Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΚΑΙΖΕΡ, Αρ. Υπόθεσης:13292/17, 27/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:13292/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν XXXXXXXXXX ΚΑΙΖΕΡ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 27.04.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Αρσιώτης Για την Κατηγορούμενη: κ. Α. Χαραλάμπους Κατηγορούμενη απούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η H Κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8, 19 και 20 του Ν.86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Η κατηγορία αυτή ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στην συμβολή της λεωφόρου Νίκου Πατίχη με την οδό Αγίας Σοφίας στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού με ενεχόμενα οχήματα, την μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 και το όχημα της Κατηγορούμενης. Η Κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο Μάρτυρες Κατηγορίας. Τον Αστ. XXXX X. Ματθαίου (ΜΚ1) και τον XXXXX Σκούρο (ΜΚ2). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ,το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και την κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση της. Η Κατηγορούμενη αφού πληροφορήθηκε τα δικαιώματα της επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Προς υποστήριξη της εκδοχής της κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, ο οποίος κατέθεσε ως πραγματογνώμονας τροχαίων δυστυχημάτων (ΜΥ1). ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως εξής : Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο Α/Αστ XXXX X. Ματθαίου (ΜΚ1) ο οποίος είναι και ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Ο ΜΚ1 αρχικά αναγνώρισε την γραπτή του κατάθεση την οποία αφού υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης ανέφερε ότι στα πλαίσια διερεύνησης του επίδικου δυστυχήματος φωτογράφισε την σκηνή καθώς και τα ενεχόμενα οχήματα. Οι φωτογραφίες εκτυπώθηκαν και αφού αριθμήθηκαν από το 1 - 69 κατατέθηκαν και αποτελούν το Τεκμήριο
- Περεταίρω ο ΜΚ1 κατέθεσε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 7) καθώς και το συμμετρικό (Τεκμήριο 8). Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε επίσης, σειρά από καταθέσεις που αφορούν μέρος των ενεργειών στις οποίες προέβηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων και την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από την Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 5). Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού και είναι εξεταστής τροχαίων δυστυχημάτων. Μάλιστα εξήγησε στο Δικαστήριο, ότι στον συγκεκριμένο κλάδο εργάζεται από το 2002 μέχρι σήμερα. Σε σχέση με την πείρα που απέκτησε, ανέφερε ότι έχει εξετάσει μέχρι τώρα περίπου 3.500 χιλιάδες τροχαία δυστυχήματα καθώς και ότι παρακολούθησε εκπαίδευση στην Ακαδημία της Αστυνομίας αλλά δεν έχει παρακολουθήσει οποιαδήποτε εκπαίδευση σε σχέση με την αναπαράσταση σκηνών τροχαίων δυστυχημάτων. Τέλος διευκρίνισε ότι είναι αστυνομικός φωτογράφος. Σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι μόλις αφίχθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος, εντόπισε το όχημα της Κατηγορούμενης στην τελική του θέση. Επίσης εντόπισε το σημείο σύγκρουσης των δύο ενεχόμενων οχημάτων το οποίο και έθεσε επί των Τεκμηρίων 7 και 8 με το γράμμα Χ. Το σημείο σύγκρουσης Χ απέχει από την βασική γραμμή μέτρησης 2,5 μέτρα. Το συνολικό πλάτος του δρόμου είναι 14 μέτρα ενώ ο δρόμος διαχωρίζεται με άσπρη συνεχή γραμμή η οποία βρίσκεται στο μέσο των δύο κατευθύνσεων, δηλαδή στα 7 μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης Χ επίσης βρίσκεται 38 μέτρα από το σημείο
- Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στο σημείο Χ κατέληξε μετά από τον εντοπισμό ευρημάτων που τον οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι στο σημείο αυτό επήλθε η σύγκρουση. Πιο συγκεκριμένα εντοπίστηκαν, σύμφωνα με τον ΜΚ1 στο συγκεκριμένο σημείο εντοπίστηκαν οι εκδορές που κατέγραψε η μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 στο οδόστρωμα οι οποίες προήλθαν από το ρίμς του μπροστινού της τροχού. Όπως εξήγησε ο ΜΚ1 οι εκδορές δημιουργήθηκαν επειδή το ρίμς τη μοτοσυκλέτας ήρθε σε επαφή με το αριστερό πλευρό του οχήματος της Κατηγορουμένης κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Εξήγησε μάλιστα ότι οι εκδορές που αποτυπώθηκαν στο οδόστρωμα είχαν κλίση προς τα αριστερά εξαιτίας του ότι κατά την δεδομένη χρονική στιγμή το όχημα της Κατηγορούμενης βρισκόταν σε κίνηση με αποτέλεσμα ο τροχός της μοτοσικλέτας να βρει αντίσταση. Ο ΜΚ1 χαρακτήρισε την σύγκρουση των δύο οχημάτων βίαια. Αναφερόμενος στα ευρήματα της σκηνής του δυστυχήματος, υπέδειξε στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2 τις εκδορές που κατέγραψε η μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 στην άσφαλτο ,όπως και τα μαυρίσματα που αποτυπώθηκαν πάνω στο όχημα της Κατηγορούμενης επί του σημείου που αυτό ήρθε σε επαφή με την μοτοσυκλέτα του ΜΚ
- Υποδεικνύοντας τις φωτογραφίες από το Τεκμήριο 2, 63 - 65, ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι το ύψος του τροχού της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 ταυτίζεται με το σημείο όπου αποτυπώθηκε το μαύρισμα του τροχού της μοτοσυκλέτας πάνω στο όχημα της Κατηγορούμενης, όταν αυτό ήρθε σε επαφή με τον τροχό της μοτοσικλέτας κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Επιπλέον, ο ΜΚ1 αναφέρθηκε και στα υπόλοιπα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή, δηλαδή στα συντρίμμια που όπως ανέφερε αυτά ξεκινούσαν από το σημείο Χ και ήταν διασκορπισμένα προς τα νότια επειδή εκσφενδονίστηκαν από το αριστερό πλευρό του οχήματος της Κατηγορούμενης. Η δε μοτοσικλέτα του ΜΚ2 διαμοιράστηκε σε τρία κομμάτια και αυτό συνέβη εξαιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης. Μάλιστα ο ΜΚ1 είπε ότι ο τρόπος που εκσφενδονίστηκαν τα μέρη της μοτοσυκλέτας καθώς και το σημείο που κατάληξε το κύριος μέρος της, καταδεικνύουν δίχως άλλο ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν το Χ. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 κατά την στιγμή που επήλθε η σύγκρουση το όχημα της Κατηγορούμενης ήταν στραμμένο με το μπροστινό του μέρος προς την οδό Αγίας Σοφίας και δη προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της συγκεκριμένης οδού. Αυτό επεσυνέβει σύμφωνα με τον μάρτυρα εξαιτίας της βεβιασμένης ενέργειας της Κατηγορουμένης να στρίψει το όχημα της πριν από το σημείο από το οποίο έπρεπε να αρχίσει να επιχειρεί την στροφή. Η ορατότητα της Κατηγορούμενης, ήταν 200 μέτρα προς τα νότια σύμφωνα με την πορεία της. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε για τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή του δυστυχήματος και ιδιαίτερα για τον τρόπο που προκλήθηκαν οι εκδορές στο οδόστρωμα. Επίσης αμφισβητήθηκε τόσο για τον εντοπισμό του σημείου σύγκρουσης το οποίο ως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση βρίσκεται νοτιότερα από το σημείο Χ όσο και για το σημείο που εντοπίστηκαν τα ευρήματα όπως σημειώθηκαν στο Τεκμήριο 8 αφού η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι αυτά τα έπρεπε να εντοπιστούν βορειότερα από την θέση του που βρέθηκε το όχημα της Κατηγορουμένης. Αποτέλεσε επίσης ουσιαστική θέση της υπεράσπισης ότι ο μπροστινός τροχός της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 δεν ξεφούσκωσε και επομένως δεν ήταν το ρίμς του τροχού της που προκάλεσε τις εκδορές στον δρόμο. Η υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι οι εκδορές που εντόπισε ο ΜΚ1 δημιουργήθηκαν από τον τροχό του οχήματος της Κατηγορούμενης όπως άλλωστε φαίνεται και στην φωτογραφία 23 του Τεκμηρίου
- Ο ΜΚ1 δεν συμφώνησε με την πιο πάνω θέση, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο η εκδορά να προήλθε από το τροχό του οχήματος της Κατηγορούμενης. Ο ΜΚ1 υποστήριξε κατηγορηματικά ότι το λάθος της Κατηγορούμενης εστιάζεται στο γεγονός ότι βιάστηκε να επιχειρήσει να εισέλθει στην οδό Αγίας Σοφίας ενώ αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 από απόσταση, δηλαδή από τα 130-140 μέτρα με αποτέλεσμα να αποκόψει ορθόδοξη πορεία του. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η ίδια η Κατηγορούμενη στην γραπτή της κατάθεση ανέφερε ότι αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 από το σημείο που βρίσκεται η Τράπεζα Κύπρου (Τεκμήριο 5). Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον ΜΚ1 η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης Χ μέχρι την Τράπεζα Κύπρου που η Κατηγορούμενη είδε για πρώτη φορά την μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 είναι 130-140 μέτρα. Περαιτέρω ο ΜΚ1 εξήγησε το σημείο σημείο σύγκρουσης Χ όπως εντοπίστηκε από τον ίδιο, καταδεικνύει ότι η πορεία που ακολουθούσε η Κατηγορούμενη για να στρίψει στην οδό Αγίας Σοφίας δεν ήταν η ορθή προφανώς γιατί επιχείρησε να στρίψει βιαστικά επειδή θεώρησε ότι θα προλάβαινε . Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 τόνισε ότι ο ίδιος δεν διαθέτει ούτε τις γνώσεις η την εμπειρία για να μπορέσει να υπολογίσει την ταχύτητα που κινείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο η μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου. Αυτό όμως που διαπίστωσε ήταν ότι η μοτοσικλέτα κινείτο με αυξημένη ταχύτητα αφού από την σύγκρουση αυτή διαμελίστηκε. Επίσης ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι υπήρξε ανεξάρτητη μαρτυρία ότι πριν την σύγκρουση ο ΜΚ2 οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα. Μάλιστα σε ερώτηση του συνηγόρου κατά πόσο εντοπίστηκε το ταχύμετρο με σκοπό να διαπιστωθεί αν είχε σταματήσει ο δείχτης της για να εξακριβωθεί η ταχύτητα της, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας καταστράφηκε ολοσχερώς, με αποτέλεσμα να μην εντοπιστεί το ρολόι με τον δείχτη. Επιπρόσθετα ο ΜΚ1 επεξήγησε ότι ακόμη και αν εντοπιζόταν το ρολόι με τον δείχτη της μοτοσικλέτας και πάλι δεν θα μπορούσε να καταλείξει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι από την στιγμή που η Κατηγορούμενη είδε την μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 από απόσταση να κινείται προς το μέρος της, το γεγονός αυτό από μόνο του, υποδήλωνε ύπαρξη κινδύνου και πριν η Κατηγορούμενη επιχειρούσε να στρίψει στην οδό Αγίας Σοφίας έπρεπε να βεβαιωθεί ότι δεν θα απέκοπτε την πορεία του. Πέραν των πιο πάνω, ήταν η θέση της υπεράσπισης, ότι η Κατηγορούμενη την ώρα που επιχειρούσε να στρίψει κινείτο με ταχύτητα 20 ΧΑΩ και συνεπώς από το σημείο που άρχισε να στρίβει (Κ) μέχρι το σημείο σύγκρουσης (Χ) διάνυσε την εν λόγω απόσταση σε χρόνο 2-3 δευτερολέπτων, με αποτέλεσμα μέσα σε αυτό το πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να μην καταφέρει να αντιδράσει, αφού η μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 κινείτο με υπερβολική ταχύτητα και συνεπώς το δυστύχημα κατέστη αναπόφευκτο. Σε σχέση με την κατάσταση που βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο ο ΜΚ2, ο ΜΚ1 συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι από τις εξετάσεις που έγιναν διαφάνηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών αλλά και αλκοόλ . Μάλιστα εξήγησε ότι η κατάσταση αυτή επηρέασε σίγουρα την αντίληψη του με αποτέλεσμα να μην εντοπιστούν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης , κάτι που υποδηλώνει ότι ο ΜΚ2 δεν μπόρεσε να προβεί σε οποιαδήποτε αποτρεπτική κίνηση όπως θα έπρεπε να πράξει αν οδηγούσε ενώ ήταν νηφάλιος. Όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ξεφούσκωμα του ελαστικού του τροχού του οχήματος της Κατηγορούμενης, ο ΜΚ1 παρά την επίμονη αντεξέταση του επί του συγκεκριμένου σημείου δεν δέχτηκε την θέση της υπεράσπισης ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης το όχημα της πετάχτηκε προς τα πάνω, υποστηρίζοντας κατηγορηματικά ότι η φορά της σύγκρουσης είχε ως αποτέλεσμα να ξεφουσκώσει ο πίσω δεξιός τροχός της αφού το όχημα μετακινήθηκε πάνω στον τροχό. Επίσης διαφώνησε με την θέση της υπεράσπισης, ότι η ορμή που είχε η μοτοσικλέτα του ΜΚ2 πάνω στο όχημα της Κατηγορούμενης θα έπρεπε να το μετακινήσει διαγώνια, με αποτέλεσμα τα θραύσματα να εντοπιστούν βορειότερα. Όπως ανέφερε ο ΜΚ1 το όχημα της Κατηγορουμένης μετακινήθηκε πολύ λίγο με αποτέλεσμα ο τροχός της να μην αφήσει μαύρισμα στον δρόμο. Ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι όταν το όχημα της Κατηγορούμενης δέχτηκε την σύγκρουση από την αριστερή του πλευρά, έδωσε όλη την πίεση προς τα κάτω για αυτό και δεν άφησε οποιοδήποτε μαύρισμα στο οδόστρωμα. Όσον αφορά την θέση της υπεράσπισης ότι τα μαυρίσματα που φαίνονται στο Τεκμήριο 2, φωτογραφία 14 και 15, προκλήθηκαν από τον τροχό του οχήματος της Κατηγορούμενης ο ΜΚ1 εξήγησε ότι τα σημάδια είναι άσχετα με το δυστύχημα και αποτελούν προηγούμενα σημάδια που είχε ο συγκεκριμένος δρόμος. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του ΜΚ1 ότι το όχημα της Κατηγορουμένης πιέστηκε προς τα κάτω , υποβάλλοντας του την θέση, ότι αν ίσχυε κάτι τέτοιο τα σημάδια από τον τροχό της μοτοσυκλέτας του παραπονούμενου (Τεκμήριο 2, φωτογραφία 59) θα ήταν σε όλη την επιφάνεια του τροχού, αφού την ώρα που συγκρούστηκε με το όχημα της Κατηγορούμενης ο τροχός της βρισκόταν σε κίνηση. Ο ΜΚ1 απαντώντας στην πιο πάνω υποβολή ανέφερε ότι ο τροχός σταμάτησε απότομα βρίσκοντας αντίσταση στο όχημα της Κατηγορούμενης με αποτέλεσμα το σημάδι να αφεθεί μόνο σε συγκεκριμένο σημείο, δηλαδή μόνο στο μέρος του τροχού που πιέστηκε στην άσφαλτο. Η Κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο ως δεύτερο μάρτυρα για να καταθέσει τον XXXXX Σκούρο (ΜΚ2). Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 αναγνώρισε την κατάθεση του (Τεκμήριο 13) καθώς και το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, υποδεικνύοντας μάλιστα σε αυτό και την υπογραφή του (Τεκμήριο 7). Σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος ο ΜΚ2 εξήγησε στο Δικαστήριο ότι ενώ επέβαινε της μοτοσικλέτας του και οδηγούσε με βόρεια πορεία επί της οδού Νίκου Παττίχη, κατά την στιγμή που έφτασε στα φώτα τροχαίας που βρίσκεται η συμβολή με την οδό Αγίας Σοφίας, το όχημα της Κατηγορούμενης που ερχόταν εξ' αντιθέτου, έστριψε απότομα δεξιά για να εισέλθει στην πιο πάνω πάροδο, με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία, και να συγκρουστούν. Περαιτέρω ο ΜΚ2 αναγνώρισε φωτοαντίγραφό απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού το οποίο και κατέθεσε (Τεκμήριο 14). Η συγκεκριμένη απόφαση αφορά την υπόθεση 10776/14 στην οποία ο ΜΚ2 αντιμετώπιζε κατηγορίες οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης και ναρκωτικών φαρμάκων, αδικήματα που κατηγορείτο ότι διέπραξε κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο που επεσυνέβη το δυστύχημα που αφορά την υπό εκδίκαση υπόθεση. Σύμφωνα μάλιστα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπως και ο ΜΚ2 ανέφερε δια ζώσης στο Δικαστήριο, αυτός αθωώθηκε αφού η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 αποδέχτηκε την θέση της υπεράσπισης ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδήγησε την συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα χωρίς να κατέχει άδεια οδήγησης, άδεια κυκλοφορίας και χωρίς να πιστοποιητικό ασφάλισης. Μάλιστα απέδωσε την πιο πάνω παραβατική συμπεριφορά του σε διάφορα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Δεν αποδέχτηκε όμως την θέση του συνηγόρου της υπεράσπισης, ότι γενικά δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης, αφού όπως υποστήριξε η άδεια οδήγησης της μοτοσυκλέτας είναι διαφορετική από την άδεια οδήγησης του αυτοκινήτου την οποία και κατείχε . Επίσης ο ΜΚ2 διαφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι κατά τον επίδικο χρόνο παρακολουθείτο τόσο από ψυχίατρο όσο και από νευρολόγο διευκρινίζοντας μάλιστα ότι δεν αντιμετώπιζε πριν το δυστύχημα κανένα απολύτως πρόβλημα με την υγεία του, αλλά ισχυρίστηκε οτι αμέσως μετά το δυστύχημα άρχισε να παρακολουθείται από ψυχίατρο. Αποτέλεσε βασική θέση της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα, ότι η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η υπερβολική ταχύτητα με την οποία οδηγούσε την μοτοσικλέτα του καθώς και το γεγονός ότι κατά τον ίδιο χρόνο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης και ναρκωτικών ουσιών. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, θέση που υποβλήθηκε στον ΜΚ2, αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος υπέχει ο ίδιος αλλά όχι η Κατηγορούμενη. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι είχε προβεί σε οποιαδήποτε χρήση ναρκωτικών ουσιών, υποστηρίζοντας με σθεναρότητα ότι οι εναντίον του κατηγορίες που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα δεν αποδείχθηκαν με αποτέλεσμα να αθωωθεί. Επίσης ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι επειδή ο ίδιος δεν γνωρίζει καθόλου από ναρκωτικά, έστω και αν υπήρξε μια περίπτωση να ανιχνευόταν οποιαδήποτε τέτοια ουσία στον οργανισμό του, η μόνη εξήγηση που μπορεί να δώσει ήταν ότι κάποιοι αλλοδαποί με τους οποίους όπως ανέφερε συναντήθηκε πριν το δυστύχημα στο μέρος που έφτιαχνε την βάρκα του. πιθανόν να του έριξαν τα ναρκωτικά στο ποτό του χωρίς όμως ο ίδιος να το γνωρίζει σίγουρα κάτι τέτοιο. Ο ΜΚ2 επέμεινε κατηγορηματικά στον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο που οδηγούσε είχε καταναλώσει μόνο δύο μπύρες, δεν είχε προβεί σε χρήση ναρκωτικών ουσιών και δεν βρισκόταν σε διέγερση υποστηρίζοντας ότι είχε την ικανότητα να οδηγήσει και τα αντανακλαστικά του λειτουργούσαν σωστά. Επίσης ισχυρίστηκε ότι παρόλο που δεν έλεγξε την ταχύτητα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο εντούτοις είναι σίγουρος ότι δεν είχε υπερβεί τα 70 ΧΑΩ. Η υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ2 ότι λέει ψέματα αφού στην κατάθεση του Τεκμήριο 13 ουδέποτε ανέφερε την ακριβή ταχύτητα που οδηγούσε. Επίσης του υποβλήθηκε ότι ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι δεν είχε οποιοδήποτε άλλο όχημα στον δρόμο, εντούτοις υπάρχει μαρτυρία ότι προσπέρασε κάποιο άλλο όχημα και μάλιστα με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ΜΚ2 δεν συμφώνησε με την πιο πάνω θέση αναφέροντας ότι δεν θυμάται να έγινε κάτι τέτοιο. Σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος ο ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι η πρώτη φορά που είδε το όχημα της Κατηγορούμενης να βρίσκεται απέναντι του ήταν περίπου σε απόσταση 50 μέτρων. Η πιο πάνω θέση του ΜΚ2 αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι δεν είναι δυνατόν να θυμάται 8 χρόνια μετά το δυστύχημα πότε είδε για πρώτη φορά το όχημα της Κατηγορούμενης, ενώ μάλιστα στην κατάθεση που του λήφθηκε από την Αστυνομία δεν ανέφερε ποτέ αυτό τον ισχυρισμό. Ο ΜΚ2 υποστήριξε ότι κάποια πράγματα δεν κατάφερε να τα αναφέρει στην κατάθεση του, συμπεριλαμβανομένου και του πιο πάνω ισχυρισμού, γιατί τότε που του λήφθηκε η κατάθεση δεν ήταν καλά στην υγεία του αφού ήταν σοβαρά τραυματισμένος. Περεταίρω ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι ενώ είδε το όχημα της Κατηγορούμενης να βρίσκεται σε απόσταση 50 μέτρων μακριά του καθώς τα δύο οχήματα έφτασαν ταυτόχρονα στην συμβολή με την οδό Αγίας Σοφίας, η Κατηγορούμενη ενώ το όχημα της βρισκόταν σε κίνηση, χωρίς δηλαδή να σταματήσει καθόλου, έστριψε απότομα δεξιά και χωρίς να θέσει να λειτουργεία τον δείχτη της του απέκοψε την πορεία του. Επίσης ο ΜΚ2 ανέφερε ότι όταν είδε το όχημα της Κατηγορούμενης να επιχειρεί να εισέλθει στην οδό Αγίας Σοφίας προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τα φρένα της μοτοσικλέτας του χωρίς όμως να το καταφέρει με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Τέλος, υποβλήθηκε στον ΜΚ2 η θέση ότι το σημείο σύγκρουσης δεν είναι αυτό που εντόπισε η Αστυνομία αλλά βρίσκεται πιο νότια. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε εξήγησε σε σχέση με αυτό το ζήτημα, αφού δεν έχει τις γνώσεις για να καταλάβει το σχέδιο που ετοίμασε η Αστυνομία. Επανέλαβε όμως, ότι η Κατηγορούμενη ενώ αυτός οδηγούσε ευθεία πορεία, του απέκοψε την πορεία του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Από την αντίπερα όχθη, η Κατηγορούμενη είχε εκ διαμέτρου αντίθετη θέση για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά την στιγμή που επισυνέβει το δυστύχημα. Αρχικά η Κατηγορούμενη αναγνώρισε την κατάθεση της (Τεκμήριο 5) και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Αντεξεταζόμενη επέμεινε στην βασική της θέση, ότι δηλαδή αποκλειστική αιτία του δυστυχήματος ήταν η υπερβολική ταχύτητα με την οποία κινείτο ο ΜΚ2 οδηγώντας την μοτοσυκλέτα του και σε καμία περίπτωση, αιτία του δυστυχήματος αποτελεί η δεξιά στροφή που επιχείρησε για να εισέλθει εντός της οδού Αγίας Σοφίας. Η Κατηγορούμενη κατά την αντεξέταση της αναγνώρισε την υπογραφή της επί του πρόχειρου σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 7). Εντούτοις όμως υποστήριξε ότι τα τόξα που έχουν σημειωθεί πάνω στο πρόχειρο σχέδιο δεν αντιπροσωπεύουν την πορεία που ακολούθησε για να στρίψει κατά τον επίδικο χρόνο. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η Κατηγορούμενη, η ίδια επιχείρησε στροφή προς τα δεξιά με διαγώνια κλίση , ενώ το όχημα της εξακολουθούσε να κινείται με χαμηλή ταχύτητα. Η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι η στροφή που επιχείρησε για να εισέλθει στην πάροδο, βρίσκεται πιο μπροστά από τα τόξα που έχει σημειώσει ο ΜΚ1 επί του Τεκμηρίου 7 και ότι το σημείο σύγκρουσης Χ βρίσκεται σε άλλο σημείο επίσης πιο μπροστά-νότια σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Η Κατηγορούμενη υπέδειξε μάλιστα και σημείωσε επί του Τεκμηρίου 7 το σημείο σύγκρουσης που σύμφωνα με την εκδοχή της ,συγκρούστηκε το όχημα της μαζί με την μοτοσικλέτα του ΜΚ2 το οποίο βρίσκεται μεταξύ του σημείου Σ και Β2 του Τεκμηρίου
- Η Κατηγορούμενη επίσης ισχυρίστηκε ότι αφού πέρασε την γραμμή αναμονής επί της λεωφόρου Παττίχη και ενώ εφάρμοσε τον δεξιό δείχτη του αυτοκινήτου της για να δείξει την πρόθεση της ότι θα στρίψει δεξιά, αντιλήφθηκε για πρώτη φορά την μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 στο ύψος που βρίσκεται η Τράπεζα Κύπρου. Η ίδια θεώρησε ότι είχε την δυνατότητα να στρίψει και έτσι άρχισε να επιχειρεί την στροφή. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στην Κατηγορούμενη ότι βιάστηκε να στρίψει αφού όλα τα ευρήματα της σκηνής επιβεβαιώνουν δίχως άλλο την πιο πάνω θέση του. Επίσης υποβλήθηκε στην Κατηγορούμενη ότι η ενέργεια της να στρίψει βεβιασμένα και ενώ αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου να έρχεται εξ αντιθέτου, αποτελεί και την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος αφού με την πράξη της απέκοψε την ελεύθερη πορεία της μοτοσικλέτας του ΜΚ
- Η Κατηγορούμενη διαφώνησε με τις πιο πάνω θέσεις ενώ απέδωσε την αποκλειστική ευθύνη στην υπερβολική ταχύτητα που οδηγούσε ο ΜΚ2 την μοτοσικλέτα του. Η υπεράσπιση κάλεσε επίσης τον XXXXXX Αγαθαγγέλου (ΜΥ1) ο οποίος κατέθεσε ως πραγματογνώμονας. Η έκθεση αναπαράστασης που ετοίμασε αναφορικά με το επίδικο τροχαίο δυστύχημα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω ο ΜΥ1 ζήτησε και κατέθεσε έγγραφο στο οποίο περιλαμβάνεται ένας πίνακας ο οποίος αναφέρεται στα συμπτώματα που μπορεί να αναπτύξει ένας άνθρωπός μετά την χρήση αλκοόλ στον οργανισμό του σε συνάρτηση πάντοτε με το ποσοστό αλκοόλης που θα καταναλώσει και θα εντοπιστεί στο αίμα του. Ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 16 το εντόπισε και το εκτύπωσε από το διαδίκτυο. Ο λόγος που παρουσιάστηκε το Τεκμήριο 16 σύμφωνα με τον ΜΥ1, ήταν για να πληροφορηθεί το Δικαστήριο για την κατάσταση που πιθανόν να ευρίσκετο ενώ οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του ο ΜΚ2, αφού κατά την εξέταση που έτυχε από την αστυνομία εντοπίστηκε στον οργανισμό του αλκοόλη. Στην έκθεση του (Τεκμήριο 15) ο ΜΥ1 αναφέρεται στα προσόντα και στην εμπειρία του τα οποία σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Σύμφωνα με την έκθεση του ΜΥ1, αποκλειστική αιτία του δυστυχήματος ήταν η αλόγιστη, επικίνδυνη και υπό την επήρεια αλκοόλης και ναρκωτικών ουσιών οδήγηση από τον ΜΚ2 της μοτοσυκλέτας του, η οποία οδηγείτο με υπερβολική ταχύτητα, ήτοι με 130,5 ΧΑΩ. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 η Κατηγορούμενη παρόλο που ανέκοψε την πορεία της μοτοσυκλέτας, δεν φέρει καμία ευθύνη για το δυστύχημα γιατί είχε το δικαίωμα χρήσης του δρόμου μέσα στα πλαίσια της ταχύτητας που ορίζει ο νόμος, που στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν 50 ΧΑΩ. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 αμφισβητήθηκε για τα συμπεράσματα στα οποία κατέλειξε και τα οποία καταγράφονται λεπτομερώς στο Τεκμήριο
- Ήταν η θέση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η μη παρουσία του ΜΥ1 αμέσως μετά το δυστύχημα στην σκηνή του δυστυχήματος, του αποστέρησε την ευχέρεια στο να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα, και συνεπώς όλα τα ευρήματα που αναφέρονται στην έκθεση Τεκμήριο 15 είναι λανθασμένα. Επίσης αποτέλεσε βασική θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι οι υπολογισμοί στους οποίους προέβηκε ο ΜΥ1 για να καταλήξει στην ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο δεν είναι ορθοί με αποτέλεσμα η θέση του ότι ο ΜΚ2 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα όπως ο ίδιος την έχει υπολογίσει να είναι λανθασμένη. Ο ΜΥ1 επέμεινε στους ισχυρισμούς του προβάλλοντας τις δικές του θέσεις υποστηρίζοντας μάλιστα ότι σε όλα τα ευρήματα που κατέληξε, έλαβε υπόψη, τόσο τις θέσεις των δύο ενεχόμενων οδηγών όσο και τις ζημιές στα οχήματα τους. Υποστήριξε επίσης ότι για την ετοιμασία της έκθεσης και την εξαγωγή των συμπερασμάτων του έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που είχε διαθέσιμα και εντοπίστηκαν κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος από τον ΜΚ
- Σύμφωνα με τον ΜΥ1 τα συμπεράσματα στα οποία κατέλειξε ο ΜΚ1 σε σχέση με τον εντοπισμό του σημείου σύγκρουσης Χ δεν είναι ορθά εξηγώντας τις δικές του θέσεις του αναφορικά με αυτό το σημείο. Σημειώνεται η θέση του ΜΥ1 ότι το σημείο σύγκρουσης Χ ακόμη και αν θεωρηθεί ότι όπως τέθηκε από τον ΜΚ1 επί του σχεδίου είναι το ορθό, αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία γιατί η αποκλειστική αιτία του δυστυχήματος ήταν η υπερβολική ταχύτητα του ΜΚ
- Τέλος, ο ΜΚΥ1 αμφισβητήθηκε και για την μέτρηση στην οποία προέβηκε αναφορικά με την ορατότητα που είχε η Κατηγορούμενη αμέσως πριν το δυστύχημα. Υποβλήθηκε στον ΜΚΥ1 ότι η μέτρηση που έλαβε μέσω της ιστοσελίδας του google map για να διαπιστώσει την ορατότητα, δεν είναι ασφαλής αφού η ιστοσελίδα αυτή μεταβάλλεται από καιρό σε καιρό. Ο ΜΥ1 συμφώνησε με την πιο πάνω θέση , αναφέροντας όμως ότι η μέτρηση είναι ορθή. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Η μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος ΜΚ1 έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 7) αλλά και το συμμετρικό (Τεκμήριο 8) αποτελούν ουσιώδη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ότι κλήθηκε να απαντήσει ο ΜΚ1 στην υπεράσπιση ήταν σε διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν σε σχέση με την διερεύνηση του δυστυχήματος αλλά και τον εντοπισμό των ευρημάτων. Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε επίμονα ιδιαίτερα για τον εντοπισμό του σημείου σύγκρουσης Χ αλλά και των υπόλοιπων ευρημάτων στην σκηνή. Γενικά ο ΜΚ1 μου έδωσε την εικόνα ενός αντικειμενικού, αμερόληπτου και ανεξάρτητου εξεταστή του δυστυχήματος και επομένως αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς όλα τα ευρήματα αλλά και το σημείο σύγκρουσης. Αποδέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με όλα τα σημεία και τις μετρήσεις που έθεσε τόσο επί του πρόχειρου όσο και επί του συμμετρικού σχεδιαγραφήματος που ετοίμασε. Επίσης αποδέχομαι τις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος από τον ΜΚ1 σχετικά με την σκηνή του δυστυχήματος αλλά και τις ζημιές που προκλήθηκαν στα δύο ενεχόμενα οχήματα. Όσον αφορά το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος σημειώνεται ότι με αυτό συμφώνησε και η ίδια η Κατηγορούμενη θέτοντας μάλιστα σε αυτό την υπογραφή της. Αποδέχομαι επίσης ότι το σημείο σύγκρουσης Χ που εντοπίστηκε από τον ΜΚ1, είναι το ορθό, αφού στο σημείο αυτό εντοπίστηκαν οι εκδορές στο οδόστρωμα που εναποτέθηκαν από το ρίμς του μπροστινού τροχού της μοτοσικλέτας του ΜΚ2 αλλά επιπρόσθετα και τα συντρίμμια τα οποία ξεκινούσαν από το συγκεκριμένο σημείο και είχαν νότια κατεύθυνση αφού εκσφενδονίστηκαν από το αριστερό πλευρό του οχήματος της Κατηγορουμένης. Συνεπακόλουθα δεν μπορώ να αποδεχτώ την θέση της υπεράσπισης, ότι οι εκδορές που εναποτέθηκαν στο οδόστρωμα στο σημείο Χ, προέρχονται από το ελαστικό του οχήματος της Κατηγορουμένης, αφού ως ήταν η θέση του ΜΚ1 δεν ήταν δυνατό να τις προκαλέσει το όχημα της γιατί κατά την στιγμή της σύγκρουσης με την μοτοσυκλέτα του ΜΚ2, αυτό μετακινήθηκε για πολύ λίγο αφού η πίεση που δέχτηκε ήταν προς τα κάτω σε αντίθεση με τον τροχό της μοτοσυκλέτας που σταμάτησε απότομα βρίσκοντας αντίσταση στο όχημα της Κατηγορουμένης αφού ο τροχός πιέστηκε στην άσφαλτο. Γενικά ο ΜΚ1 σε ότι αφορά τις θέσεις του για τον εντοπισμό του σημείου σύγκρουσης Χ επεξήγησε με πλήρη λεπτομέρεια τόσο τον τρόπο που προκλήθηκαν οι εκδορές στον δρόμο όσο και τον λόγο που αυτές είχαν κλίση προς τα αριστερά ενόψει του ότι κατά την δεδομένη χρονική στιγμή το όχημα της Κατηγορουμένης βρισκόταν σε κίνηση με αποτέλεσμα ο τροχός της μοτοσυκλέτας να βρει αντίσταση. Το γεγονός αυτό εξάλλου υποστηρίζεται και από τα μαυρίσματα που αποτυπώθηκαν πάνω στο όχημα της Κατηγορουμένης σε σημείο μάλιστα που ταυτίζεται με το ύψος του τροχού της μοτοσυκλέτας του ΜΚ
- Αποδέχομαι επίσης την θέση του ΜΚ1 ότι η Κατηγορούμενη έστριψε βεβιασμένα χωρίς να πραγματοποιήσει ορθή στροφή για να εισέλθει στην οδό Αγίας Σοφίας, αφού εξάλλου το σημείο σύγκρουσης εντοπίστηκε σε θέση που καταδεικνύει ότι η Κατηγορούμενη την στιγμή που επιχείρησε την στροφή είχε στραμμένο το μπροστινό μέρος του οχήματος της προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Αγίας Σοφίας. Αποδέχομαι επίσης την θέση του ΜΚ1 ότι η Κατηγορούμενη είχε ορατότητα 200 μέτρα προς νότια κατεύθυνση σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Επίσης αποδέχομαι την θέση του ΜΚ1 ότι η Τράπεζα Κύπρου στην οδό Νίκου Παττίχη βρίσκεται από το σημείο που αντιλήφθηκε για πρώτη φορά η Κατηγορούμενη την μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 ,130-140 μέτρα. Από την άλλη αυτό που δεν μπορώ να αποδεχτώ από την μαρτυρία του ΜΚ1 είναι την θέση του, ότι ο ΜΚ2 οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα. Πέραν από το ότι διαπίστωσε ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή εξαιτίας των ζημιών που υπέστησαν τα δύο ενεχόμενα οχήματα και ιδιαίτερα της ζημιάς που υπέστη η μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 η οποία διαμελίστηκε, εντούτοις το πιο πάνω συμπέρασμα δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στην ταχύτητα που οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του ο ΜΚ
- Εν πάση περιπτώση το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαθιστά τον εαυτό του ως εμπειρογνώμονα για να καταλήξει σε ευρήματα σχετικά με το τι ταχύτητα οδηγούσε ο ΜΚ2 την μοτοσυκλέτα του κατά τον επίδικο χρόνο και να διαπιστώσει ποιοι ήταν οι λόγοι που προκάλεσαν την σφοδρότητα της σύγκρουσης και συνεπακόλουθα τις ζημιές που προκλήθηκαν στα δύο ενεχόμενα οχήματα. Σημειώνεται ότι πέραν των πιο πάνω ο ΜΚ1 δεν εντόπισε στην σκηνή οποιαδήποτε άλλα ευρήματα όπως για παράδειγμα ίχνη τροχοπέδησης αλλά ούτε και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έτυχε εκπαίδευσης ή είναι ειδικός στην εύρεση της. Συνεπώς δεν δόθηκαν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε δεδομένα ούτως ώστε αυτός να μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στην θέση που προβλήθηκε ,δηλαδή υπολογίζοντας την ταχύτητα μόνο και μόνο από την βιαιότητα της σύγκρουσης ή από τις ζημιές που προέκυψαν. Απουσιάζουν λοιπόν από την μαρτυρία του, τα αναγκαία κριτήρια που να στηρίζουν επιστημονικά αυτόν τον ισχυρισμό. Επίσης δεν μπορώ να αποδεχτώ ούτε την θέση του ΜΚ1, ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ΜΚ2 οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλης αφού σύμφωνα με το Τεκμήριο 14 (απόφαση Δικαστηρίου ημερ. 07.07.18) αθωώθηκε σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπισε σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα. Καταληκτικά διαπιστώνω ότι ο ΜΚ1 αποτελεί ένα αντικειμενικό και αμερόληπτο εξεταστή του δυστυχήματος ο οποίος με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του αφού επισκέφθηκε την σκηνή και διαπίστωσε αυτοπρόσωπος την ύπαρξη των ευρημάτων του. Αποδέχομαι την μαρτυρία του πλην των σημείων που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο ΜΚ2 επίσης άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις του ήταν σαφείς και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Τουναντίον ο ΜΚ2 απαντούσε χωρίς κανένα δισταγμό ακόμα και σε ερωτήσεις που ήταν ενάντια στα συμφέροντα του. Πιο συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση του αποδέχτηκε την θέση της υπεράσπισης ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε την μοτοσυκλέτα διαπράττοντας άλλα τροχαία αδικήματα όπως για παράδειγμα την οδήγηση χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης και χωρίς ασφάλεια. Η πιο πάνω παραδοχή αποτελεί αδιαμφισβήτητα δείγμα ειλικρίνειας. Από την άλλη ο ΜΚ2 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και υποστήριξε ότι ενώ οδηγούσε τα ανακλαστικά του λειτουργούσαν σωστά και ήταν νηφάλιος. Επίσης ήταν η θέση του ότι η ικανότητα του να οδηγήσει σε καμία περίπτωση δεν ήταν ελαττωμένη αρνούμενος ότι είχε προβεί σε χρήση οποιουδήποτε είδους ναρκωτικών ουσιών. Αποδέχτηκε βέβαια ότι κατά τον χρόνο της παραμονής του στο μέρος όπου έφτιαχνε την βάρκα του είχε καταναλώσει αλκοόλ και συγκεκριμένα δύο μπύρες οι οποίες δεν αποτέλεσαν λόγω επηρεασμού της ικανότητας του να οδηγήσει. Η θέση του ΜΚ2 η οποία προβλήθηκε μέσα από την γραπτή του κατάθεση, ότι δηλαδή ανέφερε ότι εάν είχαν βρεθεί οποιεσδήποτε ναρκωτικές ουσίες στον οργανισμό του πιθανόν να ευθύνονται άλλα πρόσωπα με τους οποίος είχε συναναστραφεί πριν το δυστύχημα δεν αφήνει περιθώρια περαιτέρω σχολιασμού και είναι άνευ αντικειμένου στο παρών στάδιο λαμβανομένου υπόψη ότι ο ΜΚ2 για το συγκεκριμένο ζήτημα αντιμετώπισε ποινική υπόθεση για την οποία δικάστηκε και αθωώθηκε. Αποδέχομαι συνεπώς τις θέσεις του ΜΚ2 ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε νηφάλιος και τα αντανακλαστικά του λειτουργούσαν σωστά χωρίς να έχει επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η ικανότητα του να οδηγήσει. Με έχει πείσει για τους πιο πάνω ισχυρισμούς του. Επίσης αποδέχομαι την θέση του ΜΚ2 ότι ενώ οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 70 ΧΩΑ, αντιλήφθηκε σε απόσταση 50 μέτρων το όχημα της Κατηγορούμενης να οδηγείται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Επίσης αποδέχομαι την θέση του ΜΚ2 για τον τρόπο που έγινε το επίδικο δυστύχημα, ότι δηλαδή ότι ενώ έφτασε στα φώτα τροχαίας με την συμβολή της οδού Αγίας Σοφίας και βρισκόταν σε απόσταση περίπου 10 μέτρων από το όχημα της Κατηγορούμενης αυτή έστριψε το όχημα της απότομα δεξιά χωρίς να θέσει τον δείχτη της για να εισέλθει στην οδό Αγίας Σοφίας με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία του και τα δύο οχήματα να συγκρουστούν στο σημείο Χ. Σημειώνεται ότι τα όσα αναφέρονται από τον ΜΚ2 για τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα επιβεβαιώνονται και από την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 8). Αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που λήφθηκε από τον ΜΚ2 (Τεκμήριο 13) με τα όσα ανέφερε κατά την δια ζώσης μαρτυρίας του, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση που να μου δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο ΜΚ2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε, ούτε σε σχέση με τα όσα ανέφερε για τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα ούτε και για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ενώ οδηγούσε. Μάλιστα η θέση του ΜΚ2 ότι η Κατηγορούμενη του απέκοψε την πορεία εντελώς ξαφνικά με αποτέλεσμα να μην προλάβει να εφαρμόσει τα φρένα του επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος δεν εντόπισε στην σκηνή οποιαδήποτε ίχνη φρένων. Ο ΜΚ2 με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του, και συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του χωρίς να έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης από την άλλη δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεχτή διότι στερείται πειστικότητας και λογικής. Ενώ από την μια η Κατηγορούμενη τόσο στην γραπτή της κατάθεση όσο και στην δια ζώσης μαρτυρία της υποστήριξε κατηγορηματικά ότι έστριψε κανονικά για να εισέλθει στην οδό Αγίας Σοφίας εντούτοις η πιο πάνω θέση της διαψεύδεται από την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή από το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και ιδιαίτερα από το σημείο σύγκρουσης Χ όπως αυτό εντοπίστηκε από τον ΜΚ1. Προκύπτει λοιπόν το συμπέρασμα ότι η σύγκρουση των δύο ενεχόμενων οχημάτων έλαβε χώρα σε σημείο που η Κατηγορούμενη δεν επιχείρησε να στρίψει το όχημα της με ορθόδοξο τρόπο δηλαδή στρίβοντας με κλίση 90 μοιρών για να εισέλθει στην εν λόγω πάροδο αλλά άρχισε να στρίβει βεβιασμένα έχοντας στραμμένο κατά την στιγμή της σύγκρουσης το μπροστινό μέρος του οχήματος της εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Αγίας Σοφίας από την λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία έπρεπε να στρίψει για να εισέλθει. Η Κατηγορούμενη αν επιχειρούσε ορθόδοξη στροφή για να στρίψει στην εν λόγω πάροδο ως ήταν η θέση της, το σημείο σύγκρουσης Χ θα εντοπιζόταν αρκετά νοτιότερα από το σημείο που εντοπίστηκε, και θα βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Αγίας Σοφίας σύμφωνα με την πορεία της Κατηγορουμένης, η οποία αφορούσε την είσοδο των οχημάτων που επιθυμούσαν να ακολουθήσουν δυτική πορεία όπως επιθυμούσε και η Κατηγορούμενη. Περαιτέρω δημιουργούνται σοβαρά ερωτηματικά στο Δικαστήριο, πώς από την μια η Κατηγορούμενη με τόση ευκολία υπέδειξε και σημείωσε στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 7) κατά την διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρία της το ορθό κατά την ίδια σημείο σύγκρουσης 8 χρόνια μετά το δυστύχημα, ενώ στην γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 5) η οποία λήφθηκε λίγες ημέρες μετά το δυστύχημα, αδυνατούσε να το υποδείξει αναφέροντας μάλιστα ότι δεν θυμόταν ακριβώς που ήταν το σημείο σύγκρουσης. Σημειώνεται ότι παρόλο που δεν θυμόταν που βρισκόταν το σημείο σύγκρουσης, εντούτοις υπέγραψε και συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο το οποίο της είχε υποδειχθεί. Για τους πιο πάνω λόγους δεν έχω πειστεί για την αλήθεια των όσων η Κατηγορούμενη υποστήριξε τόσο στην γραπτή της κατάθεση όσο και στην δια ζώσης μαρτυρία της. Η αναλήθεια των ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε σχέση με τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας της, τα οποία αποτελούν ουσιώδη πτυχή για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα δημιουργούν ανεπανόρθωτα ρήγματα και στο υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της. Ένεκα των πιο πάνω σοβαρών αντιφάσεων που έχω διαπιστώσει είμαι πεπεισμένος ότι τα όσα ανέφερε η Κατηγορούμενη , λέχθηκαν με απώτερο σκοπό να αποδώσει την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος στον ΜΚ2 και να αποποιηθεί η ίδια κάθε ευθύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται. Ο ