← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Smirnov, Υπόθεση αρ.: 10086/2020, 12/2/2021

Δημοκρατίας ν. Smirnov, Υπόθεση αρ.: 10086/2020, 12/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:4 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 10086/2020 Μεταξύ: Δημοκρατίας Κατηγορούσας αρχής Και XXX Smirnov Κατηγορούμενου ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12/2/2021 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Μ. Μασούρα Για τον κατηγορούμενο: κ. Π. Λοϊζου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία, η οποία αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1). Αρχικά αντιμετώπιζε και την κατηγορία της ληστείας (κατηγορία 2), πλην όμως, σ' αυτή αθωώθηκε και απαλλάχτηκε, καθότι, το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 5.2.2021, για τους λόγους που εκεί εκτίθενται, έκρινε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχουν ως ακολούθως: (
  2. i)Στις 19.11.2014, λίγο μετά τις 8 π.μ. κτύπησε η πόρτα της οικίας του Vladimir KXXX (ΜΚ5) η οποία βρίσκεται στην οδό ΧΧΧ, ΧΧΧ στη Λεμεσό. Στην οικία βρισκόταν η Ludmila KΧΧ (ΜΚ4), η οποία είναι μητέρα της Nana KXXX (MK3) και πεθερά του Vladimir KXXX. Το ζεύγος KXXX, κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, βρισκόταν στο εξωτερικό. (
  3. ii)Όταν άνοιξε την πόρτα η Ludmila είδε ένα άντρα και συγκεκριμένα τον Racu ΧΧΧ (από τώρα θα καλείται Racu), να κρατά στα χέρια του ένα φάκελο που ομοίαζε με ταχυδρομικό και αφού της τον έδωσε και τον κράτησε στα χέρια της, είδε ότι στο φάκελο ήταν γραμμένο το όνομα KXXX, το οποίο είναι το όνομα της οικογένειας της κόρης της. (iii) Ακολούθως, ο Racu ζήτησε από αυτήν να του παρουσιάσει το διαβατήριό της, για να διαπιστώσει τον παραλήπτη. Αφού εντόπισε το διαβατήριο εσωτερικών πτήσεων της κόρης της, του το υπέδειξε. Τότε, ο Racu ζήτησε λίγο νερό για να πιει και η Ludmila άφησε το δέμα στο πάγκο της κουζίνας και πήρε ένα ποτήρι με νερό και αφού πήγε στο σαλόνι, του το πρόσφερε. Αφού το ήπιε, της είπε χαρακτηριστικά στη ρωσική γλώσσα «Τόσο πολύ ήθελα νερό» και στη συνέχεια ακολούθησε σύντομη συνομιλία με τον Racu, όπου το ρώτησε κατά πόσο ήταν Βούλγαρος ή Ρουμάνος, αφού υπολόγισε ότι καταγόταν από αυτές τις χώρες από την εμφάνισή του και την προφορά του, όταν μιλούσε Ρωσικά. Το πιο πάνω πρόσωπο, της ανέφερε ότι είναι Βούλγαρος. (
  4. iv)Ακολούθως, η Ludmila έχασε τις αισθήσεις της. Όταν συνήλθε, ήταν δεμένη με κολλητική ταινία σε μία καρέκλα στην κουζίνα και κτυπημένη. Με τα χέρια της ξεκίνησε σιγά σιγά να κόβει την ταινία και κατάφερε να λυθεί. Όταν πήγε στο υπνοδωμάτιο, που ήταν το χρηματοκιβώτιο, διαπίστωσε ότι το είχαν πάρει. (
  5. v)Στη συνέχεια, την ίδια μέρα, τηλεφώνησε στη θυγατέρα της, η οποία βρισκόταν στο εξωτερικό και της ανέφερε τι διαδραματίστηκε. Η Ludmila εντόπισε την ανήλικη εγγονή της, Τamara KXXX, η οποία επέστρεψε στην οικία, η ώρα 10:55 και στη συνέχεια ειδοποιήθηκε η αστυνομία. (
  6. vi)Η Ludmila, τελώντας σε κατάσταση σύγχυσης, ανέφερε στην κόρη της ότι έχουν πρηστεί τα μάτια της και ότι κάποιος έπιασε το χρηματοκιβώτιο και την ανήλικη εγγονή της και ότι πιθανόν να της έριξαν υπνωτικό αέριο. Τότε, η Nana KXXX, πήρε τηλέφωνο τους γνωστούς της που βρίσκονταν στην Κύπρο και μετά από πάροδο είκοσι περίπου λεπτών, της τηλεφώνησε η κόρη της, Tamara και της εξήγησε τι ακριβώς επεσυνέβη. (vii) Στη σκηνή της ληστείας, πέραν από τον Racu, βρίσκονταν και έλαβαν μέρος, οι Andrea XXX (από τώρα θα καλείται Andrea) και XXX Plesca (από τώρα θα καλείται Plesca), οι οποίοι μετέβηκαν στο μέρος με αυτοκίνητο μάρκας Ford. (viii) Το ζεύγος KXXX, επέστρεψε εσπευσμένα στην Κύπρο, στις 21.11.14 και μετά από έλεγχο που διενήργησαν στην οικία τους, διαπίστωσαν ότι κλάπηκε περιουσία, συνολικής αξίας €729.200. (
  7. ix)Η Ludmila εξετάστηκε στις 20.11.2014 και διαπιστώθηκε ότι έφερε, εξοίδηση ρινός, εκχύμωση μετά εξοιδήσεως στη δεξιά μετωπιαία χώρα, εκχύμωση μετά εξοιδήσεως, άνω και κάτω χείλους αριστερά, εκχύμωση με εξοίδηση, άνω και κάτω βλεφάρου δεξιού και αριστερού ματιού, εκδορά στην αριστερή κογχική χώρα, εκχύμωση στην αριστερή πρόσθια και δεξιά τραχηλική χώρα, εκχύμωση μετά εξοιδήσεως στο εσωτερικό της αριστερής παρειάς, εκχύμωση διαστάσεων 4Χ2 εκ. στην πρόσθια χώρα του δεξιού βραχίονα, εκχύμωση στην αριστερή μετωπο-κροταφό-παρειακή περιοχή, εκχυμώσεις στη ραχιαία χώρα του δεξιού και αριστερού χεριού, εκχύμωση διαστάσεων 5.5Χ6 εκ. στην πρόσθια χώρα του αριστερού βραχίονα, ρινορραγία, εκχύμωση διαστάσεων 2.5Χ1 εκ. στην αριστερή ωμοπλάτη, εκδορά διαστάσεων 0.3Χ0.3 εκ. στη ραχιαία χώρα του αριστερού αντίχειρα, και εκδορά διαστάσεων 0.3Χ0.3 στη ραχιαία χώρα του μικρού δακτύλου του αριστερού χεριού. (
  8. x)Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης παραλήφθηκε αριθμός τεκμηρίων. Τα τεκμήρια, παραλήφθηκαν νομότυπα, με ασφάλεια, χωρίς να υποστούν οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση εκτός αυτής που έγινε για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων και βρίσκονταν υπό τη συνεχή και ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο (βλ. Τεκ. 1). (
  9. xi)Στις 11.2.2016, ο Plesca καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού σε 10 χρόνια φυλάκιση, μεταξύ άλλων, και για το αδίκημα της ληστείας. Ο Andreα καταδικάστηκε από το Δικαστήριο του Kisinaou σε 15 χρόνια φυλάκιση και ο Racu καταδικάστηκε σε 9 χρόνια φυλάκιση, για το πιο πάνω περιστατικό. (xii) Στις 2.7.2020 και ώρα 20:30, στην οδό XXX στην Γερμασόγεια, ο λοχ. XXXXX XXXXX Γεωργούδης (ΜΚ2) συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο. Αφού τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, αυτός απάντησε «εντάξει» (βλ. Τεκ. 2). Ακολούθως, το μετέφερε στο ΤΑΕ Λεμεσού, όπου, η ώρα 21:20 με τη βοήθεια της διερμηνέα, XXXXX Κυριακίδου, τον ενημέρωσε για τα δικαιώματά του (βλ. Τεκ. 3). Στις 2.7.2020, μεταξύ των ωρών 21:45-22:05, στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, ο αστ. XXXXX με τη βοήθεια της πιο πάνω διερμηνέα πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (βλ. Τεκ. 4). Η κατηγορούσα αρχή, για στοιχειοθέτηση της υπόθεσής της, κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, την Nana KXXX, τον XXX Grigoras και τον λοχ. XXXXX, Α. Αποστόλου. Η Nana KXXX, στη μαρτυρία της, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι διαμένει στην πιο πάνω κατοικία με το σύζυγό της, τα δύο ανήλικα τους παιδιά και τη μητέρα της, Ludmila KXXX, ηλικίας 67 ετών. Στις 8.11.2014, ο σύζυγός της μετέβηκε για επαγγελματικούς λόγους στο εξωτερικό και λίγες μέρες μετά, ήτοι, στις 14.11.2014, τόσο αυτή όσο και ο μικρότερος γιος της, επίσης μετέβηκαν στο εξωτερικό. Στην κατοικία παρέμεινε η μητέρα της και το μεγαλύτερο της παιδί, ηλικίας 11 ετών. Επισήμανε ότι, πέραν της οικογένειάς της, πρόσβαση στην κατοικία τους είχαν, η οικιακή τους βοηθός και τα πρόσωπα που προέβαιναν σε συντήρηση του ανελκυστήρα. Περαιτέρω δε, κατά τον Οκτώβριο του 2014 κάλεσαν την εταιρεία Group 4, που τους εγκατέστησε το σύστημα συναγερμού, για να το επιδιορθώσουν και έτσι, υπάλληλοι της συγκεκριμένης εταιρείας, μετέβησαν σε τρεις περιπτώσεις στο σπίτι. Στις 19.11.2014, της τηλεφώνησε η μητέρα της, όπου της ανέφερε ότι κλάπηκε το χρηματοκιβώτιο που βρισκόταν στην κατοικία και ότι αντιμετώπιζε προβλήματα στα μάτια της και πιθανόν να της έριξαν υπνωτικό αέριο. Έτσι, στις 20.11.2014 αφίχθηκε εσπευσμένα στην Κύπρο, μαζί με το σύζυγό της, και μετά από έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι κλάπηκαν αντικείμενα, συνολικής αξίας €729.200, τα οποία βρισκόντουσαν στο χρηματοκιβώτιο. Στις 14.1.2015 αναγνώρισε δύο κινητά τηλέφωνα, τα οποία εντοπίστηκαν σε ανοικτή περιοχή του Αγ. Γεωργίου Αλαμάνου και επιπρόσθετα, της παραδόθηκαν δύο βιβλιάρια επιταγών, άδεια κουτιά χρυσαφικών και διάφορες άλλες σημειώσεις. Στη μαρτυρία της, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο από το 2013 και συναντήθηκαν σε αρκετές περιπτώσεις. Ως ανέφερε, επιθυμούσαν να αγοράσουν ακίνητο και για το σκοπό αυτό, ο τελευταίος, της υπέδειξε διάφορα ακίνητα και επιπρόσθετα τη βοήθησε να ενοικιάσει ένα εστιατόριο. Το δε ενοίκιο του εστιατορίου, ύψους €3.000 περίπου, το κατέβαλλε σε μετρητά και στον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος γνώριζε που βρισκόταν η κατοικία της, αφού την παρέλαβε από αυτήν, κάτι το οποίο, ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην κατάθεσή του, ημερ. 18.5.2017, αρνείται (βλ. Τεκ. 10.2). Ο κ. XXX Grigoras (από τώρα θα καλείται Grigoras) στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι, τόσο ο ίδιος όσο και οι Racu, Plesca και Andrea, κατάγονται από την Μολδαβία και γνωρίζονται μεταξύ τους. Ήλθαν στην Κύπρο, μέσω κατεχομένων, για να βρουν δουλειά. Όταν έφτασαν στη Λεμεσό, ο Plesca τηλεφώνησε στον Sergey, καθότι, o τελευταίος, του υποσχέθηκε ότι θα τους προσέφερε διαμέρισμα και θα τους βοηθούσε να βρουν δουλειά. Μετά από μερικά λεπτά, όλα τα πιο πάνω πρόσωπα συναντήθηκαν και ο Sergey τους ανέφερε ότι «υπάρχει πιθανότητα να κλέψουν ένα χρηματοκιβώτιο» από κατοικία. Τη σχετική πληροφορία, ως τους ανέφερε, την έλαβε από το φίλο του - κατηγορούμενο. Το ίδιο βράδυ, ο Sergey, υπόδειξε στους Grigoras, Plesca και Racu, το σπίτι, το οποίο βρισκόταν στη Λεμεσό και τους ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο, τα οποία υπήρχαν στο σπίτι. Ακολούθως, την επόμενη ημέρα, σε συνάντηση που είχαν, o Sergey σύστησε τον κατηγορούμενο στους Grigoras, Plesca και Racu. Ο Andrea απουσίαζε. Ο κατηγορούμενος, τους επιβεβαίωσε όλα όσα τους είχε αναφέρει ο Sergey την προηγούμενη μέρα, δηλαδή, ότι γνωρίζει τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, ότι του έδωσε χρήματα που είχε στο σπίτι, ως επίσης, ότι γνωρίζει και το άτομο που εγκατέστησε το χρηματοκιβώτιο. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συνάντησης δεν αναφέρθηκε ο τρόπος με τον οποίο θα γινόταν η κλοπή. Ο κατηγορούμενος δεν τους έδωσε άλλες λεπτομέρειες και η συζήτηση που επακολούθησε ήταν γενική και δεν αφορούσε το συγκεκριμένο θέμα. Σε σχετική υποβολή στο στάδιο της αντεξέτασης, ότι δεν συμφώνησε οτιδήποτε με τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας ανέφερε «Έχει γίνει αυτή η συμφωνία. Όταν τον πρωτογνωρίσαμε τον XXX, .., μας επιβεβαίωσε όλα όσα μας είχε πει ο Sergey και η συμφωνία ήταν να μοιράσουμε στα 6.» Περαιτέρω, στη μαρτυρία του ανέφερε ότι ζήτησαν από τον κατηγορούμενο να τους παραχωρήσει αυτοκίνητο και τους δήλωσε ότι θα τους βοηθήσει. Αμέσως μετά, σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι δεν θυμόταν αν το πιο πάνω γεγονός, το ανέφερε ο κατηγορούμενος ή ο Sergey. Μετά την πιο πάνω συνάντηση, μετακόμισε με τον Andrea σε άλλο σπίτι και ο τελευταίος ενοικίασε αυτοκίνητο, μάρκας Ford-fiesta. Ο κατηγορούμενος, ως τους ανέφερε ο Plesca, έδωσε στους άλλους δύο ένα αυτοκίνητο, μάρκας Mitsubishi, με το οποίο κυκλοφορούσαν και παρακολουθούσαν το σπίτι. Δέκα περίπου μέρες μετά, οι Grigoras, Racu, Andrea και Plesca αποφάσισαν να διαπράξουν την κλοπή και να μην ενημερώσουν τους Sergey και κατηγορούμενο, καθότι, ως τους ανέφερε ο Plesca, τα δύο πιο πάνω πρόσωπα είχαν σχέσεις με τον υπόκοσμο. Δήλωσε χαρακτηριστικά ότι θα έκαναν τη δουλειά μόνοι τους και οι Sergey και XXX «δεν θα έπρεπε να λάβουν γνώση, ούτε τη μέρα, ούτε τον τρόπο, ούτε πως θα δράσουμε». Έτσι, ο μάρτυρας και ο Andrea αγόρασαν διαρρηκτικά εργαλεία. Στη συνέχεια, στις 19.11.2014 διέπραξαν την κλοπή και η δική του συμμετοχή ήταν τσιλιαδόρος. Ανέμενε με το αυτοκίνητο, μάρκας Mitsubishi, έξω από το σπίτι, για να τους ενημερώσει εάν χρειαζόταν και, ως ανέφερε, δεν ήταν στα σχέδιά τους να κτυπηθεί η Ludmila από τον Racu. Μετά την κλοπή, τα πιο πάνω πρόσωπα μετέβηκαν σε ερημική περιοχή για να ανοιχθεί το χρηματοκιβώτιο και ο ίδιος κρατούσε τσίλιες. Σε σχετική ερώτηση, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ανέφερε ότι μετά τη διάπραξη της κλοπής, θα άφηναν ένα ποσό στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, καθότι «. το θεωρούσαμε ένα είδος αμοιβής γι' αυτούς για την πληροφορία που λάβαμε από αυτούς και θεωρούσαμε ότι είναι σωστό να γίνει αυτό και δεν θέλαμε να βρεθούμε να μας βλέπουν γιατί ρισκάραμε ..». Τελικά όμως, δεν άφησαν οποιοδήποτε ποσό για τους, Sergey και κατηγορούμενο. Στις 30.9.2015 συνελήφθηκε για το συγκεκριμένο αδίκημα από τις Μολδαβικές αρχές και το Δικαστήριο του Κισινάου της Μολδαβίας, του επέβαλε περίοδο δοκιμασίας 4 ετών και 8 μηνών, ως επίσης και άλλους όρους, ενώ στους άλλους συμμετέχοντες, τους επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας. Ο λοχ. 556 Α. Αποστόλου, ως ανέφερε, ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Επισήμανε ότι προέκυψε μαρτυρία εναντίον των Plesca και Andrea και ακολούθως, το μαρτυρικό υλικό αποστάληκε στις Μολδαβικές αρχές, καθότι, οι πιο πάνω δεν μπορούσαν να εκδοθούν ενόψει του ότι είναι Μολδαβοί υπήκοοι. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε σε αλληλογραφία μεταξύ των Μολδαβικών και Κυπριακών αρχών (βλ. Τεκ. 11) και αποστάληκε η φωτογραφία του κατηγορουμένου (βλ. Τεκ. 12). Στη συνέχεια, οι Μολδαβικές αρχές έλαβαν κατάθεση από τον Grigoras, η οποία στάλθηκε στις Κυπριακές αρχές (βλ. Τεκ. 14). Κατόπιν σχετικού αιτήματός του, στις 17.5.2017 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου και συνελήφθηκε στις 18.5.2017 (βλ. Τεκ. 9). Την επόμενη ημέρα, ο λοχ. XXXXX Α. Αποστόλου έλαβε από τον κατηγορούμενο κατάθεση (βλ. Τεκ. 10.1 και 10.2). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι, στις 18.7.2017 καταχωρίστηκε εναντίον του κατηγορουμένου στο Κακουργιοδικείο Λεμεσού, η υπόθεση με αρ. 7904/2017, η οποία αφορούσε το επίδικο περιστατικό (βλ. Τεκ. 13). Ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος με όρους. Η υπόθεση ορίστηκε στις 11.6.2018, με σκοπό να ακουστεί η μαρτυρία του Grigoras και ο λοχ. XXXXX Α. Αποστόλου, το μετέφερε στο Κακουργιοδικείο Λεμεσού, κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Ο κατηγορούμενος όμως δεν εμφανίστηκε. Συναφώς, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η σύζυγός του αντιλήφθηκε τον πιο πάνω μάρτυρα να βρίσκεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Το Κακουργιοδικείο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου και έγιναν έρευνες για εντοπισμό του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνεπεία αυτού, σε μεταγενέστερο στάδιο, ανακοινώθηκε αναστολή ποινικής δίωξης και έτσι το ένταλμα σύλληψης, που εκδόθηκε από το Κακουργιοδικείο, ακυρώθηκε. Στις 14.7.2019, κατόπιν σχετικού αιτήματος, εκδόθηκε εκ νέου ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου και συνελήφθηκε στις 2.7.2020 (βλ. Τεκ. 2). Το Δικαστήριο θα επανέλθει στη μαρτυρία όλων των πιο πάνω προσώπων, στο στάδιο της αξιολόγησης, όταν θα εξετάζονται οι εισηγήσεις των συνηγόρων, ως επίσης και άλλα επί μέρους ζητήματα. Το Δικαστήριο, με προηγούμενη ενδιάμεση απόφασή του, έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1), αφού προηγουμένως τροποποίησε τις λεπτομέρειες αδικήματος, ώστε να συνάδουν με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, δυνάμει του άρθρου 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Στο στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στον απαιτούμενο βαθμό. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου, ο οποίος, για τους λόγους που εξήγησε, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει τη μαρτυρία του Grigoras και να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Στο στάδιο τούτο, επισημαίνουμε ότι εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα, στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Αντρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) και κρίνοντάς τα, ως περιέχοντα παραδεκτή μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640. Τονίζουμε ότι κάθε αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και των παραδεκτών γεγονότων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μας. Όπως δε έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B160, Ποιν. Έφ. 263/17, ημερ. 22.5.2020, ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις μαρτυρίες στην ολότητά τους και να τις αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής, ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με θεωρίες που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση σε μια υπόθεση. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν, υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογία, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο, ασφαλώς διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητά της (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν εκείνα περί των οποίων κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεών τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεών τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας, και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και τις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ.1797), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401, 406), αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών, χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογία, Χρίστου ν. Ηροδότου και άλλων
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Εκτιμήσαμε, επίσης, με ιδιαίτερη προσοχή, την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς των μαρτύρων σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές τους καταθέσεις προς την Αστυνομία, τα οποία παρέθεσαν κατά τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο για πρώτη φορά. Η μαρτυρία της κας Nana KXXX, έχει εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Η υπό αναφορά, κατά τη διάπραξη του αδικήματος, απουσίαζε από την Κύπρο και επέστρεψε εσπευσμένα, αφού ενημερώθηκε σχετικά. Μετά από έρευνα, διαπίστωσε ότι από την κατοικία τους κλάπηκαν αντικείμενα, συνολικής αξίας €729.200, τα οποία βρισκόντουσαν στο χρηματοκιβώτιο. Οι δε σχετικές πιο πάνω αναφορές της συνάδουν με τα παραδεκτά γεγονότα. Επισήμανε ότι τον κατηγορούμενο το γνωρίζει από το 2013 και συναντήθηκαν σε αρκετές περιπτώσεις. Ήταν η θέση της, ότι τη βοήθησε να ενοικιάσει εστιατόριο και το ενοίκιο το κατέβαλλε σε μετρητά και σε αυτόν. Ήταν ακόμη η θέση της, ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε που βρισκόταν η κατοικία της, αφού την παρέλαβε από αυτήν. Η μάρτυρας ήταν συνεπής και σταθερή στις απαντήσεις της. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της, καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της. Ο λοχ. XXXXX Α. Αποστόλου, ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβηκε, ως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω και επιπρόσθετα έκανε αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης XXXXX/2017, του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, που καταχωρίστηκε εναντίον του κατηγορουμένου και αφορούσε το ίδιο περιστατικό. Παρέθεσε την πραγματικότητα, όπως τη συνέλαβε και συγκράτησε, χωρίς διαθλάσεις ή εξογκώσεις ή υπερβολές και χωρίς να διακατέχεται από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, σε σχέση με την υπόθεση και αναφορικά με αυτά που έδωσε μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία Fournaris & another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 28,36). Με σαφή, πειστικό και αταλάντευτο τρόπο αναφέρθηκε στη δική του εμπλοκή και στην εξέλιξη του ανακριτικού έργου. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του με οποιοδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του. Προτού προχωρήσουμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Grigoras, θεωρούμε ότι είναι το κατάλληλο στάδιο να επισημάνουμε μία ιδιαίτερα σημαντική πτυχή, που αφορά το ζήτημα της αξιολόγησης του συγκεκριμένου προσώπου. Τον Grigoras, το θεωρούμε ως συνεργό του κατηγορούμενου, στη διάπραξη του αδικήματος. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι το πιο πάνω πρόσωπο συμμετείχε, με τον τρόπο που περιέγραψε, στη διάπραξη του αδικήματος και εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, καταδικάστηκε για το επίδικο περιστατικό από το Δικαστήριο του Κισινάου της Μολδαβίας, το οποίο του επέβαλε περίοδο δοκιμασίας 4 ετών και 8 μηνών, ως επίσης και άλλους όρους. Αναγνωρίζεται νομολογιακά, ότι, δεδομένη είναι η δυνατότητα αποδοχής της μαρτυρίας συνεργού, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Η ανάγκη για την προειδοποίηση, στις περιπτώσεις συνεργών, δεν βασίζεται σε στερεότυπα τεκμήρια αναξιοπιστίας. Η ανάγκη για προειδοποίηση, στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι ένας συνεργός, πιθανόν να επιθυμεί να απενοχοποιήσει τον εαυτό του ή να επιδιώκει να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από την κατηγορούσα αρχή, βοηθώντας την να καταδικάσει άλλους συμμετέχοντες στο αδίκημα και σε αυτή την προσπάθεια, δυνατόν να υπερβάλλει, ως προς την ευθύνη των υπολοίπων ή ακόμη και να εμπλέξει αθώα μέρη. Δεν διέλαθε της προσοχής μας, ότι είναι εύκολο για το συνεργό, που είναι γνώστης των γεγονότων του εγκλήματος, να κατασκευάσει μαρτυρία για την ανάμιξη άλλων προσώπων που θα είναι δύσκολο να αποδειχθεί μη πειστική και βεβαίως, ένας συνεργός είναι εκ προοιμίου και με δική του ομολογία εγκληματίας, ούτως ώστε η αξιοπιστία του είναι, κατ' ελάχιστον, ανοικτή σε αμφισβήτηση (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 175/2016, ημερ. 23.11.2018). Όπως δε έχει επισημανθεί στην υπόθεση Πισσάς ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B114, Ποιν. Εφ. 229/2016, ημερ. 14.3.2018: «Η αξιολόγηση μαρτυρίας συνεργού λαμβάνει χώραν, κατά πάγια νομολογία, με ύψιστη προσοχή και επιφυλακτικότητα», και έτσι πράττουμε και στην προκείμενη περίπτωση. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι, αν η εξεταζόμενη, κατ' αυτόν τον τρόπο, μαρτυρία συναυτουργού, κριθεί ως αναξιόπιστη, η μαρτυρία του απορρίπτεται, χωρίς άλλο. Η νομική αρχή είναι ότι, αν το Δικαστήριο, αξιολογώντας τη μαρτυρία συναυτουργού, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας, και έχοντας υπόψη και τον πιο πάνω παράγοντα, την κρίνει αξιόπιστη, τότε μπορεί να βασιστεί σ' αυτήν και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο, έστω και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Σε τέτοια, όμως, περίπτωση, οφείλει, όπως η νομολογία ορίζει, να προειδοποιήσει τον εαυτό του, εάν θα προχωρήσει χωρίς ενίσχυση, για τους εγγενείς κινδύνους που εμπεριέχει τέτοια μαρτυρία, από το γεγονός ότι εμπλέκεται και ίδιος στη διάπραξη του αδικήματος. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι ασφαλές να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, τότε αναζητεί ενισχυτική μαρτυρία και αν βρει τέτοια μαρτυρία, που όχι μόνο να υποστυλώνει την εκδοχή του συνεργού, σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος, αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει το συγκεκριμένο κατηγορούμενο με το αδίκημα αυτό, τότε τον καταδικάζει. Αν όμως δεν βρει τέτοια μαρτυρία, τότε τον απαλλάσσει (βλ. Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512 και Πισσάς, ανωτέρω, Zacharia v. The Republic
