Δημοκρατία ν. Γιαννή, Aρ. Υπόθεσης: 329/2020, 19/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Κονή, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, A.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 329/2020 Δημοκρατία - v - XXX Γιαννή Κατηγορούμενος ----------------------------- Ημερομηνία: 19.02.2021 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Ζ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Λοχίας Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος στην πρώτη και τρίτη κατηγορία ενώ η δεύτερη κατηγορία διακόπηκε και αυτός απαλλάχτηκε μετά την ανακοίνωση αναστολής ποινικής δίωξης. Η πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της κλοπής από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 267 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και η τρίτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4
(1)(ιιι)
(2)και 5(α) του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2014 και 2018, συμπεριλαμβανομένων, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν δημόσιος Λειτουργός, δηλαδή Υγειονομικός Εργάτης στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού, επιφορτισμένος με το καθήκον είσπραξης τελών υγειονομικών ελέγχων, για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας, εσκεμμένα και με δόλιο τρόπο έκλεψε το συνολικό ποσό των €94.975,00 περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το πιο πάνω ποσό, αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, δηλαδή του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, το απέκτησε και το κατείχε. Τα γεγονότα της υπόθεσης παρατίθενται στη συνέχεια αυτολεξεί όπως αυτά έχουν κατατεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή σε γραπτό κείμενο και με τα οποία συμφώνησε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου. «Η Υγειονομική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας με έδρα το Λιμάνι Λεμεσού ασχολείται με τον έλεγχο εισαγόμενων τροφίμων μη ζωικής προέλευσης από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υλικών και αντικειμένων που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, καθώς επίσης και με τις επιθεωρήσεις σε πλοία για την έκδοση πιστοποιητικών απαλλαγής υγειονομικού ελέγχου. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, για τις πιο πάνω υπηρεσίες υπάρχουν οι καθορισμένες χρεώσεις στους εισαγωγείς ή στους ναυτιλιακούς πράκτορες ανάλογα με τη περίπτωση, τις οποίες καταβάλλουν είτε σε μετρητά είτε με επιταγές. Για τις πληρωμές των υπηρεσιών, εκδίδεται απόδειξη βάσει του εντύπου Γ.Λ.18 που είναι εις τριπλούν και το ροζ χρώματος αντίγραφο παραδίδεται στον πληρώσαντα ως απόδειξη, τα άλλα δύο παραμένουν ως στελέχη εντός του βιβλιαρίου. Τα χρήματα που εισπράττονται φυλάσσονται σε χρηματοκιβώτιο στο γραφείο των Υγειονομικών υπηρεσιών μέχρι να γίνει η κατάθεση τους στην τράπεζα όπου διατηρείται λογαριασμός επ' ονόματι του Υπουργείου Υγείας. Στις 28/09/2018 καταγγέλθηκε από την XXX Πολυκάρπου ΜΚ1 ότι μετά από οικονομικό έλεγχο που διενεργήθηκε από εκπρόσωπο της ελεγκτικής υπηρεσίας για τη χρονική περίοδο 05/01/2018 - 25/09/2018 διαπιστώθηκε έλλειμα ύψους €12,
- Συγκεκριμένα κατά τον έλεγχο των εγγράφων και αποδείξεων του Τμήματος, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατέθετε στην Τράπεζα μόνο τις εισπράξεις των επιταγών και παρέλειπε να καταθέτει τις εισπράξεις των μετρητών που παραλάμβανε με αποτέλεσμα να καταχραστεί το πιο πάνω ποσό. Μετά από τη διαπίστωση αυτή κατόπιν επικοινωνίας της ΜΚ1 με τον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος είπε στην ΜΚ1 «XXX, έπαιρνα τα λεφτά, εγώ φταίω, θα αναλάβω την ευθύνη εγώ». Σύμφωνα με τον XXX Γιάννου ΜΚ4 Υγειονομικό Λειτουργό στο γραφείο Λεμεσού, υπεύθυνος για την κατάθεση των μετρητών στην Τράπεζα ήταν ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε στον ΜΚ4 ότι δεν κατέθετε τα χρήματα που αφορούσαν εισπράξεις μετρητών, τα έπαιρνε για δική του χρήση και κατέθετε μόνο τις εισπράξεις των επιταγών. Σε ερώτηση τους για ποιο λόγο το έκανε ο κατηγορούμενος τους απάντησε ότι ήταν απελπισμένος και δεν γνώριζε ούτε πόσα λεφτά πήρε ούτε από πότε ξεκίνησε να το κάνει. Μετά την πιο πάνω καταγγελία, στις 02/10/2018 εναντίον του κατηγορουμένου εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης και στις 03/10/2018 και ώρα 13:20 η Αστ.XXXXX Α. Παπανικολάου ΜΚ6 συνέλαβε τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού. Αφού τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «παραδέχομαι». Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 13:30-14:20 στο ΤΑΕ Λεμεσού, η ΜΚ6 έλαβε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού ο ίδιος εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση και του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο. Στην κατάθεση του παραδέκτηκε ότι οικειοποιήθηκε χρήματα από τις εισπράξεις των υγειονομικών ελέγχων στο λιμάνι Λεμεσού για προσωπικό όφελος, αναφέροντας ότι ο λόγος που καταχράστηκε τα χρήματα είναι γιατί αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Ανάφερε επίσης ότι τα τελευταία 2-3 χρόνια έκλεβε μόνο τα μετρητά χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο ενώ τις επιταγές τις έκανε κατάθεση στο λογαριασμό του Υπουργείου Υγείας στην Τράπεζα Κύπρου. Επιπλέον ανάφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το ακριβές ποσό που οικειοποιήθηκε, ενώ τα χρήματα αυτά τα ξόδεψε στις υποχρεώσεις του. Αναγνώρισε το λάθος του και ανάφερε ότι είναι πρόθυμος να επιστρέψει τα λεφτά που έκλεψε από το δικαίωμα σε παροχή του Ταμείου Προνοίας του. Στις 04/10/2018 ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε ενώπιον δικαστηρίου και εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο 8 ημερών. Στις 05/10/2018 λήφθηκε κατάθεση από τον XXX Καντωνή ΜΚ3 υγειονομικό λειτουργό ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε ότι το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για να παίρνει τα χρήματα και να τα καταθέτει στην τράπεζα ήταν ο κατηγορούμενος. Επίσης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος του παραδέκτηκε στην παρουσία του ΜΚ4 ότι οικειοποιείτο τα χρήματα από τις εισπράξεις των μετρητών και κατάθετε μόνο τις επιταγές. Τέλος ανάφερε ότι στις 28/09/2018 ο ίδιος μαζί με τον ΜΚ4 προέβηκαν σε έλεγχο όλων των εντύπων Γ.Λ.18 (Γενικό Έντυπο Είσπραξης) για το έτος 2018 και διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος κατάθετε μόνο τις επιταγές και όχι τις εισπράξεις των μετρητών. Λήφθηκαν καταθέσεις από τους ΜΚ8, Μκ9, ΜΚ10 και ΜΚ11, οι οποίοι πλήρωσαν τέλη για υγειονομικούς ελέγχους σε μετρητά σε διάφορα χρονικά διαστήματα και προσκόμισαν σχετικές αποδείξεις. Οι πιο πάνω ανάφεραν τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που παραλάμβανε τα χρήματα και τους εξέδιδε σχετικές αποδείξεις. Σύμφωνα με το ΜΚ5 πρώην Επαρχιακό Επιθεωρητή Υγειονομικών Υπηρεσιών Λεμεσού, ο οποίος επόπτευε το γραφείο στο Λιμάνι από το 2009, υπεύθυνοι για τις εισπράξεις ήταν οι ΜΚ3 και ΜΚ4 όμως λόγου φόρτου εργασίας γίνονταν εισπράξεις και από τον κατηγορούμενο. Ανάφερε ότι δεν έδωσε ποτέ οδηγίες στον κατηγορούμενο να καταθέτει τα χρήματα που εισέπραττε στην τράπεζα και οι εν λόγω οδηγίες είχαν δοθεί από προηγούμενους προϊστάμενους και ο κατηγορούμενος συνέχισε να το πράττει εν γνώση του ΜΚ
- Στις 12/10/2018 στο ΤΑΕ Λεμεσού η ΜΚ12 παρέδωσε στην XXX Καϊμακλιώτου ΜΚ2 λογίστρια και Εσωτερικό Ελεγκτή του Υπουργείου Υγείας, τις αποδείξεις κατάθεσης επιταγών καθώς και τα Γ.Λ.18 για να προβεί στους απαραίτητους λογιστικούς ελέγχους. Την 01/02/2019 η ΜΚ2 ανάφερε ότι μετά από λογιστικό έλεγχο που διενήργησε σε όλες τις αποδείξεις είσπραξης του Υγειονομείου ήτοι στα έντυπα Γ.Λ.18 για τις χρονιές 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018 διαπίστωσε έλλειμμα ύψους €94,
- Επιπλέον ανάφερε ότι σύμφωνα με τα έντυπα Γ.Λ.14 τα οποία αφορούν καταστάσεις εισπράξεων μεταξύ της περιόδου 16/05/2012 - 21/09/2018, ο κατηγορούμενος σε αυτά τα έντυπα κατέγραφε τις εισπράξεις του εκάστοτε μήνα. Μετά από σύγκριση που διενήργησε η ίδια στα Γ.Λ.14 με ορισμένα Γ.Λ.18 από τον Ιανουάριο 2014, λόγω του ότι τα έντυπα Γ.Λ.18 που είχε στην κατοχή της ξεκινούσαν από τον Ιανουάριο 2014, διαπίστωσε ότι η ανάλυση που γινόταν ήταν συνοπτική και παραποιημένη. Συγκεκριμένα οι αντίστοιχοι αριθμοί αποδείξεων στο Γ.Λ.18 δήλωναν ένα Α ποσό, όπως για παράδειγμα από το Γ.Λ.18 υπ' αρ. 557589 έως 557599 ημερομηνίας 07/10/214, οι πραγματικές εισπράξεις ήταν €1035, ενώ στην ανάλυση του Γ.Λ.14 ο κατηγορούμενος είχε καταγράψει το ποσό των €935, έχοντας υπεξαιρέσει €100 σε μετρητά. Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος έκανε συνεχώς παραποιημένες, μειωμένες δηλώσεις ως προς το σύνολο των καθημερινών εισπράξεων μέσα στο Γ.Λ.14, υπεξαιρώντας τα μετρητά. Επιπλέον η ΜΚ2 αναφέρθηκε στον έλεγχο που διενήργησε στα έντυπα Γ.Λ.18 σε σύγκριση με τις ανάλογες καταθέσεις της περιόδου Ιανουαρίου 2014 - Σεπτεμβρίου 2018 στο λογαριασμό του Υπουργείου Υγείας που διατηρείται στην Τράπεζα Κύπρου, από τον οποίο προκύπτει η υπεξαίρεση των χρημάτων από τον κατηγορούμενο. Στις 15/02/2019 και μεταξύ των ωρών 08:00 - 09:15 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, η ΜΚ12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Στην κατάθεση του μεταξύ άλλων ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι το ποσό των €94,975 το πήρε για να μπορεί να πληρώνει τις υποχρεώσεις του αφού από το μισθό του του έμεναν μόνο €500 και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Παραδέχτηκε επίσης ότι τα μετρητά από τις εισπράξεις δεν τα κατάθετε στην τράπεζα. Επανέλαβε ότι είναι πρόθυμος να επιστρέψει τα λεφτά που έκλεψε από το δικαίωμα σε παροχή του Ταμείου Προνοίας του και να εργαστεί όσο χρειαστεί για να εξοφληθεί το ποσό. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 09:30 - 09:40 η ΜΚ12 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που κατηγορείται αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε: «Δεν θέλω να πω τίποτε. Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Σε σχέση με την εισήγηση του κατηγορουμένου για εκχώρηση του Ταμείου Προνοίας του ώστε να εξοφληθεί το χρέος του, έχει εξασφαλισθεί σχετική γνωμοδότηση από τον Έφορο Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η εκχώρηση ή επιβάρυνση παροχής από Ίδρυμα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών και τυχόν εκχώρηση ή επιβάρυνση είναι άκυρη. Η παρούσα περίπτωση δε, δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της απαγόρευσης. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Σε σχέση με τα τεκμήρια αυτά να φυλαχθούν στην Αστυνομία.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου με την εμπεριστατωμένη αγόρευση του ορθά ανέφερε ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και ζήτησε να ληφθούν υπόψη, η παραδοχή, η μεταμέλεια, η συνεργασία του πελάτη του με την Αστυνομία, το λευκό ποινικό μητρώο του, οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, οι προσωπικές του συνθήκες συμπεριλαμβανομένων και των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει καθώς και ο χρόνος που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνδυασμό με την μετέπειτα συμπεριφορά και διαγωγή του. Επίσης, ζήτησε να ληφθεί υπόψη η πρόθεση αλλά και η προσπάθεια που έκανε ο κατηγορούμενος για αποκατάσταση της ζημιάς που προκάλεσε, προσφέροντας το μερίδιο του Ταμείου Προνοίας του και το γεγονός ότι μέχρι σήμερα κατέβαλε έναντι του ποσού που υπεξαίρεσε το ποσό των €21.
- Τέλος, εισηγήθηκε πως δικαιολογείται η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της αναστολής. Μεταξύ άλλων, ανάφερε πως, «σε περίπτωση άμεσης φυλάκισης του κατηγορούμενου, θα απωλέσει το μηνιαίο εισόδημα του, απ' όπου αποκόπτεται αυτομάτως το ποσό των €800 το μήνα. Η άμεση φυλάκιση του δηλαδή, εμμέσως, θα οδηγήσει στην πρόκληση περαιτέρω ζημιάς στη Δημοκρατία. Θα οδηγήσει επίσης, σε οπισθοδρόμηση του αναμορφωμένου αυτού κατηγορούμενου. Στην ηλικία του, εάν κληθεί να εκτίσει άμεσα την οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης, οι πιθανότητες ομαλής επανένταξης του στην κοινωνία με την αποφυλάκιση του, θα είναι εξαιρετικά μικρές. Θα είναι ηλικίας πέραν των 50 ετών, άνεργος (θα είναι πολύ δύσκολο να εξεύρει την οποιαδήποτε εργασία ενόψει ηλικίας και ποινικού μητρώου), μόνος, με χρέη σε τράπεζες και έναντι της Δημοκρατίας. Η άμεση έκτιση ποινής φυλάκισης θα οδηγήσει σε πλήρη καταστροφή του». Στη βάση των πιο πάνω αλλά και σε συνδυασμό και με τα ελαφρυντικά του, ζήτησε ο συνήγορος του να του δοθεί «μια πρώτη και τελευταία ευκαιρία να αποδείξει πως έχει αναμορφωθεί. Μια ευκαιρία να αποζημιώσει πλήρως για τα λάθη του». Το αδίκημα της κλοπής του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της ιδιότητας του κατηγορούμενου και της φύσης της περιουσίας που κλάπηκε το αδίκημα της κλοπής καθίσταται ακόμα πιο σοβαρό, ως προβλέπει το άρθρο 267 του Ποινικού Κώδικα. Η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος αντικατοπτρίζεται μεταξύ άλλων και μέσα από την ποινή του ο Νόμος προβλέπει εφόσον η διαβάθμιση της σοβαρότητας ενός αδικήματος προσδιορίζεται από το ύψος των ποινών που προβλέπει ο νόμος. Συγκεκριμένα το άρθρο 267 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τα ακόλουθα: «Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι δημόσιος λειτουργός, αυτό που κλάπηκε είναι κρατική περιουσία ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου από τη θέση την οποία κατέχει, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων». Όπως λέχθηκε (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9) η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της σοβαρότητας ενός αδικήματος. Σοβαρό επίσης είναι και το αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αφού η προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή είναι και εδώ η ποινή φυλάκισης 14 χρόνων Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Σύμφωνα με την νομολογία το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ποινή που προβλέπεται από τον νόμο για ένα αδίκημα, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.α
(1990)2 ΑΑΔ 264, Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου.
(2001)2 ΑΑΔ 285 αναφορικά με την εξατομίκευση της ποινής αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής.» Επιπρόσθετα, όταν τα Δικαστήρια καλούνται να επιβάλουν ποινή, θα πρέπει τα να λαμβάνουν υπόψη τους και την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη ενός αδικήματος ή μιας κατηγορίας αδικημάτων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λουκάς Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 «.η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή την ανύψωση των ποινών». Στην υπόθεση Gregory David Sydenham v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210, ο εφεσείων αντιμετώπισε μεταξύ άλλων κατηγοριών και κατηγορία κλοπής υπό αντιπροσώπου. Το εφετείο επισήμανε τα εξής: «Το οικονομικό έγκλημα βρίσκεται τον τελευταίο καιρό σε έξαρση και δραττόμαστε της ευκαιρίας να δηλώσουμε την αποφασιστικότητα των δικαστηρίων να συμβάλλουν με αυστηρές ποινές στην πάταξη του». Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Παραθέτουμε ορισμένες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές σε υποθέσεις αυτής της φύσης, ως ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν παραγνωρίζουμε βέβαια πως κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων και συνθηκών είναι δηλαδή αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Μέσα από την νομολογία προκύπτει πως η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη επιλογή για αδικήματα αυτής της μορφής και φύσης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 που αφορούσε τη διάπραξη αδικήματος κλοπής από δημόσιο λειτουργό, η αντιμετώπιση τέτοιων κρουσμάτων πρέπει να είναι αποτελεσματική και αποτρεπτική. Στην υπόθεση Χριστάκης Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 519, ο εφεσείων ο οποίος ήταν ο γραμματέας της ΣΠΕ Πολεμίου, αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων και 16 κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου , όπου του επιβλήθηκαν, συντρέχουσες ποινές πέντε ετών. Το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη του 14 άλλες υποθέσεις και το συνολικό ποσό που απέσπασε από την όλη εγκληματική δραστηριότητα ήταν πέραν των Λ.Κ.82,000.-. Το εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής τονίζοντας ότι η υπόθεση ήταν εξαιρετικά σοβαρή. Στην υπόθεση Πέτρος Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 219 , ο εφεσείων ο οποίος ήταν υπάλληλος της ΣΠΕ Πολεμιδιών, διέπραξε επτά αδικήματα κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα, το συνολικό ποσό που απέσπασε ήταν Λ.Κ.36,000.-, και το Κακουργιοδικείο μετά από δική του παραδοχή τον καταδίκασε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών. Το εφετείο έκρινε πως τα όσα αναγνώρισε στον εφεσείοντα, το κακουργιοδικείο, ως ελαφρυντικά και μετριαστικούς παράγοντες δεν αντανακλώνται πλήρως από της ύψος της επιβληθείσας ποινής, και ότι η επιβληθείσα ποινή ήταν υπερβολική και την παραμερίστηκε αντικαθιστώντας την με συντρέχουσα ποινή 18 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στην υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 40/2015 ημερομηνίας 25.11.2016 ο 58χρονος εφεσείων, Γενικός Διευθυντής του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου (Σ.Α.ΠΑ.) είχε αποκομίσει από δεκασμούς γύρω στις €600.000, εκ των οποίων νομιμοποίησε €498.000. Είχε δύο ανήλικα παιδιά, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και με την καταδίκη απώλεσε την εργασία και όλα τα παρεμφερή ωφελήματα του. Το Κακουργιοδικείο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών για τα επτά αδικήματα δεκασμού (εκτός από μια στην οποία επέβαλε 2 έτη) και 6 ετών για το αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων. Στην υπόθεση Χαραλάμπους (πιο πάνω) ο Εφεσείων που ήταν δικαστικός επιδότης στο Ε.Δ. Λευκωσίας, κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση στην κατηγορία της κλοπής από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 267 του Ποινικού Κώδικα και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Ο κατηγορούμενος στα πλαίσια των καθηκόντων του, αντί εκτέλεσης του εντάλματος πώλησης κινητών για την ικανοποίηση δεδικασμένης οφειλής, συμφώνησε με τον Διευθυντή της εταιρείας που όφειλε το ποσό, τη σταδιακή πληρωμή του ποσού με επιταγές. Στα πλαίσια της πιο πάνω «διευθέτησης», ο Εφεσείων έλαβε σταδιακά δύο επιταγές για το συνολικό το ποσό των Λ.Κ.15,000, τις οποίες εξαργύρωσε και οικειοποιήθηκε το ποσό της κάθε επιταγής. Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου και επέστρεψε ολόκληρο το ποσό πριν από την πρόσαψη κατηγορίας. Το Εφετείο παραμέρισε την πιο πάνω ποινή και την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών. Από το Εφετείο λέχθηκαν τα εξής σημαντικά: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε την ποινή της δέκαοκτάμηνης φυλάκισης αφού έκρινε πως η ιδιότητα του κατηγορούμενου ως δικαστικού επιδότη και η κατάχρηση της, πρόσδιδε ιδιαίτερη σοβαρότητα στην υπόθεση. Συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Ο δικαστικός επιδότης επιτελεί πράγματι ιδιαίτερα υπεύθυνο καθήκον. Η κατάχρηση της θέσης του κλονίζει την εμπιστοσύνη στον ευαίσθητο αυτό θεσμό και η αντιμετώπιση τέτοιων κρουσμάτων πρέπει να είναι αποτελεσματική και αποτρεπτική. Αλλά η ανάγκη για αποτροπή όσο και αν μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης της ποινής δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη στο πλαίσιο του συνόλου των στοιχείων ούτε εξουδετερώνει τους ιδιαίτερους παράγοντες που, κατά περίπτωση, δικαιολογούν μείωση της ποινής. Έχουμε καταλήξει πως ενώ η επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης ουσιαστικής διάρκειας ήταν αναπόφευκτη, η έκταση της ήταν, ενόψει των εξαιρετικών περιστάσεων που συνυπήρχαν, υπερβολική. Ξεχωρίζουμε κυρίως, την ιδιαιτέρως σοβαρή παράλληλη τιμωρία πού, στην ηλικία των 47 χρόνων, θα υποστεί ο εφεσείων εξ αιτίας της απώλειας της θέσης του, της σύνταξης και των άλλων ωφελημάτων του όπως και το γεγονός της επιστροφής των χρημάτων». Η σοβαρότητα του αδικήματος καθώς και η ανάγκη για αποτελεσματική αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων και για σκοπούς αποτροπής από άλλους επίδοξους παραβάτες τονίστηκε και στην προγενέστερη απόφαση Polydorou v. The Police
(1984)2 C.L.R. 48. Σε δημόσιο λειτουργό που διέπραξε κατ' εξακολούθηση το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο λειτουργό επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών κατόπιν παραδοχής και με λευκό ποινικό μητρώο. Στη πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Persons in the public service should always, but especially during the present difficult times exhibit the fidelity and honesty which underlies such employment. Persons who prove themselves unworthy of the trust placed in them by their country should be punished in a way which will deter others to follow their example." Ο διαχρονικός τρόπος αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων προκύπτει και μέσα από υπόθεση The Attorney-General of the Republic v. Lazarides
(1967)2 C.L.R. 210, όπου η χρηματική ποινή που επιβλήθηκε για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής από δημόσιο λειτουργό αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί πως σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις, εξαιρουμένης της υπόθεσης Μαληκκίδη, η προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή για το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο λειτουργό ήταν μικρότερης έκτασης. Αρχικά ο νόμος προέβλεπε ποινή φυλάκισης 7 χρόνων ενώ στη συνέχεια υπήρξαν δύο τροποποιήσεις των άρθρων 267 και 268 του Ποινικού Κώδικα με τους Ν. 43(Ι)/2000και 84(Ι)/2012, όπου με τον πρώτο νόμο αυξήθηκε η ποινή φυλάκισης από 7 χρόνια σε 10 χρόνια και με τον δεύτερο από 10 χρόνια σε 14 χρόνια. Στην δε υπόθεση Πέτρου (πιο πάνω) το Κακουργιοδικείο σημείωσε παράλληλα την άποψη πως «αυτής της φύσης τα αδικήματα δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε έξαρση όπως συνέβαινε παλαιότερα». Τα χρόνια που ακολούθησαν, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, «Το οικονομικό έγκλημα βρίσκεται τον τελευταίο καιρό σε έξαρση..» κάτι που και εμείς διαπιστώνουμε μέσα από τον αριθμό των υποθέσεων που εκκρεμούν και που έχουν εκδικαστεί από το Κακουργιοδικείο και αφορούν αυτής της φύσης αδικήματα. Εδώ λαμβάνουμε υπόψη μας το ύψος του ποσού που ο κατηγορούμενος απέσπασε. Επρόκειτο για €94.975,00, ποσό το οποίο όφειλε, στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, να είχε καταθέσει σε Τράπεζα για λογαριασμό της Δημοκρατίας. Ο κατηγορούμενος, αντί αυτού, για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως λέχθηκε και στα γεγονότα «έκανε συνεχώς παραποιημένες μειωμένες δηλώσεις», δεν κατέθετε τα χρήματα που αφορούσαν εισπράξεις μετρητών, τα λάμβανε για δικό του όφελος και χρήση ενώ κατέθετε μόνο τις εισπράξεις των επιταγών. Με την συχνή παραποίηση δηλώσεων στα έντυπα Γ.Λ.14, ως προς το σύνολο των καθημερινών εισπράξεων, σε αυτά (τα έντυπα) ο κατηγορούμενος συμπεριλάμβανε μόνο τις επιταγές ενώ τα μετρητά δεν τα δήλωνε (στα έντυπα) και τα υπεξαιρούσε. Με αυτό τον συστηματικό τρόπο, κατάφερε να αποσπάσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό περιουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει. Κατέβαλε βέβαια το ποσό των €21.400, αλλά η χρηματική ζημιά που δημιούργησε δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως. Επίσης λαμβάνουμε υπόψη μας και το ότι ο κατηγορούμενος δρούσε με τον πιο πάνω τρόπο για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό και μια στιγμιαία πράξη. Το συνολικό ποσό που απέσπασε προέκυψε από τις εισπράξεις μετρητών της περιόδου 2014 - 2018, δηλαδή η εγκληματική του δράση ήταν συστηματική και καλύπτει μια μεγάλη χρονική περίοδο σχεδόν 5 ετών. Θεωρούμε έτσι πως η ευκολία με την οποία δρούσε ο κατηγορούμενος αλλά και το μεγάλο χρονικό διάστημα που καλύπτει η δράση του αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία για την θέση του. Το δε «παράτυπο» της ανάθεσης καθηκόντων λειτουργού είσπραξης εσόδων στον κατηγορούμενο από την υπηρεσία του, όπως ο συνήγορος του αναφέρει στην αγόρευση του και δεν αμφισβητήθηκε, δεν μπορεί να αποτελέσει ελαφρυντικό παράγοντα. Κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, στον κατηγορούμενο είχε ανατεθεί συγκεκριμένο καθήκον και εναποτέθηκε σε αυτόν εμπιστοσύνη για την εκτέλεση του, εμπιστοσύνη την οποία καταχράστηκε. Παρά τα πιο πάνω επιβαρυντικά, λαμβάνουμε υπόψη μας πως ο κατηγορούμενος κατέβαλε έστω κάποιες προσπάθειες να αποκαταστήσει την χρηματική ζημιά που δημιούργησε και προς τούτο εισηγήθηκε την εκχώρηση του Ταμείου Προνοίας του για την εξόφληση του ποσού που καταχράστηκε και ότι κατέβαλε ήδη το ποσό των €21.400 και συνεχίζει να του αποκόπτεται από τον μηναίο μισθό του το ποσό των €800 τον μήνα για τους σκοπούς της αποζημίωσης. Επίσης, λαμβάνουμε υπόψη την συνεργασία του κατηγορούμενου, τόσο κατά τον χρόνο της διενέργειας του ελέγχου για την διαπίστωση του ελλείμματος όσο και μετά την καταγγελία της υπόθεσης στις αστυνομικές αρχές. Σε αυτό το σημείο βέβαια επανατονίζουμε και δεν παραγνωρίζουμε το μεγάλο χρονικό διάστημα που κάλυπτε η δράση του η οποία ανακόπηκε μόνο μετά τον έλεγχο που έγινε και την διαπίστωση του ελλείμματος. Ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά την διαπίστωση του ελλείμματος που έγινε από εκπρόσωπο της ελεγκτικής υπηρεσίας, παραδέχτηκε ότι ήταν αυτός που έπαιρνε τα χρήματα, αναγνώρισε το λάθος του και υποσχέθηκε ότι θα αναλάβει την ευθύνη. Επίσης, παραδέχτηκε σε Υγειονομικό Λειτουργό ότι από τις εισπράξεις κατέθεσε μόνο τις επιταγές και ότι τα μετρητά τα έπαιρνε για δική του χρήση. Ακολούθως, όταν συνελήφθηκε με δικαστικό ένταλμα σύλληψης και του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του, απάντησε «παραδέχομαι» και στην συνέχεια έδωσε θεληματική κατάθεση όπου παραδέχτηκε ότι οικειοποιήθηκε χρήματα από τις εισπράξεις των υγειονομικών ελέγχων στο λιμάνι Λεμεσού για προσωπικό όφελος και έδωσε λεπτομέρειες του τρόπου που ενεργούσε. Βαρύτητα αποδίδουμε και στην παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Στην υπόθεση Α. Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 163/15 ημερομηνίας 11.7.2016 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να «μεταφερθεί» στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορούμενου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Εδώ η παραδοχή του κατηγορούμενου ήταν άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463) και συνοδεύτηκε από έκφραση μεταμέλειας, η οποία μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, 296). Αναφέρουμε από τώρα πως χωρίς την παραδοχή του κατηγορούμενου τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν πιο στενά. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις οικογενειακές - προσωπικές περιστάσεις του και υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας καθώς και το περιεχόμενο των εγγράφων που επισυνάπτονται στην εν λόγω έκθεση. Το περιεχόμενο της έκθεσης και των εν λόγω εγγράφων έχουμε θέσει ενώπιον μας και τα λαμβάνουμε υπόψη. Σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 51 χρονών, πρόσφυγας από την Αμμόχωστο. Αποφοίτησε από το Λύκειο και ολοκλήρωσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Εργάστηκε για δύο χρόνια ως υπάλληλος σε εργοστάσιο, για έξι μήνες σε αρτοποιείο καθώς και σε άλλες εργασίες για μικρά χρονικά διαστήματα. Εδώ και 25 χρόνια περίπου εργάζεται ως υπάλληλος στο Υγειονομείο Λεμεσού. Από την εργασία του λαμβάνει μηνιαίος το ποσό των €1,700.- Οι γονείς του έχουν αποβιώσει και οι δύο. Ο πατέρας του εργαζόταν ως γεωργός και η μητέρα του ως καθαρίστρια. Παντρεύτηκε το 1990 και χώρισε το 2014. Η σύζυγος του ήταν επίσης πρόσφυγας και μαζί απέκτησαν δύο παιδία με τα οποία διατηρεί σπάνια επικοινωνία. Παρουσιάζει σακχαρώδη διαβήτη και από το 2013 παρουσιάζει προβλήματα ψυχικής υγείας και παρακολουθείται από ψυχίατρο. Παρουσιάζει αγχώδη κατάθλιψη λόγω οικογενειακών προστριβών και οικονομικών δυσχερειών. Η έκθεση του Ψυχιάτρου Δρ. Α. Αργυρίου, η οποία επισυνάπτεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρει τα ακόλουθα: «Βεβαιώνω ότι ο κος XXX Γιαννή τυγχάνει της ψυχιατρικής μου παρακολούθησης από το 2013 μέχρι και σήμερα. Παρουσιάζει αγχώδεις εκδηλώσεις και καταθλιπτική συμπτωματολογία που έχουν σχέση με οικογενειακές προστριβές και οικονομικές δυσχέρειες. Η διαδικασία διαζυγίου του το 2014 και η ασθένεια και ο θάνατος της μητέρας του το 2015 επιδείνωσαν τη ψυχική του κατάσταση και περιέπλεξαν τα οικονομικά του. Ακολούθησε θεραπευτική αγωγή και ψυχοθεραπευτική στήριξη με μέτρια ανταπόκριση. Από το 2018 η ψυχική του υγεία είχε σοβαρά επιδεινωθεί μετά από περιπέτεια που είχε στην εργασία του η οποία τον επιβάρυνε με αισθήματα ενοχής και απόγνωσης. Κατά την θεραπευτική διαδικασία αναλύθηκαν τα αρνητικά συναισθήματα και αξιοποιήθηκαν τα αισθήματα μεταμέλειας, για οικοδόμηση διορθωτικού σχεδίου ζωής με υγιείς στόχους και προοπτική εργασιακής, οικογενειακής και κοινωνικής επανένταξης. Οι στόχοι αυτοί διαπιστώνω ότι επιτυγχάνουν μέχρι και σήμερα και ευελπιστώ ότι με τη συνέχιση της θεραπευτικής του προσπάθειας θα σταθεροποιηθούν σε υγιή λειτουργικότητα». Λαμβάνουμε συνεπώς υπόψη μας τις προσωπικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου καθώς και τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει και προσδίδουμε σε αυτές την βαρύτητα που τους αρμόζει στην βάση της νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, παραθέτουμε σε συντομία τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του αναφέρει στην γραπτή του αγόρευση και τα οποία σκιαγραφούν και διαφωτίζουν το τι ώθησε τον Κατηγορούμενο στην αξιόποινη συμπεριφορά του. «Κατά ή περί το 2013, η μητέρα του κατηγορούμενου άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τη συχνή της μετάβαση σε νοσοκομεία. Ειδικότερα διαγνώστηκε με καρκίνο στο συκώτι. Ο πατέρας του κατηγορούμενου απεβίωσε πριν πολλά χρόνια και έτσι λοιπόν η ευθύνη της μητέρας του, την είχε ο ίδιος. Τα ιατρικά έξοδα ήρθαν ως επιπρόσθετο βάρος στη δεινή οικονομική του κατάσταση. Η θυγατέρα του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μαθήτρια ενώ ο γιός του φοιτητής, με πολλά έξοδα. Κατέβαλλε επίσης υψηλή δόση για δάνειο της οικογενειακής τους οικίας. Φοβόταν φυσικά ο κατηγορούμενος, πως σε περίπτωση που δεν κατέβαλλε τις δόσεις του, η οικογένεια του θα έχανε την κατοικία της». Στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής θα λάβουμε υπόψη μας και τα πιο πάνω, δηλαδή τα όσα οδήγησαν τον κατηγορούμενο να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε, χωρίς βέβαια τούτο να δίδει την εντύπωση ότι αποτελεί δικαιολογία για τις πράξεις του και για αυτού του είδους συμπεριφορές. Επίσης έχουμε λάβει σοβαρά υπόψη μας και τις επιπτώσεις που θα υπάρξουν στην εργασία του και στη συνέχιση της εργοδότησης του συνεπεία της συμπεριφοράς του. Τέλος, έχουμε λάβει υπόψη μας και τον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Ειδικότερα έχουμε λάβει υπόψη ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε 15 μήνες μετά που ο κατηγορούμενος έδωσε ανακριτική κατάθεση και παραδέχτηκε την διάπραξη των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση στις 15/2/2019 και η υπόθεση καταχωρήθηκε τον Μάιο του 2020 χωρίς να δοθεί κάποια εξήγηση από την Κατηγορούσα Αρχή. Μετά την παραδοχή του όμως ενώπιον του δικαστηρίου, ήταν ο ίδιος που ζητούσε χρόνο με σκοπό την συμμόρφωση ο οποίος και του παραχωρήθηκε. Καταλήξαμε, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, πως η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98, Χαραλάμπους (πιο πάνω). Οι προσωπικές - οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές στην οποία έχουμε κάνει αναφορά πιο πάνω, η άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η μεταμέλεια του, η προσπάθεια αποζημίωσης, η μερική αποζημίωση και η πρόθεση του για πλήρη αποζημίωση, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα, καθώς και όλα τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης. Κρίνουμε λοιπόν υπό τις περιστάσεις ως αρμόζουσα ποινή την ποινή φυλάκισης και επιβάλουμε στον κατηγορούμενο, Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 2 ½ χρόνων. Στην κατηγορία 3 δεν επιβάλλουμε ποινή αφού τα γεγονότα αυτής ουσιαστικά εμπεριέχονται στην κατηγορία 1 στην οποία έχουμε ήδη επιβάλει ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). Έχουμε εξετάσει την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου για την πρόσδοση ανασταλτικού χαρακτήρα στην ποινή φυλάκισης. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα. Το Δικαστήριο κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής έχει ήδη λάβει υπόψη του τα περιστατικά της υπόθεσης, τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου καθώς και τα ελαφρυντικά του και δεν έχουμε εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο θα συνηγορούσε υπέρ της αναστολής. Κρίνουμε ότι τα περιστατικά της υπόθεσης ως επίσης και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, δεν είναι τέτοια ώστε να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αναστολή της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Ακόμα η σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και η αποτρεπτικότητα στην διάπραξη αυτής της κατηγορίας αδικημάτων οδηγούν στην κατάληξη πως δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930 αναφέρθηκε πως «τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεδομένης της σοβαρότητας των περιστάσεων της υπόθεσης και της φύσης του αδικήματος, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα γι' αυτού του είδους τη συμπεριφορά». Το ίδιο καταλήγουμε πως ισχύει και στην υπό κρίση περίπτωση. (Υπ.) ............... Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο