Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:18421/18, 23/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:18421/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23/03/21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Δ. Αρσιώτης Για τον Κατηγορούμενο: κος. Παυλάκης Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8, 19 και 20 του Ν.86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση (1η κατηγορία). Αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή. Συγκεκριμένα παραδέχτηκε την κατηγορία της οδήγησης μοτοσυκλέτας χωρίς προστατευτικό κράνος (2η κατηγορία) και την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας (3η κατηγορία). Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στην οδό Ατλαντίδος στην περιοχή Αμαθούντα στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, με ενεχόμενα οχήματα, την μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου και το όχημα του ΜΚ
- Η Κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. XXXX. Μαντοβάνη (ΜΚ1) και τον XXXX Βασιλείου (ΜΚ2). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως εξής : O MK1 εργάζεται στην Τροχαία Λεμεσού και είναι o εξεταστής της υπόθεσης. Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε διάφορα έγγραφα στο Δικαστήριο όπως την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) ,το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2), το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε με βάση το πρόχειρο (Τεκμήριο 3), έκθεση από το Γενικό Κρατικό Χημείο αναφορικά με δείγμα αίματος που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4) καθώς και αριθμό φωτογραφιών που έλαβε από την σκηνή του δυστυχήματος (Τεκμήριο 8). Επίσης ο μάρτυρας κατέθεσε την γραπτή κατάθεση του XXXXX Ξενοφώντος (Τεκμήριο 7) καθώς και την γραπτή κατάθεση του XXXXX Φυλακτού (Τεκμήριο 9). Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 επεξήγησε τα διάφορα σημεία που έθεσε επί του συμμετρικού σχεδιαγραφήματος αναφέροντας ότι ο επίδικος δρόμος έχει πλάτος από την μία άκρια του πεζοδρομίου μέχρι την άλλη 3.50 μέτρα. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 το πλάτος του δρόμου που αντιστοιχεί σε κάθε κατεύθυνση είναι 1.75 μέτρα και το σημείο σύγκρουσης Χ απέχει από το βόρειο πεζοδρόμιο του δρόμου 1.10 μέτρα. Συγκεκριμένα όπως εξήγησε ο ΜΚ1, το σημείο σύγκρουσης Χ βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε το όχημα του ο ΜΚ2, ενώ ακολουθούσε ανατολική πορεία. Μάλιστα όπως ανέφερε ο ΜΚ1, όταν έφτασε στην σκηνή του δυστυχήματος τόσο το όχημα του Κατηγορούμενου όσο και το όχημα του ΜΚ2 βρίσκονταν στην τελική τους θέση ενώ κανένας από τους δύο ενεχόμενους οδηγούς δεν βρισκόταν στο μέρος. Επίσης ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε στην σκηνή, σε μετέπειτα στάδιο το υπέγραψαν και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί ως ορθό, αφού προηγουμένως τους επεξηγήθηκε. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, σε σχέση με την ορατότητα που είχε ο ΜΚ2 από το σημείο 0 επί του Τεκμηρίου 3 , δηλαδή από τα δυτικά προς τα ανατολικά του δρόμου ήταν 98 μέτρα ενώ από το σημείο σύγκρουσης Χ η ορατότητα ήταν 70 μέτρα. Ο δε Κατηγορούμενος είχε ορατότητα 70 μέτρα από τα ανατολικά προς το σημείο σύγκρουσης Χ. Αναγνωρίζοντας επίσης ο ΜΚ1 την σκηνή του δυστυχήματος από τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 8) υπέδειξε στην φωτογραφία 33 το σημείο σύγκρουσης των δύο ενεχόμενων οχημάτων το οποίο βρίσκεται στην μπροστινή δεξιά γωνιά του οχήματος του ΜΚ
- Επίσης ο ΜΚ1 υπέδειξε τον αριστερό μπροστινό τροχό του οχήματος του ΜΚ2 ο οποίος ήταν πάνω στο βόρειο πεζοδρόμιο της οδού Ατλαντίδος, εξηγώντας περαιτέρω ότι το πιο πάνω όχημα δεν μετακινήθηκε προς τα πίσω εξαιτίας της σύγκρουσης αλλά παρέμεινε ακίνητο στην τελική θέση που αυτό βρέθηκε. Ανεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ερωτήθηκε για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και ιδιαίτερα στο κατά πόσο γνώριζε αν πριν από την άφιξη του στην σκηνή υπήρχαν οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα που είδαν το επίδικο συμβάν. Ο ΜΚ1 όπως εξήγησε ,στην σκηνή παρά το ότι δεν υπάρχουν πολλά σπίτια και δεν γνωρίζει κατά πόσο είδαν το περιστατικό άλλα πρόσωπα, εντούτοις εντόπισε κάποιο εργάτη που ήταν γνωστός του Κατηγορούμενο από τον οποίο και λήφθηκε κατάθεση. Πρόσθεσε επίσης ότι εντοπίστηκε κάποιο σπίτι το οποίο είχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο και επισκέφτηκαν στις 20/08/17,όμως ο ιδιοκτήτης τους ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι υπήρχαν κάμερες, αυτές δεν κατέγραψαν το δυστύχημα. Ήταν η θέση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, ότι ο ΜΚ1 δεν χειρίστηκε ακριβοδίκαια την υπόθεση για τον πελάτη του, αφού κατά την διερεύνηση δεν λήφθηκε από τον ΜΚ2 οποιοδήποτε δείγμα προς εντοπισμό στον οργανισμό του οποιονδήποτε ουσιών, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο τον οποίο η Αστυνομία υπέβαλε σε τέτοιου είδους εξέταση και λήφθηκε δείγμα αίματος. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο λόγος που δεν έγινε στον ΜΚ2 η πιο πάνω εξέταση υποστηρίζοντας την θέση ότι επειδή ο Κατηγορούμενος είχε τραυματιστεί πολύ σοβαρά και βρισκόταν κλινήρης στο Νοσοκομείο η διαδικασία αυτή επιβάλλεται. Τέλος ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι το δυστύχημα προκλήθηκε εξαιτίας της οδικής συμπεριφοράς του ΜΚ2 και όχι του Κατηγορούμενου. Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε για να καταθέσει ο XXXX Βασιλείου (ΜΚ2). Κατά την κυρίως εξέταση του, αναγνώρισε την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως ορθή και αληθινή (Τεκμήριο 6). Επίσης αναγνώρισε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο όπως ανέφερε του επεξηγήθηκε και το υπέγραψε ως ορθό ,αναγνωρίζοντας επί τούτου και την υπογραφή του. Επίσης αναγνώρισε από το ειδώλιο του μάρτυρα τον οδηγό της μοτοσυκλέτας με τον οποίο συγκρούστηκε το όχημα του, δηλαδή τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 βλέποντας το Τεκμήριο 8 υπέδειξε στις φωτογραφίες 32 ,33 και 34 το όχημα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Στην φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου 8 υπέδειξε το σημείο που αντίκρισε για πρώτη φορά την μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου να κινείται εντός της οδού Ατλαντίδος. Μάλιστα όπως ανέφερε, μόλις αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου να βρίσκεται εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας, αναγκάστηκε να στρίψει αριστερά για να αποφύγει την σύγκρουση με αποτέλεσμα μέρος του μπροστινού αριστερού τμήματος του οχήματος του να ανέβει επι του βόρειου πεζοδρομίου του δρόμου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση για τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Η υπεράσπιση προβάλλοντας τις θέσεις της του απέδωσε αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα. Αποτέλεσε δηλαδή βασική θέση της υπεράσπισης ,ότι ο ΜΚ2 ευθύνεται για την πρόκληση του δυστυχήματος επειδή οδηγούσε το όχημα του χωρίς να έχει στραμμένη την προσοχή του μπροστά του, δηλαδή μέσα στον δρόμο, αλλά οδηγούσε σκυφτός με αποτέλεσμα να κινηθεί κατά πάνω της μοτοσυκλέτας του Κατηγορούμενου. Επίσης υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι το δυστύχημα προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας του, αφού ο Κατηγορούμενος αναγκάστηκε να λοξοδρομήσει και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας στρίβοντας την μοτοσυκλέτα του προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του, καθότι αυτός ενώ αρχικά οδηγούσε στο μέσο του δρόμου στην συνέχεια προχωρούσε με κλίση προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να κινείται κατά πάνω του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ2 δεν αποδέχτηκε την πιο πάνω θέση και επέμεινε στον ισχυρισμό του ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με μεγάλη ταχύτητα, και όταν τον είδε να κατευθύνεται κατά πάνω του αναγκάστηκε να ανεβάσει το όχημα του πάνω στο αριστερό πεζοδρόμιο του δρόμου προσπαθώντας να αποφύγει την σύγκρουση. Σε σχέση με τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά το δυστύχημα, ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε το μέρος ήταν επειδή ήθελε να μεταβεί σε φαρμακείο αφού είχε χτυπήσει στο χέρι του. Όσον αφορά τον λόγο που δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις της αστυνομίας, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι το κινητό του ήταν απενεργοποιημένο λόγω του ότι τέλειωσε η μπαταρία. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος αφού πληροφορήθηκε τα δικαιώματα του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε άλλους μάρτυρες. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και συνεπώς να αντεξεταστεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Αναγνώρισε την κατάθεση του (Τεκμήριο 5) και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 ως έχει τροποποιηθεί. Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, εξηγώντας ότι ο λόγος που εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, ήταν διότι προσπάθησε να αποφύγει με κάθε δυνατό τρόπο την σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ2 το οποίο κινείτο κατά πάνω του. Ο Κατηγορούμενος επίσης ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ2 οδήγησε το όχημα του πάνω στο αριστερό πεζοδρόμιο του δρόμου, όταν μόλις αντιλήφθηκε τα φρένα της μοτοσυκλέτας αφού τότε αντιλήφθηκε την ύπαρξη του εντός του δρόμου. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ο ΜΚ2 έστριψε το όχημα του απότομα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του με αποτέλεσμα μέρος του οχήματος να ανέβει στο βόρειο πεζοδρόμιο του δρόμου. Τέλος, ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι ενώ οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του, είχε το κράτος περασμένο στο χέρι του, αποδίδοντας την πιο πάνω ενέργεια στο γεγονός ότι θα οδηγούσε για πολύ μικρή απόσταση. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος επέμεινε στους αρχικούς του ισχυρισμούς αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Υποστήριξε δε με σθεναρότητα την θέση ότι η αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν η κακή οδική συμπεριφορά του ΜΚ2, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε στο κέντρο του δρόμου και χωρίς να έχει στραμμένη την προσοχή του εντός του δρόμου αφού ήταν σκυφτός. Επίσης ο Κατηγορούμενος, δεν αποδέχτηκε ως ορθή την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι μπορούσε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να αποφύγει την σύγκρουση, όπως για παράδειγμα να στρίψει την μοτοσυκλέτα του προς τα αριστερά και να εισέλθει στον χωμάτινο δρόμο που συμβάλλεται με την αριστερή πλευρά της οδού Ατλαντίδος σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, όταν αντιλήφθηκε το όχημα του ΜΚ
- Ο Κατηγορούμενος μη αποδεχόμενος την πιο πάνω θέση εξήγησε, ότι επειδή οδηγούσε μοτοσυκλέτα και όχι αυτοκίνητο, αν επιχειρούσε να στρίψει απότομα αριστερά με την ταχύτητα των 50 ΧΑΩ που κινείτο κατά την δεδομένη χρονική στιγμή, σίγουρα θα έχανε την ισορροπία του με αποτέλεσμα να πέσει κάτω και να χτυπήσει. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι κινείτο με ταχύτητα 50 ΧΑΩ αμφισβητήθηκε έντονα από την Κατηγορούσα Αρχή. Στον Κατηγορούμενο υποβλήθηκε η θέση ότι ενώ κινείτο κατά πάνω του ΜΚ2 οδηγούσε με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα και όχι με 50 ΧΑΩ όπως ισχυρίστηκε. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή αυτός ήταν και ο λόγος που ο ΜΚ2 αναγκάστηκε να στρίψει απότομα το όχημα του προς τα αριστερά του δρόμου και να το ακινητοποιήσει ανεβάζοντας μέρος αυτού επί του βόρειου πεζοδρομίου. Ο Κατηγορούμενος διαφώνησε με την πιο πάνω θέση και ισχυρίστηκε ότι τα όσα ανέφερε είναι η αλήθεια για τα όσα έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Αρχίζοντας από τον ΜΚ1 θα πρέπει αναφέρω ότι η μαρτυρία του περιορίζεται στις ενέργειες που προέβηκε κατά την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος και ιδιαίτερα στην λήψη και εκτύπωση των φωτογραφιών που απεικονίζουν την σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος καθώς και στην ετοιμασία τόσο του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος (Τεκμήριο 2) όσο και του τελικού (Τεκμήριο 3). Επίσης ο ΜΚ1 κατά την άφιξη του στην σκηνή εντόπισε τόσο την μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου στην τελική της θέση όσο και του όχημα του ΜΚ
- Περαιτέρω εντόπισε στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης των δύο ενεχόμενων οχημάτων τα οποία σημείωσε στο Τεκμήριο
- Γενικά ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική. Εξήγησε στο Δικαστήριο όλα όσα έπραξε καθώς και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε κατά την κατά την παραμονή του στην σκηνή του δυστυχήματος. Αποδέχομαι από την μαρτυρία του όλα τα σημεία, τις μετρήσεις καθώς και τα ευρήματα που σημείωσε στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 2) όπως και στο τελικό (Τεκμήριο 3).Τονίζεται ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Σημειώνεται ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Τα μόνα σημεία της μαρτυρίας του ΜΚ1 που δεν μπορώ να αποδεχτώ, είναι το μέρος της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1) που αναφέρεται στους υπολογισμούς που κατέγραψε σε σχέση με την διαθέσιμη απόσταση που είχε μπροστά του ο Κατηγορούμενος για να αντιδράσει ενώ οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του και να καταφέρει να σταματήσει όπως υποστήριξε ο ΜΚ1 πριν να συγκρουστεί με το όχημα του ΜΚ2 κατά την στιγμή που τον αντιλήφθηκε να κινείται για πρώτη φορά στον δρόμο με το όχημα του. Πιο συγκεκριμένα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ενώ κινείτο με ταχύτητα 50 ΧΑΩ είχε ορατότητα 70 μέτρα απόσταση αφότου πέρασε την στροφή του δρόμου μέχρι και το σημείο που βρισκόταν το όχημα του ΜΚ
- Καταρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ΜΚ1 στους υπολογισμούς του εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι το όχημα του ΜΚ2 βρισκόταν ακριβώς σε απόσταση 70 μέτρων όταν ο Κατηγορούμενος πέρασε την στροφή του δρόμου. Με όλο τον σεβασμό προς τον ΜΚ1 η πιο πάνω θέση του δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή γιατί βασίζεται απλά σε εικασίες. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας είτε του Κατηγορούμενου είτε του ΜΚ2 έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοιο γεγονός. Κανένας από τους δύο ενεχόμενους οδηγούς δεν υποστήριξε στην μαρτυρία του ότι η απόσταση που διαχώριζε τα δύο οχήματα μόλις ο Κατηγορούμενος πέρασε την στροφή του δρόμου ήταν 70 μέτρα. Περαιτέρω ούτε και η θέση του ΜΚ1 ότι ο χρόνος αντίδρασης του Κατηγορούμενου, με βάση την ταχύτητα που κινείτο κατά τον επίδικο χρόνο, και ήταν μόλις ένα δευτερόλεπτο, μπορεί να γίνει αποδεχτή. Πουθενά στην μαρτυρία του ο ΜΚ1 δεν έχει εξηγήσει με ποιο τρόπο κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι ο ίδιος ο ΜΚ1 σε σχέση με την πιο πάνω θέση αναφέρει ξεκάθαρα στην γραπτή του κατάθεση ότι υπολογισμός του χρόνου αντίδρασης του Κατηγορούμενου στηρίζεται σε υποθέσεις, αφού και ο ίδιος χρησιμοποιεί την λέξη «εάν ». Αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί ότι όλοι οι υπολογισμοί του ΜΚ1 έλαβαν υπόψη ως δεδομένη και αληθινή μόνο την εκδοχή του ΜΚ2 ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος παραγνωρίζοντας παντελώς τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 5) οι οποίοι ήταν γνωστοί στον ΜΚ1 αφού ο τελευταίος είναι και ο εξεταστής της υπόθεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με τα πιο πάνω σημεία της και συνεπώς αυτά δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτά. Προχωρώντας θα εξετάσω την μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Καταρχήν σημειώνεται ότι κατά την δια ζώσης μαρτυρία του ο ΜΚ2 απέφευγε να απαντά στις ερωτήσεις που αφορούσαν τις ενέργειες του μετά την πρόκληση του δυστυχήματος και οι εξηγήσεις που δόθηκαν από τον ίδιο δεν ήταν σαφείς και πειστικές σε σχέση με το γεγονός της μη παραμονής του στην σκηνή μέχρι να φτάσει η Αστυνομία. Οι δικαιολογίες που δόθηκαν από τον ΜΚ2 σε σχέση πάντοτε με το πιο πάνω γεγονός δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Ούτε και έχω πειστεί ότι ο λόγος που δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις της Αστυνομίας ήταν επειδή έκλεισε το κινητό του τηλέφωνο λόγω μπαταρίας. Είναι φανερό ότι ο ΜΚ2 επειδή κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε χωρίς άδεια οδήγησης, χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη αλλά και χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έφυγε από την σκηνή του δυστυχήματος απενεργοποιώντας συνάμα και το κινητό του τηλέφωνο προφανώς επειδή φοβήθηκε. Πέραν όμως των πιο πάνω τα αυτό που εντοπίζω στην μαρτυρία του ΜΚ2 και αποτελεί ουσιώδη πτυχή για την κρίση της αξιοπιστίας του, είναι ότι ο βασικός ισχυρισμός του, ότι δηλαδή αναγκάστηκε να ακινητοποιήσει το όχημα του ανεβάζοντας μέρος αυτού πάνω στο βόρειο πεζοδρόμιο του δρόμου μόλις αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου να κινείται κατά πάνω του με μεγάλη ταχύτητα, δεν ήταν καθόλου πειστικός . Ο ΜΚ2 κατά την δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι κατά την στιγμή του δυστυχήματος η ταχύτητα του οχήματος του ήταν μηδενική γιατί βρισκόταν ήδη παρκαρισμένος πάνω στο πεζοδρόμιο αφού είχε αντιληφθεί ήδη την μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου να κινείται με μεγάλη ταχύτητα κατά πάνω του. Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) αναιρεί την θέση του ΜΚ
- Όπως διαφαίνεται μέσα από το πρόχειρο σχέδιο, όταν ο ΜΚ1 επισκέφτηκε την σκηνή του δυστυχήματος εντόπισε ίχνη τροχοπέδης από τον αριστερό μπροστινό τροχό του οχήματος του ΜΚ2 στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του τελευταίου. Συνεπώς προκύπτει ότι ο ισχυρισμός του ΜΚ2 ότι σταμάτησε το αυτοκίνητο του ανεβάζοντας μάλιστα τον αριστερό μπροστινό τροχό στο βόρειο πεζοδρόμιο του δρόμου με σκοπό να αποφύγει την σύγκρουση από την μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου είναι ψευδής. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δηλαδή αν ο ΜΚ2 απλά σταματούσε το όχημα του , με τον τρόπο που εξήγησε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, το λογικά αναμενόμενο θα ήταν το όχημα του ΜΚ2 να μην αφήσει ίχνη τροχοπέδησης από τον αριστερό μπροστινό τροχό του στον δρόμο. Η ύπαρξη των ιχνών τροχοπέδης καταδεικνύουν δίχως άλλο ότι ο ΜΚ2 ενώ κινείτο στον δρόμο εφάρμοσε τα φρένα του για να ακινητοποιήσει το όχημα του προφανώς γιατί αντιλήφθηκε κατά την στιγμή εκείνη τον κίνδυνο. Εξετάζοντας περαιτέρω την γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 (Τεκμήριο 6) σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, διαπιστώνω ότι η εκδοχή του αναφορικά με τα πιο πάνω γεγονότα είναι διαφορετική από την δια ζώσης μαρτυρία του και βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση. Συγκεκριμένα ο ΜΚ2 στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε τα εξής : «μόλις τον είδα κατάλαβα ότι θα έρθει πάνω μου να με χτυπήσει και κινήθηκα όσο πιο αριστερά μπορούσα, ο μπροστινός αριστερός τροχός βγήκε πάνω στο πεζοδρόμιο και σταμάτησα». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο ΜΚ2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο για τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Ενώ από την μια ισχυρίστηκε ότι πριν από την σύγκρουση είχε σταματήσει το όχημα του και βρισκόταν με μηδενική ταχύτητα πάνω στο πεζοδρόμιο, από την άλλη στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι ενώ κινείτο προς τα αριστερά του δρόμου για να μην τον χτυπήσει η μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου, αφού ανέβηκε πάνω στο πεζοδρόμιο τότε σταμάτησε. Ο ψευδής ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον ΜΚ2 ως αναφέρεται ανωτέρω, επιμολύνει και το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του αναφορικά με την εκδοχή που προέβαλε σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Για τους πιο πάνω λόγους δεν δίνεται κανένα απολύτως περιθώριο στο Δικαστήριο να βασιστεί στην μαρτυρία του ΜΚ2 και συνεπώς αυτή απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ερχόμενος τώρα στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου βρίσκω ότι αυτή ήταν σαφής, θετική και οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν κατά την δια ζώσης μαρτυρία του βρίσκονται σε πλήρη συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν και στην γραπτή του κατάθεση αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος (Τεκμήριο 5). Ο Κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, υπήρξε σταθερός στις θέσεις του και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο αφού δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Η ειλικρίνεια του διαπιστώνεται και από το γεγονός ότι κατά την μαρτυρία του παραδέχτηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν έφερε κράνος στο κεφάλι του αλλά το κρατούσε στο χέρι του, εξηγώντας βέβαια ότι αυτό το έπραξε επειδή θα οδηγούσε για μικρή απόσταση. Η θέση του Κατηγορούμενου ότι δεν μπορούσε να στρίψει απότομα στην χωμάτινη πάροδο που υπήρχε στα αριστερά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του , όταν αντιλήφθηκε το όχημα του ΜΚ2 να κινείται κατά πάνω του, κρίνεται ως λογική. Όπως λογικός κρίνεται και ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου για τον τρόπο που οδήγησε την μοτοσυκλέτα του πριν να συγκρουστεί με το όχημα του ΜΚ2, αφού όπως εξήγησε στο Δικαστήριο δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επιλογή από το να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του στρίβοντας έτσι την μοτοσυκλέτα του δεξιά, όταν κατάλαβε ότι το όχημα του ΜΚ2 συνέχιζε να κατευθύνεται κατά πάνω του. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι αναγκάστηκε να εφαρμόσει τα φρένα του για να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ2 επιβεβαιώνεται και από τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε η μοτοσυκλέτα του και είναι σημειωμένα επί του προχείρου σχεδίου (Τεκμήριο 2) αλλά και από την μαρτυρία του ΜΚ1 για το πιο πάνω ζήτημα. Συνεπώς αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι μόλις αντιλήφθηκε το όχημα του ΜΚ2 για πρώτη φορά, αυτό κινείτο στο μέσο του δρόμου και ο ΜΚ2 οδηγούσε ενώ ήταν σκυφτός προς τα κάτω χωρίς να κοιτάζει εντός του δρόμου. Επίσης αποδέχομαι την θέση του Κατηγορούμενου ότι μόλις αντιλήφθηκε το πιο πάνω γεγονός έστριψε προς τα αριστερά την μοτοσυκλέτα του, αλλά επειδή το όχημα του ΜΚ2 συνέχισε να κινείται προς το μέρος του αφού κινείτο έχοντας κλίση προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, ο Κατηγορούμενος αναγκάστηκε να στρίψει την μοτοσυκλέτα του προς τα δεξιά και να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για να τον αποφύγει. Αποδέχομαι επίσης ότι κατά την στιγμή εκείνη εφάρμοσε και τα φρένα της μοτοσυκλέτας του τα οποία έγραψαν στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης. Αποδέχομαι ακόμα από την μαρτυρία του ότι μόλις ο Κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του, τότε ο ΜΚ2 τον αντιλήφθηκε και κινήθηκε απότομα στρίβοντας το όχημα του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να ανέβει ο αριστερός μπροστινός τροχός του οχήματος του επί του βόρειου πεζοδρομίου του δρόμου, και να επέλθει η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ως αναφέρθηκε προηγουμένως ο Κατηγορούμενος άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι θέσεις του για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν πειστικές. Δεν διαπίστωσα επίσης να διακατέχεται από οποιοδήποτε κακόβουλο κίνητρο εναντίον του ΜΚ
- Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αληθινή και αξιόπιστη. Τέλος σε σχέση με την γραπτή κατάθεση του XXXXX Ξενοφώντος (Τεκμήριο 7) καθώς και την γραπτή κατάθεση του XXXXX Φυλακτού (Τεκμήριο 9) αναφέρεται ότι δεν μπορεί να προσδωθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτούς αφού αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν έδωσε καμιά δικαιολογία για την μη κλήση των προσώπων αυτών στο Δικαστήριο και ούτως η άλλως οι δηλώσεις που εμπεριέχονται σε αυτές δεν έχουν τεθεί στην βάσανο της αντεξέτασης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκω ότι την 08/08/17 στην οδό Ατλαντίδος στην περιοχή Αμαθούντα στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού ο ΜΚ2 οδηγούσε το όχημα του με ανατολική κατεύθυνση. Ο δε Κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του στον ίδιο δρόμο με δυτική κατεύθυνση. Ο Κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε δεν έφερε κράνος στο κεφάλι του, αφού αυτό βρισκόταν περασμένο στον δεξιό αγκώνα του χεριού του. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και μόλις ο Κατηγορούμενος πέρασε την στροφή του δρόμου, αντιλήφθηκε το όχημα του ΜΚ2 που κινείτο εξ' αντιθέτου να βρίσκεται στην μέση του δρόμου χωρίς να τηρεί την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Ταυτόχρονα αντιλήφθηκε τον οδηγό του οχήματος, δηλαδή τον ΜΚ2, να οδηγεί ενώ ήταν σκυφτός και να βλέπει προς τα κάτω αντί να κοιτάζει μπροστά του εντός του δρόμου. Μόλις ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το πιο πάνω γεγονός έστριψε την μοτοσυκλέτα του προς τα αριστερά του δρόμου για να τον αποφύγει, αλλά επειδή το όχημα του ΜΚ2 συνέχιζε να κατευθύνεται και να κινείται ακόμα δεξιότερα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του, με αποτέλεσμα να οδηγείται κατά πάνω της μοτοσυκλέτας του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος αναγκάστηκε να στρίψει δεξιά για να αποφύγει μια ενδεχόμενη σύγκρουση, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του, ενώ ταυτόχρονα εφάρμοσε και τα φρένα της μοτοσυκλέτας του. Την ίδια στιγμή ο ΜΚ2 επειδή αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσυκλέτας του, έστριψε και αυτός το όχημα του προς τα αριστερά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, ανεβάζοντας τον αριστερό μπροστινό τροχό του οχήματος του επί του βόρειου πεζοδρομίου, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να βρεθούν στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας και να συγκρουστούν στο σημείο Χ. Από την σύγκρουση, τα δύο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν ζημιές ενώ ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο ΜΚ2 τραυματίστηκε ελαφριά στο χέρι του. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο που επεσυνέβη η σύγκρουση των δύο οχημάτων είναι 5.60 μέτρα, ενώ το σημείο σύγκρουσης Χ βρίσκεται στα 4.50 μέτρα από το νότιο πεζοδρόμιο του δρόμου. Τα δύο οχήματα έγραψαν επίσης ίχνη τροχοπέδησης στον δρόμο. Κατά την στιγμή του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Το όριο ταχύτητας στην οδό Ατλαντίδος είναι 50 ΧΑΩ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε σχέση με την 1η κατηγορία το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου υπό τις περιστάσεις δεν υπολείπεται από αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να κριθεί ως αμελής και ότι ο ίδιος δεν εξάσκησε κάθε λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο κατά τον επίδικο χρόνο. Η Κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Κατηγορούμενος φέρει την ευθύνη για τη σύγκρουση. Υπό τις περιστάσεις η αντίδραση του Κατηγορούμενου μέσα στον δρόμο από την στιγμή που αντιλήφθηκε το όχημα του ΜΚ2 να κινείται κατά πάνω του ήταν ικανοποιητική και η λογικά αναμενόμενη από τον μέσο συνετό οδηγό. Συνεπώς, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο