Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. HAJ ALI, Αρ. Υπόθεσης: 1773/20, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1773/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. XXXXX HAJ ALI Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31/03/21 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Δ.Αρσιώτης Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Μιχαήλ Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 4 κατηγορίες οι οποίες αφορούν: 1. Χρήση μηχανοκίνητου Οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5), 38 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου 96
(1)2000 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (1η κατηγορία). 2. Οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών κατά παράβαση των άρθρων 11Β και 11Ζ του Περί Οδικής Ασφάλισης Νόμου 174/86 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 13
(1)2016 και άρθρα 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και τροχαίας κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (2η κατηγορία). 3. Παράβαση των όρων άδειας οδήγησης μαθητευόμενου, κατά παράβαση των άρθρων 2,16(10
(3)και 50
(1)του Περί άδειας Οδήγησης Νόμου 94
(1)2001 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (3η κατηγορία). 4. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος το οποίο είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο, κατά παράβαση των άρθρων 2,5β
(4)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (4η κατηγορία). Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Τα αδικήματα των κατηγοριών 1 μέχρι 4 διαπράχθηκαν στις 13/06/19 στην οδό xxxxx στη Λεμεσό και ώρα 1955, όταν ο Αστ. xxxx της Τροχαίας Λεμεσού ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX
- Μετά από σχετικό έλεγχο που διενεργήθηκε στο εν λόγω όχημα, διαπιστώθηκε ότι αυτό οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας του Αστ.xxxx μαζί με τον Κατηγορούμενο, του εγέρθηκαν υποψίες ότι πιθανόν ο Κατηγορούμενος να οδηγούσε υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών. Τότε ο Αστ. xxxx Λοίζου ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής συσκευών νάρκωτεστ, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση νάρκωτεστ. Ταυτοχρόνως, του επεστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και πληροφορήθηκε ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να δώσει ικανοποιητικό δείγμα σάλιου, συνιστά ποινικό αδίκημα και σε τέτοια περίπτωση υπόκειται σε σύλληψη. Ο Κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει μάστρε». Στην συνέχεια διενεργήθηκε ο προκαταρκτικός έλεγχος νάρκωτεστ με θετική ένδειξη. Ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι υποχρεούται να δώσει πρόσθετο δείγμα σάλιου για σκοπούς εργαστηριακών εξετάσεων και απάντησε «εντάξει». Αφού ο Κατηγορούμενος έπραξε ότι ήταν απολύτως απαραίτητο για να ληφθεί ικανοποιητικό δείγμα σάλιου, στην παρουσία του, το τεκμήριο σφραγίστηκε με αυτοκόλλητη ταινία αφού υπέγραψε πάνω σε αυτή και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Στην συνέχεια το σφραγισμένο δείγμα σάλιου μεταφέρθηκε στο Γενικό Χημείο του Κράτους προς εξακρίβωση της περιεκτικότητας του σε ναρκωτικές ουσίες. Σύμφωνα με την έκθεση της χημικού xxxxxx Λιβέρη (Τεκμήριο 2) στο δείγμα σάλιου που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο μετά τις εργαστηριακές εξετάσεις που έτυχε, ανιχνεύθησαν ναρκωτικές ουσίες και πιο συγκεκριμένα κοκαίνη και κάνναβη. Επιπρόσθετα διαπιστώθηκε κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στα στοιχεία του οχήματος του Κατηγορούμενου, ότι αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε ενώ το όχημα του είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο από την 01/03/19, ότι επίσης οδηγούσε χωρίς να συνοδεύεται από κατάλληλο πρόσωπο αφού ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης μαθητευόμενου και τέλος χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Κατόπιν παράκλησης της Υπεράσπισης και με την σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής λήφθηκε υπόψη με την άδεια του Δικαστηρίου για σκοπούς επιβολής της ποινής ακόμα μια υπόθεση :
- Ποινική υπόθεση 10838/
- Σε αυτήν την υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια μόνο κατηγορία και πίο συγκεκριμένα, αυτή της οδήγησης υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών (1η κατηγορία). Το πιο πάνω αδίκημα διαπράχθηκε στις 28/12/19 και περί ώρα 0125 όταν ο Αστ.xxxx της Τροχαίας Λεμεσού, βρισκόταν περιπολία στην οδό Ανεξαρτησίας στη Λεμεσό. Όταν αντιλήφθηκε το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX85 να κινείται με νότια κατεύθυνση το ανέκοψε διαπιστώνοντας ότι αυτό οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας του Αστ. xxxx με τον Κατηγορούμενο, του εγέρθηκαν υποψίες ότι πιθανόν ο τελευταίος να οδηγούσε υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών. Τότε ο Αστ. xxxx μετά από άδεια του Αξιωματικού Υπηρεσίας οδήγησε τον Κατηγορούμενο στην Τροχαία Λεμεσού με το αυτοκίνητο του, όπου η ώρα 0145 του ζήτησε να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση νάρκωτεστ, αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε «να πάω φυλακή μάστρο». Στην συνέχεια ο αστυφύλακας διενήργησε την προκαταρκτική εξέταση νάρκωτεστ στον Κατηγορουμενο με θετική ένδειξη. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης, ο αστυφύλακας γνωστοποίησε το αποτέλεσμα στον Κατηγορούμενο και αυτός υπέγραψε το σχετικό έντυπο του προκαταρκτικού ελέγχου. Στην συνέχεια ο ίδιος αστυφύλακας, πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα διενεργήσει τελικό έλεγχο νάρκωτεστ και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο αυτός δεν απάντησε τίποτα. Ακολούθως διενεργήθηκε τελικός έλεγχος νάρκωτεστ και στην παρουσία του Κατηγορούμενου σφραγίστηκε το τεκμήριο πάνω στο οποίο και υπέγραψε. Στην συνέχεια στάληκε το τεκμήριο το οποίο περιείχε το δείγμα που λήφθηκε από τον Κατηγορούμνεο στο Γενικό Χημείο του Κράτους για να τύχει εργαστηριακής ανάλυσης ως προς την περιεκτικότητα του σε ναρκωτικές ουσίες. Σύμφωνα με την έκθεση της χημικού xxxxxx Λιβέρη (Τεκμήριο 2) στο δείγμα σάλιου που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο μετά από τις εργαστηριακές εξετάσεις που έτυχε, ανιχνεύθησαν ναρκωτικές ουσίες και πιο συγκεκριμένα κάνναβη, μεθαμφεταμίνη και κοκαίνη. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει βαθμούς ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής υιοθετώντας την έκθεση του Γρ. Ευημερίας, εστίασε στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, αποδίδοντας την παραβατική του συμπεριφορά στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος την συγκεκριμένη περίοδο, ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Τόνισε επίσης ο συνήγορος, ότι ο Κατηγορούμενος κατάγεται από την Συρία και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια αφού έχει άλλα 10 αδέρφια. Οι γονείς του βρίσκονται στην Συρία και αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας ο Κατηγορούμενος είναι ο μικρότερος από υπόλοιπα του αδέλφια και βρίσκεται στην Κύπρο με το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ανέφερε περαιτέρω ότι αυτός εργάζεται και προς τούτο κατατέθηκε βεβαίωση της εταιρείας xxxxxxxxx Traiding Ltd (Τεκμήριο 5). Ο Κατηγορούμενος επίσης διαμένει μαζί με τον αδερφό του σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος διέκοψε την φοίτηση του από το σχολείο. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα σωματικής ή ψυχικής υγείας. Τέλος σύμφωνα με τον κ. Μιχαήλ ο Κατηγορούμενος δεν είναι πλέον χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού προσκομίστηκαν και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο εργαστηριακές εξετάσεις ημερ. 06/11/20 και 12/03/21 από τις οποίες διαφαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι αρνητικός στην ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό του (Τεκμήρια 3 και 4). Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τα πιο κάτω ως ελαφρυντικά για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δηλαδή την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία, την παραδοχή του στο Δικαστήριο, την ειλικρινή και έμπρακτη μεταμέλειά του καθώς και τον χρόνο ο οποίος παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Επίσης ο κ. Μιχαήλ εισηγήθηκε όπως ληφθεί υπόψη το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου και ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε μια περίοδο της ζωής του, όπου ο ίδιος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών κάτι που βέβαια δεν ισχύει σήμερα. Ο κύριος Μιχάηλ εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας αυτή θα πρέπει να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα επικαλούμενος όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω είναι αδιαμφησβήτητο ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αρκετά σοβαρές κατηγορίες. Τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της. Ιδιαίτερα όσον αφορά την 2η κατηγορία το άρθρο 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Β σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€3.500) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές. Τα υπόλοιπα αδικήματα είναι ελαφρύτερα σε σοβαρότητα. Συγκεκριμένα το αδίκημα της οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους στην κυρίως υπόθεση προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και 1 χρόνο ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 1708 ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές, το αδίκημα της οδήγησης οχήματος ενώ αυτό είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο προβλέπει ποινή φυλάκισης 6 μηνών ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 1000 ευρώ η και στις δύο αυτές ποινές. Τέλος, το αδίκημα της οδήγησης κατά παράβαση άδειας μαθητευόμενου προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και 6 μήνες ή και πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις 3000 ευρώ η και στις δύο αυτές ποινές. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του ο Κατηγορούμενος να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα υπό τον συνδιασμό δύο ειδών, δηλαδή κάνναβης και κοκαίνης ,επέδειξε με αυτόν τρόπο πλήρη ανευθυνότητα αλλά και απαξίωση προς τους Νόμους του Κράτους αλλά και την ασφάλεια των συνανθρώπων του. Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν καταντήσει μάστιγα στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια και η οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών αυξάνει τον κίνδυνο πρόκλησης τροχαίων δυστυχημάτων. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα. Σε τέτοιες περιπτώσεις προβάλει επιτακτικά η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση R v. Griffiths στην οποία γίνεται ρητή μνεία ότι από το γενικό κανόνα που απαιτεί ότι ο δράστης πρέπει να είναι σε θέση να αντιληφθεί τον κίνδυνο, εξαιρείται η περίπτωση των προσώπων που έθεσαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους υπό την επήρεια ναρκωτικών (self-induced intoxication) όπως και στην παρούσα περίπτωση. Εν προκειμένω, από την στιγμή που ο Κατηγορούμενος έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών γνώριζε ότι η ικανότητα οδήγησης του επηρεάζεται σημαντικά και κατ επέκταση ότι αποτελούσε δημόσιο κίνδυνο να προκαλέσει βλάβη σε άλλους χρήστες του δρομου. Εντούτοις όμως ο Κατηγορούμενος εγωιστικά επέλεξε σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα των 6 μηνών, εντός του έτους 2019, να οδηγήσει υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών. Το γεγονός αυτό από μόνο του συνιστά επιβαρυντικό. Ελάμβανε την απόφασή του να οδηγήσει υπο την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών ενώ είχε πλήρη επίγνωση των κινδύνων που περίκλειε. Οι κίνδυνοι ήταν ορατοί και σοβαροί και η πιθανότητα να προκαλέσει βλάβη ενώ οδηγούσε το όχημα του υπό την επήρεια ναρκωτικών ήσαν ενδεχόμενοι . Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Αδιαμφισβήτητα οι πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται ενάντια στην ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού και ιδιαίτερα των υπολοίπων χρηστών των δρόμων. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Δεν είναι, επίσης, υπερβολή να λεχθεί ότι τις πράξεις του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζουν ο εγωισμός, και η αδιαφορία του τόσο για την ασφάλεια του ιδίου όσο και για την σωματική ακεραιότητα αλλά και ασφάλεια των υπολοίπων χρηστών του δρόμου.Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την παραβατική του συμπεριφορά. Οι οδηγοί και χρήστες των δρόμων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την ζωή και σωματική τους ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές συμπεριφορές όπως αυτή που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η ικανότητα οδήγησης του επηρεάζεται σημαντικά μετά από την χρήση ναρκωτικών ουσιών και κατ επέκταση ότι αποτελούσε δημόσιο κίνδυνο να προκαλέσει βλάβη σε άλλους χρήστες του δρομου. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος όφειλε να μην οδηγεί. Σημειώνεται ότι η διάπραξη αυτούς του είδους αδικημάτων έχει αυξηθέι δραματικά και προς τούτο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνομαι καθημερινά. Τονίζεται ότι το παρών Δικαστήριο, επιλαμβάνεται καθημερινά υποθέσεις που αφορούν στο αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και την άμεση παραδοχή του. Έλαβα επίσης υπόψη μου ως μετριαστικό της ποινής παράγοντα την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία. Έλαβα επίσης υπόψη, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορό του και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου αφού κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 21 ετών. Αναφορικά με το νεαρό της ηλικίας αναφέρονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με την Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 88 αναφέρεται, ότι η αντιμετώπιση νεαρών παραβατών αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα. Στις περιπτώσεις αυτές προέχει ισχυρή η ανάγκη για αναμόρφωση παρά η τιμωρία μιας και το ενδεχόμενο αναμόρφωσης νεαρών ατόμων είναι μεγαλύτερο από ότι σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία είναι πλέον εξοικειωμένα με τις συνήθειες και συμπεριφορές τους. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται στις σελίδες 89-90 ότι δεν υπάρχει αυθεντία που να καθορίζει μέχρι ποιας ηλικίας άτομα μπορούν να θεωρούνται νεαρά πρόσωπα, προφανώς, διότι επί του θέματος υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες όπως η εμπειρία που κάποιος έχει της ζωής. Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο, σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, είναι ότι όσο ένα άτομο μεγαλώνει η σημασία του νεαρού της ηλικίας ως μετριαστικός παράγοντας φθίνει και λίγο μετρά στην επιμέτρηση της ποινής. Ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 22 ετών. Σημειώνεται ότι ακόμα και στην περίπτωση νεαρών παραβατών ένα Δικαστήριο δεν θα διστάσει να επιβάλει ποινή φυλάκισης όταν κρίνει ότι τούτο είναι η μόνη ορθή επιλογή. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, που πιο πάνω μνημονεύεται, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στους εφεσείοντες ηλικίας 19 και 23 ετών για το αδίκημα της ληστείας. Στην ίδια υπόθεση εκφράσθηκε και η άποψη ότι αν και δεν είναι επιθυμητό νεαρά άτομα στα αρχικά, δηλαδή, στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητάς τους, να στερηθούν της ευκαιρίας να ωριμάσουν για να κάνουν τις επιλογές τους στην ζωή, σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί από ότι ήταν μερικές δεκαετίες πριν. Με την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών με τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης ο νέος σήμερα έχει καλύτερες ευκαιρίες διαμόρφωσης του χαρακτήρα του φτάνει να κάνει τις ορθές επιλογές. Τέλος λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος απέχει σήμερα από την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Αναφορικά με τον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο και αναφορικά με την κύρια υπόθεση είναι της τάξης του ενός
(1)έτους και εννέα
(9)μηνών. Δεν μου διαφεύγει, όμως, ότι στην καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης ευθύνεται και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος για το χρόνικό διάστημα των πέντε
(5)μηνών. Συγκεκριμένα η κυρία υπόθεση καταχωρίστηκε την 01/11/19 και ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον Δικαστήριου στις 27/03/
- Εκείνη την ημερομηνία επειδή η υπόθεση δεν είχε επιδοθεί στον Κατηγορούμενο δόθηκε άλλη ημερομηνία και η υπόθεση ορίστηκε ξανά στις 19/06/20 όπου ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε και ζήτησε χρόνο για να απαντήσει στο κατηγορητήριο. Η υπόθεση επαναορίστηκε για απάντηση στις 21/07/20 όπου ο Κατηγορούμενος ζήτησε ξανά χρόνο για να απαντήσει. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά για απάντηση στις 13/10/20, και τότε ο Κατηγορούμενος απάντησε με παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 19/11/
- Στις 19/11/20 και στις 15/01/21 η υπόθεση αναβλήθηκε εξαιτίας των μέτρων που είχαν επιβληθεί προς αποτροπή της έξαρσης της πανδημίας του κορονοιού. Στις 17/02/21 ο Κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής και έλεγχο του εντάλματος σύλληψης για τον Κατηγορούμενο στις 19/03/
- Εκείνη την ημερομηνια ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε, το ένταλμα σύλληψης ακυρώθηκε και διεκπαιρεώθηκε τελικά η διαδικασία. Το Δικαστήριο επεφύλαξε την ποινή σήμερα 31/03/
- Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός Κατηγορούμενου οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον Κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Στην πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την υπαιτιότητα και του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση καθώς και την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων για τους λόγους που ενωρίτερα υποδείχθηκαν κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρθηκε . Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται υπόψην ακόμη μία υπόθεση, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, στην οποία ο Κατηγορούμενος επέδειξε παρόμοια συμπεριφορά. Στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής. (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Συνυπολογίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος μη στέρησης. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της κατηγορίας που αφορά οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Επίσης κρίνω ορθό,σκόπιμο και δίκαιο όπως επιβάλω και βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου στην 2η κατηγορία. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών . Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών και στέρηση του δικαιώματος να κατέχει η να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. Επιπλέον επιβάλλω 7 βαθμοί ποινής οι οποίοι να αναγραφούν στην άδεια οδήγησης του. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και θα αρχίζουν από σήμερα 31/03/21. Έξοδα εργαστηριακών εξετάσεων που αφορούν την παρούσα υπόθεση ύψους 214 ευρώ, καθώς και έξοδα εργαστηριακών εξετάσεων που αφορούν την υπόθεση 10838/20 επίσης ύψους 214 ευρώ να καταβληθούν από την Δημοκρατία. Λήφθηκε υπόψη η υπόθεση υπ.αρ. 10838/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο