← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. VLADIMIR, Aρ. Υπόθεσης 21919/19, 15/4/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. VLADIMIR, Aρ. Υπόθεσης 21919/19, 15/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B28 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 21919/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - VLADIMIR ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15.04.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αρσιώτης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Κωνσταντινίδης Κατηγορούμενος : παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος , βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Συγκεκριμένα παραδέχτηκε τα ακόλουθα αδικήματα : 1. Tο αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)(α)
(3)
(4)
(5), 38 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία).
  1. Οδήγηση οχήματος καθόν χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισθέν όριο κατά παράβαση των άρθρων 2,5,6 και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία).
  2. Οδήγηση κατά παράβαση απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (3η κατηγορία).
  3. Χρήση μη εγγεγραμμένου μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των Καν. 2,4
(1)και 72 των Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (3η κατηγορία).
  1. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλόλητας κατά παράβαση των Καν.65 και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (4η κατηγορία).
  2. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ άδειας κυκλοφορίας κατά παράβαση των Καν. 17
(1)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. (5η κατηγορία). Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως : Στις 21/04/19 στην οδό Κολωνακίου στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού ανακόπηκε από μέλη της Αστυνομίας το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΒΑ ΧΧΧ το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Μετά από σχετικό έλεγχο που διενεργήθηκε στα στοιχεία του, διαπιστώθηκε ότι αυτό οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο ενώ του είχε αποστερηθεί η άδεια οδήγησης στις 09/04/19 για την περίοδο 09/04/19 -08/05/19 μετά από απόφαση/διάταγμα του Δικαστηρίου στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 856/19. Επίσης κατά τον πιο πάνω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο όχημα οδηγείτο χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλόλητας και χωρίς άδειας κυκλοφορίας. Επίσης διαπιστώθηκε μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στον Κατηγορούμενο, ότι αυτός οδηγούσε το πιο πάνω όχημα ενώ είχε καταναλώσει τόση ποσότητα αλκοόλης η αναλογία της οποίας στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο, δηλαδή περιείχε 81 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Κατόπιν παράκλησης της Υπεράσπισης και με την σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής λήφθηκαν υπόψη με την άδεια του Δικαστηρίου για σκοπούς επιβολής ποινής οι ακόλουθες υποθέσεις: Ποινική υπόθεση με αριθμό 6010/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης χωρίς ασφαλιστική κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία) την κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης η αναλογία της οποίας στην εκπνοή του Κατηγορούμενου ήταν 51 εκατομμυριοστά αντί 22 που ήταν το καθορισθέν από τον νόμο όριο (2η κατηγορία) την κατηγορία της οδήγησης χωρίς να την κατοχή ισχύουσας άδειας οδήγησης (3η κατηγορία) και τέλος την κατηγορία της οδήγησης χωρίς άδεια κυκλοφορίας (4η κατηγορία). Συγκεκριμένα, τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 07/09/19 στον δρόμο Λεμεσού - Πλατρών στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού. Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΒΑ ΧΧΧ. Ποινική υπόθεση με αριθμό 8116/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στην υπόθεση αυτή ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης χωρίς ασφαλιστική κάλυψη έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (1η κατηγορία) , την κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης η αναλογία της οποίας στην εκπνοή του Κατηγορούμενου ήταν 117 εκατομμυριοστά αντί 22 που ήταν το καθορισθέν από τον νόμο όριο (2η κατηγορία), επίσης ότι οδηγούσε ενώ δεν ήταν κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης (3η κατηγορία) και τέλος ότι οδηγούσε όχημα το οποίο είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο από τις 02/10/19 (4η κατηγορία). Τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 12/06/20 στην οδό Γιαν. Συμπέλιους στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού μετά από έλεγχο τροχαίας. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε να οδηγεί το όχημα με αρ. εγγραφής DAH ΧΧΧ διαπράττοντας όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα αδικήματα. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και έχει 7 βαθμούς ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας εστιάζοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Ο συνήγορος αναφέρθηκε κατά την αγόρευση του στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του. Προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού αναφορικά με τα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση στο Δικαστήριο Ιατρικό Πιστοποιητικό (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το πιο πάνω ιατρικό πιστοποιητικό ο Κατηγορούμενος παρακολουθείται από τον Δρ. Λάμπρο Παπανδρέου, Πνευμονολόγο και πάσχει από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Συγκεκριμένα παρακολουθείται από τον Δρ. Παπανδρέου στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Περαιτέρω κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την υπεράσπιση πιστοποιητικό μηνιαίων απολαβών της συζύγου του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 2 ) προς υποστήριξη της θέσης της υπεράσπισης ότι η οικογένεια του Κατηγορούμενου βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, η σύζυγος του Κατηγορούμενου εργάζεται σε ξενοδοχειακή μονάδα και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 562,88 ευρώ. Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης ο Κατηγορούμενος δεν εργάζεται ένεκα των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει με αποτέλεσμα η οικογένεια εξαιτίας των χαμηλών απολαβών που λαμβάνει η σύζυγος του, να συντηρείται από τρόφιμα που προμηθεύεται δωρεάν από την Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού. Μάλιστα ο κ. Κωνσταντινίδης τόνισε ότι ανάμεσα στα μηνιαία έξοδα που καταβάλλει η οικογένεια του Κατηγορούμενου είναι και η πληρωμή ενοικίου για την κατοικία που διαμένουν, ποσό που ανέρχεται στα 260 ευρώ μηνιαίως. Σύμφωνα με τον συνήγορο , ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει χρέος ύψους 1400 ευρώ το οποίο δημιουργήθηκε από τροχαίες παραβάσεις. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος κατάγεται από την Βουλγαρία και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Ζει στην Κύπρο τα τελευταία 12 χρόνια και είναι άνεργος εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Λαμβάνει δημόσιο βοήθημα ύψους 350 ευρώ μηνιαίως. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στον Λειτουργό του Γρ. Ευημερίας καθημερινά κάνει χρήση αλκοόλ χωρίς όμως να γίνεται κατάχρηση ή ο ίδιος να είναι εξαρτημένος από το ποτό. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες. Το αδίκημα της οδήγησης κατά παράβαση απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 4 χρόνια ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 6.834 ευρώ ή και τις δύο αυτές ποινές. Τα υπόλοιπα αδικήματα είναι ελαφρύτερα σε σοβαρότητα. Συγκεκριμένα το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και 2 χρόνια ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις 5000 ευρώ ή και τις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και ένα 1 χρόνο ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 1708 ευρώ ή και τις δύο αυτές ποινές. Επίσης τα αδικήματα της 4ης και 5ης κατηγορίας στην κυρίως υπόθεση προβλέπουν ποινή φυλάκισης μέχρι και 1 χρόνο ή και πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 1708 ευρώ η και τις δύο αυτές ποινές. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του ο Κατηγορούμενος να οδηγήσει εντός του χρονικού διαστήματος που του είχε αποστερήσει το Δικαστήριο την άδεια οδήγησης του έχει διαπράξει ένα πολύ σοβαρό αδίκημα. Το αδίκημα που διέπραξε γίνεται ακόμα σοβαρότερο αφού αυτός οδήγησε ενώ βρισκόταν ταυτόχρονα και υπό την επήρεια αλκοόλης. Επίσης δεν καλυπτόταν από πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Περαιτέρω οδηγούσε το όχημα του χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό καταλληλόλητας και χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, Ημερομηνίας 11/06/2010 επανατονίστηκε η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Η φύση του διατάγματος, οι πιθανές συνέπειες της παράβασης του, αλλά και οι λόγοι της παρακοής αποτελούν σχετικούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στην επιλογή της ποινής[i] (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 196). Αναφορικά με την 1η κατηγορία, της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι, στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο.» Ο ρυθμός με τον οποίο τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν επιτείνει την σοβαρότητα τους. Συγκεκριμένα μέσα σε ένα χρονικό διάστημα 5 μηνών εντός του έτους 2019 και δη μεταξύ των ημερομηνιών 21/04/19 και 07/09/19 ο Κατηγορούμενος οδήγησε σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις το ίδιο όχημα χωρίς ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου μέρους, υπό την επήρεια αλκοόλης και χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Μάλιστα ως αναφέρθηκε ανωτέρω στην μια εκ των δύο περιπτώσεων, εντός του έτους 2019, ο Κατηγορούμενος οδήγησε και κατά παράβαση απόφασης/διατάγματος Δικαστηρίου αφού του είχε αποστερηθεί η άδεια οδήγησης στην υπόθεση υπ. αρ. 856/
  1. Στην συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα οδηγούσε και υπό την επήρεια αλκοόλ. Το γεγονός αυτό αδιαμφισβήτητα επιβαρύνει την θέση του Κατηγορούμενου. Επίσης στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή στις 07/09/19 οδήγησε το όχημα του και χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης. Πέραν όμως των πιο πάνω η παράνομη οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου συνεχίστηκε και εντός του έτους
  2. Πιο συγκεκριμένα στις 12/06/20 ο Κατηγορούμενος οδηγώντας ένα άλλο όχημα συνελήφθηκε από την αστυνομία να οδηγεί και πάλι υπό την επήρεια αλκοόλης χωρίς ασφαλιστική κάλυψη και χωρίς άδεια οδήγησης. Επιπλέον το συγκεκριμένο όχημα διαπιστώθηκε από την αστυνομία ότι είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο. Οι πιο πάνω πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται ενάντια στην ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού και ιδιαίτερα των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι τις πράξεις του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζουν ο εγωισμός και η αδιαφορία του τόσο για την ασφάλεια του ιδίου και των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την παραβατική του συμπεριφορά. Οι οδηγοί και χρήστες του δρόμου πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την ζωή και σωματική τους ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές συμπεριφορές όπως αυτή που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου η διάπραξη των τροχαίων αδικημάτων βρίσκεται σε έξαρση. Προς τούτο λαμβάνω Δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που επιλαμβάνομαι καθημερινά. Στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και την άμεση παραδοχή του. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα επίσης υπόψη, μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορό του και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας περιλαμβανομένων και των προβλημάτων υγείας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Ενδεικτικό τούτου είναι η αναφορά στην έκθεση ότι ο Κατηγορούμενος λόγω των προβλημάτων υγείας δεν μπορεί να εργαστεί και λαμβάνει δημόσιο επίδομα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Νομολογία τα προβλήματα υγείας ενός κατηγορούμενου λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, όχι, όμως, σε βαθμό που να υπερφαλαγγίζουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου, όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (Βλ. The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέδειξε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (Βλ. A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93 και The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Αν ο κατάδικος δε χρήζει ιατρικής φροντίδας, αυτή μπορεί να του παρασχεθεί από τις Ιατρικές Υπηρεσίες των Φυλακών (Βλ. Anastasis Panayi Georghiou alias Mandis v. P
(1966)2 CLR 1, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο σε σχέση με την κύρια υπόθεση είναι της τάξης των 2 ετών. Δεν μου διαφεύγει, όμως, ότι στην καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης είναι υπαίτιος και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός Κατηγορούμενου οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του. Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου. Στην πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα: «Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση». Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση καθώς και την σοβαρότητα ιδιαίτερα του υπό τιμωρία αδικήματος της 3ης κατηγορίας για τους λόγους που ενωρίτερα υποδείχθηκαν κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρθηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε δεν παρατηρείται σημαντική μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνονται υπόψην ακόμη δύο υποθέσεις, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, στις οποίες ο Κατηγορούμενος επέδειξε παρόμοια συμπεριφορά. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής. (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Συνυπολογίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος μη στέρησης. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της 3ης κατηγορίας που αφορά οδήγηση κατά παράβαση απόφασης/διατάγματος Δικαστηρίου κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 30 ημερών . Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 45 ημερών Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Επίσης ο Κατηγορούμενος αποστερείται από του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 9 μηνών από σήμερα. Οι 7 βαθμοί ποινής παραμένουν σε ισχύ. Στην 4η και 5η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν και θα αρχίζουν από σήμερα 15/04/21. Λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις με αριθμούς 6010/20 και 8116/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.