Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 20456/18, 9/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20456/18 Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων v. xxxx ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09 Απριλίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ.Γ. Προδρόμου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ.Μ. Γαβριηλίδης. Κατηγορούμενος: Παρών. A Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Έναυσμα για την καταχώρηση της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης αποτέλεσε παράπονο που υποβλήθηκε από την εργοδοτούμενη xxxx στην Διευθύντρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων μέσω του οποίου καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο η διάπραξη ποινικών αδικημάτων ήτοι την μη καταβολή προς το πρόσωπο της υπόλοιπα μισθών για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2017 ύψους €300 για έκαστο μήνα καθώς και για την παράλειψη αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση κατά τον τερματισμό της απασχόλησης της που ανέρχεται στο ποσό των €738,24 που αντιστοιχεί στις 24 ημέρες ετήσιας άδειας που δικαιούτο αλλά δεν χρησιμοποίησε. Να σημειωθεί ότι στα πλαίσια διερεύνησης του παραπόνου το 2018 το οποίο ανέλαβε συγκεκριμένη Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ζητήθηκε γραπτώς από τον Κατηγορούμενο η παρουσίαση προς την Επιθεωρήτρια αντίγραφου της γραπτής ενημέρωσης της παραπονούμενης για τους ουσιώδεις όρους απασχόλησης της, πίνακας ετησίων αδειών για την περίοδο της εργοδότησης της, βιβλία, αρχεία, κατάσταση μισθοδοσίας που την αφορά και οτιδήποτε άλλο αναγκαίο για την διερεύνηση της υπόθεσης καθώς και πίνακας / κατάλογος με ωράριο εργασίας, διαλείμματα και ώρες ανάπαυσης χωρίς όμως όπως του καταλογίζεται να παραδώσει οποιαδήποτε στοιχεία. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν η Διευθύντρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στις 06.12.2018 να προχωρήσει στην καταχώρηση της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον του Κατηγορούμενου με την οποία του καταλογίζει τα ακόλουθα: Με την Πρώτη Κατηγορία καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι αυτός περί το τέλος Σεπτεμβρίου 2017 δεν κατέβαλε στην εργοδοτούμενη του xxxx το υπόλοιπο του μισθού της ύψους €300 ως όφειλε να πράξει κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του Νόμου που Προνοεί για την Προστασία των Μισθών του 2007 και 2017 (Ν.35(Ι)/2007και Ν. 200(Ι)/2012). Με την Δεύτερη Κατηγορία καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι αυτός περί το τέλος Οκτωβρίου 2017 δεν κατέβαλε στην εργοδοτούμενη του xxxx το υπόλοιπο του μισθού της ύψους €300 ως όφειλε να πράξει κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του Νόμου που Προνοεί για την Προστασία των Μισθών του 2007 και 2017 (Ν.35(Ι)/2007και Ν. 200(Ι)/2012). Με την Τρίτη Κατηγορία καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι αυτός στις 03.09.2018 δεν κατέβαλε στην εργοδοτούμενη του xxxx το ποσό των €738,24 που αντιστοιχεί στις 24 μέρες ετήσιας άδειας που δικαιούτο αλλά δεν χρησιμοποίησε, κατά παράβαση των άρθρων 8
(2)και 19 των περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμων του 2002 (Ν.63(Ι)/2002)και 2007 (Ν.15(Ι)/2007). Με την Τέταρτη Κατηγορία καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι αυτός από τις 20.09.2018 μέχρι και τις 27.09.2018 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού καταστάσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής της παραπονούμενης, όπως του είχε ζητηθεί να πράξει από αρμόδιο λειτουργό, κατά παράβαση των άρθρων 2, 12, 17, 20
(4)(γ) του Νόμου που Προνοεί για την Προστασία των Μισθών του 2007 και 2017 (Ν.35(Ι)/2007και Ν. 200(Ι)/2012). Με την Πέμπτη Κατηγορία καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι από τις 20.09.2018 μέχρι και τις 27.09.2018 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού αντίγραφο γραπτής ενημέρωσης της παραπονούμενης όπως του είχε ζητηθεί να πράξει από το αρμόδιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 2, 10(ΣΤ) των Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμων του 2000 (Ν.100(Ι)/2000)και 2007 (Ν.12(Ι)/2007). Τέλος με την Έκτη Κατηγορία καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι από τις 20.09.2018 μέχρι και τις 27.09.2018 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λεμεσού κατάλογο των εργοδοτουμένων ο οποίος να δείχνει για την παραπονούμενη το ωράριο εργασίας και την εβδομαδιαία μέρα αργία και αντίγραφα κατάστασης ετησίων αδειών της όπως του είχε ζητηθεί να πράξει από αρμόδιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 14Δ των Περί Εργοδοτουμένων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμών του 1968 μέχρι 2009 εκδοθέντων δυνάμει του άρθρου 6 των Περί Εργοδοτουμένων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Νόμων του 1968 έως
- Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 26.02.2021 ο Κατηγορούμενος ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου όπως αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες 4, 5 και 6 συνεπώς η υπόθεση οδηγήθηκε για ακρόαση μόνο σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2 και
- Η μαρτυρία: Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της παρουσίασε συνολικά δύο μάρτυρες ήτοι την κα xxxx Πελενδρίδου (ΜΚ1) και την κα xxxxxx (ΜΚ2). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι Επιθεωρήτρια στο Υπουργείο Εργασίας Προνοίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με καθήκοντα μεταξύ άλλων την εξέταση παραπόνων και την ετοιμασία ποινικών διώξεων καθήκοντα για τα οποία έτυχε και σχετικής εκπαίδευσης. Σημείωσε ότι ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε την διερεύνηση παραπόνου που υποβλήθηκε από την εργοδοτούμενη xxx εναντίον του εργοδότη της xxxx Δημητρίου και για την οποία ετοίμασε σχετική κατάθεση ήτοι το Τεκμήριο 1 το οποίο και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της. Ανέφερε ότι στα πλαίσια διερεύνησης του παραπόνου η ίδια είχε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο ο οποίος της ανέφερε ότι είχε καταβάλει τους μισθούς προς την παραπονούμενη αλλά δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό της καταβολής. Η ίδια ετοίμασε επιστολή ημερομηνίας 20.09.2018 την οποία απέστειλε προς τον Κατηγορούμενο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 20.09.2018 (Τεκμήριο 3) με την οποία τον ενημέρωνε για την υποβολή του παραπόνου και του ζητούσε όπως εντός επτά ημερών προσκομίσει πίνακα / κατάλογο με ωράριο εργασίας, διαλείμματα και ώρες ανάπαυσης της παραπονούμενης, αντίγραφο της γραπτής ενημέρωσης για τους ουσιώδεις όρους απασχόλησης της, πίνακα ετησίων αδειών για την περίοδο εργοδότησης καθώς και βιβλία, αρχεία, κατάσταση μισθοδοσίας που την αφορά χωρίς όμως όπως ανέφερε μέχρι και σήμερα να προσκομίσει οτιδήποτε παρά το ότι είχε μιλήσει μαζί του ξανά μετά την αποστολή και της επιστολής αλλά και πριν την καταχώρηση της δίωξης στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενη της υποβλήθηκε η θέση ότι η παραπονούμενη στις 02.09.2018 παρέλαβε το ποσό των €1.338,24 μάλιστα υπογράφοντας και σχετική απόδειξη παραλαβής η οποία αναφέρει ότι είναι δια ''.full amount for employment termination..'' απόδειξη η οποία της υποδείχθηκε και κατά συνέπεια δεν της οφείλεται οτιδήποτε με την μάρτυρα να απαντά ότι έβλεπε για πρώτη φορά σήμερα το συγκεκριμένο έγγραφο και δεν μπορεί να το ξέρει. Επίσης σε νέα υποβολή ότι η καταγγελία της παραπονούμενης έγινε στις 12.09.2018 δηλαδή μετά την πληρωμή της και συνεπώς αυτή ήταν ψευδής η μάρτυρας απάντησε ότι δεν μπορεί να πάρει θέση στην εν λόγω θέση για αυτό το θέμα αφού ως ανέφερε δεν έχει τα προσόντα και την αρμοδιότητα να κρίνει αν κάποιος πολίτης ψεύδεται η όχι. H MK2 παραπονούμενη στην υπό εξέταση ποινική υπόθεση με καταγωγή από το xxxx της Ιρλανδίας είδε και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο για το οποίο δούλευε για ένα χρόνο δηλαδή από 04.09.2017 μέχρι και τις 03.09.2018 στην επιχείρηση Take Away που διατηρούσε με την ονομασία xxxx και στην οποία η ίδια ως δήλωσε έκανε τα πάντα όπως μεταξύ άλλων καθαρίσματα καθώς και την ετοιμασία φαγητού. Ως ανέφερε στις 27.08.2018 υπέβαλε την γραπτή της παραίτηση ήτοι το Τεκμήριο 4 σημειώνοντας ότι έφυγε ημέρα Δευτέρα και όχι την επόμενη ημέρα που ήταν Τρίτη γιατί κάθε Τρίτη το κατάστημα ήταν κλειστό. Κατά την αποχώρηση της ως σημείωσε της είχε υποσχεθεί ο Κατηγορούμενος ότι θα της έδινε τα χρήματα της 2 με 3 ημέρες αργότερα και επειδή δεν είχε νέα του μέχρι την Παρασκευή η ίδια του τηλεφώνησε και της ανέφερε ότι θα πρέπει να έρθει στο κατάστημα για να υπογράψει κάποια έγγραφα με την ίδια όμως να μην πηγαίνει μετά από συμβουλή που έλαβε γιατί είχε υπογράψει στο παρελθόν αρκετά έγγραφα στα Ελληνικά και έχοντας κατά νου ότι εκκρεμούσε η οφειλή Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου αποφάσισε ως ανέφερε να μην πάει στον Κατηγορούμενο αλλά να μεταβεί στο Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων. Σε υπόδειξη του Τεκμηρίου 2 είδε και αναγνώρισε σε αυτό την υπογραφή της και όταν της μεταφράστηκε το περιεχόμενο του συμφώνησε με αυτό αφού δεν είχε πληρωθεί τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο για το έτος 2017 παρά την αποχώρηση της ενώ ως ανέφερε δεν έπαιρνε άδεια καθότι ο Κατηγορούμενος την είχε πληροφορήσει ότι δεν δικαιούτο οποιαδήποτε άδεια εξού και ήταν και ένας από τους λόγους που έφυγε. Της υποδείχθηκε επίσης το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση που επρόκειτο όπως της επεξηγήθηκε για την απόδειξη που σύμφωνα με την υπεράσπιση η ίδια η παραπονούμενη υπόγραψε και βεβαιώνει ότι παρέλαβε το συνολικό ποσό των €1.338,24 για εξόφληση των υποχρεώσεων του εργοδότη της προς την ίδια με την παραπονούμενη να αναφέρει αρχικά ότι πρωτίστως η ημέρα που αναγράφεται είναι 02.09.2018 και η ίδια δεν έχει υπογράψει τίποτα, ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι της ζητήθηκε να υπογράψει ένα χαρτί που αφορούσε καταβολή κοινωνικών ασφαλίσεων στο οποίο δεν αναγραφόταν τίποτε σε αυτό εξού και τα όσα αναγράφονται πάνω σε αυτό σήμερα δεν τα έγγραψε η ίδια αφού επανέλαβε ότι όταν τοποθέτησε την υπογραφή της ήταν κενό, μάλιστα σημείωσε ότι ούτε η αναγραφή ολογράφως του ονόματος της γράφτηκε από την ίδια και κανένα ποσό δεν έχει λάβει ούτε σε σχέση με τους δύο μήνες και για την άδεια της αφού από την ημέρα που παραιτήθηκε και έφυγε δεν είδε ποτέ ξανά τον κατηγορούμενο. Σε ερώτηση μάλιστα γιατί δεν είχε ρωτήσει τον Κατηγορούμενο γιατί της ζητούσε να υπογράψει μια κενή απόδειξη η ίδια απάντησε ότι πάντοτε για την καταβολή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ήταν άδειες αποδείξεις που υπόγραφε με τον κατηγορούμενο μάλιστα να της αναφέρει ότι δεν θα έκανε κάτι που θα την έβλαπτε με την ίδια αστειευόμενη να αναφέρει ότι του απαντούσε λέγοντας του ότι θα μπορούσε εδώ πέρα να υπογράφει για την ζωή της. Αντεξεταζόμενη και ερωτηθείσα αν ο Κατηγορούμενος ουδέποτε την πίεσε να υπογράψει ανέφερε πως την πίεσε και σε περαιτέρω ερώτηση για να εξηγήσει πως την πίεζε και ποια ήταν η πίεση ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ερχόταν κοντά της και της ζητούσε να υπογράψει έγγραφα στα Ελληνικά ενώ η ίδια ζητούσε να της παρουσιαστεί στα Αγγλικά, έβγαζε τα γυαλιά του και την πένα του και της ζητούσε να υπογράψει το έγγραφο λέγοντας της ότι δεν θα την αδικούσε με την ίδια να απαντά υπό τύπου αστείου ότι υπόγραφε για την ζωή της. Σημείωσε ότι γνώριζε τον Κατηγορούμενο για πολλά χρόνια αφού η ίδια ζούσε κοντά στο μαγαζί που εργάστηκε και τον εμπιστευόταν ως φίλο. Επιβεβαίωσε ότι εργαζόταν έξι ημέρες την εβδομάδα και κάθε Τρίτη το κατάστημα ήταν κλειστό και είχε ένα off την εβδομάδα ενώ για άδειες δεν ερωτήθηκε αφού κάθε Τρίτη ήταν κλειστό το κατάστημα ενώ ως ανέφερε της κατέβαλε και τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για όσο χρονικό διάστημα εργάστηκε εκεί. Ερωτηθείσα για τις πληρωμές της ανέφερε ότι για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2017 εργάστηκε κανονικά όμως επειδή δεν είχε πληρωθεί ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσό των €800 για έκαστο μήνα παρά το ότι του τα είχε ζητήσει αφού είχε ανάγκη τα χρήματα αποφάσισε όπως περιορίσει τις ώρες εργασίας της σε λιγότερες δηλαδή πέντε ώρες την ημέρα και της έδινε €150 την εβδομάδα. Μάλιστα ανέφερε ότι όταν ζήτησε από τον Κατηγορούμενο τα χρήματα της αυτός διάλυσε όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το μέρος και ήταν οξύθυμος ενώ παρά το περιστατικό αυτό συνέχισε να παραμένει στην εργασία της αφού χρειαζόταν την δουλειά της. Για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2017 έλαβε μόνο το ποσό των €500 για έκαστο μήνα αντί το ποσό των €800 που ισχυρίστηκε ότι δικαιούτο ενώ από τον Νοέμβριο του 2017 και μετά λόγω της μείωσης των ωρών εργασίας της σε πέντε την ημέρα ο Κατηγορούμενος της έδινε το ποσό των €150 την εβδομάδα και αυτό συνέχισε μέχρι την αποχώρηση της από την εργασία. Ερωτηθείσα αν τον Ιανουάριο του 2018 πήγε στην εργασία της η ίδια παρά το ότι αρχικά απάντησε ότι είχε πάει αφού δούλευε από Σεπτέμβριο 2017 με Σεπτέμβριο 2018 στην συνέχεια και σε νέα υποβολή ότι παρά το γεγονός ότι δεν είχε πάει δουλειά τον συγκεκριμένο μήνα πληρώθηκε κανονικά από τον Κατηγορούμενο ανέφερε ότι πράγματι απουσίαζε αφού είχε ατύχημα για το οποίο κανένας δεν νοιάστηκε όμως σημείωσε ότι δεν την είχε πληρώσει για όλο το μήνα αλλά για μερικές ημέρες αφού το ατύχημα έγινε στις 18.01.18 και απουσίαζε για 10 ημέρες. Σε υπόδειξη του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση και ερωτηθείσα γιατί θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να την ξεγελάσει ανέφερε ότι το έγγραφο αυτό προφανώς είναι για να πληρωθούν οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις αλλά αφού εξασφάλισε την υπογραφή της την ημέρα που έφυγε το γέμισε μεταγενέστερα. Της είχε πει ο Κατηγορούμενος να περιμένει λίγες ημέρες για να την πληρώσει αλλά ποτέ δεν έλαβε τα χρήματα, 02.09.2018 ήταν η τελευταία ημέρα που πήγε δουλειά γιατί την επόμενη ημέρα ήταν Τρίτη και το κατάστημα δεν θα δούλευε. Τέλος ανέφερε ότι ο λόγος που έκανε την καταγγελία είναι για αυτά που δικαιούται αφού δεν εργάζεται δωρεά και μάλιστα κανονικά θα έπρεπε να διεκδικήσει και επιπρόσθετες ώρες και υπερωρίες που εργάστηκε ενώ δεν συμφώνησε με την υποβολή ότι αν πράγματι δεν είχε πληρωθεί ολόκληρο το μισθό της στους δύο πρώτους μήνες αυτή δεν θα συνέχιζε να εργαζόταν εκεί αφού ως ανέφερε παρά το ότι πληρώθηκε μόνο €500 για έκαστο μήνα επειδή εμπιστευόταν τον Κατηγορούμενο και ως φίλο της είχε πει ότι θα περιμένει να λάβει αυτά τα χρήματα. Σε συνέχεια της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου για το εκ πρώτης όψεως στάδιο με την οποία κάλεσε σε απολογία τον Κατηγορούμενο αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2 και 3 αυτός επέλεξε όπως δώσει μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι γνωρίζει την παραπονούμενη η οποία ήταν υπάλληλος του και σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει σήμερα σημείωσε ότι πάντοτε κατέβαλε τους μισθούς της και της ζητείτο να υπογράφει όταν πληρωνόταν. Κατά την τελευταία ημέρα που θα έπρεπε να πληρωθεί ο Κατηγορούμενος είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον λογιστή του ο οποίος τον ενημέρωσε για το ακριβές ποσό που θα έπρεπε να την πληρώσει, το ανέγραψε πάνω σε απόδειξη και την έβαλε να την υπογράψει αναγνωρίζοντας ότι το έγγραφο της απόδειξης αυτής στο οποίο αναφερόταν ήταν το Τεκμήριο 5 το οποίο υπογράφηκε από την ίδια την παραπονούμενη ήταν συμπληρωμένο και της δόθηκαν και τα χρήματα του ποσού που αναγράφονταν σε αυτή ευχαριστώντας μάλιστα τον Κατηγορούμενο για την συνεργασία που είχαν. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά απουσίας της παραπονούμενης από την εργασία της παρόλα αυτά όπως σημείωσε και μετά που ο ίδιος είχε επικοινωνία με την κόρη της προχώρησε και κατέβαλε την σχετική εισφορά των Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθώς και τον μισθό της για την περίοδο που απουσίαζε γιατί γνώριζε την δύσκολη οικονομική της κατάσταση. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι παρέλαβε οποιοδήποτε γράμμα από την παραπονούμενη που αφορούσε την πρόθεση της να αποχωρήσει από την εργασία της ενώ επανέλαβε τη θέση που εξέφρασε και νωρίτερα ότι για κάθε μήνα που πληρωνόταν της ζητείτο να υπογράφει το σχετικό δελτίο που αφορούσε την μισθοδοσία που εν τέλει δόθηκε προ λίγο καιρό στην Επιθεωρήτρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων όμως δεν είχε παραδοθεί εξ αρχής κατά το στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης όταν του είχε ζητηθεί. Ο ίδιος ως ανέφερε εργοδοτεί τα τελευταία 30 χρόνια υπαλλήλους και ουδέποτε είχε αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα ούτε και είχε αφήσει απλήρωτες τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Η Παραπονούμενη ως ανέφερε ήταν η ίδια που αποφάσισε να φύγει από την εργασία της χωρίς να τον ενημερώσει για τον λόγο που ήθελε να αποχωρήσει ή να του εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο, επαναλαμβάνοντας ότι κανένα ποσό δεν οφείλετε στην παραπονούμενη ούτε βεβαίως ως ανέφερε αυτή εξαναγκάστηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 5 το οποίο της ζητήθηκε να υπογραφεί μετά από επικοινωνία που είχε με τον Λογιστή του έτσι ώστε να την πλήρωνε. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε για το τι ακριβώς αφορούσε η πληρωμή της παραπονούμενης κατά την τελευταία ημέρα που αυτή θα έφευγε από την εργασία τους, αν αυτό το ποσό αφορούσε άδειες, τον μισθό της και ποιο συγκεκριμένο μισθό με τον μάρτυρα να απαντά ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς ήταν μάλλον η άδεια της και οφειλόμενη μισθοδοσία των μηνών πριν αποχωρήσει. Είχε ως σημείωσε ρωτήσει τον λογιστή του για να του τα βγάλει και ο ίδιος όταν δύο ημέρες προηγουμένως τον είχε ενημερώσει η παραπονούμενη ότι θα έφευγε της είχε ζητήσει να περιμένει δύο ημέρες για να του έλεγε ο λογιστής τι ακριβώς της οφείλετο όπως και έγινε και εν τέλει της ζητήθηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 5 και πληρώθηκε πριν αποχωρήσει. Ερωτηθείς γιατί τότε να προχωρήσει στην υποβολή παραπόνου ο μάρτυρας απάντησε ότι είναι θέμα χαρακτήρα σημειώνοντας ότι πρόκειτο για πρόσωπο το οποίο δημιουργούσε προβλήματα στην εργασία αφού μπορούσε ως χαρακτηριστικά ανέφερε ακόμα και να τσακωθεί με τους πελάτες του καταστήματος γιατί πάτησαν μέσα στα σφουγγαρισμένα ενώ ο μόνος λόγος που συνέχιζε να την κρατά στην εργασία της ήταν γιατί την λυπόταν τόσο ο ίδιος όσο και η μητέρα του. Επιβεβαίωσε επίσης ότι όταν αυτή πληρωνόταν υπόγραφε το σχετικό δελτίο στο βιβλίο πληρωμών ενώ ο λόγος που της ζητήθηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 5 ήταν διότι η εργοδότηση της θα τερματιζόταν με τον ίδιο να της δίνει αντίγραφο του Τεκμηρίου 5 και να την πληρώνει το αναγραφόμενο στην απόδειξη ποσό. Ερωτηθείς γιατί τότε αφού υπήρχε εξ αρχής η συγκεκριμένη απόδειξη που επιβεβαίωνε ότι η παραπονούμενη ήταν πληρωμή δεν την παρουσίασε στην Επιθεωρήτρια όταν ενημερώθηκε για την υποβολή του παραπόνου και όταν του είχε ζητηθεί ο ίδιος σημείωσε ότι από την στιγμή που είχε την απόδειξη και ήταν κατοχυρωμένος ότι την είχε πληρώσει δεν ήθελε να εμπλακεί ενώ δεν συμφώνησε με την θέση που του υποβλήθηκε ότι το Τεκμήριο 5 υπογράφηκε από την παραπονούμενη εν λευκώ και πριν αυτό συμπληρωθεί, ενώ στην ουσία συμπληρώθηκε μετά που η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την θέση αναληθώς ότι η παραπονούμενη είχε πληρωθεί με τον ίδιο να υποστηρίζει ότι κανένας λογικός άνθρωπος δεν προχωρεί στην υπογραφή ενός λευκού χαρτιού. Ο ίδιος τέλος ανάφερε ότι στα 30 χρόνια που διατηρεί την επιχείρηση του δεν ξεγέλασε ποτέ κανένα ούτε προμηθευτές του, ούτε υπαλλήλους του ή άλλες υποχρεώσεις του και είναι πολύ τυπικός άνθρωπος. Αγορεύσεις των Μερών: Ο κ.Προδρόμου αγορεύοντας για λογαριασμό της Κατηγορούσας Αρχής προέβηκε σε μια ιστορική αναδρομή της ψήφισης του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 και την σπουδαιότητα αυτού σε σχέση με την ελάχιστη προστασία που αυτός παρέχει αναφορικά με το δικαίωμα στο μισθό προς τους εργοδοτούμενους. Σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση ήταν η θέση του ότι η απόδειξη που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά κατά την ακρόαση της υπόθεσης ήτοι το Τεκμήριο 5 και η οποία σύμφωνα με την υπεράσπιση αποτελεί επιβεβαίωση ότι το σύνολο των ποσών που περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1, 2 και 3 είχαν πληρωθεί από τον εργοδότη είναι στην ουσία κατασκευασμένο έγγραφο αφού ως ήταν η θέση της παραπονούμενης αυτό παρόλο που υπογράφηκε από την ίδια όταν αυτό έγινε το συγκεκριμένο έγγραφο ήταν ασυμπλήρωτο με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να εξασφαλίσει την υπογραφή της παραπονούμενης επί αυτού και το οποίο μάλιστα στην συνέχεια χρησιμοποίησε συμπληρώνοντας το και αναληθώς να υποστηρίζει σήμερα ότι το έγγραφο αυτό επιβεβαιώνει ότι το σύνολο του οφειλόμενου μισθού και αδειών έχει πληρωθεί προς την παραπονούμενη. Μάλιστα υποστήριξε την θέση του αυτή σε δύο κύρια κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο γεγονότα. Το μεν πρώτο στο γεγονός ότι αν πράγματι υπήρχε εξ αρχής τέτοιο έγγραφο στα χέρια του κατηγορούμενου τότε γιατί δεν το παρουσίασε εξ αρχής στην Επιθεωρήτρια που ανέλαβε την διερεύνηση του παραπόνου πράγμα το οποίο δεν έγινε παρά το γεγονός ότι του είχε ζητηθεί κατά την ενημέρωση του για την υποβολή του παραπόνου με το έγγραφο αυτό να εμφανίζεται εν τέλει για πρώτη φορά κατά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Το δε δεύτερο αφορά ως υποστήριξε ο συνήγορος την απάντηση που έδωσε κατά την αντεξέταση του όταν ερωτήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για το τι αφορούσε το ποσό που αναγραφόταν στην απόδειξη Τεκμήριο 5 και η οποία δεν αναφερόταν στην οφειλόμενη μισθοδοσία των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2017 αλλά στην οφειλή τελευταίων μηνών πριν την αποχώρηση της παραπονούμενης. Ως εκ τούτου ήταν η θέση του κ.Προδρόμου ότι ο Κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο και κατ επέκταση δεν έχει αποσύσει το βάρος που έφερε στους ώμους του για να αποδείξει ότι οι επίδικες μισθοδοσίες έχουν πληρωθεί συνεπώς αυτός θα πρέπει να κριθεί ένοχος στην 1η, 2η και 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ο κ.Γαβριηλίδης από την άλλη αγορεύοντας για λογαριασμό του Κατηγορούμενου τόνισε την ύπαρξη του Τεκμηρίου 5 που η ίδια η παραπονούμενη αναγνώρισε ως έγγραφο το οποίο έφερε την υπογραφή της και εισηγήθηκε ότι ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι το είχε υπογράψει κάτω από συνθήκες πίεσης και εν λευκώ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Μάλιστα σημείωσε ότι κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα προχωρούσε να βάλει την υπογραφή του σε ένα κενό έγγραφο το οποίο ο οποιοσδήποτε στην συνέχεια θα μπορούσε να συμπληρώσει με το οτιδήποτε. Ο πελάτης του το μόνο που είχε να πράξει στην υπό εξέταση υπόθεση ήταν να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία ότι έχει καταβάλει τις επίδικες μισθοδοσίες προς την παραπονούμενη και το οποίο ως εισηγήθηκε έχει ικανοποιήσει συνεπώς αυτός θα πρέπει να αθωωθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση & Ευρήματα: Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.α.
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Η ΜΚ1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ούτως η άλλως η εμπλοκή της στην υπόθεση σχετιζόταν με την θέση την οποία κατείχε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας αφού ήταν και το πρόσωπο που παρέλαβε και χειρίστηκε το παράπονο που αφορά την υπό εξέταση υπόθεση το οποίο αποτύπωσε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό και τις ενέργειες στις οποίες η ίδια προέβηκε. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία της στο βαθμό που αφορά την δική της εμπλοκή και ενέργειες στις οποίες προέβηκε για την διερεύνηση του παραπόνου καθώς και σε σχέση με τα έγγραφα που ετοίμασε, συνέλεξε ή παρέλαβε καθώς και στα όσα η ίδια ανέφερε για την απευθείας επικοινωνία που η ίδια είχε τόσο με την Παραπονούμενη όσο και με τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία της. Η ΜΚ2 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η κατάληξη μου αυτή προέκυψε μέσα από προσεκτική μελέτη τόσο των όσων η ίδια ανέφερε κατά την μαρτυρία της όσο και από την συνολική συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από υπερβολές, αντιφάσεις αλλά και θέσεις γεγονότων τα οποία παρουσίασε που δεν μπορούν να σταθούν ούτε στο βάσανο της κοινής λογικής. Καταρχάς θα ξεκινήσω με την γενικότερη εντύπωση που έδωσε προς το Δικαστήριο κατά την παράθεση της μαρτυρίας της τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση. Παρά τα προβλήματα που φαίνεται να υπήρχαν για την από μέρους της μάρτυρας κατανόηση της διαδικασίας που θα έπρεπε να ακολουθείτο με τις ερωτήσεις που της γίνονταν με την βοήθεια μάλιστα μεταφραστή η μάρτυρας τελούσε σε συνεχή σύγχυση και έπρεπε να της γίνονται επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις αλλά και υποδείξεις του Δικαστηρίου για να μπορέσει εν τέλει να απαντά στα ερωτήματα που της τίθεντο είτε από πλευράς του ευπαίδευτου δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής είτε της Υπεράσπισης. Γενικά ήταν πολύ δύσκολη η παρακολούθηση της μαρτυρίας της και από το ίδιο το Δικαστήριο αφού αυτή δεν είχε οποιαδήποτε συνοχή ή συνέχεια με την μάρτυρα να παρουσιάζεται συνεχώς νευρική, απότομη και οξύθυμη. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι έφυγε από την εργασία της ημέρα Δευτέρα μέσα στον Σεπτέμβριο 2018 γιατί την επόμενη ημέρα το μαγαζί ήταν κλειστό αφού τις Τρίτες δεν δούλευε στην συνέχεια κατά την αντεξέταση της και σε ερωτήσεις που της έγιναν αναφορικά με το Τεκμήριο 5 (πρώην Τεκμήριο Α προς αναγνώριση) ανέφερε ότι εν τέλει η τελευταία ημέρα που είχε δουλέψει ήταν στις 02.09.2018 που σύμφωνα με το ημερολόγιο του έτους 2018 ήταν ημέρα Κυριακή και όχι Δευτέρα ως αρχικά ανέφερε. Σε σχέση με την ύπαρξη του Τεκμηρίου 5 σημειώνεται εξ αρχής ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί ως αληθή την στάση την οποία η μάρτυρας κράτησε. Παρά το γεγονός ότι η ίδια αποδέχτηκε ότι το έγγραφο αυτό έφερε την υπογραφή της υποστήριξε την θέση ότι αυτό υπογράφηκε από την ίδια όταν ήταν ασυμπλήρωτο δεχόμενη μάλιστα πιέσεις από τον Κατηγορούμενο και θεωρώντας ότι υπογράφει αυτό όπως και πολλά άλλα παρόμοια του ως ανέφερε που συνήθιζε και πάλι να υπογράφει εν λευκώ μετά από πιέσεις και πάλι του Κατηγορούμενου. Μάλιστα όταν ερωτήθηκε για να περιγράψει το είδος των πιέσεων αυτών ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έβγαζε τα γυαλιά του και την πένα του και της ζητούσε να υπογράψει το έγγραφο λέγοντας της ότι δεν θα την αδικούσε με την ίδια να απαντά υπό τύπου αστείου ότι υπόγραφε για την ζωή της. Οι πιο πάνω θέσεις της παραπονούμενης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο γιατί δεν μπορούν να αντέξουν ούτε το βάσανο της κοινής λογικής. Η κατ ισχυρισμό στάση πίεσης του Κατηγορούμενου ως αυτή έτυχε περιγραφής από την Παραπονούμενη ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί πίεση οποιασδήποτε τέτοιας μορφής που να εξαναγκάζει την Παραπονούμενη ενήλικο πρόσωπο να προχωρεί στην υπογραφή χωρίς την συγκατάθεση της ή μετά από κατ ισχυρισμό ασκηθείσα πίεση λευκών εγγράφων τα οποία μάλιστα μπορούσαν στην συνέχεια να τύχουν οποιασδήποτε χρήσης και για οποιοδήποτε σκοπό. Μάλιστα η ίδια η απάντηση που έδινε η Παραπονούμενη προς τον Κατηγορούμενο υπό τύπου αστείου ως χαρακτηριστικά ανέφερε όχι μόνο υποδηλώνει αλλά καταδεικνύει περίτρανα ότι καμία άσκηση πίεσης δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα με τον τρόπο που η Παραπονούμενη υποστήριξε ότι υπήρχε και συνεπώς η θέση την οποία παρέθεσε αναφορικά με την ύπαρξη του Τεκμηρίου 5 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επιπρόσθετα και η αναφορά της μάρτυρας ότι ο Κατηγορούμενος διέλυσε το μαγαζί και ήταν οξύθυμος όταν του ζήτησε τα χρήματα της κρίνεται υπό τις περιστάσεις εξωφρενική και δεν θα ήταν υπερβολή να αναφερθεί ότι αυτή έτυχε χρησιμοποίησης από την παραπονούμενη με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση της δηλαδή ότι επρόκειτο για αδικημένο πρόσωπο προς το οποίο δεν της καταβλήθηκαν οι επίδικες μισθοδοσίες θέση την οποία το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αληθή. Συνεπώς για το σύνολο των λόγων που ανέφερα ανωτέρω δεν είμαι διατεθειμένος να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της παραπονούμενης την οποία δεν έχω άλλη επιλογή από το να κρίνω ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Ο Κατηγορούμενος από την άλλη άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η γενική εικόνα που έδωσε κατά την μαρτυρία του τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση ήταν ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα αληθή γεγονότα και ήταν σταθερός στις απαντήσεις που έδιδε. Σε σχέση με τις επίδικες κατηγορίες ο μάρτυρας κατά τρόπο σαφή απάντησε ότι στις 02.09.2018 παρέδωσε στην Παραπονούμενη το χρηματικό ποσό που αναγράφεται επί του Τεκμηρίου 5 και το οποίο στην συνέχεια υπογράφηκε από την Παραπονούμενη προς πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων της οι οποίες προέκυπταν από την εργοδότηση. Ο κ.Προδρόμου υποστήριξε την θέση ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως αξιόπιστος μάρτυρας αφού σύμφωνα με την ΜΚ1 και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 όταν η Επιθεωρήτρια επικοινώνησε μαζί του αυτός το μόνο που ανέφερε ήταν ότι η παραπονούμενη δεν εργαζόταν όλες τις ώρες που ισχυρίζεται αλλά λιγότερες και δεν προέβαλε τον ισχυρισμό ότι την είχε πληρώσει θέση την οποία προωθεί η υπεράσπιση σήμερα. Η θέση αυτή όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού εξετάζονταν την κυρίως εξέταση της ΜΚ1 διαπιστώνεται ότι σε σχετική ερώτηση που της τέθηκε από τον κ.Προδρόμου αν αυτή μίλησε με τον Κατηγορούμενο στο στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης και αν θυμόταν αν της είχε πει κατά πόσον κατέβαλε τους μισθούς η μάρτυρας απάντησε ότι είχε ισχυριστεί ότι τους κατέβαλε αλλά δεν προσκόμισε αποδεικτικό της καταβολής. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος είχε προβάλει εξ αρχής την θέση αυτή κατά την διερεύνηση της υπόθεσης παρά το γεγονός ότι δεν παρουσίασε το Τεκμήριο 5 εξ αρχής και το οποίο υπενθυμίζεται ότι έχει υπογραφεί από την Παραπονούμενη. Ούτως η άλλως υπενθυμίζεται ότι η παράλειψη του να προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα μεταξύ άλλων και το Τεκμήριο 5 οδήγησε τον Κατηγορούμενο να αντιμετωπίζει επιπρόσθετες κατηγορίες στο υπό εξέταση κατηγορητήριο και τις οποίες έχει παραδεχτεί και δεν θεωρώ λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το γεγονός ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης δεν έγινε αποδεκτή ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ως μη αξιόπιστος μάρτυρας. Επιπρόσθετα ο κ.Προδρόμου υποστήριξε και την θέση ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστος μάρτυρας και από το γεγονός ότι σε ερώτηση που του έγινε κατά την αντεξέταση να εξηγήσει και να αναλύσει το τι ακριβώς αφορούσε η αναγραφή του ποσού των €1.338,24 επί του Τεκμηρίου 5 αυτός απάντησε ότι αφορούσε υπόλοιπο μισθοδοσίας για τον μήνα πριν η παραπονούμενη αποχωρήσει από την εργασία της χωρίς να αναφέρει ότι επρόκειτο για τα υπόλοιπα των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2017 ως το σχετικό παράπονο. Καταρχάς σημειώνω ότι με βάση τα πρακτικά του Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος πράγματι δεν ανέφερε ότι το ποσό αυτό αφορά τους συγκεκριμένους μήνες, ανέφερε στην ουσία ότι αφορούσε την άδεια της παραπονούμενης και οφειλόμενη μισθοδοσία περιόδου πριν την αποχώρηση της από την εργασία όμως δήλωσε ότι δεν ήταν σίγουρος ακριβώς και δεν μπορούσε να θυμηθεί λόγω και της παρέλευσης χρόνου. Επανέλαβε ότι για το ζήτημα των εκκρεμοτήτων είχε επικοινωνία με τον λογιστή του ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που τον ενημέρωσε για το τι ακριβώς οφείλετο. Συνεπώς δεν θεωρώ υπό τις περιστάσεις ότι η μη δυνατότητα του να αναφέρει κατά την αντεξέταση του επακριβώς για το τι αφορούσε το ποσό επί του Τεκμηρίου 5 συνιστά λόγο μη αποδοχής της μαρτυρίας του αφού η γενικότερη εικόνα που εξέλαβε το Δικαστήριο σε σχέση με τον μάρτυρα αυτό ήταν πολύ καλή. Εξάλλου και η θέση του εξ αρχής ήταν ότι το τι ακριβώς οφείλετο στην Παραπονούμενη ήταν κάτι για το οποίο ο ίδιος δεν είχε ακριβή γνώση και το ζήτημα αυτό το ανέλαβε ο λογιστής του ο οποίος θα διενεργούσε τον σχετικό έλεγχο και θα τον πληροφορούσε σχετικά. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και τους λόγους που έχω παραθέσει αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας υπόψη την αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν την υπόθεση: Ο κατηγορούμενος είναι επιχειρηματίας στον χώρο της εστίασης τα τελευταία 30 χρόνια και διατηρεί επιχείρηση εστιατορίου - take away γνωστό με την ονομασία xxx εντός της Επαρχίας Λεμεσού. Κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2017 με Σεπτεμβρίου 2018 η Παραπονούμενη εργοδοτήθηκε στην επιχείρηση του Κατηγορούμενου με καθήκοντα μεταξύ άλλων του καθαρισμού και της ετοιμασίας φαγητού για 6ήμερη πλήρη απασχόληση αφού η επιχείρηση κάθε Τρίτη ήταν κλειστή. Μεταξύ Κατηγορούμενου και Παραπονούμενης συμφωνήθηκε όπως η τελευταία λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €800 όμως επειδή για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2017 ο Κατηγορούμενος είχε καταβάλει προς την παραπονούμενη μόνο το ποσό των €500 μηνιαίως η Παραπονούμενη από τον Νοέμβριο του 2017 αποφάσισε να μειώσει τις ώρες απασχόλησης της σε πέντε ώρες την ημέρα και ελάμβανε προς το σκοπό αυτό το ποσό των €150 την εβδομάδα. Η Παραπονούμενη για το σύνολο της περιόδου απασχόλησης της στην επιχείρηση του Κατηγορούμενου δικαιούτο σε 24 ημέρες ετήσιας άδειας που δεν χρησιμοποίησε συνεπώς κατά τον τερματισμό της απασχόλησης της δικαιούτο σε πληρωμή του ποσού των €738,24 καθώς και του ποσού των €300 ως υπόλοιπο μισθοδοσία για τον μήνα Σεπτέμβριο 2017 καθώς και του ποσού των €300 ως υπόλοιπο μισθοδοσίας για τον μήνα Οκτώβριο 2017. Στις 02.09.2018 η παραπονούμενη παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €1.338,24 σε μετρητά υπογράφοντας ταυτόχρονα σχετική απόδειξη ήτοι το Τεκμήριο 5 στο οποίο μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι λαμβάνει το ποσό αυτό δια ''.full amount for employment termination..'' και με το οποίο εξοφλείτο πλήρως τόσο τα υπόλοιπα μισθοδοσίας για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2017 όσο και οι 24 ημέρες ετήσιας άδειας που δεν είχε χρησιμοποιήσει. Νομική Πτυχή Κατηγοριών: Κατηγορίες 1 και 2 αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό μη πληρωμή υπόλοιπο μισθού προς την εργοδοτούμενη από τον εργοδότη: Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της μη πληρωμής μισθού σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό. Το άρθρο 9
(1)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35
(1)/2007, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής «ο Νόμος») διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «9. -
(1)Η συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» Στο δε ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, οι έννοιες «εργοδοτούμενος» και «μισθός» καθορίζονται ως εξής: «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας· "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·» Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό τους, τα καθιερωθέντα, δια του Ν.35(Ι)/2007, αδικήματα αποτελούν αδικήματα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό τους ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασής τους, είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή, τουλάχιστον, την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Στις περιπτώσεις αδικημάτων ως τα θεσπισμένα διά του Ν.35(Ι)/2007 το στοιχείο της ένοχης διάνοιας / εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής των μισθών. Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι. Γίνεται παραπομπή, για ανάλογη εφαρμογή, στην απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235 της οποίας αντικείμενο ήσαν αδικήματα θεσπισμένα δια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.41/1980)και δια του περί Εκτάκτου Εισφοράς δια την Άμυνα Νόμου (Ν.5/1985). Το Εφετείο απέρριψε την θέση του εφεσείοντος «ότι δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) λόγω της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του» (Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω)). Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, διεπίστωσε, μεταξύ άλλων, πώς η οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου να καταβάλει τις οφειλόμενες εισφορές του δεν αναιρούσε την εγκληματική πρόθεσή του (mens rea) και ούτε αφαιρούσε, από την επίδικη παράλειψη, τον αξιόποινο χαρακτήρα της. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω): «Η ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) αποτελεί κατά το κοινό δίκαιο συστατικό στοιχείο του κάθε εγκλήματος. Η εγκληματική πρόθεση συνίσταται στην νοητική διάθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει εκείνο το οποίο ο νόμος απαγορεύει, συνδέεται με την εκδήλωση της πρόθεσης με πράξη ή παράλειψη και όχι με το κίνητρο για την πράξη ή την επίδειξη αμέλειας. Ούτε εξομοιώνεται ευθέως η εγκληματική πρόθεση με ηθελημένη αντιστράτευση των σκοπών του νόμου. Ο κανόνας για την ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης υπόκειται σε εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως κανονιστικές διατάξεις της νομοθεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων ... στην προκείμενη περίπτωση το νοητικό στοιχείο για την διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπουν τα άρθρα 80
(1)του Ν.41/80 και 13
(1)του Ν.5/85 συναρτούν την διάπραξη του εγκλήματος με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια όχι με τους λόγους της παράλειψης ή της αμέλειας. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά: «Unless the intention to cause a particular result is expressly declared to be an element of the offence constituted, in whole or part, by an act or omission, the result intended to be caused by an act or omission, is immaterial ... Συνεπώς ότι πρέπει να μας απασχολήσει ... είναι αν ο εφεσείων βαρύνεται με την παράλειψη καταβολής οφειλομένων εισφορών» Επιπλέον, η εκ μέρους εργοδότη παραβίαση υποχρεώσεών του έναντι του εργοδοτουμένου, θεσπισμένων δια του Ν.35(Ι)/2007, δυνατόν να συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο, σε περίπτωση καταδίκης, με ποινή φυλάκισης έως και έξι μήνες και/ή με χρηματική ποινή έως και €15.000 (άρθρο 20). Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, στα πλαίσια της οποίας ο παραπονούμενος δικαιούτο να λάβει μισθό. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού, σύμφωνα με το άρθρο 12
(3)του Νόμου, αυτό το φέρει ο εργοδότης. Συγκεκριμένα το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης.» Το πιο πάνω αναφερόμενο εδάφιο 3 του άρθρου 12, προστέθηκε στο Νόμο με την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.200
(1)/2012 στις 28.12.12. Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ. 332). Στην υπόθεση Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, ECLI:CY:AD:2018:B268, Ποιν. Έφ. αρ. 138/2017, ημερ. 4.7.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή Λιάτσο αναφορικά με το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού σε εργοδοτούμενο: ''Σκοπός βεβαίως θέσπισης του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση. Υπό το πρίσμα αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το άρθρο 12
(3)του Νόμου προβλέπει περί μετάθεσης του βάρους απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη. ..... Κατ΄ αρχάς δεν τελεί υπό αμφισβήτηση ότι η πλευρά του Παραπονούμενου - Εφεσείοντα απέσεισε το βάρος που είχε προς απόδειξη ύπαρξης σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου σε σχέση με τις περιόδους που αφορούσαν οι κατηγορίες. Όπως επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο ότι για το εν λόγω διάστημα δικαιούτο σε καταβολή μισθών από την Κατηγορούμενη εταιρεία - Εφεσίβλητη, μισθοί, που όπως προέβαλλε, δεν του καταβλήθηκαν. Αλλωστε, το γεγονός ότι η Εφεσίβλητη κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι είχε αποδειχθεί επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση, επιβεβαίωνε ότι η πλευρά του Εφεσείοντα είχε αποσείσει το βάρος που έφερε, υπό το φως των κατηγοριών που κάλυπτε το κατηγορητήριο. Η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής έσφαλε στην προσέγγισή της ότι ο Παραπονούμενος - Εφεσείων όφειλε και να αποδείξει ότι οι μισθοί ήταν ή όχι οφειλόμενοι. Κάτι τέτοιο - η αυστηρή δηλαδή απόδειξη, ουσιαστικά, ότι οι μισθοί δεν καταβλήθηκαν - θα καθιστούσε κενή περιεχομένου και θα αντιστρατευόταν τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 12
(3), η οποία εναποθέτει το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη. Υπό τις συνθήκες λοιπόν, κατ΄ ακολουθία και του άρθρου 12
(3)του Νόμου, ο εργοδότης - Εφεσίβλητη έφερε πλέον το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού στον εργοδοτούμενο - Εφεσείοντα. Προσθέτουμε ότι η εκ του νόμου, άρθρο 12
(1)
(2), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών εργοδοτουμένων.'' Κατηγορία 3 αναφορικά με την κατ ισχυρισμό μη καταβολή στην εργοδοτούμενη ετήσιας άδειας που δεν χρησιμοποιήθηκε: Το άρθρο 8
(2)του Περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμος του 2002 (63(I)/2002) που τιτλοφορείται "Ετήσια Άδεια" και περιλαμβάνεται στη νομική βάση της 3ης Κατηγορίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «8.—
(1)Όλοι οι εργαζόμενοι δικαιούνται σε ετήσια άδεια με αποδοχές τουλάχιστο τεσσάρων εβδομάδων σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει η νομοθεσία ή οι συλλογικές συμβάσεις ή/και η πρακτική για την απόκτηση του δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.
(2)Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.» Επίσης το άρθρο 19 του Ν. 63(Ι)/2002 που τιτλοφορείται ''Κυρώσεις'' διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «19. Εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή σε πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές μαζί.» Συμπεράσματα: Στην υπό εξέταση υπόθεση και παρά την απόρριψη της μαρτυρίας της παραπονούμενης ως αναξιόπιστη δεν αμφισβητείται ότι η σχέση μεταξύ Κατηγορούμενου και Παραπονούμενης ήταν αυτή του εργοδότη και εργοδοτουμένης, ούτε βεβαίως και στο γεγονός ότι η παραπονούμενη συμφώνησε να εργοδοτηθεί στην επιχείρηση του Κατηγορούμενου για να λαμβάνει μισθό, μέρος του οποίου ισχυρίστηκε μέσω του παραπόνου της ότι δεν έχει λάβει. Στη βάση λοιπών των ανωτέρω και των αποφασισθέντων στην Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, ECLI:CY:AD:2018:B268, Ποιν. Έφ. αρ. 138/2017, ημερ. 4.7.2018 από την στιγμή που ενυπάρχουν τα πιο πάνω στοιχεία στην υπόθεση το βάρος απόδειξης πληρωμής της επίδικης μισθοδοσίας σύμφωνα και με το άρθρο 12
(3)του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν.35(Ι)/2007εναποτίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου και το οποίο μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Από την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως περιγράφονται ανωτέρω έχω αποδεχτεί ότι ο Κατηγορούμενος στις 02.09.2018 προχώρησε στην πληρωμή προς την παραπονούμενη του συνολικού ποσού των €1.338,24 προς εξόφληση των ποσών που αφορούν την 1η, 2η και 3η κατηγορία και το οποίο ποσό έλαβε η Παραπονούμενη υπογράφοντας μάλιστα και σχετική απόδειξη ήτοι το Τεκμήριο 5. Συνεπώς από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του ότι οι επίδικες μισθοδοσίες και άδειες έχουν καταβληθεί και κατ επέκταση αυτός θα πρέπει αναπόφευκτά να αθωωθεί και απαλλαχθεί από την 1η, 2η και 3η κατηγορία. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η, 2η και 3η κατηγορία. Σε σχέση δε με τις κατηγορίες 4, 5 και 6 τις οποίες ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας θα προχωρήσω με την επιβολή ποινών. (Υπ.) ............................................ N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο