είχε οποιαδήποτε απόδειξη μαζί του ισχυριζόμενος ότι τις έχει πετάξει. Σε ερώτηση πως κατέληξε στο ποσό των €50.000,00 που ζητά ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι €10.000 από τις €50.000,00 αφορούν χρέος που επωμίστηκε ο ίδιος για την εταιρεία και πληρώνει €50 το μήνα. Μάλιστα ανέφερε ότι το ποσό αυτό αφορά ''λαπόρτα'' των αυτοκινήτων της εταιρείας τα οποία λάμβανε ως οδηγός και η εταιρεία δεν τα πλήρωσε για λογαριασμό του και τα πληρώνει ο ίδιος για να μην πάει φυλακή. Συνεπώς ως περαιτέρω σημείωσε από την στιγμή που χρεώθηκε ο ίδιος πρέπει να τα πάρει από την εταιρεία δηλαδή €40.000 πλέον €10.000 σύνολο €50.000,
  8. Ερωτηθείς για το ποιος ήταν ο ''μάστρος του'' ανέφερε τόσο τον Κατηγορούμενο 2 όσο και τον XXXX Τζωρτζή, έπαιρνε οδηγίες και από τον Κατηγορούμενο 2 ως ανέφερε για την εκτέλεση εργασίας όταν δεν είχε να πάρει κάπου τον πατέρα του και αρνήθηκε την υποβολή ότι ουδέποτε του έδινε οδηγίες ο Κατηγορούμενος 2 και επανέλαβε την θέση ότι παρά το γεγονός ότι ήταν αποκλειστικός οδηγός του XXXX Τζωρτζή όταν δεν χρειαζόταν να μεταβούν κάπου έκαμνε και ''κούρσες'' στη Λεμεσό για ότι χρειαζόταν η εταιρεία. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν στην εταιρεία από το 2000 αλλά ήρθε μεταγενέστερα μετά που ολοκλήρωσε την στρατιωτική του θητεία και τις σπουδές του αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ήταν επαναλαμβάνοντας για ακόμα μια φορά την θέση ότι ήταν οδηγός του XXXX Τζωρτζή αλλά τις ώρες που ήταν στο γραφείο έπαιρνε οδηγίες και διαταγές και από τον Κατηγορούμενο
  9. Μάλιστα σε σχέση με τον επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό του ότι η εταιρεία του οφείλει το ποσό των €40.000 πλέον το χρέος που έχει πάνω του και για το οποίο πληρώνει ποσό €50 μηνιαίως στην Αστυνομία για να μην πάει φυλακή ανέφερε σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ότι επρόκειτο για εξώδικα που ο ίδιος λάμβανε προσωπικά στα πλαίσια των καθηκόντων του ως οδηγός της εταιρείας για υπερβολική ταχύτητα και τα οποία σύμφωνα με τον μάρτυρα θα πρέπει να του καταβληθούν από την εταιρεία. Για το συνολικό οφειλόμενο κατά την θέση του μάρτυρα ποσό ύψους €50.000 σε υποβολή ότι αυτό του οφείλεται από τον XXXX Τζωρτζή προσωπικά και όχι από την Κατηγορούμενη 1 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τι γινόταν με τις διάφορες εταιρείες αφού υπήρχαν πέντε το μόνο που ήξερε ήταν ότι τα τελευταία 2 με 3 χρόνια ήταν σε μία εταιρεία στην οποία ήταν υπεύθυνος ο Κατηγορούμενος
  10. Συμφώνησε όμως στην θέση ότι εκείνος που έκαμνε κουμάντο σε όλες τις εταιρείες ήταν ο πατέρας του Κατηγορούμενου 2 XXXX Τζωρτζής ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που του έδιδε και τις κατά περιόδους υποσχέσεις ότι θα τον πλήρωνε. Μάλιστα χαρακτηριστικά ανέφερε ότι ΄΄.εγώ έχω να παίρνω που τούτη την εταιρεία τα ημερομίσθια μου, τα δεδουλευμένα ημερομίσθια, Τώρα αν θα τα πληρώσει ο γιός, ο τζιύρης, η μάνα, εγώ θέλω τα λεφτά μου, τίποτε άλλο. Τωρά εν να συζητούμε 10 ώρες εν να σου το πω 100 φορές.΄΄ O μάρτυρας επέμενε στην θέση ότι από την στιγμή που κατέχει τις δύο βεβαιώσεις του οφείλεται όχι από τον XXX Τζωρτζή αλλά από τις εταιρείες το συνολικό ποσό των €50.000 το οποίο ως ανέφερε ξανά οι €10.000 αφορούν τα προστίματα τα οποία επωμίστηκε και οι υπόλοιπες €40.000 οφειλόμενοι μισθοί αφού δεν λάμβανε πάνω από €100 την εβδομάδα μισθό και έγειρε το ερώτημα γιατί τότε να του υπογράψουν και παραδώσουν τις βεβαιώσεις αυτές αρνούμενος ότι το Τεκμήριο 8 ετοιμάστηκε από τον ίδιο και διερωτήθηκε γιατί δεν έγιναν καταγγελίες στην Αστυνομία εναντίον του αλλά και του υιό του για τις ισχυριζόμενες απειλές. Ο ίδιος σημείωσε μετέβηκε 100 φορές στο σπίτι του XXXX Τζωρτζή και συζήτησαν πολλές φορές και σε έντονο ύφος για την καταβολή των ημερομισθίων του τα οποία δούλεψε αλλά όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στη θέση ότι ήταν από τον XXXXX Τζωρτζή που τα ζητούσε ΄΄.Εν ηξέρω πατέρας τζιαι γιός ποιος εν να τα πληρώσει, εγώ ξαναλέω το 50 φορές, θέλω τα μεροκάματα μου, τα ημερομίσθια μου..΄΄ Τέλος σε νέες επαναλαμβανόμενος υποβολές του Δικηγόρου Υπεράσπισης ότι δεν του οφείλει η Κατηγορούμενη 1 ή ο Κατηγορούμενος 2 οποιοδήποτε ποσό αλλά προσωπικά ο XXX Τζωρτζής εξού και ήταν το πρόσωπο αυτό που πίεζε για να του δώσει τα χρήματα ο μάρτυρας περιορίστηκε να απαντήσει ότι τα τελευταία τρία χρόνια ήταν ''μάστρος'' του ο Κατηγορούμενος 2 παρά το γεγονός ότι συμφώνησε ότι ακόμα και προτού αποχωρήσει έπαιρνε τον πατέρα Τζωρτζή όπου ήθελε και ως χαρακτηριστικά και πάλι ανέφερε ο Κατηγορούμενος 2 ΄΄..ας τα έβρει με τον πατέρα του. Εγώ δούλεψα τους και θέλω να πληρωθώ, Τώρα αν θα μου τα πληρώσει ο XXX, αν θα μου τα πληρώσει ο XXX που εδούλεφκα του τα τελευταία 2 - 3 χρόνια για τον XXX, ας τα έβρουν να κάμουν καλά. Εγώ θέλω τα λεφτά μου, ούτε €1 παραπάνω.΄΄ και σε τελευταία υποβολή ότι ο αποκλειστικός υπεύθυνος ήταν μόνο ο πατέρας ο XXX Τζωρτζής που έκανε κουμάντο σε όλες τις εταιρείες ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ήξερε τι έκαμνε. Νομική Πτυχή Κατηγοριών: Κατηγορίες 1 και 5 αναφορικά με την κατ ισχυρισμό άρνηση παροχής αρχείου μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής για τον εργοδοτούμενο όπως τους είχε ζητηθεί να πράξουν από αρμόδιο λειτουργό: Το άρθρο 20
(4)του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν. 35(Ι)/2007διαλαμβάνει τα εξής: «20
(4)- Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5), οποιοσδήποτε - (α) . (β) . (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, (δ) . είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(5)Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη τoυ Κατηγορούμενου 2 Διευθυντή, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ.20
(5). Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες στις περιπτώσεις διάπραξης από νομικό πρόσωπο του αδικήματος του αρ.20
(4), καθίσταται ποινικά υπεύθυνο για το ίδιο αδίκημα και ο διευθυντής του νομικού προσώπου κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτός αν τέτοιος διευθυντής αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου. Το σχετικό βάρος απόδειξης που έχει τεθεί από το Νόμο στους ώμους του Κατηγορούμενου Διευθυντή αποσείεται βέβαια στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. (βλ. σχ. R v Carr Braint
(1943)2 All ER 156 και Ζυπίτης ν Αστυνομία
(2003)2 ΑΑΔ 220. Κατηγορίες 2 και 6 αναφορικά με την κατ ισχυρισμό παράλειψη παρουσίασης αντιγράφων γραπτής ενημέρωσης των όρων απασχόλησης του εργοδοτούμενου όπως τους είχε ζητηθεί να πράξουν από αρμόδιο λειτουργό: To άρθρο 10ΣΤ του Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμος του 2000 (100(I)/2000) διαλαμβάνει τα εξής: 10ΣΤ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), όποιος - (α) Παρεμποδίζει επιθεωρητή κατά την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας που παρέχεται σ΄ αυτόν από το Νόμο˙ (β) αρνείται να απαντήσει ή απαντά ψευδώς σε οποιαδήποτε έρευνα, για την οποία παρέχεται εξουσία από το Νόμο˙ (γ) παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο, ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο˙ (δ) παρεμποδίζει, ή αποπειράται να παρεμποδίσει οποιοδήποτε πρόσωπο από του να παρουσιαστεί ενώπιον επιθεωρητή ή να εξεταστεί από αυτόν, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες (ΛΚ 3.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(2)Αν τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου αδικήματα διαπράττονται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος παρόμοιος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται κατά το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός που θα τιμωρείται μόνο με τη χρηματική ποινή που προβλέπεται από το εδάφιο αυτό. Σε ότι αφορά την ευθύνη διευθυντή εταιρείας, εκεί όπου ο άμεσα υπεύθυνος είναι νομικό πρόσωπο ως διαφαίνεται και ανωτέρω σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ.10ΣΤ
(2). Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ο διευθυντής μιας εταιρείας, δεν καθίσταται αυτόματα ένοχος για το ίδιο αδίκημα με την εταιρεία αλλά ούτε και μετατίθεται οποιοδήποτε βάρος απόδειξης στους ώμους του. Σημειώνεται ότι εκεί όπου ο νομοθέτης έκρινε ότι ο διευθυντής θα πρέπει να φέρει αυτόματα την ίδια ευθύνη με την εταιρεία, χρησιμοποίησε ρητά, το ανάλογο λεκτικό στο Νόμο. (βλ. π.χ. αρ. αρ.20
(5)[1] περί Προστασίας Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/07 Προσεκτική ανάγνωση του αρ. 10ΣΤ
(2), καταδεικνύει ότι για να αποδειχθεί η ενοχή του διευθυντή, θα πρέπει, πέραν της διάπραξης από το νομικό πρόσωπο του αδικήματος του αρ.10ΣΤ
(1), να αποδειχθεί η συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή τέτοιου διευθυντή. Κατηγορίες 3 και 4 αναφορικά με την κατ ισχυρισμό μη πληρωμή μισθού προς τον εργοδοτούμενο από τον εργοδότη και παρακίνησης μη πληρωμής μισθού από τον διευθυντή νομικού προσώπου: Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της μη πληρωμής μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό. Το άρθρο 9
(1)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35
(1)/2007, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος») διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «9. -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» Στο δε ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, οι έννοιες «εργοδοτούμενος» και «μισθός» καθορίζονται ως εξής: «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας· "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·» Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό τους, τα καθιερωθέντα, δια του Ν.35(Ι)/2007, αδικήματα αποτελούν αδικήματα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό τους ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασής τους, είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή, τουλάχιστον, την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Στις περιπτώσεις αδικημάτων ως τα θεσπισμένα δια του Ν.35(Ι)/2007 το στοιχείο της ένοχης διάνοιας / εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής των μισθών. Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι. Γίνεται παραπομπή, για ανάλογη εφαρμογή, στην απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235 της οποίας αντικείμενο ήσαν αδικήματα θεσπισμένα δια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.41/1980)και δια του περί Εκτάκτου Εισφοράς δια την Άμυνα Νόμου (Ν.5/1985). Το Εφετείο απέρριψε την θέση του εφεσείοντος «ότι δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) λόγω της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του» (Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω). Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, διεπίστωσε, μεταξύ άλλων, πώς η οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου να καταβάλει τις οφειλόμενες εισφορές του δεν αναιρούσε την εγκληματική πρόθεσή του (mens rea) και ούτε αφαιρούσε, από την επίδικη παράλειψη, τον αξιόποινο χαρακτήρα της. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω): «Η ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) αποτελεί κατά το κοινό δίκαιο συστατικό στοιχείο του κάθε εγκλήματος. Η εγκληματική πρόθεση συνίσταται στην νοητική διάθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει εκείνο το οποίο ο νόμος απαγορεύει, συνδέεται με την εκδήλωση της πρόθεσης με πράξη ή παράλειψη και όχι με το κίνητρο για την πράξη ή την επίδειξη αμέλειας. Ούτε εξομοιώνεται ευθέως η εγκληματική πρόθεση με ηθελημένη αντιστράτευση των σκοπών του νόμου. Ο κανόνας για την ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης υπόκειται σε εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως κανονιστικές διατάξεις της νομοθεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων ... στην προκείμενη περίπτωση το νοητικό στοιχείο για την διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπουν τα άρθρα 80
(1)του Ν.41/80 και 13
(1)του Ν.5/85 συναρτούν την διάπραξη του εγκλήματος με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια όχι με τους λόγους της παράλειψης ή της αμέλειας. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά: «Unless the intention to cause a particular result is expressly declared to be an element of the offence constituted, in whole or part, by an act or omission, the result intended to be caused by an act or omission, is immaterial ... Συνεπώς ότι πρέπει να μας απασχολήσει ... είναι αν ο εφεσείων βαρύνεται με την παράλειψη καταβολής οφειλομένων εισφορών» Επιπλέον, η εκ μέρους εργοδότη παραβίαση υποχρεώσεών του έναντι του εργοδοτουμένου, θεσπισμένων δια του Ν.35(Ι)/2007, δυνατόν να συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο, σε περίπτωση καταδίκης, με ποινή φυλάκισης έως και 6 μήνες και/ή με χρηματική ποινή έως και €15.000 (άρθρο 20). Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, στα πλαίσια της οποίας ο Παραπονούμενος δικαιούτο να λάβει μισθό. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού, σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του Νόμου, αυτό το φέρει ο εργοδότης. Συγκεκριμένα το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης.» Το πιο πάνω αναφερόμενο εδάφιο 3 του άρθρου 12, προστέθηκε στο Νόμο με την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.200
(1)/2012 στις 28.12.
  1. Η τροποποίηση δηλαδή με την οποία ο Νομοθέτης καθόρισε ότι το σχετικό βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του εργοδότη έλαβε χώρα μεταγενέστερα της έναρξης της περιόδου όπως καθορίζεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος η οποία αρχίζει από τον Νοέμβριο του 2012 και καταλήγει στον Νοέμβριο του
  2. Παρά ταύτα θεωρώ ότι η εν λόγω πρόνοια έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς δεν είναι ουσιαστικής φύσης αλλά σχετίζεται με την απόδειξη. Σχετικά είναι όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Σοφοκλέους κ.α. ν. Στυλιανού
(1992)1Α Α.Α.Δ 81: «Το ζήτημα της αναδρομικής ισχύος των Νόμων και οι αρχές που το διέπουν, ανάλογα με το αν οι νομικές πρόνοιες είναι ουσιαστικής ή δικονομικής φύσης, έχουν εξηγηθεί σε μεγάλη σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πράγματι, αντίθετα προς όσα ισχύουν για τους ουσιαστικούς νόμους, οι δικονομικοί κανόνες αλλά και εκείνοι που σχετίζονται με την απόδειξη, θεωρούνται ότι έχουν αναδρομική ισχύ εκτός αν φανεί οτι προκύπτει καθαρά αντίθετη πρόθεση του νομοθέτη ή, όπως έχει τεθεί διαφορετικά, υπάρχει καλός λόγος για το αντίθετο.» Στην παρούσα περίπτωση, ο Νομοθέτης δεν συμπεριέλαβε στον τροποποιητικό νόμο οποιαδήποτε ρύθμιση από την οποία να προκύπτει ότι η πρόθεση του ήταν η μη απόδοση αναδρομικής ισχύος στην εν λόγω νομική πρόνοια. Επομένως, το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού το φέρει η Κατηγορούμενη 1. Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Στην υπόθεση Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2017, ημερομηνίας 4.7.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή Λιάτσο αναφορικά με το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού σε εργοδοτούμενο: ''Σκοπός βεβαίως θέσπισης του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση. Υπό το πρίσμα αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το άρθρο 12
(3)του Νόμου προβλέπει περί μετάθεσης του βάρους απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη. ..... Κατ΄ αρχάς δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι η πλευρά του Παραπονούμενου - Εφεσείοντα απέσεισε το βάρος που είχε προς απόδειξη ύπαρξης σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου σε σχέση με τις περιόδους που αφορούσαν οι κατηγορίες. Όπως επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο ότι για το εν λόγω διάστημα δικαιούτο σε καταβολή μισθών από την Κατηγορούμενη εταιρεία - Εφεσίβλητη, μισθοί, που όπως προέβαλλε, δεν του καταβλήθηκαν. Αλλωστε, το γεγονός ότι η Εφεσίβλητη κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι είχε αποδειχθεί επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση, επιβεβαίωνε ότι η πλευρά του Εφεσείοντα είχε αποσείσει το βάρος που έφερε, υπό το φως των κατηγοριών που κάλυπτε το κατηγορητήριο. Η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής έσφαλε στην προσέγγισή της ότι ο Παραπονούμενος - Εφεσείων όφειλε και να αποδείξει ότι οι μισθοί ήταν ή όχι οφειλόμενοι. Κάτι τέτοιο - η αυστηρή δηλαδή απόδειξη, ουσιαστικά, ότι οι μισθοί δεν καταβλήθηκαν - θα καθιστούσε κενή περιεχομένου και θα αντιστρατευόταν τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 12
(3), η οποία εναποθέτει το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη. Υπό τις συνθήκες λοιπόν, κατ΄ ακολουθία και του άρθρου 12
(3)του Νόμου, ο εργοδότης - Εφεσίβλητη έφερε πλέον το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού στον εργοδοτούμενο - Εφεσείοντα. Προσθέτουμε ότι η εκ του νόμου, άρθρο 12
(1)
(2), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών εργοδοτουμένων.'' O Κατηγορούμενoς 2 ο οποίος είναι ο Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι συμμετείχε στη διάπραξη του αδικήματος παρακινώντας την Κατηγορούμενη 1 ώστε να μην καταβάλει στον εργοδοτούμενο της Χριστάκη Δημητρίου υπόλοιπα μισθών για την περίοδο από 11/2012 - 11/2015 συνολικού ύψους €50.000,00. Υπενθυμίζεται πως το γεγονός απλά και μόνο ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 δεν δημιουργεί ποινική ευθύνη για τον Κατηγορούμενο 2. Στην Ποινική Έφεση 6842 μεταξύ Ευριβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 600 ημερ. 23.11.2000 επιβεβαιώνεται ότι η ιδιότητα διευθυντή εταιρείας δεν μπορεί από μόνη της να στηρίξει την καταδίκη του δυνάμει του Άρθρου 20, στην απουσία μαρτυρίας για συμμετοχή του. Όπως επίσης προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, δεν υπάρχει οποιοδήποτε άρθρο σε αυτό το οποίο να δημιουργεί ποινική ευθύνη του Διευθυντή νομικού προσώπου με αναφορά απλά και μόνο στην ιδιότητα του αυτή. Σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) εν σχέσει τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) του συνεργού Halsbury's, Law of England (ανωτέρω), Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Αθανασίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoes Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ., Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Στην προκείμενη υπόθεση, όπου εργοδότης του παραπονούμενου και υποκείμενο των υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 3, 5 και 9 του Ν.35(Ι)/2007 παρουσιάζεται να είναι μια εταιρεία, κανονικά περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, ως συνεργός του εργοδότη στην τέλεση των επίδικων παράνομων πράξεων, ο διευθυντής της, δηλ. ο Κατηγορούμενος
  1. Επισημαίνεται το γεγονός πώς στο κατηγορητήριο περιέχονται ειδικές κατηγορίες για τον συνεργό Κατηγορούμενο 2 οι οποίες, στην έκθεση αδικήματος, καταγράφουν, ως νομικό υπόβαθρό τους, και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Η προκείμενη υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας, Π.Ε. 6634, 6635 ημερ. 20.05.1999 όπου ο εργοδότης (επίσης μια νομική οντότητα) και ο συνεργός του (επίσης διευθυντής της νομικής οντότητας) εδιώχθηκαν δια κοινών κατηγοριών με αποτέλεσμα τα γεγονότα τα οποία κατεγράφοντο στις λεπτομέρειες να μην απέδιδαν την ποινική ευθύνη του συνεργού, ως αυτή διαγράφεται από το άρθρο 20 του Κεφ.
  3. Οι πρόνοιες της παρ.
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007 σύμφωνα με τις οποίες όταν τα αδικήματα τα οποία ορίζονται στην παρ.
(4)του ίδιου άρθρου διαπράττονται από νομική οντότητα, τότε «κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση (στην οντότητα αυτή) ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» θεωρείται, κατ΄ αρχήν, ένοχο για το συγκεκριμένο αδίκημα δεν είναι περιοριστικές. Οι πρόνοιες της παρ.
(5)του Ν.35(Ι)/2007 δεν περιορίζουν την ποινική ευθύνη αξιωματούχου κ.λ.π νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, μόνον στις περιπτώσεις των αδικημάτων της παρ.
(4)του ίδιου άρθρου. Συνεπώς, είναι δυνατή, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, η απόδοση, σε αξιωματούχο νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, της ευθύνης του συνεργού για άλλα αδικήματα, καθιερωμένα δια του Ν.35(Ι)/2007 και αυτό μπορεί να γίνει στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Eκ Πρώτης Όψεως Υπόθεση Αναφορικά με την Εργοδότρια Εταιρεία (Κατηγορούμενη 1): Όσον αφορά την Κατηγορούμενη 1 υπενθυμίζεται ως αναφέρθηκε και ανωτέρω ότι αυτή δεν εκπροσωπήθηκε στην διαδικασία από δικηγόρο και η υπόθεση παρέμεινε για αυτήν για απόδειξη. Στην βάση λοιπόν της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με αυτή για τις Κατηγορίες 1, 2 και
  2. Για να καταλήξω στην απόφαση μου αυτή έχω ικανοποιηθεί ότι απο την τεθείσα μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενη και στα πλαίσια της προκαταρτικής θεώρησης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής διαφαίνεται ότι η Κατηγορούμενη 1 κατά τους επίδικους για τις κατηγορίες χρόνους ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομότυπα εγγεγραμμένη και εργοδότρια του παραπονούμενου ο οποίος θα λάμβανε καθορισθείσα μηνιαία μισθοδοσία για τις υπηρεσίες του και για την οποία όμως περίοδο υπέβαλε συγκεκριμένο παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για την ισχυριζόμενη μη καταβολή μέρους της μισθοδοσίας του. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω το βάρος απόδειξης ότι οι επίδικες μισθοδοσίες έχουν καταβληθεί το φέρει πλέον η Εργοδότρια Εταιρεία ήτοι η Κατηγορούμενη 1 έστω και αν αυτό είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων δεν μπορεί παρά αυτή να κληθεί σε απολογία στην 3η κατηγορία. Επίσης λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ως διαφαίνεται από την τεθείσα μαρτυρία και πάλι για σκοπούς του σταδίου αυτού η Κατηγορούμενη 1 κλήθηκε γραπτώς μέσω του Διευθυντή της Κατηγορούμενου 2 να προσκομίσει αρχείο μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής για την περίοδο απασχόλησης του παραπονούμενου στην εταιρεία καθώς και γραπτή ενημέρωση των όρων απασχόλησης του εντός της καθορισμένης διορίας αυτή φαίνεται να παρέλειψε να το πράξει κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι αυτή θα πρέπει να κληθεί σε απολογία και σε σχέση με την 1 και 2 κατηγορία. Eκ Πρώτης Όψεως Υπόθεση Αναφορικά με τον Διευθυντή (Κατηγορούμενο 2): Στρεφόμενος προς τον Κατηγορούμενο 2 σημειώνεται πως αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως για τους επίδικους για τις κατηγορίες χρόνους ήταν ο μοναδικός Διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας ήτοι της Κατηγορούμενης
  3. Υπενθυμίζεται όμως ότι ως επεξηγήθηκε και ανωτέρω η ιδιότητα του αυτή δεν μπορεί από μόνη της να κρίνει την ποινική του ευθύνη στη βάση του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 153 αφού θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία να αποδείξει την συμμετοχή του στην διάπραξη του ποινικού αδικήματος το οποίο του καταλογίζεται. Η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο μοναδικός Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και συνεπώς φέρει ευθύνη λόγω της θέσης του αυτής αφού δεν μπορεί ως Διευθυντής να ισχυρίζεται ότι ήταν διακοσμητικός και θα πρέπει να αναλάβει και τις ανάλογες ευθύνες και κατ επέκταση θα πρέπει να κληθεί σε απολογία με ιδιαίτερη ιδίως αναφορά για την κατ ισχυρισμό εμπλοκή του στην σοβαρότερη του κατηγορητηρίου κατηγορία ήτοι την 4η που αφορά την ισχυριζόμενη παρακίνηση της κατηγορούμενης 1 να μην καταβάλει στον παραπονούμενο μέρος της μισθοδοσίας του δεν με βρίσκει σύμφωνο. Και αυτό γιατί αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να υπέχει οποιοσδήποτε αξιωματούχος νομικού προσώπου που είναι εργοδότης ποινική ευθύνη λόγω της ιδιότητας του αυτής σε περίπτωση διάπραξης ποινικών αδικημάτων ήτοι της μη καταβολής μισθού από μέρους εργοδότη που είναι νομικό πρόσωπο τότε θα περιλάμβανε και τέτοια σχετική νομοθετική διάταξη στις πρόνοιες του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν. 35(Ι)/2007πράγμα που δεν το έχει πράξει σε αντίθεση βεβαίως με την διάπραξη άλλων αδικημάτων για τα οποία στο συγκεκριμένο νομοθέτημα υπάρχει σχετική ειδική αναφορά για την ευθύνη αξιωματούχων εταιρείας. Συνεπώς από την στιγμή που η ποινική δίωξη αξιωματούχου εταιρείας για ισχυριζόμενη παρακίνηση νομικού προσώπου ως εργοδότη για την μη καταβολή μισθού ή μέρος του μισθού λαμβάνει χώρα αποκλειστικά στη βάση του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 τότε η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ήτοι αυτού της συμμετοχής του που όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 ιδίως κατά την επιχειρηματολογία του σε σχέση με το κατά πόσον έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εξέφρασε την θέση ότι σε καμιά περίπτωση αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει από την στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειψε να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία να είναι ικανοποιητική έστω και για τους σκοπούς του σταδίου αυτού που να εμπλέκει τον Κατηγορούμενο 2 στην κατ ισχυρισμό παρακίνηση της Κατηγορούμενης 1 στην μη πληρωμή της επίδικης μισθοδοσίας (4η κατηγορία). Η ιδιότητα του Διευθυντή της εταιρείας όπως ορθά ανέφερε από μόνη της και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας για την συμμετοχή του δεν είναι αρκετή ούτε βεβαίως η από μέρους του υπογραφή σε μεταγενέστερο της διάπραξης των κατ ισχυρισμό αδικημάτων χρόνο του Τεκμηρίου 8 για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 από μόνο του αποδεικνύει την συμμετοχή του στο έγκλημα. Απεναντίας ως συνέχισε κατά την επιχειρηματολογία του σε καμιά περίπτωση ο πελάτης του δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία σε σχέση με την 4η κατηγορία καθότι η πλήρης απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να παρουσιάζει την συμμετοχή του Κατηγορούμενου 2 στην παρακίνηση της Κατηγορούμενης 1 καθώς και η πλειάδα των αναφορών του ιδίου του Παραπονούμενου ότι μάστρος του ήταν ο πατέρας XXXX Τζωρτζής και κουμάντο έκανε αυτός στις εταιρείες και ότι ο ίδιος πάντοτε ανέτρεχε στον συγκεκριμένο και όχι στον Κατηγορούμενο 2 για να συζητήσει για τα θέματα των οφειλομένων μισθών σε συνδυασμό με την ύπαρξη και του Τεκμηρίου 9 που υπογράφεται από τον XXXX Τζωρτζή ως Πρόεδρο των Εταιρειών Famas δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από το να απορρίψει την 4η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 από αυτό το στάδιο. Σε αντίθετη περίπτωση όπως σημειώνει ο Κατηγορούμενος 2 θα καλείτο ουσιαστικά όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες και κενά που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή πράγμα ανεπίτρεπτο. Καταρχάς να σημειώσω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με την εισήγηση του συνήγορου του Κατηγορούμενου 2 ότι δηλαδή δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με την 4η κατηγορία λόγω της απουσίας οποιασδήποτε μαρτυρίας που να αποδεικνύει την δική του συμμετοχή στην παρακίνηση της Κατηγορούμενης 1 για την μη καταβολή της επίδικης μισθοδοσίας σε σχέση με την περίοδο Νοεμβρίου 2012 με Νοεμβρίου 2015 που περιγράφεται στην κατηγορία κατ επέκταση της απουσίας των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο που να αφορά ειδικά την εμπλοκή του Κατηγορούμενου 2 στις αποφάσεις που αφορούν την πληρωμή μέρους της μισθοδοσίας του παραπονούμενου και όχι ολόκληρου του μισθού ενώ διαπιστώνεται ότι στην ουσία η όλη υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίχθηκε αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία στην από μέρους του Κατηγορούμενου 2 κατοχή της θέσης του μοναδικού Διευθυντή της εταιρείας καθώς και στην υπογραφή του Τεκμηρίου 8 το οποίο επιβεβαιώνει ότι οφείλεται στον παραπονούμενο το συνολικό ποσό των €50.000,00 από την Κατηγορούμενη
  4. Σε σχέση με την ιδιότητα του Διευθυντή επαναλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να δημιουργεί οποιαδήποτε ποινική ευθύνη για την συμμετοχή του στο αδίκημα λόγω της ύπαρξης της ιδιότητας αυτής και απαιτείται η παρουσίαση μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής προς απόδειξη των συστατικών στοιχείων του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 δηλαδή της συμμετοχής. Διαπιστώνεται πράγματι ότι από την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία ότι η μόνη εμπλοκή που είχε ο Κατηγορούμενος 2 στα θέματα της επίδικης μισθοδοσίας ήταν η από μέρους του υπογραφή του Τεκμηρίου 8 για λογαριασμό της Κατηγορούμενης
  5. Ο Κατηγορούμενος 2 όμως δεν μπορεί να κριθεί ένοχος στην 4η κατηγορία μόνο και μόνο από το γεγονός της από μέρους του υπογραφής και παράδοσης του Τεκμηρίου 8 το οποίο αποτελεί έγγραφο που τιτλοφορείται ως βεβαίωση και με την οποία βεβαιώνεται ότι η Κατηγορούμενη 1 οφείλει προς τον παραπονούμενο για τις υπηρεσίες του το ποσό των €50.000,
  6. Ο λόγος είναι διότι ως διαφάνηκε κατά την κατάθεση του παραπονούμενου οι κατ ισχυρισμό οφειλόμενες μισθοδοσίες χρονολογούνταν τόσο πριν το 2012 όσο και μέχρι και τον Νοέμβριο του 2015 δηλαδή κατά την εκδοχή του παραπονούμενου όταν το Τεκμήριο 8 υπογράφηκε και παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 στον υιό του παραπονούμενου που έγινε τον Δεκέμβριο του 2015 οι ισχυριζόμενες οφειλόμενες μισθοδοσίες είχαν ήδη λάβει χώρα σε προγενέστερες μακρινές και συνεχείς περιόδους και δεν ήταν η ίδια η υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου από τον Κατηγορούμενο 2 που δημιούργησε την μη πληρωμή μέρους της μηνιαίας μισθοδοσίας και κατ επέκταση ο Κατηγορούμενος 2 να έχει παρακινήσει την Κατηγορούμενη 1 για να το πράξει. Μάλιστα ήταν η θέση του ίδιου του παραπονούμενου ότι ο λόγος που ζήτησε τις βεβαιώσεις αυτές δηλαδή τόσο σε σχέση με το Τεκμήριο 9 που φέρει ημερομηνία 01.12.2015 και υπογράφεται από τον XXXX Τζωρτζή όσο και σε σχέση με το Τεκμήριο 8 που δόθηκε περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2015 και υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο 2 ήταν κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε με σκοπό την κατοχύρωση των δικαιωμάτων αναφορικά με το ποσό που θεωρούσε ότι του οφείλετο από τη μη πληρωμή μέρους της μισθοδοσίας του η οποία όμως οφειλή προέκυψε όχι με την υπογραφή των συγκεκριμένων εγγράφων τα οποία στην ουσία απλά είχαν για τον παραπονούμενο επιβεβαιωτικό χαρακτήρα αλλά σε διάφορες χρονικές περιόδους οι οποίες χρονολογούνταν ως ο ίδιος ανέφερε πριν από το 2012 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2015 περίοδο για την οποία όμως δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για την εμπλοκή του Κατηγορούμενου 2 στην παρακίνηση της Κατηγορούμενης 1 να του πληρώνει μέρος της μηνιαίας μισθοδοσίας του ενώ το υπόλοιπο μέρος να μην του καταβάλλεται. Αξιοσημείωτο και το γεγονός ότι διαπιστώνεται αδιαμφισβήτητα από το περιεχόμενο και του Τεκμηρίου 6 ότι από τον Νοέμβριο του 2012 και προηγούμενα ο παραπονούμενος ήταν και εργοδοτούμενος άλλης εταιρείας η οποία δεν περιλαμβάνεται στο Κατηγορητήριο και χωρίς να τεθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία για τους αξιωματούχους αυτής παρά το γεγονός ότι ως ανέφερε στην μαρτυρία του η οφειλόμενη προς αυτόν μισθοδοσία καλύπτει και περίοδο πριν τον Νοέμβριο του
  7. Σε όλες τις περιπτώσεις που ο παραπονούμενος ερωτήθηκε για να δώσει εξηγήσεις για την εμπλοκή του Κατηγορούμενου 2 στην αξίωση του για μη καταβολή μεγάλου μέρους της μισθοδοσίας του αυτός υποστήριζε ότι φέρει ευθύνη αφού ήταν διευθυντής και υπεύθυνος της τελευταίας εταιρείας που εργοδοτείτο τα τελευταία τρία χρόνια δηλαδή του καταλόγιζε την ευθύνη στη βάση της αναφοράς του αυτής παρά το γεγονός ότι δέχτηκε ότι οι οφειλές προς το πρόσωπο του αφορούσαν τις εταιρείες που κατά καιρούς δούλευε και όχι συγκεκριμένη εταιρεία του XXX Τζωρτζή και κατά την αντεξέταση του σημείωσε ότι κουμάντο στις εταιρείες του ομίλου συμπεριλαμβανομένης της Κατηγορούμενης 1 έκανε ο πατέρας XXX Τζωρτζής του οποίου ήταν προσωπικός οδηγός ο παραπονούμενος και στον οποίο μετάβηκε και 100 φορές ως ανέφερε στην κατοικία του για να συζητήσει για τα θέματα της καταβολής των ημερομισθίων του χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε αναφορά που να εμπλέκει τον Κατηγορούμενο 2 σε τέτοια επικοινωνία η οποία περιοριζόταν αποκλειστικά με τον XXXX Τζωρτζή που ήταν και το πρόσωπο που ως ανέφερε ότι του έδινε μέχρι λίγο πριν την υποβολή του παραπόνου του στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων υποσχέσεις ότι θα τον πλήρωνε. Μάλιστα σε ερώτηση για το πώς πληρωνόταν και αν ελάμβανε ή υπόγραφε οποιοδήποτε χαρτί απάντησε ότι πάντοτε πληρωνόταν σε μετρητά και μάλιστα υπόγραφε και σχετική απόδειξη η οποία δινόταν και στον ίδιο χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε αναφορά για το πρόσωπο που τον πλήρωνε ή το πρόσωπο που του ζητούσε να υπογράψει τις αποδείξεις ή του παράδιδε τις αποδείξεις αυτές. Υπάρχει πλήρης απουσία μαρτυρίας αναφορικά τόσο με την επίδικη για την 4η Κατηγορία περίοδο αλλά και προγενέστερα δηλαδή πριν τον Νοέμβριο του 2012 παρά το γεγονός ότι ο παραπονούμενος τοποθέτησε τον χρόνο αυτό πρώτη φορά κατά την ακρόαση της υπόθεσης και προγενέστερα για το πρόσωπο που εμπλεκόταν στην πληρωμή ή μη πληρωμή της μισθοδοσίας του και περιορίστηκε απλά να αναφέρει ότι επειδή στην τελευταία εταιρεία που εργάστηκε διευθυντής ήταν ο Κατηγορούμενος 2 αυτός έφερε και ταυτόχρονα κατά τον παραπονούμενο ευθύνη παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν που ανέφερε κατά τρόπο συστηματικό την γενικότερη εμπλοκή του πατέρα XXXX Τζωρτζή στα επίδικα γεγονότα που αφορούν την 4η Κατηγορία. Χαρακτηριστικές μάλιστα των αναφορών του παραπονούμενου για το ποιος φέρει την ευθύνη για την μη πληρωμή μέρους της μισθοδοσίας του είναι μεταξύ άλλων και οι ακόλουθες απαντήσεις του τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του οι οποίες επιβεβαιώνουν τις θέσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με την εξέταση της ευθύνης του Κατηγορούμενου 2 στα όσα του καταλογίζονται με την τέταρτη κατηγορία: Ε. Κύριε XXX, θέλω να σε ρωτήσω το εξής, με όλον τον σεβασμό. Γιατί έμεινες να γίνουν τόσα πολλά τα λεφτά τζιαι έτσι να φύεις; Α. Διότι με τον πατέρα, ειδικά με τον πατέρα φτάσαμε σε ένα σημείο, δεν ήμουν μόνο υπάλληλος του, εφιλέψαμε τόσα χρόνια τζιαι πάντα μου έλεγε ότι <<Εν να κλείσω συμβόλαιο μεγάλο τζιαι εν να σε ξοφλήσω>>, <<Εν να κλείσω συμβόλαιο μεγάλο τζιαι εν να σε ξοφλήσω τζιαι ποτέ του εν μας τα έδωκε τα λεφτά. Εφύαμε που τη δουλειά, χρωστά μας τα τζιαι εν μας έδωκε τίποτε Ε. Γιατί πέρασαν δύο χρόνια να πάεις να κάμεις το παράπονο σου; Α. Διότι επήαινα σπίτι τους, στο γραφείο του κύριου XXX Τζωρτζή τζιαι πάντα έλεε μου <<Τέλος του μήνα>>, <<Τον άλλο μήνα>>, <<Τρείς μήνες>>, τούτα ούλλα τζιαι έκαμα υπομονή δύο χρόνια. Άμα κατάλαβα ότι εν γίνεται τίποτε επήα τζιαι εκατάγγειλα τον. Ε. Οποιανδήποτε άλλη συζήτηση για να πάρετε τα χρήματα σας; Α. Τίποτε, καμιά. Πάντα εσυζήτουν με τον πατέρα, τον κύριο XXX Τζωρτζή τζιαι πάντα επερίπαιζε με. Α. Συζήτησα πολλές φορές με τον πατέρα, εκοροίδευε με <<Δευτέρα, Τετάρτη, τέλος του μήνα>>, 50 φορές τζιαι εσυζητήσαμε πολλές φορές τζιαι έντονα. Πάντα επερίπαιζε με τζιαι εν μου έδωκε ούτε €
  8. Ε. Πήγατε καμιά φορά στο σπίτι του XXXX Τζωρτζή, στην παρουσία άλλων προσώπων και απαιτήσατε που κοντά να σας πληρώσει τις €50.000; Α. 100 φορές που επήα εγώ τζιαι εσυζητήσαμε πολλές φορές τζιαι με έντονο ύφος, γιατί είναι ημερομίσθια, ξαναλέω σου το για να το καταλάβεις καλά, εδούλεψα τα, εν τζιαι εν χάρη που ήθελε. Ε. Ναι, αλλά τζιείνο από τον οποίο τα ζητούσες ήταν ο XXX Τζωρτζής Α. Εν ηξέρω πατέρας τζιαι γιός ποιος εν να τα πληρώσει, εγώ ξαναλέω το 50 φορές, θέλω τα μεροκάματα μου, τα ημερομίσθια μου Ε. Συμφωνούμε δαμέ. Ότι δηλαδή τζιείνος που έκαμνε κουμάντο σε ούλλες τις εταιρείες ήταν ο XXXX Τζωρτζής; Α. Ήταν ο πατέρας, μάλιστα. Α. .εγώ έχω να παίρνω που τούτη την εταιρεία τα ημερομίσθια μου, τα δεδουλευμένα ημερομίσθια, Τώρα αν θα τα πληρώσει ο γιός, ο τζιύρης, η μάνα, εγώ θέλω τα λεφτά μου, τίποτε άλλο. Τωρά εν να συζητούμε 10 ώρες εν να σου το πω 100 φορές.΄΄ Α. ..ας τα έβρει με τον πατέρα του. Εγώ δούλεψα τους και θέλω να πληρωθώ, Τώρα αν θα μου τα πληρώσει ο XXX, αν θα μου τα πληρώσει ο XXX που εδούλεφκα του τα τελευταία 2 - 3 χρόνια για τον XXX, ας τα έβρουν να κάμουν καλά. Εγώ θέλω τα λεφτά μου, ούτε €1 παραπάνω. Συνεπώς από τα όσα αναφέρω ανωτέρω προκύπτει ότι υπάρχει παντελής έλλειψη μαρτυρίας για την συμμετοχή του Κατηγορούμενου 2 στις κατά περιόδους ισχυριζόμενη παρακίνηση της Κατηγορούμενης 1 να καταβάλει στον παραπονούμενο μόνο μέρος της μισθοδοσίας του συνεπώς κανένα από τα συστατικά στοιχεία του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 μπορεί να στοιχειοθετηθεί ακόμα και για σκοπούς του εκ πρώτης όψεως και από τα όσα ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα ανέφερε ο ίδιος ο παραπονούμενος στην μαρτυρία του προκύπτει ότι εμπλοκή για το ζήτημα μη πληρωμής της επίδικης μισθοδοσίας φαίνεται να είχε όχι ο Κατηγορούμενος 2 αλλά ο πατέρας του XXX Τζωρτζής πρόσωπο το οποίο δεν έχει συμπεριληφθεί ως Κατηγορούμενος στην υπό εξέταση υπόθεση. Κατ επέκταση το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 2 για την 4η κατηγορία και αυτός θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί από αυτήν από αυτό το στάδιο καθότι πράγματι σε περίπτωση που αυτός καλείτο σε απολογία θα καλείτο ουσιαστικά όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες και κενά που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή πράγμα ανεπίτρεπτο. Σε σχέση όμως με τις κατηγορίες 5 και 6 τις οποίες επίσης αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι αναπόφευκτά αυτός θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Ο λόγος είναι διότι από την τεθείσα μαρτυρία κρινόμενη πάντοτε μόνο για τους σκοπούς του παρόντος σταδίου διαφαίνεται ότι ο ίδιος είχε προσωπική ανάμιξη. Η μαρτυρία που είναι σχετική με τις κατηγορίες αυτές είναι αυτή της ΜΚ1 και όχι οποιουδήποτε άλλου προσώπου αφού πρόκειται για κατ ισχυρισμό αδικήματα τα οποία έλαβαν χώρα μετά που είχε υποβληθεί το παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων την διερεύνηση του οποίου ανέλαβε η ΜΚ1 και η οποία ήταν και το πρόσωπο το οποίο απέστειλε το Τεκμήριο 5 στην Κατηγορούμενη 1 μέσω του Διευθυντή της Κατηγορούμενου 2 το οποίο ήταν και το πρόσωπο που κλήθηκε μέσω της επιστολής αυτής εντός καθορισθείσας διορίας να προσκομίσει προς την Επιθεωρήτρια αρχείου μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής και γραπτή ενημέρωση των όρων απασχόλησης του παραπονούμενου για την περίοδο που αυτός απασχολήθηκε στην εταιρεία χωρίς όμως αυτός να το πράξει. Σημειώνεται ότι δεν έτυχε αμφισβήτησης η αναφορά της ΜΚ1 το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 παρά το ότι δεν επιδόθηκε σε αυτόν προσωπικά το Τεκμήριο 5 αλλά σε άλλο πρόσωπο που αυτό ανέλαβε να του την διαβιβάσει έλαβε γνώση της ύπαρξης του αφού για το περιεχόμενο της είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την ΜΚ1 και ζήτησε χρόνο για να το διερευνήσει. Ούτε βεβαίως έχει αμφισβητηθεί ότι μέχρι και σήμερα κανένα στοιχείο δεν προσκομίστηκε ως είχε ζητηθεί προς το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Συνεπώς και όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω σε σχέση με το αδίκημα (5η κατηγορία) που προβλέπεται στο Άρθρο 20
(4)του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν. 35(Ι)/2007το βάρος απόδειξης παραμένει στους ώμους του Κατηγορούμενου 2 ως Διευθυντή της Κατηγορούμενης 1 έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων να αποδείξει με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία ότι το συγκεκριμένο αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου από την στιγμή που ο νομοθέτης εν τη σοφία του επέλεξε να δημιουργήσει ποινική ευθύνη αξιωματούχου εταιρείας από μόνης της ιδιότητας του Αξιωματούχου αυτής βεβαίως προσθέτοντας συγκεκριμένη υπεράσπιση που αν αποδειχθεί από τον Κατηγορούμενο Αξιωματούχου τότε δεν θα υπέχει οποιαδήποτε ποινική ευθύνη. Θα ήταν παράλειψη μου να μην σχολιάσω και την αναφορά του ευπαίδευτου συνήγορου του Κατηγορούμενου 2 ότι για σκοπούς του αδικήματος της 5ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο πελάτης του θα πρέπει πρώτιστα η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία ότι τα επίδικα έγγραφα / στοιχεία που ζητούνται βρίσκονται πράγματι στην κατοχή του Κατηγορούμενου 2 και μόνο τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του για να αποδείξει ότι αυτό έγινε χωρίς την δική του συναίνεση, ή συνενοχή ή αμέλεια επιχειρηματολογία η οποία δεν με βρίσκει σύμφωνο αφού τέτοια προσέγγιση θα καταστρατηγούσε και τις επίμαχες νομοθετικές διατάξεις οι οποίες συνιστούν μέρος εργασιακής νομοθεσίας και στοχεύουν στην πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του νόμου και τυχόν υιοθέτηση της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης θα καθιστούσε την επίδικη νομοθεσία αναποτελεσματική. Τα όσα αναφέρθηκαν από τον Δικαστή Λιάτσο στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 130/2016 και 216/2016, 18/4/2018 ημερομηνίας 18.04.2018 μεταξύ ΕΥΓΕΝΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΙΔΟΥ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ σε σχέση τόσο με το άρθρο 20 του Ν.35(Ι)/2007 όσο και το άρθρο 10ΣΤ του Ν. 100(Ι)/2000 είναι απόλυτα σχετικά: ''Παρεμβάλλουμε ότι οι επίμαχες διατάξεις συνιστούν μέρος εργασιακής νομοθεσίας και στοχεύουν στην πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου. Οι ευρύτατες εξουσίες που παρέχονται από τις πρόνοιες των υπό αναφορά νομοθετημάτων στους Επιθεωρητές προς έλεγχο και επιθεώρηση, σκοπό έχουν τη διαφύλαξη και προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ακριβώς λόγω των ιδιαιτέρως ευαίσθητων κοινωνικών προεκτάσεων που ενέχει η σύμβαση εργοδότησης. Γι΄ αυτό το λόγο η ευθύνη παρουσίασης των προβλεπομένων αρχείων και άλλων στοιχείων και, κατά προέκταση, οι κυρώσεις, δεν περιορίζονται στο πρόσωπο του όποιου εργοδότη, αλλά εκτείνονται και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, προκειμένου να διασφαλισθεί κατά αποτελεσματικό τρόπο η τήρηση των διατάξεων της νομοθεσίας.'' Τέλος στρεφόμενος σε σχέση με το αδίκημα που προβλέπεται από το άρθρο 10ΣΤ του Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμος του 2000 (100(I)/2000) κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι έχει και σε αυτό αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 2 για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω και αφορούν και το αδίκημα του Άρθρου 20
(4)του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου αφού ήταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 που έλαβε γνώση του Τεκμηρίου 5 για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 χωρίς μέχρι σήμερα να προσκομιστεί οποιοδήποτε έγγραφο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Παρά το γεγονός ότι για σκοπούς της ποινικής ευθύνης του άρθρου 10ΣΤ δεν τίθεται οποιοδήποτε βάρος απόδειξης στους ώμους του Κατηγορούμενου 2 Διευθυντή αλλά το βάρος απόδειξης για στοιχειοθέτηση του αδικήματος βαραίνει εξολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή και μάλιστα για την ποινική ευθύνη Αξιωματούχου νομικού προσώπου πρέπει επιπρόσθετα με οτιδήποτε άλλο και να αποδείξει ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του[2] για σκοπούς του σταδίου του εκ πρώτης όψεως και χωρίς το Δικαστήριο να δύναται να εισέλθει σε οποιαδήποτε αξιολόγηση κρίνω ότι από την τεθείσα μαρτυρία από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής ικανοποιείται η κλήση του Κατηγορούμενου 2 σε απολογία σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να δικαιολογεί την κλήση του Κατηγορούμενου 2 σε απολογία σε σχέση με την 6η κατηγορία. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω βάσιμη την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 2 μόνο σε σχέση με την 4η Κατηγορία και συνεπώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτήν. Σε σχέση όμως με τις Κατηγορίες 5 και 6 που αντιμετωπίζει επίσης ο Κατηγορούμενος 2 κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και ως εκ τούτου αυτός καλείται σε απολογία σε σχέση με τις κατηγορίες αυτές. Όσον αφορά την Κατηγορούμενη 1 κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με αυτή για τις Κατηγορίες 1, 2 και 3. (Υπ.) ............................................ N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Αρ.5 - Ν.35(Ι)/07- Όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(4)από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή, θεωρείται ένοχο του ίδιου αδικήματος, εκτός εάν αποδείξει ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια του ιδίου και υπόκειται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό, στο εν λόγω εδάφιο [2] ''..εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του'' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.