(1962)C.L.R. 52, Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ. 7)
(1999)2 Α.Α.Δ. 24, σελίδα 34, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας (Αρ.2), ανωτέρω και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482). Τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, μόνο εφόσον ο συνεργός κρίνεται αξιόπιστος (βλ. Ρόπας ν. Δημοκρατίας (Αρ.2), ανωτέρω). Οι κλασσικές κατευθυντήριες γραμμές, ως προς την αντιμετώπιση και αξιολόγηση τέτοιας μαρτυρίας, έχουν καταγραφεί στην υπόθεση Zacharia, ανωτέρω, και Λοϊζου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ., 546. Στην A-G of Hong Kong v. Wong Muk-ping
(1987)2 All E.R. 488, υποστηρίχθηκε ότι δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης και ότι η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο. Στην υπόθεση Τεβλετιάν, ανωτέρω, επισημάνθηκε με σαφήνεια η προσέγγιση ότι «. η ενδεδειγμένη διαδικασία χειρισμού της μαρτυρίας συνενόχου ή μάρτυρα υπόπτων ελατηρίων είναι, κατ' αρχήν η αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιου μάρτυρα συνολικά στο πλαίσιο δηλαδή της όλης μαρτυρίας και όχι απομονωμένα, από την υπόλοιπη μαρτυρία.» Όπως δε υποδείχθηκε στην υπόθεση Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B202, Ποιν. Εφ. 141/2017, ημερ. 31.5.2019, η αξιολόγηση μαρτυρίας συνεργού δεν μπορεί να διενεργείται, απομονωμένα, αλλά υπό το φως της σύγχρονης εξέτασης και της υπόλοιπης μαρτυρίας, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα κατά πόσο υπάρχει ή όχι ενίσχυση από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία η οποία εμπλέκει τον κατηγορούμενο, εάν βεβαίως τέτοια ενισχυτική μαρτυρία κρίνεται υπό τις περιστάσεις μιας υπόθεσης αναγκαία. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της μαρτυρίας κάποιου μάρτυρα, για τον οποίο, ως θέμα πρακτικής, αναζητείται ενίσχυση, παραπέμπουμε στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2), ανωτέρω, σελ. 659: «Ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει όπως πρώτα εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικάζον δικαστήριο χωρήσει σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του συνεργού. Τονίζουμε τον όρο "ορθολογιστική", για να υπογραμμίσουμε ότι δεν ισχύει άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής για τον ακριβή τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού, αφού, βέβαια, δοθεί η πρέπουσα προειδοποίηση.» Στην απόφαση Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, εξετάστηκε σε έκταση, τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία, με αναφορά στην υπόθεση R. v. Baskerville
(1916)2 K.B. 658. Επισημάνθηκε ότι πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς, ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται αλλά επίσης, ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος. Με αναφορά στην απόφαση Turner v. Blunden
(1986)2 All E.R. 75, επισημάνθηκε, ότι δεν απαιτείται όπως η ενισχυτική μαρτυρία αποδεικνύει αφ' εαυτής τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ό,τι απαιτείται είναι η μαρτυρία να έχει ανεξάρτητη προέλευση από το συνένοχο (accomplice) και να τείνει να καταδείξει ότι σε μια ή περισσότερες ουσιώδεις λεπτομέρειες διαπράχθηκε το υπό εξέταση αδίκημα και ότι ο δράστης είναι ο κατηγορούμενος (βλ. R. v. Beck
(1982)1 All E.R. 807). Η δε αποδεικτική αξία της ενισχυτικής μαρτυρίας, ποικίλει, ανάλογα με το περιεχόμενό της και τη βεβαιότητα που δημιουργεί, για την αξιοπιστία του συνεργού, θέματα που ανάγονται κατ' εξοχή στην κρίση του εκδικάζοντος Δικαστηρίου (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στη σελ. 658, σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας: «Είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξης του στο έγκλημα. Είναι προς άρση αυτών των αμφιβολιών, που αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την ανάμειξη του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Παραμένει, όμως, το δικάζον δικαστήριο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας, που αποδίδεται στη μαρτυρία συνεργού και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η απουσία της δεν αναιρεί το δικαίωμα του δικάζοντος δικαστηρίου να αποδεχτεί ως βάσιμη τη μαρτυρία συνεργού.» Στην υπό εξέταση περίπτωση, προειδοποιούμε τους εαυτούς μας, ως προς τη δοθείσα εκ μέρους του Grigoras, μαρτυρία και καταγράφουμε το αυτονόητο ότι αυτή αντικρίζεται με ύψιστη προσοχή, επιφυλακτικότητα, σκεπτικισμό και καχυποψία. Η μαρτυρία του, όπως έχει ήδη επισημανθεί, προσεγγίζεται με την άκρα επιφύλαξη με την οποία απαιτείται, για να κριθεί - αναλόγως με το τι αυτή εκφράζει στην κάθε περίπτωση - και αν μπορεί στη δεδομένη περίπτωση να αποτελέσει ασφαλή βάση για καταδίκη, δεδομένης της πιο πάνω ιδιότητάς του (βλ. Πισσάς, ανωτέρω, Petrosyan v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 90, 96-97, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2), ανωτέρω, 653-660, Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 24, 33-41, Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης
(1993)2 Α.Α.Δ. 231, 247-249 και Zacharia v. The Republic, ανωτέρω). Το πιο πάνω πρόσωπο, στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, ανέφερε ότι αφίχθηκε στην Κύπρο με τους Racu, Plesca και Andrea και όταν έφτασαν στη Λεμεσό, συναντήθηκαν με τον Sergey, ο οποίος τους δήλωσε ότι υπάρχει πιθανότητα να κλέψουν ένα χρηματοκιβώτιο από κατοικία. Στην κατάθεση όμως, που έδωσε στις Μολδαβικές αρχές, ρητά αναφέρει ότι ο Andrea δεν ήταν παρών, καθότι είχε χρέος στον Sergey και δεν ήθελε να μάθει ότι βρίσκεται στην Κύπρο (βλ. Τεκ. 14). Στη μαρτυρία του δήλωσε ότι, στη μοναδική συνάντηση που είχαν με τον κατηγορούμενο, παρόντες ήταν, τόσο ο ίδιος όσο και οι Plesca και Racu, ενώ ο Andrea απουσίαζε. Ο κατηγορούμενος, τους επιβεβαίωσε τα όσα τους είχε αναφέρει την προηγούμενη μέρα ο Sergey, δηλαδή, ότι γνωρίζει τον ιδιοκτήτη της κατοικίας, ότι του έδωσε χρήματα που είχε στο σπίτι, ως επίσης ότι γνωρίζει και το άτομο που εγκατέστησε το χρηματοκιβώτιο. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όταν ρωτήθηκε σχετικά, δήλωσε ότι δεν αναφέρθηκε ο τρόπος με τον οποίο θα γινόταν η κλοπή και η συζήτηση που επακολούθησε ήταν γενική και δεν αφορούσε το συγκεκριμένο θέμα. Στο στάδιο όμως της αντεξέτασης, όταν του υποβλήθηκε ότι δεν συμφώνησε οτιδήποτε με τον κατηγορούμενο, ανέφερε «Έχει γίνει αυτή η συμφωνία. Όταν τον πρωτογνωρίσαμε τον XXX, ., μας επιβεβαίωσε όλα όσα μας είχε πει ο Sergey και η συμφωνία ήταν να τα μοιράσουμε στα έξι». Παρά το γεγονός, ότι, όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ρωτήθηκε, τι άλλο συζητήθηκε κατά τη συνάντηση, δήλωσε «γενικές συζητήσεις εκτός θέματος», χωρίς οποιαδήποτε αναφορά, για διαμοιρασμό της περιουσίας. Ένα τόσο σημαντικό γεγονός, παρέλειψε να το αναφέρει και στην κατάθεση που έδωσε στις Μολδαβικές αρχές. Όταν δε του υποδείχθηκε, ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε στις Μολδαβικές αρχές, για διαμοιρασμό της κλοπιμαίας περιουσίας, απάντησε «Αυτό έγινε επειδή δεν είχαμε συζητήσει ποιος και πόσα θα πάρει και πως να τα μοιράσουμε. Απλά είπαμε ότι ό,τι θα βρούμε και θα κλέψουμε να τα μοιράσουμε. Δεν είπαμε πως και τι». Η πιο πάνω εξήγησή του, κατ' ελάχιστον κατατάσσεται ως μη πειστική. Η κατάθεσή του στις Μολδαβικές αρχές και η μαρτυρία του στο Δικαστήριο, έλαβαν χώρα μετά τη διάπραξη του αδικήματος και το πιο πάνω σημαντικό γεγονός, θα μπορούσε να το αναφέρει εξ αρχής, αφού, ως ισχυρίστηκε, συμφώνησαν να διαμοιράσουν στα έξι τη λεία της κλοπής. Το πιο πάνω πρόσωπο, στην κατάθεση που έδωσε στις Μολδαβικές αρχές, ρητά αναφέρει ότι, με τον Sergey συναντήθηκαν όλοι όσοι ήλθαν από το εξωτερικό, πλην του Andrea, καθότι, ο τελευταίος δεν ήθελε να γνωρίζει ο Sergey, ότι βρισκόταν στην Κύπρο, επειδή υφίστατο παλιά οφειλή προς αυτόν. Αντεξεταζόμενος, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι στη συνάντηση που είχαν, πλην του Andrea, συμφωνήθηκε ότι η περιουσία θα διαμοιραζόταν στα έξι. Καμία πειστική εξήγηση έδωσε, γιατί θα διαμοίραζαν την κλοπιμαία περιουσία, με τον πιο πάνω τρόπο, αφού ο Andrea δεν ήθελε να γνωρίζει ο Sergey ότι βρισκόταν στην Κύπρο και όλοι οι υπόλοιποι ήταν συνολικά πέντε πρόσωπα. Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά του πιο πάνω προσώπου για συμφωνία των παρευρισκομένων, περιλαμβανομένου και του κατηγορουμένου, για διαμοιρασμό της λείας της κλοπής, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων. Και τούτο γιατί, πέραν των αδυναμιών που παρατηρούνται και οι οποίες σημειώνονται, προκύπτει από την τελευταία αναφορά του, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι ο ισχυρισμός του περί συνομολόγησης συμφωνίας αποτελεί συμπέρασμα στη βάση της κατ' ισχυρισμόν επιβεβαίωσης από πλευράς του κατηγορουμένου, των όσων, την προηγούμενη μέρα, τους ανέφερε ο Sergey και τίποτε άλλο. Παραθέτουμε, ευθύς αμέσως, αυτούσια, την ερώτηση που του τέθηκε και την απάντηση που έδωσε: «Ε. Γιατί τότε, κύριε Dumitru, επιμένετε ότι η συμφωνία έγινε μαζί με τον XXX, ενώ τώρα μας είπετε ότι ξεκίνησε μαζί με τον Sergey, ο Sergey σας έδειξε το σπίτι, ο Sergey σας είπε για το χρηματοκιβώτιο; Γιατί λέτε ότι συμφωνήσατε μαζί με τον XXX; Α. Επειδή ο Sergey μας έχει δώσει την πληροφορία, αλλά έτσι όπως σας είπα επιβεβαιώθηκε αυτή η πληροφορία από τον XXX.» Επίσης, στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του πιο πάνω προσώπου, προκύπτει ότι, η αναφορά στην κατάθεσή του (βλ. Τεκ. 14), αλλά και στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, περί απόφασης του ιδίου και των άλλων τριών αδικοπραγούντων του ουσιαστικού αδικήματος, δέκα ημέρες μετά την κατ' ισχυρισμόν, πρώτη και τελευταία συνάντησή του με τον κατηγορούμενο, να διαπράξουν το αδίκημα της κλοπής, χωρίς να αναφέρουν οτιδήποτε σχετικό στον τελευταίο και στον Sergey, είναι ενδεικτική και κατά τη γνώμη μας, πλήρως διαφωτιστική, ότι σε κανένα προηγούμενο σημείο δεν είχε αποφασιστεί η διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος. Τούτο προκύπτει και από το γεγονός, ότι, της απόφασης τους αυτής, στη βάση πάντα των όσων ανέφερε ο πιο πάνω μάρτυρας, προηγήθηκαν παρακολουθήσεις της επίδικης οικίας, με σκοπό, προφανώς, να αποφασιστεί κατά πόσο θα ήταν δυνατή η διάρρηξή της. Ήταν ακριβώς στη βάση της εικόνας που αποκόμισαν από τις εν λόγω παρακολουθήσεις, που εν τέλει, οι τέσσερις αδικοπραγούντες του ουσιαστικού αδικήματος αποφάσισαν, για πρώτη φορά, ότι, αφ' ενός θα διαπράξουν τη διάρρηξη της οικίας και αφ' ετέρου, ότι, για το γεγονός αυτό δεν θα ενημερώσουν σχετικά τον κατηγορούμενο και τον Sergey. Ο Grigoras, στη μαρτυρία του ανέφερε ότι, στο πλαίσιο της συνάντησης με τον κατηγορούμενο, του ζήτησαν αυτοκίνητο για να μπορούν να διακινούνται και αυτός τους δήλωσε ότι θα τους βοηθήσει. Αμέσως μετά, όταν ρωτήθηκε «Ποιος τους το είχε πει ότι θα τους βοηθήσει με το αυτοκίνητο;», απάντησε «Δεν θυμάμαι ακριβώς αν ήταν ο XXX ή ο Sergey». Η μαρτυρία του, ως προκύπτει, ήταν νεφελώδης, υπό τις περιστάσεις, αφού από τη μια δήλωνε ότι ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι θα τους βοηθήσει με το αυτοκίνητο και αμέσως μετά δεν θυμόταν αν ήταν αυτός ή ο Sergey. Ο πιο πάνω μάρτυρας ανέφερε ότι, την επόμενη ημέρα που έφθασαν στη Λεμεσό, ο Andrea ενοικίασε ένα αυτοκίνητο, μάρκας ford fiesta. Ακολούθως, δήλωσε ότι το πιο πάνω αυτοκίνητο ενοικιάστηκε σε μεταγενέστερο χρόνο. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική. Όπως υποδεικνύεται ανωτέρω, η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης και χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, παλινδρομήσεις, ταλαντεύσεις και υπεκφυγές. Συνακόλουθα, για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία του, στο βαθμό που δεν συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία, τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, δεν γίνεται αποδεκτή. Η κατάληξή μας αυτή σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της υπό εξέταση υπόθεσης. Εξάλλου, όπως έχει αναφερθεί από μέρους της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η ενοχή του κατηγορουμένου ύστατο ή έπιπτε εξ ολοκλήρου επί της μαρτυρίας του Grigoras. Όπως έχει νομολογηθεί, τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, μόνο εφόσον ο συνεργός κρίνεται αξιόπιστος και στην προκείμενη περίπτωση, ο Grigoras κρίθηκε αναξιόπιστος, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω. Δεν διέλαθε της προσοχής μας, ότι, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, ο κατηγορούμενος γνώριζε που βρισκόταν η κατοικία του ζεύγους KXXX, αφού παρέλαβε τη Nana KXXX από αυτήν. Ο κατηγορούμενος, στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ρητά αναφέρει ότι δεν γνωρίζει που βρίσκεται η πιο πάνω κατοικία και δεν μετέβηκε σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 10.2). Το πιο πάνω ψεύδος του, δεν είναι ικανό, από μόνο του, να στοιχειοθετήσει την κατηγορία, λαμβανομένου υπόψη ότι η μαρτυρία του Grigoras δεν γίνεται αποδεκτή, για τους λόγους που εξηγούνται. Πάγια νομολογημένη είναι η αρχή, ότι η απόδειξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις, ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων, όσο εύλογες και αν είναι προς στοιχειοθέτηση της παραβατικής συμπεριφοράς (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510). Στην ποινική δίκη, το βάρος που επωμίζεται η κατηγορούσα αρχή, είναι να αποδείξει την κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε με οποιοδήποτε πρόσωπο να διαπράξει το αδίκημα της κλοπής. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 1. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.