← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΚΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4523/20, 9/4/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΚΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 4523/20, 9/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4523/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν XXXXXXΧ ΜΑΚΡΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 09.04.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Αραούζος Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και άρθρα 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Παράβαση σήματος τροχαίας, κατά παράβαση των Καν.58

(2)(δ) και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή έχουν ως ακολούθως: Η υπόθεση αφορά θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής xxx 530 το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, από τώρα και στο εξής «το αυτοκίνητο», και την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής xxx 544 η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο από το θύμα, από τώρα και στο εξής «η μοτοσικλέτα». Το επίδικο δυστύχημα έλαβε χώρα επί της Λεωφόρου Νίκου και Δέσποινας Παττίχη, από τώρα και στο εξής «η Λεωφόρος Παττίχη». Από το επίδικο δυστύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ενώ ο Κατηγορούμενος δεν υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό. Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου είναι η εταιρεία xx xxxxx xxxxx LTD. Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας ήταν το θύμα. Στις 11/01/2019 και περί ώρα 17:55 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο επί της Λεωφόρου Παττίχη στην Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση τηρώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Η Λεωφόρος Παττίχη είναι τετραπλής κατεύθυνσης. Αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας για οχήματα που κινούνται με βόρεια κατεύθυνση και δύο λωρίδες κυκλοφορίας για οχήματα που κινούνται με νότια κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις - βόρεια και νότια - διαχωρίζονται με άσπρη συνεχή γραμμή. Ενώ ο Κατηγορούμενος κατευθυνόταν βόρεια επιχείρησε στροφή δεξιά με πρόθεση να εισέλθει εντός της οδού Χριστοφή Εργατούδη, η οποία είναι πάροδος της Λεωφόρου Παττίχη, χωρίς προηγουμένως να σταματήσει και παραβιάζοντας, αφενός, σήμα τροχαίας - πινακίδα - το οποίο απαγόρευε την στροφή δεξιά, αφετέρου, την προαναφερόμενη άσπρη συνεχή γραμμή. Αποτέλεσμα της πιο πάνω ενέργειάς του Κατηγορούμενου ήταν να ανακόψει την ελεύθερη πορεία της μοτοσικλέτας η οποία οδηγείτο εξ αντιθέτου και με νότια κατεύθυνση επί της Λεωφόρου Παττίχη και να συγκρουσθεί βίαια με αυτήν. Από την σύγκρουση το θύμα εκσφενδονίστηκε καταλήγοντας στην άσφαλτο. Ασθενοφόρο το οποίο κλήθηκε έφθασε αμέσως στην σκηνή και συγκεκριμένα περί τις 18:
  1. Του ασθενοφόρου επέβαινε ως πλήρωμα η νοσηλευτική λειτουργός Νάταλι xxxxxxxx η οποία φθάνοντας στην σκηνή του δυστυχήματος είδε το θύμα πεσμένο ανάσκελα μέσα στον δρόμο και χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος ασφαλείας στο κεφάλι του. Παρευρισκόμενοι στην σκηνή του δυστυχήματος της ανέφεραν ότι το κράνος το είχαν αφαιρέσει από το κεφάλι του θύματος κάποιοι άγνωστοι πριν την άφιξή της. Η νοσηλευτική λειτουργός παρατήρησε επίσης, ότι το θύμα είχε αιμορραγία από το στόμα και επιπρόσθετα έβγαζε φαγητό. Επίσης έβγαζε αίμα τόσο από τα αυτιά όσο και από την μύτη. Διαπίστωσε ακόμα ότι το θύμα έφερε θλαστικό τραύμα στο κεφάλι και εμφανή κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού. Η λειτουργός ακινητοποίησε το θύμα και παράλληλα διαπίστωσε ότι ήταν χωρίς αναπνοή, χωρίς παλμό και οι κόρες οφθαλμού του ήταν διεσταλμένες και δεν αντιδρούσαν στο φως. Παρασχέθηκαν στο θύμα οι Α' βοήθειες στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατό μέχρι την μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ακολούθως με την άφιξη του ασθενοφόρου στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού το θύμα παραδόθηκε στην επί καθήκοντι ιατρό Δρ. Χρυσούλα xxxxxxx η οποία διαπίστωσε τον θάνατο του. Η Δρ. xxxxxxx στην συνέχεια εξέδωσε πιστοποιητικό θανάτου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο καιρός ήταν αίθριος και το ασφάλτινο οδόστρωμα στεγνό. Η πινακίδα απαγορευτικού σήματος για στροφή δεξιά βρισκόταν επί του δυτικού πεζοδρομίου της Λεωφόρου Παττίχη πριν από το σημείο της σύγκρουσης και πριν την συμβολή της εν λόγω λεωφόρου με την οδό Χριστοφή Εργατούδη με βόρεια κατεύθυνση. Η ορατότητα του Κατηγορούμενου προς το θύμα ήταν 100 μέτρα από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με βόρεια κατεύθυνση και 120 μέτρα από την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με βόρεια κατεύθυνση, ήτοι την κατεύθυνση που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος. Τόσο αριστερά όσο και δεξιά του δρόμου υπήρχαν πεζοδρόμια επί των οποίων βρίσκονταν εγκατεστημένοι μεταλλικοί πάσσαλοι οδικού φωτισμού οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε λειτουργία. Με τον φωτισμό και από τα παρακείμενα καταστήματα ο φωτισμός στο σημείο του δυστυχήματος ήταν άπλετος. Νοτιοανατολικά της συμβολής της Λεωφόρου Παττίχη με την οδό Χριστοφή Εργατούδη υπήρχε εγκατεστημένος πάσσαλος της ΑΗΚ (αρ.2Β επί του τελικού σχεδιαγράμματος - Τεκμήριο 2) ο οποίος ήταν εκτός λειτουργίας. Η έλλειψη φωτισμού από τον πιο πάνω πάσσαλο δεν επηρέαζε καθόλου την ορατότητα ή τον φωτισμό. Το σημείο που έγινε το επίδικο δυστύχημα ήταν εντός κατοικημένης περιοχής και το όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Το αυτοκίνητο υπέστη αρκετές ζημιές. Συγκεκριμένα προκλήθηκαν ζημιές στην μπροστινή αριστερή γωνιά του προφυλακτήρα, στο μπροστινό αριστερό φανάρι, στην μπροστινή γρίλια και στο μπροστινό αριστερό φτερό. Στο καπό του υπήρχε βούλωμα και ίχνος τριβής τα οποία προκλήθηκαν από το σώμα του θύματος. Τέλος, θρυμματίστηκε και ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου από την επαφή που είχε το σώμα του θύματος κατά την σύγκρουση. Η μοτοσικλέτα συνεπεία της σύγκρουσης αναφλέγηκε και κάηκε. Το μόνο σημείο από την μοτοσικλέτα που δεν κάηκε ήταν η μπροστινή αεροτομή της μαζί με το φανάρι και την λάμπα της η οποία είχε εκσφενδονισθεί και βρέθηκε στην σκηνή από την οποία παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Επίσης προκλήθηκαν ζημιές στην μοτοσικλέτα. Συγκεκριμένα η μοτοσικλέτα υπέστη ζημιά στον μπροστινό τροχό και στο ραδιατέρ. Οι μπροστινές περόνες, επίσης, στράβωσαν. Την σκηνή επισκέφθηκαν την ίδια μέρα και περί ώρα 18:15 μέλη της Τροχαίας Λεμεσού οι οποίοι βρήκαν την μοτοσικλέτα να βρίσκεται καμένη στην τελική της θέση και τον Κατηγορούμενο παρόντα στην σκηνή. Το αυτοκίνητο μετά την σύγκρουση μετακινήθηκε και βρέθηκε σταθμευμένο εντός της οδού Χριστοφή Εργατούδη. Το θύμα είχε ήδη παραληφθεί από το ασθενοφόρο για την μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο Αστ. xxxx xxxxx Ματθαίου της Τροχαίας Λεμεσού, ο οποίος είχε αφιχθεί στην σκηνή, υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με μηδενική ένδειξη. Ο πιο πάνω αστυφύλακας με την βοήθεια του Αναπληρωτή Λοχία Παύλου xxxxxxx της Τροχαίας Λεμεσού έλαβε μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής. Στην συνέχεια ο Αστ. xxxx, x. xxxxxx, φωτογράφησε την σκηνή και τα ενεχόμενα οχήματα. Στην συνέχεια διενεργήθηκαν από την Αστυνομία επιτόπιες εξετάσεις για να διαπιστωθεί η ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε το θύμα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Προς εξακρίβωση τούτου διενεργήθηκε αναπαράσταση με την χρήση Αστυνομικής μοτοσικλέτας αφού η μοτοσικλέτα είχε καταστραφεί ολοσχερώς συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος. Η μοτοσικλέτα της Αστυνομίας οδηγήθηκε ενώ τα φώτα πορείας της ήταν αναμμένα ακολουθώντας την ίδια ακριβώς πορεία που ακολουθούσε το θύμα κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή, με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο των Πολεμιδιών προς τα νότια επί της Λεωφόρου Παττίχη. Κατά τον πιο πάνω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η μοτοσικλέτα της Αστυνομίας ήταν ορατή στα 112 μέτρα από την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με βόρεια κατεύθυνση την οποία τηρούσε και ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και στα 100 μέτρα από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με βόρεια κατεύθυνση. Ακολούθως πραγματοποιήθηκε ακριβώς ο ίδιος έλεγχος, αλλά με τα φώτα της Αστυνομικής μοτοσικλέτας σβηστά. Διαπιστώθηκε ότι η ορατότητα δεν είχε μεταβληθεί από το ότι η Αστυνομική μοτοσικλέτα κινείτο με σβηστά φώτα επειδή στην σκηνή του δυστυχήματος υπήρχαν, όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε, εγκατεστημένοι μεταλλικοί πάσσαλοι οδικού φωτισμού οι οποίοι εξέπεμπαν άπλετο φωτισμό. Στις 11/01/2019 λήφθηκε εκ νέου συμπληρωματικός αριθμός φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος τόσο κατά την διάρκεια της νύκτας όσο και κατά την διάρκεια της ημέρας. Φωτογραφήθηκε, μεταξύ άλλων, και το απαγορευτικό σήμα - πινακίδα - για στροφή δεξιά. Σχετικές είναι οι φωτογραφίες με αριθμούς 72-75 και 119-121 από τον Τόμο 2 του Τεκμηρίου
  2. Φωτογραφήθηκε, επίσης, και το προστατευτικό κράνος που έφερε το θύμα. Σχετικές είναι οι φωτογραφίες 57-61 από τον Τόμο 1 του Τεκμηρίου
  3. Τα ενεχόμενα οχήματα μεταφέρθηκαν με ρυμουλκά οχήματα στην Τροχαία Λεμεσού χωρίς να γίνει οποιαδήποτε επέμβαση σε αυτά. Την ίδια ημέρα 11/01/2019 και ώρα 21:25 στην Τροχαία Λεμεσού ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος και αφού του επέστηθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε ότι δεν είχε να πει οτιδήποτε. Στις 12/01/2019 και μεταξύ των ωρών 11:15 με 11:40 στην Τροχαία Λεμεσού λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Στην κατάθεσή του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι μετά από σχετική επικοινωνία και συνεννόηση που είχε με τον δικηγόρο του δεν ήθελε να αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και δήλωσε ότι δεν θα απαντούσε σε ερωτήσεις. Στον Κατηγορούμενο έγινε και επεξήγηση του πρόχειρου σχεδιαγράμματος της σκηνής του δυστυχήματος. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε, όμως, ότι δεν μπορούσε να σχολιάσει οτιδήποτε επί του σχεδιαγράμματος και ότι δεν μπορούσε να το υπογράψει. Επίσης ο Κατηγορούμενος δεν ήθελε να μεταβεί εκ νέου στην σκηνή. Η νομική συμβουλή που είχε λάβει σύμφωνα με τον ίδιο ήταν ότι ό,τι είχε να πει θα το έλεγε στο Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος απολύθηκε της κράτησης του την ίδια ημέρα, 12/01/2019, και ώρα 11:
  4. Στις 14/01/2019 στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού η ιατροδικαστής xxxxxx xxxxxxx διενήργησε την νενομισμένη νεκροτομή στην σορό του θύματος και διαπίστωσε ότι το θύμα έφερε αιμορραγική θλαστική διατομή θωρακικού νωτιαίου μυελού καθώς και θλαστική διατομή θωρακικής αορτής με μεγάλο αιμοθώρακα. Έφερε, επίσης, επιπλεγμένο κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού, δεξιάς κνήμης και περόνης, δεξιού αγκώνα, επιπλεγμένο κάταγμα 12ου θωρακικού σπονδύλου και κατάγματα δεξιών οπίσθιων πλευρών. Ο δεξιός πνεύμονας του θύματος ήταν με πολλαπλές μικροθλάσεις στα οπίσθια τοιχώματα του. Το θύμα έφερε, επίσης, εκδορές στις κνήμες άμφω και στον δεξιό μηρό. Η ιατροδικαστής xxxxxx xxxxxxx κατέληξε ότι ο θάνατος του θύματος προήλθε από «Αιμορραγικό σοκ συνέπεια θλαστικής διατομής θωρακικής αορτής από τροχαίο δυστύχημα». Την ταυτότητα της σορού του θύματος αναγνώρισε ο θείος του Ευάγγελος xxxxxxxx. Κατά την διάρκεια της νεκροτομής η ιατροδικαστής παρέλαβε από την σορό του θύματος δείγμα αίματος και ούρων με σκοπό τον έλεγχο τους ως προς την περιεκτικότητα τους σε αιθυλική αλκοόλη και ναρκωτικά. Σύμφωνα με την έκθεση της Κατερίνας xxxxxx η οποία εργάζεται στο Γενικό Κρατικό Χημείο δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών στο δείγμα αίματος και ούρων που λήφθηκαν από το θύμα. Στις 15/01/19 στην Τροχαία Λεμεσού διενεργήθηκε μηχανικός έλεγχος στο αυτοκίνητο και διαπιστώθηκε ότι αυτό βρισκόταν σε καλή μηχανική κατάσταση. Στις 21/01/2019 και μεταξύ των ωρών 09:33-09:34 στην Τροχαία Λεμεσού επιθεωρήθηκε το φανάρι της μοτοσικλέτας και διαπιστώθηκε ότι αυτό λειτουργούσε, δηλαδή, άναβε κανονικά. Η Βασιλική xxxxxxx, μάρτυρας 3 επί του κατηγορητηρίου, ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. Το αυτοκίνητο της σημειώνεται σταθμευμένο επί του τελικού σχεδιαγράμματος - Τεκμήριο 2 - με το γράμμα Μ
  5. Η πιο πάνω μάρτυρας σε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 11/1/2019 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενώ καθόταν στην θέση του οδηγού και είχε το βλέμμα της στραμμένο προς την οδό Χριστοφή Εργατούδη σε κάποιο σημείο του δρόμου αντιλήφθηκε μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού να οδηγείται στην Λεωφόρο Παττίχη με νότια κατεύθυνση εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Ξαφνικά είδε ένα αυτοκίνητο, τύπου jeep, σκούρου χρώματος, να οδηγείται με βόρεια κατεύθυνση στην Λεωφόρο Παττίχη και να στρίβει απευθείας δεξιά για να εισέλθει στην οδό Χριστοφή Εργατούδη. Αποτέλεσμα της πιο πάνω ενέργειας του οδηγού του αυτοκινήτου ήταν το αυτοκίνητο να συγκρουστεί με την μοτοσικλέτα. Από την σύγκρουση η οποία ήταν σφοδρή ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκσφενδονίστηκε στην άσφαλτο και η μοτοσικλέτα αναφλέγηκε αμέσως μετά. Το ενεχόμενο αυτοκίνητο εν τέλει έστριψε και στάθμευσε στην βόρεια πλευρά της οδού Χριστοφή Εργατούδη. Στις 13/1/2019 η Βασιλική xxxxxxx έδωσε δεύτερη συμπληρωματική κατάθεση στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η σύγκρουση έγινε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η μοτοσικλέτα. Υπέδειξε, μάλιστα, το σημείο στο οποίο το αυτοκίνητο ανέκοψε την πορεία της μοτοσικλέτας (σημείο Χ στο τελικό σχεδιάγραμμα - Τεκμήριο 2). Το δυστύχημα καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του παρακείμενου περιπτέρου «XXXXXXX» το οποίο βρίσκεται στην δυτική πλευρά της Λεωφόρου Παττίχη. Την νύκτα της 11/01/2019 και περί ώρα 20:00 μετά από συγκατάθεση του Νεόφυτου xxxxxxxxx το περιεχόμενο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης παρελήφθη από τον Α/Αστ. xxxxx, Σ. xxxxxxx, μέσω του τεχνικού Κώστα xxxxxxxxxx και μεταφέρθηκε στο Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών της Υ.Π.Ε.Γ.Ε του Αρχηγείου Αστυνομίας για να τύχει επεξεργασίας και για ετοιμασία πιστών αντιγράφων. Το εν λόγω τεκμήριο φυλάχθηκε στην Τροχαία Λεμεσού. Το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης κατέγραψε την σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και, μεταξύ άλλων, την στιγμή που το αυτοκίνητο στρίβει για να εισέλθει στην οδό Χριστοφή Εργατούδη χωρίς να σταματήσει καθόλου με αποτέλεσμα να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με την μοτοσικλέτα και τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν. Κατά τον χρόνο της σύγκρουσης τα ενεχόμενα οχήματα είχαν αναμμένα τα φώτα πορείας τους. Στο τελικό σχεδιάγραμμα - Τεκμήριο 2 - το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου με την μοτοσικλέτα σημειώνεται με το γράμμα X. Στο σημείο που έγινε η σύγκρουση το συνολικό πλάτος του δρόμου είναι 13.60 μέτρα. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας της Λεωφόρου Παττίχη με βόρεια κατεύθυνση έχουν συνολικό πλάτος 6.70 μέτρα. Συγκεκριμένα η λωρίδα κυκλοφορίας πλησίον του δυτικού πεζοδρομίου έχει πλάτος 3.30 μέτρα και η διπλανή λωρίδα πλάτος 3.40 μέτρα. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας για οχήματα που κινούνται με νότια κατεύθυνση έχουν συνολικό πλάτος 6.90 μέτρα. Συγκεκριμένα η λωρίδα κυκλοφορίας πλησίον του ανατολικού πεζοδρομίου έχει πλάτος 3.60 μέτρα και η διπλανή λωρίδα κυκλοφορίας πλάτος 3.30 μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης X απέχει από το στόμιο της οδού Χριστοφή Εργατούδη απόσταση 2.50 μέτρα. Το θύμα βρέθηκε στην θέση που σημειώνεται με το γράμμα Κ επί του τελικού σχεδιαγράμματος - Τεκμήριο
  6. Η απόσταση μεταξύ των σημείων Χ και Κ είναι 7 μέτρα. Το πλάτος της οδού Χριστοφή Εργατούδη είναι 8.00 μέτρα. Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης και έκαστη λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 4.00 μέτρα. Μετά την σύγκρουση ο Κατηγορούμενος ακινητοποίησε το αυτοκίνητο σταθμεύοντας το στο σημείο που σημειώνεται με το γράμμα Α2 επί του τελικού σχεδιαγράμματος - Τεκμήριο 2 - επί της οδού Χριστοφή Εργατούδη. Η απόσταση μεταξύ του σημείου σύγκρουσης X και του σημείου Α2 είναι 26 μέτρα. Η πινακίδα επί της Λεωφόρου Παττίχη που υποδεικνύει ότι απαγορεύεται η στροφή δεξιά βρισκόταν 63 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης με βόρεια κατεύθυνση και η θέση της σημειώνεται επί του τελικού σχεδιαγράμματος - Τεκμήριο
  7. Επίσης στο ύψος της οδού Χριστοφή Εργατούδη υπήρχαν επί του δρόμου τόξα που υποδεικνύουν υποχρεωτική την ευθεία πορεία και εξυπακούονταν ότι η στροφή δεξιά προς την οδό Χριστοφή Εργατούδη απαγορεύονταν. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 60 ετών και το θύμα 36 ετών. Το θύμα ήταν νυμφευμένος και με την σύζυγο του είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, ένα κοριτσάκι 9 ετών και ένα αγοράκι 6 ετών. Διέμεναν στον Ύψωνα της επαρχίας Λεμεσού. Αγορεύοντας ο κύριος Αραούζος για σκοπούς μετριασμού της ποινής ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κύριος Αραούζος ανέφερε ότι η γενεσιουργός αιτία του θανάτου του θύματος ήταν η παράλειψη του Κατηγορούμενου να συμμορφωθεί με το σήμα τροχαίας που απαγόρευε την στροφή δεξιά σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου επί της Λεωφόρου Παττίχη. Σημείωσε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του θύματος. Ο λόγος που ο Κατηγορούμενος δεν συνεργάσθηκε με την Αστυνομία αμέσως μετά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων δεν ήταν γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν θυμόταν οτιδήποτε για να διαφωτίσει την Αστυνομία ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Γι' αυτό και στην κατάθεση που του λήφθηκε από την Αστυνομία ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε. Ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η έλλειψη συνεργασίας από μέρους του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο ψυχικός κόσμος του Κατηγορούμενου είχε διαταραχθεί τόσο που αδυνατούσε να ανακαλέσει στην μνήμη του τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Λόγω της πιο πάνω άσχημης ψυχολογικής κατάστασης που βίωνε ο Κατηγορούμενος λίγες ημέρες μετά το επίδικο δυστύχημα και συγκεκριμένα στις 14/01/19 επισκέφθηκε την ψυχοθεραπεύτρια Άννα xxxxxx η οποία λόγω του ότι διέγνωσε ότι ο Κατηγορούμενος έπασχε από έντονο μετατραυματικό σύνδρομο στρες θεώρησε πρέπον να τον παραπέμψει σε ψυχίατρο. Η Υπεράσπιση παρουσίασε έκθεση της εν λόγω ψυχοθεραπεύτριας ημερομηνίας 26.10.20 (Τεκμήριο 9). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 ο Κατηγορούμενος είναι σε τακτική και συστηματική ψυχοθεραπεία από τον Ιανουάριο του
  8. Παρουσίασε δε τα ακόλουθα συμπτώματα του μετατραυματικού συνδρόμου στρες: (α) συμπτώματα υπερδιέγερσης, όπως άγχος, υπέρταση, αρρυθμίες και κούραση-εξάντληση. Λόγω των πιο πάνω συμπτωμάτων επισκέφθηκε παθολόγο, καρδιολόγο και ψυχίατρο, (β) συμπτώματα αποσύνδεσης, όπως μείωση της ικανότητας συνειδητής και συνολικής καταγραφής του τραυματικού γεγονότος, (γ) συμπτώματα αποφευκτικής συμπεριφοράς, όπως μείωση του ενδιαφέροντος ή της συμμετοχής σε κοινωνικές δραστηριότητες, αίσθημα απομάκρυνσης ή αποξένωσης από άλλους και (δ) επίμονες αρνητικές μεταβολές στην διάθεση και την σκέψη, όπως συναισθηματικό «μούδιασμα», αρνητικά συναισθήματα, αρνητικές σκέψεις και απόσυρση. Η έκθεση καταλήγει με το ότι η ψυχομετατραυματική εμπειρία του ατυχήματος έχει επηρεάσει πολύ αρνητικά όλους τους τομείς της ζωής του Κατηγορούμενου και γι' αυτό ο Κατηγορούμενος χρειάζεται συστηματική ψυχοθεραπεία για την βελτίωση της ψυχολογικής του κατάστασης και της ποιότητας της ζωής του. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου ο ψυχίατρος Δρ. Νεόφυτος xxxxxxxxx ο οποίος εξέτασε τον Κατηγορούμενο επιβεβαίωσε την διάγνωση της ψυχοθεραπεύτριας Άννας xxxxxxx και συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος έπασχε από διαταραχή μετατραυματικού στρες με αποτέλεσμα να τον παραπέμψει στην ίδια ψυχοθεραπεύτρια για να ακολουθήσει συστηματικό πρόγραμμα ψυχοθεραπείας και να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον έντονο κλονισμό αλλά και τα συναισθήματα ανημποριάς και τρόμου που βίωνε. Η Υπεράσπιση παρουσίασε γνωμάτευση του εν λόγω ψυχιάτρου ημερομηνίας 3.9.20 (Τεκμήριο 10). Πέραν των πιο πάνω προβλημάτων ψυχικής υγείας ο κύριος Αραούζος αναφέρθηκε και σε άλλα προβλήματα υγείας που ταλαιπωρούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία μετά το επίδικο δυστύχημα επιβάρυναν έτι περισσότερο την υγεία του. Αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από αρτηριακή υπέρταση και καρδιακή αρρυθμία και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ο καρδιολόγος Α. xxxxxxxxx του συνέστησε αποφυγή βαρείας κόπωσης και καταστάσεων έντονης συναισθηματικής φόρτισης. Η Υπεράσπιση παρουσίασε ιατρική βεβαίωση του καρδιολόγου Α. xxxxxxxxx (Τεκμήριο 11). Επίσης σύμφωνα με τον Δρ. Γιάννο xxxxxxxx, Ειδικό Παθολόγο και Διαβητολόγο (Τεκμήριο 13) ο Κατηγορούμενος την επομένη του δυστυχήματος που τον επισκέφθηκε παρουσίαζε προκάρδιο βάρος, δύσπνοια και αίσθημα προκαρδιακών παλμών. Διαπιστώθηκε ακόμα ότι η αρτηριακή του πίεση ήταν ψηλή και διακατέχονταν από έντονο στρες. Του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και συνεστήθη ψυχολογική υποστήριξη από ειδικό. Επίσης ο Κατηγορούμενος τον Φεβρουάριο του 2021 διαγνώστηκε με καρκίνο του προστάτη. Σύμφωνα με τον Ουρολόγο Χρύσανθο xxxxxxx ο Κατηγορούμενος θα υποβληθεί σε διερεύνηση και ακολούθως θα ληφθεί απόφαση για περαιτέρω αντιμετώπιση. Η Υπεράσπιση παρουσίασε πιστοποιητικό του Ουρολόγου Χρύσανθου xxxxxxx ημερομηνίας 17.2.21 (Τεκμήριο 12). Παρουσιάσθηκε, επίσης, βεβαίωση του Ακτινοθεραπευτή Ογκολόγου Κωνσταντίνου xxxxxxxxx ημερομηνίας 3.3.21 (Τεκμήριο 17) σύμφωνα με την οποία συνεστήθηκε στον Κατηγορούμενο η ενδοϊστική υψηλού ρυθμού δόσης βραχυθεραπεία. Η βραχυθεραπεία χορηγείται σε δύο συνεδρίες με 7-10 μέρες διάστημα μεταξύ τους. Για την θεραπεία ο ασθενής θα πρέπει να παραμείνει μια νύχτα κλινήρης σε κάθε συνεδρία. Η θεραπεία δύναται να προγραμματισθεί άμεσα και να διεξαχθεί εντός του μηνός Μαρτίου του
  9. Τέλος στις 24/03/21 ο Κατηγορούμενος θα υποβληθεί σε κολονοσκόπηση. Σχετική είναι η βεβαίωση του Δρ. Δημήτριου xxxxxxxxxx (Τεκμήριο 18). Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης εφίστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στην προσπάθεια που κατέβαλε ο πελάτης του για την εξεύρεση του τρόπου που θα τον εξιλέωνε από τις τύψεις που ένιωθε. Σύμφωνα με τον κύριο Αραούζο το ατυχές περιστατικό έχει στιγματίσει για πάντα τον πελάτη του και έτσι θέλοντας να εξιλεωθεί από το βάρος που ένιωθε ο Κατηγορούμενος κατέβαλε στην οικογένεια του θύματος το χρηματικό ποσό των Ευρώ 25.000 προς κάλυψη μέρους των σχολικών εξόδων των δύο παιδιών του τα οποία φοιτούν σε ιδιωτικό σχολείο στη Λεμεσό. Το πιο πάνω χρηματικό ποσό δόθηκε, μάλιστα, στην σύζυγο του θύματος με επιταγή η οποία συνοδευόταν με επιστολή που συνέταξε ο Κατηγορούμενος και με την οποία εξέφραζε την λύπη του για το ατυχές συμβάν. Η οικογένεια του θύματος δέχτηκε να παραλάβει τα χρήματα με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ως ήταν και η εισήγηση του Κατηγορούμενου. Η εν λόγω επιστολή φέρει ημερομηνίας 5.7.19 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  10. Ο κύριος Αραούζος τόνισε ότι την έμπρακτη μεταμέλεια που επέδειξε ο πελάτης του δεν την συναντά κανείς συχνά ιδιαίτερα αν αναλογισθεί κάποιος ότι στην προκείμενη περίπτωση τόσο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος όσο και η εταιρεία του αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Επίσης ο συνήγορος ανέφερε ότι η επιθυμία του Κατηγορούμενου να βοηθήσει την οικογένεια του θύματος έλαβε χώρα πριν καν καταχωρηθεί το κατηγορητήριο και χωρίς ο πελάτης του να γνωρίζει το μαρτυρικό υλικό και ιδιαίτερα το βίντεο που εξασφαλίστηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία όχι τόσο για την ενοχή του Κατηγορούμενου αλλά για τον ίδιο αφού μέχρι και σήμερα ο Κατηγορούμενος δεν είναι σε θέση να ανακαλέσει στην μνήμη του βασικές λεπτομέρειες του δυστυχήματος. Σε σχέση με την εταιρεία xx xxxxxx xxxx Ltd της οποίας ο Κατηγορούμενος είναι Διευθύνων Σύμβουλος αναφέρθηκε από τον κύριο Αραούζο ότι αυτή αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Ο κύριος Αραούζος παρουσίασε στο Δικαστήριο βεβαίωση (Τεκμήριο 14) από κάποιο κύριο Ανδρέα xxxxxx, συνέταιρο στην εταιρεία xxxxxx Ltd η οποία ελέγχει τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας xx xxxxxx xxxx Ltd. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο κύριος Γεωργίου στο Τεκμήριο 14 ο Κατηγορούμενος αποτελεί απαραίτητο δυναμικό για την επιβίωση της εταιρείας. Εξηγεί ότι στο παρόν στάδιο καταβάλλονται προσπάθειες ανάκαμψης και τυχόν απουσία του Κατηγορούμενου από την ενεργό συμμετοχή στην καθημερινή διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας θα επιφέρει πολύ αρνητικές επιπτώσεις στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της εταιρείας και, κατ' επέκταση, στα οικονομικά της. Εν τέλει ο κύριος Αραούζος μεταφέροντας την θέση του πελάτη του στο Δικαστήριο εισηγήθηκε ότι τυχόν επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης ενδέχεται να οδηγήσει σε κλείσιμο της εταιρείας του Κατηγορούμενου. Πέραν των πιο πάνω ο κύριος Αραούζος ανέφερε ότι στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος συνέβαλε ουσιαστικά και η επικινδυνότητα του συγκεκριμένου δρόμου και ιδιαίτερα η έλλειψη επαρκούς προειδοποιητικής σήμανσης στο συγκεκριμένο σημείο με αποτέλεσμα να μην καταδεικνύονταν επαρκώς ότι η στροφή δεξιά και δη προς την οδό Χριστοφή Εργατούδη δεν επιτρεπόταν για οχήματα που κινούνται με βόρεια κατεύθυνση επί της Λεωφόρου Παττίχη, αφού η απαγορευτική πινακίδα βρισκόταν 63 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης Χ. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η απαγορευτική πινακίδα δεν ήταν ορατή και ικανοποιητική για να εξυπηρετήσει τον σκοπό της. Επομένως, υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος, η έλλειψη επαρκούς σήμανσης στην συμβολή της Λεωφόρου Παττίχη με την οδό Χριστοφή Εργατούδη δημιουργούσε λανθασμένη εντύπωση στο μυαλό των οδηγών που κινούνταν με βόρεια κατεύθυνση. Περαιτέρω σύγχυση δημιουργούσαν, σύμφωνα με τον κύριο Αραούζο, και οι διακεκομμένες άσπρες γραμμές που υπήρχαν στη μέση του δρόμου και αφορούσαν τα οχήματα που εξέρχονταν από την οδό Χριστοφή Εργατούδη. Προς υποστήριξη των πιο πάνω ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου ανέφερε ότι επειδή στο συγκεκριμένο σημείο που επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα τα τελευταία χρόνια επισυνέβησαν πολλά τροχαία δυστυχήματα εκ των οποίων τα δύο ήταν θανατηφόρα υπήρξε κινητοποίηση από το κράτος με την δημιουργία κτιστής νησίδας η οποία πλέον εμποδίζει τα οχήματα που κινούνται με βόρεια κατεύθυνση να πραγματοποιούν δεξιά στροφή στην οδό Χριστοφή Εργατούδη. Την πιο πάνω θέση περί επικινδυνότητας του δρόμου, σύμφωνα με τον συνήγορο Υπεράσπισης, υποστήριξε και ο πατέρας του θύματος ο οποίος λίγες μέρες μετά το επίδικο δυστύχημα διαμαρτυρήθηκε προς τις Αρχές του Κράτους μεταβαίνοντας στο συγκεκριμένο σημείο κρατώντας πανό. Αναφορικά με την ορατότητα στον συγκεκριμένο δρόμο ήταν η θέση του κύριου Αραούζου, πρώτο, ότι ο φωτισμός δεν ήταν ικανοποιητικός αφού ο ηλεκτρικός πάσσαλος της ΑΗΚ πάνω στην γωνιά της Λεωφόρου Παττίχη με την πάροδο Χριστοφή Εργατούδη δεν λειτουργούσε και, δεύτερο, ότι η αναπαράσταση που διενεργήθηκε από την Αστυνομία με την χρήση υπηρεσιακής μοτοσικλέτας και η διαπίστωση ότι το θύμα ήταν ορατό από τα 112 μέτρα από οχήματα που κινούνταν στην δεξιά λωρίδα με βόρεια κατεύθυνση και από τα 100 μέτρα από οχήματα που κινούνταν στην αριστερή λωρίδα με βόρεια κατεύθυνση επί της Λεωφόρου Παττίχη δεν είναι αντιπροσωπευτική των πραγματικών συνθηκών κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Ο λόγος είναι γιατί η έρευνα θα έπρεπε να διεξαχθεί με την μοτοσικλέτα να ακολουθεί άλλο όχημα αφού και στην προκειμένη περίπτωση έτσι είχε γίνει. Της μοτοσικλέτας προπορεύονταν άλλο όχημα. Επίσης ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι ίσως στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος συνέτεινε η αγωνία και η ανησυχία που κατέβαλε τον Κατηγορούμενο 30 λεπτά πριν την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος αφού τότε ο Κατηγορούμενος δέχθηκε τηλεφώνημα από την σύζυγο του η οποία του ανέφερε ότι είχε εμπλακεί σε τροχαίο δυστύχημα στην οδό Αγίας Φυλάξεως χωρίς να του δώσει πολλές λεπτομέρειες. Ο Κατηγορούμενος αφού αναχώρησε από την εργασία του για να συναντήσει την σύζυγο του, ένεκα του ότι ήταν συγχυσμένος, ακολούθησε λάθος δρόμο και μόνο μετά από δεύτερο τηλεφώνημα που έλαβε από την σύζυγο του συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν στην Λεωφόρο Παττίχη. Τότε αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την πάροδο της Χριστοφή Εργατούδη για να μεταβεί στην οδό Αγίας Φυλάξεως αφού η εν λόγω πάροδος ενώνει τους δύο δρόμους, ήτοι την Λεωφόρο Παττίχη και την οδό Αγίας Φυλάξεως. Η κυρία Ξενοφώντος ανέφερε ότι μετά από έρευνα που διενήργησε στα μητρώα της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι το δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί η σύζυγος του Κατηγορούμενου δεν είχε εξετασθεί από την Αστυνομία και συνεπώς δεν είχε επισυμβεί κανένα σοβαρό δυστύχημα. Ο κύριος Αραούζος δεν διαφώνησε με την πιο πάνω δήλωση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Δέχθηκε, όμως, ο κύριος Αραούζος ότι ο Κατηγορούμενος έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός. Δήλωσε, μάλιστα, ότι ακόμα και στην περίπτωση που επιτρεπόταν η στροφή δεξιά όφειλε πριν επιχειρήσει την στροφή να βεβαιωθεί ότι δεν θα ανέκοπτε την πορεία άλλου οχήματος που ερχόταν εξ' αντιθέτου. Ο συνήγορος τόνισε ότι η παράβαση στην οποία υπέπεσε ο πελάτης του έγκειται στο πιο πάνω σημείο. Ο κύριος Αραούζος εισηγήθηκε ακόμα ότι η πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος οφείλεται σε στιγμιαίο λάθος του Κατηγορούμενου και όχι σε εγωιστική συμπεριφορά. Μάλιστα υποστήριξε την πιο πάνω θέση αναφέροντας ότι σε αυτό συνέτεινε ουσιαστικά η έλλειψη επαρκούς φωτισμού αλλά και το γεγονός ότι η παρουσία της μοτοσικλέτας δεν ήταν ορατή από τον Κατηγορούμενο εξαιτίας της ύπαρξης προπορευόμενου οχήματος το οποίο εμπόδιζε την ορατότητα του. Δέχθηκε όμως, ότι το γεγονός αυτό δεν εξουδετέρωνε την υποχρέωση του Κατηγορούμενου να δώσει περισσότερο χρόνο στον εαυτό του αφότου πέρασε από δίπλα του το όχημα που προπορευόταν της μοτοσικλέτας ώστε να βεβαιωθεί ότι το όχημα δεν ακολουθείτο από κάποιο άλλο όχημα, στην προκειμένη περίπτωση, την μοτοσικλέτα. Τέλος ο συνήγορος απέδωσε το δυστύχημα ενόψει των πιο πάνω συγκυριών κατά την δεδομένη χρονική στιγμή, σε στιγμιαία βεβιασμένη ενέργεια. Όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος παραπέμποντας και σε σχετική επί του θέματος Νομολογία, ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε απουσία πλήρους προσοχής στον δρόμο με χρονική διάρκεια που να μεταφράζεται σε αδιάφορη οδήγηση, αλλά η οδική συμπεριφορά του εντάσσεται στο στιγμιαίο σφάλμα του να επιχειρήσει να εισέλθει στην οδό Χριστοφή Εργατούδη αμέσως μετά που πέρασε το προπορευόμενο της μοτοσικλέτας όχημα. Επίσης ο κύριος Αραούζος υποστήριξε ότι υπήρξε εκ μέρους του Κατηγορούμενου λανθασμένη στάθμιση της όλης κατάστασης στην οποία συνέβαλαν ο μειωμένος φωτισμός, η αρνητική επίδραση στην νοητική κατάσταση του Κατηγορούμενου από την πληροφόρηση που έτυχε από την σύζυγο του για την εμπλοκή της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα για το οποίο δεν είχε επίγνωση της σοβαρότητας και τέλος εξαιτίας του ότι το όχημα που προπορεύονταν της μοτοσικλέτας κάλυπτε την παρουσία του θύματος στον δρόμο. Τέλος εισηγήθηκε ότι αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας ενόψει των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορούμενου αλλά και της μη ύπαρξης επιβαρυντικών παραγόντων στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης συντρέχουν οι προϋποθέσεις όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της. Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω το αδίκημα της 1ης κατηγορίας είναι αρκούντως σοβαρό. Επισημαίνεται, επίσης, ότι η διάπραξη τροχαίων δυστυχημάτων έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 λέχθηκαν τα εξής: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Δυστυχώς, η πιο πάνω διαπίστωση είναι επίκαιρη και σήμερα. Τούτο επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237) Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015 συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τόσο του είδους της ποινής όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. Έγινε δε παραπομπή σε Αγγλική νομολογία (βλ. R. v. Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549 και R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353) αλλά και σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 και Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Παραθέτω το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα από την απόφαση στην εν λόγω υπόθεση: «Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι». Στην απόφαση Παντέλας v. Αστυνομίας ανωτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση R v. Βοswell ανωτέρω ανέφερε ως ενδεικτικούς επιβαρυντικούς παράγοντες την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, την ταχύτητα, την αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες και την επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα, η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από την λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια), η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά την δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι οι αρχές των Guilfoyle και Boswell ανωτέρω έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως οι αρχές αυτές δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης το ερώτημα που τίθεται επί τάπητος είναι κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και εμπεριέχουσα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου ή ότι δεν είναι τέτοια και ανάγεται μόνο σε στιγμιαία αβλεψία ως ήταν και η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του. Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο κινείτο με βόρεια κατεύθυνση επί της Λεωφόρου Παττίχη εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο το θύμα οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αντίθετη κατεύθυνση και εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την δική του πορεία. Ο Κατηγορούμενος πριν αρχίσει να επιχειρεί την στροφή δεν σταμάτησε καθόλου για να ελέγξει την τροχαία κίνηση. Η πιο πάνω συμπεριφορά του είχε ως αποτέλεσμα το όχημα του να ανακόψει την ορθόδοξη πορεία της μοτοσικλέτας και να συγκρουστεί βίαια με αυτήν. Η σύγκρουση ήταν τόσο βίαια, που συνεπεία αυτής το θύμα εκσφενδονίστηκε από την μοτοσικλέτα καταλήγοντας εν τέλει στην άσφαλτο. Επίσης, το αυτοκίνητο υπέστη εκτεταμένες ζημιές ενώ η μοτοσικλέτα αναφλέγηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς. Υπό το φως των πιο πάνω θα διαφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου ότι το σφάλμα του πελάτη του δεν εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας και του εγωισμού. Η στροφή δεξιά και η είσοδος εντός της παρόδου χωρίς προηγουμένως ο Κατηγορούμενος να σταματήσει για να ελέγξει την τροχαία κίνηση ανάγουν την οδήγησή του σε οδήγηση η οποία εμπεριέχει και, μάλιστα, έντονα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο περιλαμβανομένου του θύματος και δικαίως μπορεί με ασφάλεια να χαρακτηρισθεί ως αλόγιστη και επικίνδυνη. Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε στροφή δεξιά αδιαφορώντας εντελώς για την ασφάλεια των χρηστών του δρόμου και ουσιαστικά «στα τυφλά». Θα διαφωνήσω με την κυρία Ξενοφώντος ότι οι άσπρες διακεκομμένες γραμμές απέναντι από το στόμιο της οδού Χριστοφή Εργατούδη δεν προκαλούσαν σύγχυση και ότι οι οδηγοί όφειλαν να αντιληφθούν ότι αυτές αφορούσαν τους οδηγούς που κινούνταν επί της οδού Χριστοφή Εργατούδη με δυτική κατεύθυνση υποδεικνύοντας σε αυτούς ότι επιτρεπόταν η στροφή δεξιά με βόρεια κατεύθυνση επί της Λεωφόρου Παττίχη. Θεωρώ ότι ήταν πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο για ένα οδηγό να αντιληφθεί κάτι τέτοιο και ουσιαστικά ότι οι εν λόγω γραμμές είχαν έννοια αντίθετη από αυτήν που υποδείκνυαν ενώ οδηγεί και δη σε ένα εμπορικό και πολυσύχναστο δρόμο όπως είναι η Λεωφόρος Παττίχη ο οποίος έχει αυξημένη τροχαία κίνηση. Το σημείο, όμως, αυτό έχει και άλλες προεκτάσεις. Προκαλεί σύγχυση και για την σημασία των υπόλοιπων σημάτων που υπήρχαν τα οποία, ως είναι γεγονός, υποδείκνυαν σε αντίθεση με ό,τι υποδείκνυαν οι άσπρες διακεκομμένες γραμμές ότι η στροφή δεξιά εντός της οδού Χριστοφή Εργατούδη απαγορευόταν. Και που ήταν η πινακίδα η οποία βρισκόταν 63 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης που απαγόρευε την στροφή δεξιά και τα άσπρα τόξα πλησίον της συμβολής αλλά εκείνα που βρίσκονταν πιο μακριά από την συμβολή με νότια κατεύθυνση τα οποία υποδείκνυαν ως υποχρεωτική την ευθεία πορεία με βόρεια κατεύθυνση. Οι άσπρες διακεκομμένες γραμμές στο σημείο που βρίσκονταν ζωγραφισμένες, ήτοι ακριβώς απέναντι από το στόμιο της οδού Χριστοφή Εργατούδη εύλογα έδιναν την εντύπωση ότι επιτρεπόταν η στροφή δεξιά εντός της εν λόγω οδού ανεξάρτητα αν κατά την Τροχαία δεν υποδείκνυαν τούτο ή υποδείκνυαν κάτι άλλο. Και προκαλούσαν σύγχυση για το αν κατά πόσο τα δύο πιο πάνω σήματα είχαν ισχύ. Οι πιο πάνω επισημάνσεις δεν ελαφρύνουν, όμως, την θέση του Κατηγορούμενου. Καθότι η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος δεν ήταν αυτή καθ' εαυτή η στροφή του Κατηγορούμενου προς τα δεξιά ώστε να τίθεται θέμα αν ο Κατηγορούμενος συγχύσθηκε ή παραπλανήθηκε από λανθασμένες σημάνσεις ή σήματα. Γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε στροφή δεξιά χωρίς προηγουμένως να σταματήσει για να ελέγξει την τροχαία κίνηση και τα οχήματα που κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση όπως η μοτοσικλέτα. Ο Κατηγορούμενος ουσιαστικά «χίμηξε» προς τα δεξιά παραγνωρίζοντας εντελώς τους οδηγούς που κατευθύνονταν εξ' αντιθέτου και την ασφάλειά τους. Είναι δε αυτό που προσδίδει στην οδήγησή του το στοιχείο της αδιαφορίας και του εγωισμού και που κατατάσσει την παρούσα υπόθεση στις σοβαρές του είδους. Αναφορικά με τον φωτισμό και την ορατότητα θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την έκθεση των γεγονότων η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής διαφώνησε με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα υποστηρίζοντας ότι η μη λειτουργία του λαμπτήρα στον οποίο αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος δεν διαδραμάτισε κανένα απολύτως ρόλο στην επάρκεια του φωτισμού στο σημείο που έλαβε χώρα η σύγκρουση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου μετά την πιο πάνω δήλωση της κυρίας Ξενοφώντος δεν αντέδρασε με το να προβεί σε κάποια δήλωση. Παρά τούτο θα εξετάσω την θέση της Υπεράσπισης. Ο κύριος Αραούζος συνάρτησε το θέμα του φωτισμού με την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος. Ήταν η θέση του ότι ο ανεπαρκής φωτισμός επηρέασε την ορατότητα του. Γεννάται το εξής ερώτημα. Ποια ορατότητα επηρέασε ο κατ' ισχυρισμό μη ικανοποιητικός φωτισμός αφού ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε καθόλου πριν επιχειρήσει την στροφή δεξιά; Πώς μπορούμε να μιλούμε για επηρεασμό της ορατότητας όταν τέτοιο ζήτημα δεν υπεισέρχεται στην υπόθεση; Ο συνήγορος ζητά από το Δικαστήριο να εξετάσει το θέμα του φωτισμού και της ορατότητας ανεξαρτήτως της ορθόδοξης πορείας που όφειλε να ακολουθήσει το αυτοκίνητο. Η ορθόδοξη πορεία όμως ήταν όπως ο Κατηγορούμενος πριν επιχειρήσει την στροφή δεξιά, σταματήσει για να ελέγξει την τροχαία κίνηση. Αν έπραττε έτσι, οπωσδήποτε θα έβλεπε το θύμα με δεδομένο και τον φωτισμό που υπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο και το ότι σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτέθηκαν και δη το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης κατά την στιγμή του δυστυχήματος τόσο τα φώτα του αυτοκινήτου όσο και της μοτοσικλέτας ήταν αναμμένα. Πάντως δεν ήταν η θέση του κύριου Αραούζου - τουλάχιστον δεν εξέφρασε ρητά μια τέτοια θέση - ότι αν ο Κατηγορούμενος σταματούσε το θύμα δεν θα ήταν αντιληπτό ένεκα φτωχού φωτισμού. Το αν ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα ή όχι και αν ναι, πόση, δεν θα με απασχολήσει. Ούτε αυτό το θέμα κρίνω πως είναι σχετικό. Δεν ενδιαφέρει το Δικαστήριο αν ο Κατηγορούμενος μπορούσε να δει το θύμα από τα 100 ή τα 112 μέτρα. Δεν είναι από αυτό που θα κριθεί η ποιότητα της οδήγησής του. Αυτό που ενδιαφέρει το Δικαστήριο είναι τι έπραξε ο Κατηγορούμενος αμέσως πριν επιχειρήσει την στροφή δεξιά και τα δεδομένα που υπήρχαν την στιγμή εκείνη. Ο Κατηγορούμενος δεν θα κριθεί από το τι μπορούσε να δει από απόσταση 100 ή 112 μέτρων, αλλά από το τι μπορούσε να δει πριν επιχειρήσει την στροφή δεξιά με τον ορθόδοξο τρόπο. Και όπως πιο πάνω αναφέρθηκε αν σταματούσε πριν επιχειρήσει την στροφή δεξιά θα έβλεπε το θύμα και δεν θα συγκρουόταν μαζί του. Όπως, όμως, και να' χει δεν μπορώ να δεχτώ την θέση της Υπεράσπισης ότι ο φωτισμός στο σημείο που επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα δεν ήταν ικανοποιητικός ένεκα του ότι ο λαμπτήρας του ηλεκτρικού πασσάλου της ΑΗΚ που ήταν τοποθετημένος επί του νότιου πεζοδρομίου της οδού Χριστοφή Εργατούδη επηρέαζε την επάρκεια του φωτισμού στο σημείο της συμβολής με την Λεωφόρο Παττίχη. Όπως φαίνεται μέσα από τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από την Αστυνομία αμέσως μετά το δυστύχημα (Τεκμήριο 4) κατά το συγκεκριμένο βράδυ ο φωτισμός ήταν ικανοποιητικός και επαρκής. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχαν λαμπτήρες οι οποίοι φώτιζαν ικανοποιητικά τον δρόμο. Επιπρόσθετα ο δρόμος φωτιζόταν και από τις προθήκες των καταστημάτων αφού η Λεωφόρος Παττίχη είναι πολυσύχναστος εμπορικός δρόμος. Με τόσο φωτισμό, άπλετο, όπως χαρακτηρίσθηκε από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, προερχόμενο από τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες που βρίσκονταν επί των πεζοδρομίων δεξιά και αριστερά της Λεωφόρου Παττίχη και τα εμπορικά καταστήματα επί της εν λόγω Λεωφόρου η μη λειτουργία του εν λόγω λαμπτήρα δεν ήταν ικανή να επηρεάσει τον φωτισμό στο μέρος. Οι φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 4) και δη οι φωτογραφίες με αριθμούς 2, 3, 7, 15, 16 και 18 του Πρώτου Τόμου του Τεκμηρίου 4 είναι ενδεικτικές της επάρκειας του φωτισμού στην σκηνή του δυστυχήματος και δη στο σημείο της σύγκρουσης. Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Αστυνομία ν. Glazkov, Ποινική Έφεση 262/2018, ημερομηνίας 16.5.2019 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην Κισσόνεργα με κατεύθυνση την Κάτω Πάφο. Σε κάποιο σημείο του δρόμου άρχισε να προσπερνά από τα δεξιά τα προπορευόμενα του οχήματα παραβιάζοντας άσπρη συνεχή γραμμή με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε το θύμα το οποίο εξαιτίας του συμβάντος απεβίωσε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο άμεση ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην κατηγορία της αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης οδήγησης, 8 βαθμούς ποινής και στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο 24 μηνών. Κατά την επιμέτρηση της ποινής το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, την αμέσως προ της επιβολής της ποινής σύναψη γάμου και το χρονικό διάστημα που είχε παρέλθει από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και την ημερομηνία επιβολής της ποινής το οποίο ήταν της τάξης των δύο ετών. Ωστόσο απέδωσε και μέρος της ευθύνης για την διέλευση του χρόνου στον ίδιο τον κατηγορούμενο. Παρά τον μεγάλο χρόνο που είχε παρέλθει το Δικαστήριο θεώρησε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος ήταν τέτοια που επιβαλλόταν άμεση ποινή φυλάκισης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή. Στην υπόθεση Μιλτιάδης Φιντανάκης v. Aστυνομίας, Ποινική Έφεση 98/2013, ημερομηνίας 30.9.14 ο εφεσείων επιχείρησε να εισέλθει σε πάροδο η οποία βρισκόταν δεξιά σε σχέση με την πορεία του με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας του θύματος η οποία οδηγείτο εξ' αντιθέτου. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων επισυνέβη στο μέσο περίπου της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε το θύμα. Η ενέργεια του εφεσείοντα να επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά άρχισε να υλοποιείται σε σημείο όπου υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή κατά μήκος της μέσης του δρόμου πριν από το σημείο που αυτή διακοπτόταν ως ένδειξη ότι μόνο από εκείνο το σημείο επιτρεπόταν η στροφή προς τα δεξιά και συνεπώς η είσοδος προς την πάροδο. Ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος για το αδίκημα της επικίνδυνης, αλόγιστης, απερίσκεπτης οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, και επιβλήθηκε σε αυτόν άμεση ποινή φυλάκισης 2 ετών. Λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως μετριαστικοί παράγοντες το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, οι προσωπικές του περιστάσεις καθώς και το νεαρό της ηλικίας του. Πέραν από την έφεση για την καταδίκη ασκήθηκε και έφεση για την ποινή. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τόσο την καταδίκη όσο και την ποινή τονίζοντας, μάλιστα, ότι τα Δικαστήρια έχουν επιτακτική υποχρέωση για επιβολή αυστηρών ποινών όταν τα τροχαία δυστυχήματα που επιφέρουν τον θάνατο δεν οφείλονται σε στιγμιαία αβλεψία αλλά σε εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας άλλων προσώπων ή πεζών ή σε απερίσκεπτη ή επικίνδυνη οδήγηση. Σημειώνεται ότι το αδίκημα είχε διαπραχθεί στις 3/9/11 και η ποινή είχε επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο τον Μάιο του 2013 ενώ η απόφαση του Εφετείου η οποία επικύρωσε την ποινή φυλάκισης εκδόθηκε στις 30/9/14, ήτοι τρία χρόνια μετά την διάπραξη του αδικήματος. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου καθώς και το λευκό του οδικό μητρώο σε συνδυασμό με το ότι, ως λέχθηκε από την Υπεράσπιση, είναι οδηγός για περισσότερα από 44 χρόνια. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου για σκοπούς μετριασμού της ποινής την άμεση παραδοχή του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Επιπλέον έλαβα υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως αυτές αναφέρθηκαν στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του και περιγράφονται και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα έλαβα υπόψη μου τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η εταιρεία του Κατηγορούμενου τα τελευταία χρόνια. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα, επίσης, υπόψη μου τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος όπως αυτά περιγράφηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορό του και επιβεβαιώνονται μέσα από τα ιατρικά πιστοποιητικά και βεβαιώσεις που παρουσιάσθηκαν από την Υπεράσπιση (Τεκμήρια 9-13, 17, 18). Ειδικότερα έλαβα υπόψη μου το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που επέφερε στον Κατηγορούμενο ο θάνατος του θύματος. Ο Κατηγορούμενος ταλαιπωρείται συναισθηματικά ένεκα της απώλειας του θύματος και ως ενδεικτικά ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του από την ημέρα της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα. Αποδέχομαι την εισήγηση ότι ο συναισθηματικός κόσμος του Κατηγορούμενου διαταράχθηκε και κλονίσθηκε εξαιτίας της απώλειας της ζωής του θύματος και ότι συνεπεία του τραγικού συμβάντος ο Κατηγορούμενος υπέστη μετατραυματικό σύνδρομο στρες. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται σε τακτική και συστηματική ψυχοθεραπεία από τον Ιανουάριο του 2019 στην οποία εξακολουθεί να υποβάλλεται καθότι εξακολουθεί να την χρειάζεται. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι με βάση τα όσα αναφέρονται στην έκθεση που ετοιμάστηκε από την ψυχοθεραπεύτρια Άννα xxxxxx (Τεκμήριο 9) μέρος του άγχους που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος οφείλεται στην ανησυχία και την ανασφάλεια που τον διακατέχουν για τις ψυχολογικές και άλλες επιπτώσεις που θα έχουν στον ίδιο και στην εταιρεία του οι νομικές και δικαστικές διαδικασίες καθώς και μια ενδεχόμενη επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης. Στην υπόθεση Μενέλαος Νικολάου v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 195/2014, ημερομηνίας 20.03.15 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή άμεσης φυλάκισης 15 μηνών η οποία επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο προς μετριασμό της ποινής έλαβε υπόψη τα προβλήματα ψυχικής υγείας που προκλήθηκαν στον εφεσείοντα/κατηγορούμενο από το δυστύχημα και συγκεκριμένα την συναισθηματική φόρτιση και τις ενοχές που θα τον ακολουθούσαν για το υπόλοιπο της ζωής του για την πρόκληση του θανάτου του θύματος με τον οποίο ήταν αχώριστοι φίλοι καθώς και το μετατραυματικό στρες το οποίο υπέστη συνεπεία του πιο πάνω συμβάντος και για το οποίο παρακολουθείτο από ψυχίατρο. Ωστόσο το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι τα ελαφρυντικά του εφεσείοντα δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου για σκοπούς μετριασμού της ποινής τα υπόλοιπα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, μεταξύ των οποίων και ο καρκίνος του προστάτη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον ιατρό του ότι θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση είτε στις 8/4/21 είτε στις 15/04/21. Μετά την πιο πάνω προφορική δήλωση το Δικαστήριο ζήτησε από τον κύριο Αραούζο να παρουσιάσει σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ή βεβαίωση αναφορικά με την επικείμενη επέμβαση στην οποία θα υποβληθεί ο Κατηγορούμενος. Ο κύριος Αραούζος δήλωσε ότι η ενημέρωση που είχε ο Κατηγορούμενος από τον ιατρό του έλαβε χώρα τηλεφωνικώς και ότι ως εκ τούτου αδυνατούσε να παρουσιάσει ιατρικό πιστοποιητικό ή βεβαίωση. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αφού αυτός συν τοις άλλοις δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Θα πρέπει, όμως, να παρατηρήσω ότι η προαναφερόμενη δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Υπεράσπισης ήταν λακωνική με αποτέλεσμα να αφήνει κενά και ερωτηματικά. Κατ' αρχή τίποτα δεν αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο αναφορικά με το αν η συγκεκριμένη επέμβαση είναι επείγουσας φύσης ή όχι. Και αν ισχύει το τελευταίο για πόσο χρονικό διάστημα μπορεί αυτή να αναβληθεί. Δεύτερο, δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε προς την κατεύθυνση ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η μετεγχειρητική πορεία του Κατηγορούμενου σε περίπτωση που αυτός θα βρίσκεται έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές. Ακόμα όμως, και αν ο Κατηγορούμενος έχρηζε άμεσης χειρουργικής επέμβασης κανένα στοιχείο ή πληροφορία δεν δόθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό του σε σχέση με την χρονική περίοδο ανάρρωσης, το αν κατά πόσο θα πρέπει ο Κατηγορούμενος να παραμείνει κλινήρης μετά την επέμβαση και αν ναι, για πόσο χρονικό διάστημα και αν μετά την επέμβαση θα πρέπει να υποβληθεί σε οποιασδήποτε μορφής θεραπεία. Σημειώνεται επίσης, ότι τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον μου προς την κατεύθυνση ότι τα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου όπως αυτά περιγράφηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του και υποστηρίζονται από τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν ως τεκμήρια δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ενόσω ο Κατηγορούμενος θα βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο να επιβάλει σε αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Νομολογία τα προβλήματα υγείας ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, όχι, όμως, σε βαθμό που να υπερφαλαγγίζουν την αποτελεσματικότητα του νόμου όταν πρόκειται για σοβαρά αδικήματα ή όπου η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέδειξε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (Βλ. A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93 και The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Ήταν, επίσης, εισήγηση του κύριου Αραούζου ότι ενδεχόμενη επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα έχει δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στην καθημερινή διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας του για την οικονομική επιβίωση της οποίας ο Κατηγορούμενος αποτελεί απαραίτητο δυναμικό. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου σήμερα η εταιρεία βρίσκεται σε στάδιο ανάκαμψης από τις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες τις οποίες η εταιρεία είχε να αντιμετωπίσει εξαιτίας της οικονομικής κρίσης του 2013. Απουσία του Κατηγορούμενου από την εταιρεία συνεπεία τυχόν επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης σε αυτόν εκτός του ότι θα επηρεάσει δυσμενώς τα οικονομικά της εταιρείας με αποτέλεσμα η τελευταία να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις πιθανόν να οδηγήσει και στο κλείσιμο της. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στην ζωή ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας. Δεν είναι, όμως, καθοριστικής σημασίας για την επιλογή του είδους της ποινής (Βλ. Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315). Είμαι, λοιπόν, διατεθειμένος να λάβω υπόψη μου τις συνέπειες από τυχόν επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης στον Κατηγορούμενο στο μέλλον της εταιρείας του, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από τον Κατηγορούμενο του οποίου η διαβίωση προδήλως εξαρτάται από την εταιρεία του και το μέλλον αυτής δεν αναφέρθηκε ότι από τις δραστηριότητες της εταιρείας του Κατηγορούμενου εξαρτώνται οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα. Άλλωστε στην απόφαση Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701, 707 αναφέρθηκαν τα εξής: «Πρέπει συναφώς να τονιστεί ότι όπου η φύση του αδικήματος απαιτεί την επιβολή αποτρεπτικής ποινής οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη έχουν μόνο περιθωριακή βαρύτητα (Βλ. Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd κ.α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 117). Τονίζεται, επίσης, ότι όπου διαπιστώνεται - όπως είναι εδώ η περίπτωση - η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγων της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα αυτής της αποτροπής (Βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, 250, 251)». Το Δικαστήριο δεν παραμένει, επίσης, αδιάφορο μπροστά στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλε στην σύζυγο του θύματος το ποσό των Ευρώ 25.000 κατανοώντας την δυσπραγία στην οποία έχει περιέλθει η οικογένεια του θύματος εξαιτίας του επίδικου δυστυχήματος προς κάλυψη μέρους των εξόδων φοίτησης των δύο ανήλικων παιδιών του στο ιδιωτικό σχολείο που φοιτούν. Έλαβα σοβαρά υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου την πιο πάνω πράξη και ενέργειά του η οποία ουσιαστικά αποτελεί δείγμα έμπρακτης μεταμέλειας. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου την συγνώμη του Κατηγορούμενου προς την οικογένεια του θύματος η οποία μεταφέρθηκε μέσω του συνηγόρου του. Αναφορικά με την θέση ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο τελούσε υπό σύγχυση και αγωνία έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Δέχομαι ότι το τηλεφώνημα που δέχτηκε ο Κατηγορούμενος από την σύζυγο του σε σχέση με το τροχαίο δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί η ίδια επηρέασε τον Κατηγορούμενο δημιουργώντας του σύγχυση και αγωνία. Σε καμία όμως, περίπτωση δεν μπορώ να δεχτώ ότι η σύγχυση και η αγωνία που ο Κατηγορούμενος ένιωθε για κάτι που και ο ίδιος ο κύριος Αραούζος δέχθηκε ότι εν τέλει δεν ήταν καθόλου σοβαρό δικαιολογούν τον τρόπο με τον οποίο οδήγησε ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μάλιστα ο συνήγορος ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε συνομιλήσει με την σύζυγο του στο τηλέφωνο ήδη δύο φορές πριν ο ίδιος εμπλακεί στο επίδικο δυστύχημα χωρίς η ίδια να του αναφέρει ότι είχε υποστεί οποιοδήποτε τραυματισμό η ζημιά. Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ την συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ως ελαφρυντικό. Ο Κατηγορούμενος όφειλε να παραμερίσει τα όποια συναισθήματά του και να έχει την προσοχή του στραμμένη στην οδήγησή του. Όχι να επιτρέψει στα συναισθήματά του να επηρεάσουν την οδήγησή του με αποτέλεσμα αυτή να προκαλέσει τον θάνατο σε ένα νέο άνθρωπο και πατέρα δύο ανήλικων τέκνων. Περαιτέρω έλαβα υπόψη μου ότι καταβάλλονται προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της πολιτικής αγωγής με αριθμό 3084/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την καταβολή αποζημιώσεων στην σύζυγο και τα δύο ανήλικα τέκνα του θύματος από την ασφαλιστική εταιρεία του Κατηγορούμενου. Δεν μπορώ, όμως, να παραγνωρίσω ότι η πιο πάνω υπόθεση δεν έχει διευθετηθεί ακόμα. Στις 24.3.21 που ήταν ορισμένη ως προκύπτει από το Τεκμήριο 16 αυτή αναβλήθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό στοιχείο την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν στις 11/1/19 και το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 13/1/20, δηλαδή 1 χρόνο μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνεται επίσης ότι η υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα. Η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης κρίνεται μεγάλη, αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο, της τάξης των 2 ετών και 3 μηνών. Με δεδομένα, όμως, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων όπως αυτή αναδύεται από όσα ανωτέρω υποδείχθηκαν κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρθηκε παρά το ότι μέσα στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα επήλθε ουσιαστική διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου με τα προβλήματα υγείας που σήμερα αντιμετωπίζει. Ο χρόνος που διέρρευσε και η αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου θα έχει, επομένως, αντίκρισμα στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων και δη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων και ιδιαίτερα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας αλλά και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον Κατηγορούμενο θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή, και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ). Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Δεν έχει προβληθεί από την Υπεράσπιση οποιοσδήποτε ειδικός λόγος για να μην στερηθεί η άδεια οδήγησης στον Κατηγορούμενο. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της 1ης κατηγορίας κρίνω ορθό, σκόπιμο και δίκαιο όπως επιβάλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Επίσης κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλω και βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών και 8 βαθμούς ποινής. Επιπλέον επιβάλλεται στέρηση του δικαιώματος ο Κατηγορούμενος να κατέχει ή να αποκτήσει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 ετών από σήμερα, 9/4/21. Στην 2η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες που πιο πάνω ανέφερα κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. (Υπ.) ........ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.