← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:10883/18, 18/3/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:10883/18, 18/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:10883/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν XXXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18/03/21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα. Κ. Αρκάδη Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8,19 και 20 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Η κατηγορία αυτή ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στην οδό Θεσσαλονίκης στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού την 18/12/17 και ώρα 0055, όταν το όχημα με αρ. εγγραφής XXX 622 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο χτύπησε την ΜΚ2, η οποία επιχειρούσε να διασταυρώσει τον πιο πάνω δρόμο πεζή. Η Κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο Μάρτυρες Κατηγορίας. Τον Αστ. XXXX Α. Αντωνίου (ΜΚ1) και την XXX Malysa (ΜΚ2). MΑΡΤΥΡΙΑ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως εξής : Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο Αστ.XXXX (ΜΚ1) ο οποίος είναι και ο εξεταστής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εργάζεται στην Τροχαία Λεμεσού και πιο συγκεκριμένα στην ομάδα αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων Λεμεσού και Πάφου. Κατά την διερεύνηση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος όταν αφίχθηκε στην σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 2) το οποίο όπως εξήγησε το επεξήγησε τόσο στον Κατηγορούμενο όσο και στην ΜΚ2 και το υπέγραψαν. Ακολούθως το μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τεκμήριο 4). Ο ΜΚ2 αφού αναγνώρισε και τα δύο σχέδια, τα υιοθέτησε και τα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε την γραπτή του κατάθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 1) καθώς και έντυπό στοιχείων των δύο εμπλεκομένων προσώπων στο δυστύχημα. Στο έντυπο αυτό αναφέρεται και η ζημιά που υπέστη το όχημα του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 αναφέρθηκε επίσης τόσο στην εμπειρία του όσο και στα προσόντα του, καθώς και στις ενέργειες τις οποίες πρόεβηκε με την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος. Διευκρίνισε μάλιστα ότι ο καιρός ήταν βροχερός και το οδόστρωμα βρεγμένο. Ο ΜΚ1 επεξήγησε τα σημεία που έθεσε στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος καθώς και τις μετρήσεις που πήρε. Περεταίρω αναφέρθηκε στα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή του δυστυχήματος δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο σημείο όπου ανευρέθηκε μέρος από την οδοντοστοιχία της πεζής (ΜΚ2) και το οποίο αποτέλεσε ουσιαστικό ρόλο στον εντοπισμό του σημείου σύγκρουσης Χ. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος του ανέφερε την πορεία που ακολουθούσε πριν επισυμβεί το δυστύχημα, την οποία και σημείωσε επί του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος με το γράμμα Α. Σημειώνεται ότι η ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο φορούσε μαύρο παντελόνι και κόκκινο σακκάκι. Σε σχέση με την πορεία της ΜΚ2 η οποία τέθηκε με το γράμμα Β στο πρόχειρο σχέδιο, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτή του αναφέρθηκε από την ίδια. Όπως εξήγησε ο ΜΚ1, η ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο επέστρεψε από την δουλειά της με σκοπό να μεταβεί στο σπίτι της. Πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει την οδό Θεσσαλονίκης από τα ανατολικά προς τα δυτικά, την είχε αφήσει κάποιο αυτοκίνητο λίγα μέτρα βορειότερα του δρόμου και πιο συγκεκριμένα στο σημείο όπου υπάρχει διαπλάτυνση, με αποτέλεσμα η ίδια να περπατήσει τουλάχιστον 8 μέτρα με νότια κατεύθυνση και μετά να επιχειρήσει να διασταυρώσει. Όταν η ΜΚ2 έφτασε στο σημείο που στην απέναντι πλευρά του δρόμου υπάρχει μια μεταλλική πόρτα άρχισε να διασταυρώνει την οδό Θεσσαλονίκης με αποτέλεσμα να την κτυπήσει το όχημα του Κατηγορούμενου στο σημείο Χ. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η οδός Θεσσαλονίκης αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας οι οποίες διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Το πλάτος του δρόμου ανέρχεται στα 7.50 μέτρα. Και στις δύο λωρίδες επιτρέπεται η διέλευση οχημάτων μόνο με βόρεια κατεύθυνση αφού ο συγκεκριμένος δρόμος είναι μονόδρομος. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης Χ, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτό βρίσκεται εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του δρόμου και σε απόσταση 4.20 μέτρα από το ανατολικό προς το δυτικό πεζοδρόμιο. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, επειδή το επίδικο βράδυ ο καιρός ήταν βροχερός και έτσι δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το πρόχειρο σχέδιο μετέβηκε εκ νέου στην σκηνή με τον Κατηγορούμενο την 01/02/17. Εκεί στην παρουσία του σημείωσε το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ το οποίο υπολόγισε με βάση την πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου, την θέση που βρέθηκαν τα δόντια της πεζής αλλά και την θέση στην οποία βρίσκεται η μεταλλική πόρτα επί του δυτικού πεζοδρομίου την οποία συνήθιζε να χρησιμοποιεί η ΜΚ2 για να μεταβαίνει στην οικεία της. Όπως ανέφερε ο ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και υπέδειξε στο ίδιο περίπου σημείο ως το σημείο σύγκρουσης με αυτό που του υπέδειξε και η ΜΚ2 αφού του ανέφερε ότι αυτό «μπορεί να είναι λίγο πιο μπροστά». Αναφορικά με την ορατότητα των οδηγών που εξέρχονται από την οδό Γλάδστωνος με πρόθεση να εισέλθουν στην οδό Θεσσαλονίκης, ως ήταν και η πορεία του Κατηγορούμενου, υπολογίζεται σύμφωνα με τον ΜΚ1 περί τα 40 μέτρα. Ο ΜΚ1 πρόσθεσε επίσης ότι το συγκεκριμένο σημείο φωτίζεται από 3 λαμπτήρες, και παρόλο που κατά τον επίδικο χρόνο ο καιρός ήταν βροχερός, εντούτοις συνυπολογίζοντας και την εμβέλεια των φώτων πορείας του οχήματος του Κατηγορούμενου ο υπάρχον φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι με βάση τις ενδείξεις που είχε το όχημα του Κατηγορούμενου κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Το ίδιο όμως και η πεζή η οποία σύμφωνα με τα όσα ανέφερε διασταύρωνε τον δρόμο βαδίζοντας. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 οι πιο πάνω θέσεις του τεκμηριώνονται από το γεγονός ότι τα δόντια της ΜΚ2 βρέθηκαν σε κοντινή απόσταση από το σημείο σύγκρουσης Χ, το όχημα δεν είχε σοβαρές αλλά ελαφριές ζημιές και τέλος ότι η πεζή δεν εκτινάχθηκε σε μεγάλη απόσταση αλλά ανέφερε ότι αν η ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορούμενη ή ίδια έτρεχε διασταυρώνοντας τον δρόμο μετά την σύγκρουση με το μπροστινό μέρος του οχήματος του Κατηγορούμενου πιθανόν να κατέληγε στο δυτικό πεζοδρόμιο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ερωτήθηκε για τις ενέργειες που προέβηκε κατά την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος και αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση για τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή του δυστυχήματος. Επίσης αμφισβητήθηκε για τους ισχυρισμούς και τις θέσεις πού έθεσε κατά την κυρίως εξέταση του, σε σχέση με τις ενδείξεις που τον οδήγησαν να καταλήξει στο σημείο σύγκρουσης Χ. Ο ΜΚ1 επέμεινε στους αρχικούς ισχυρισμούς του υποστηρίζοντας μάλιστα ότι τόσο με το σημείο σύγκρουσης όσο και γενικά με τις μετρήσεις που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 2 συμφώνησε και ο Κατηγορούμενος. Η υπεράσπιση επίσης αμφισβήτησε την θέση του ΜΚ1 ότι η πεζή διασταύρωνε τον δρόμο βαδίζοντας με χαμηλή ταχύτητα προβάλλοντας την θέση ότι όλοι οι υπολογισμοί στους οποίους προέβηκε ο ΜΚ1 για να διαπιστώσει την ταχύτητα των δύο ενεχομένων στο δυστύχημα είναι υποθετικοί και δεν είναι τεκμηριωμένοι. Υποστηρίζοντας την πιο πάνω θέση η συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι ο καιρός ήταν βροχερός και επομένως είναι πιθανόν τόσο η ροή του νερού στον δρόμο όσο και τα διερχόμενα αυτοκίνητα που περνούσαν κατά την στιγμή του δυστυχήματος από την οδό Θεσσαλονίκης να μετατόπισαν σε άλλη θέση την οδοντοστοιχία της ΜΚ2, και συνεπώς το σημείο σύγκρουσης που σημείωσε να μην είναι το ορθό. Ο ΜΚ1 απαντώντας στην πιο πάνω θέση υποστήριξε ότι το νερό στον δρόμο κατά την στιγμή που επισκέφθηκε την σκηνή δεν είχε τόση ροή ούτως ώστε να μπορεί να μετακινήσει τα ευρήματα. Επίσης ισχυρίστηκε ότι αν κάποιο από τα διερχόμενα οχήματα περνούσαν πάνω από την οδοντοστοιχία θα την θρυμμάτιζαν. Επίσης ο ΜΚ1 διαφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι επειδή ο καιρός ήταν βροχερός αυτό αποτελεί και ένδειξη ότι η ΜΚ1 διασταύρωνε τον δρόμο τρέχοντας. Ο ΜΚ1 επέμεινε στον αρχικό ισχυρισμό του ότι αν η πεζή έτρεχε θα εκτινασσόταν τόσο η οδοντοστοιχία της όσο και η ίδια σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση. Τέλος, η υπεράσπιση αμφισβητώντας γενικά όλες τις ενέργειες, τις μετρήσεις και τις θέσεις του ΜΚ1 για την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο προς το σημείο που βρισκόταν η ΜΚ2 επί του δυτικού πεζοδρομίου όταν άρχισε να διασταυρώνει την οδό Θεσσαλονίκης αλλά και τους υπολογισμούς στους οποίους προέβηκε για να εντοπίσει το σημείο σύγκρουσης ,υπέβαλε στον ΜΚ1 την θέση ότι το σχέδιο που ετοίμασε (Τεκμήριο 4) δεν αποτελεί σταθερό οδηγό για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ο ΜΚ1 απαντώντας στην πιο πάνω υποβολή εξήγησε ότι οι πορείες των δύο ενεχομένων τέθηκαν με βάση την θέση τόσο του Κατηγορούμενου όσο και της ΜΚ2 και ότι όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης με αυτό συμφώνησε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος . Δεύτερη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε η παραπονούμενη XXX Malysa (MK2). Κατά την κυρίως εξέταση της αναγνώρισε την κατάθεση της (Τεκμήριο 5Α) και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Η ΜΚ2, σε ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής διευκρίνισε ότι όσον αφορά την πόρτα που υφίστατο επί του δυτικού πεζοδρομίου της οδού Θεσσαλονίκης, την χρησιμοποιούσε καθημερινά για να περνά μέσα από αυτήν για να μεταβεί στο σπίτι της, αφού πρώτα διέσχιζε πεζή την πιο πάνω οδό από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Μάλιστα όπως εξήγησε, το επίδικο βράδυ όταν τελείωσε την εργασία της ένα αυτοκίνητο την μετέφερε στην οδό Θεσσαλονίκης και η ίδια όταν κατέβηκε από αυτό, περπάτησε στην οδό Θεσσαλονίκης ακολουθώντας νότια πορεία με σκοπό να διασταυρώσει από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Συγκεκριμένα όπως ανέφερε κοίταξε στην μία πλευρά του δρόμου και αφού διαπίστωσε ότι δεν ερχόταν οποιοδήποτε όχημα άρχισε να διασχίζει τον δρόμο περπατώντας με αργό ρυθμό. Επίσης όπως εξήγησε στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου ο φωτισμός είναι καλός. Η ΜΚ2 προέβαλε την θέση ότι πριν αρχίσει να διασταυρώνει τον δρόμο για να περάσει απέναντι στεκόταν επί της φωτοελεγχόμενης διασταύρωσης του πεντάδρομου η οποία βρίσκεται εκεί που αρχίζει η οδός Θεσσαλονίκης σύμφωνα με την πορεία που είχε το όχημα του Κατηγορούμενου. Μάλιστα πρόσθεσε ότι στην πιο πάνω διασταύρωση βρίσκεται και η πόρτα που χρησιμοποιούσε για να μεταβεί στο σπίτι της. Όπως ανέφερε η ΜΚ2, το όχημα που την χτύπησε δεν το αντιλήφθηκε παρά μόνο όταν αυτό βρισκόταν μισό μέτρο πριν να συγκρουστεί μαζί της. Εξήγησε περαιτέρω ότι μόλις έφτασε στο μέσο του δρόμου πεζή, όταν αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου να βρίσκεται κοντά της περί το μισό μέτρο, προσπάθησε να κινηθεί προς τα πίσω χωρίς βέβαια να θυμάται για να προσδιορίσει πόση απόσταση διάνυσε. Η ΜΚ2 εξήγησε ότι προέβηκε στην πιο πάνω ενέργεια πιστεύοντας πως θα κατόρθωνε να μην χτυπηθεί από το όχημα του Κατηγορούμενου. Δεν μπορούσε όμως η ΜΚ2 να δώσει οποιεσδήποτε άλλες διευκρινίσεις για το συγκεκριμένο ζήτημα, γιατί όπως ανέφερε δεν θυμόταν πολύ καλά. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 διευκρίνισε ότι τον επίδικο δρόμο τον χρησιμοποιούσε περίπου για 1 χρόνο ακολουθώντας την ίδια διαδρομή, για να μεταβαίνει στο σπίτι της μετά που τέλειωνε την εργασία της. Επίσης ανέφερε κατά το επίδικο βράδυ, τον δρόμο επιχείρησε να τον διασχίσει περπατώντας σιγά αλλά παρόλο που αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορούμενου δεν έτρεξε για να αποφύγει την σύγκρουση μαζί του γιατί την στιγμή εκείνη έβρεχε πολύ. Επίσης ισχυρίστηκε ότι στο πεζοδρόμιο στάθηκε μόνο για μια στιγμή προτού αρχίσει να διασταυρώνει, ενώ όπως διευκρίνισε εκείνη την στιγμή δεν πρόσεξε να κινείται στον δρόμο οποιοδήποτε άλλο όχημα. Η ΜΚ2 αντεξεταζόμενη προέβαλε την θέση ότι η σύγκρουση ήταν βίαιη και ότι το όχημα του Κατηγορούμενου οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα πριν την χτυπήσει. Μόλις χτυπήθηκε έπεσε στο οδόστρωμα και από εκείνο το σημείο και μετά δεν θυμάται οτιδήποτε άλλο για να αναφέρει. Στην ΜΚ2 υποβλήθηκε η θέση ότι το δυστύχημα επεσυνέβη λόγω δικής της αμέλειας και πιο συγκεκριμένα ότι διασταύρωσε τον επίδικο δρόμο χωρίς προηγουμένως να τον ελέγξει ικανοποιητικά. Η ΜΚ2 δεν αποδέχτηκε την πιο πάνω θέση της υπεράσπισης. Ούτε και αποδέχτηκε την θέση της υπεράσπισης που της υποβλήθηκε ότι όρμησε στον δρόμο με αποτέλεσμα να χτυπηθεί από το όχημα του Κατηγορούμενου με δική της υπαιτιότητα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, καταλήγει σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα στο οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε, (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας,

(2000)2 Α.Α.Δ.191). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, αναφέρεται ότι το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην απόφαση της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Στεφάνου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκε ότι η απαλλαγή του Κατηγορούμενου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται, σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις:- «(α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων ουσιαστικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του Κατηγορουμένου.» Στην ίδια απόφαση τονίστηκε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ενδεικτικά αναφέρω το ακόλουθο απόσπασμα:- "Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή για αθώωση σ΄ εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα." Ο Δικαστής σε αυτό το στάδιο της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί, (βλέπε αποφάσεις στις υποθέσεις Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας (πιο πάνω), Azinas v. The Police,
(1981)2 CLR 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan,
(1969)3 All E.R. 1626). Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος βασίζεται στο άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο και προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Αποτελεί επίσης καλώς θεμελιωμένη αρχή ότι η ταχύτητα από μόνη της δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε συμπέρασμα για αμέλεια (Βλ. Demou v. Constantinou and Another
(1979)1 C.L.R. 21, Ioakim v. Soteriades
(1984)1 C.L.R. 175, Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5, Βρυωνίδη v. Σωφρονίου, Πολιτική Έφεση 9479/23.9.97). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή παρουσιάζει τέτοιες αδυναμίες που δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν καταδίκη του Κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πιο συγκεκριμένα, οι θέσεις που προβλήθηκαν από την ΜΚ2 κατά την δια ζώσης μαρτυρία της αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον ΜΚ1 ο οποίος είναι και ο εξεταστής του δυστυχήματος . Αρχικά η θέση της ΜΚ2 σε σχέση με το σημείο που βρισκόταν η ίδια όταν άρχισε να διασταυρώνει τον δρόμο από το ανατολικό προς το δυτικό πεζοδρόμιο βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με την θέση του ΜΚ1 για το σημείο που βρισκόταν η ΜΚ2 πριν εισέλθει στον δρόμο για να τον διασταυρώσει. Ο ΜΚ1 κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος εντόπισε με βάση τις μετρήσεις του, την πορεία που διάνυσε η ΜΚ2 και την σημείωσε με το γράμμα Β επί του Τεκμηρίου 4 (τελικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος). Η ΜΚ2 παρά το ότι συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο όταν αυτό της υποδείχθηκε από τον ΜΚ1, εντούτοις κατά την δια ζώσης μαρτυρία της προέβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή για την πορεία που ακολούθησε διασταυρώνοντας την οδό Θεσσαλονίκης αναιρώντας ουσιαστικά τόσο την αρχική της θέση όσο και τα όσα καταγράφηκαν από τον ΜΚ1 στο πρόχειρο και στο τελικό σχεδιαγράφημα. Συνεπώς έδωσε μια νέα εντελώς διαφορετική εκδοχή για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι πριν να αρχίσει να διασταυρώνει τον δρόμο στεκόταν πάνω στην φωτοελεγχόμενη διασταύρωση του πεντάδρομου, δηλαδή αρκετά μέτρα νοτιότερα από το σημείο Β που εντόπισε και σημείωσε ο ΜΚ1 στο σχεδιαγράφημα και μάλιστα ότι σε αυτό το σημείο του δρόμου βρισκόταν και η πόρτα την οποία χρησιμοποιούσε για να περνά και να μεταβαίνει στο σπίτι της, κάτι το οποίο διαφέρει ουσιωδώς από την θέση του ΜΚ1 όπως αυτή αποτυπώθηκε επί του Τεκμηρίου
  1. Η ΜΚ2 επίσης ισχυρίστηκε ότι το όχημα του Κατηγορούμενου όταν την χτύπησε οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα και ότι μάλιστα η σύγκρουση ήταν βίαιη. Αντιθέτως ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορούμενου δεν ήταν μεγάλη και μάλιστα εξήγησε ότι αυτό προκύπτει τόσο από την τελική θέση της ΜΚ2 όσο και από τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή του δυστυχήματος, δηλαδή την οδοντοστοιχία της η οποία βρέθηκε σε κοντινή απόσταση από το σημείο σύγκρουσης. Περαιτέρω ο ΜΚ1 πρόσθεσε ότι οι ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα του Κατηγορούμενου δεν ήταν σοβαρές αλλά ελαφριές, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Τα πιο πάνω αποτελούν τις κύριες αντιφάσεις και αδυναμίες που έχουν διαπιστωθεί. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι η μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενη δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα. Οι αντιθέσεις και οι αντιφάσεις δεν μπορούν να αγνοηθούν. Ιδιαίτερα όταν αυτές σχετίζονται με τις συνθήκες του ατυχήματος ως προς την πορεία που ακολούθησε η ΜΚ
  2. Είναι δε σε τέτοιο βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Σε αντίθετη περίπτωση, αν ο Κατηγορούμενος κληθεί να παρουσιάσει την υπεράσπισή του, αυτό θα ισοδυναμούσε με το να κληθεί να συμπληρώσει ή και να διορθώσει αυτά τα κενά και αντιφάσεις. Συνεπώς, δεν υπάρχουν περιθώρια να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία. Η κατηγορία απορρίπτεται. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. ............. Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.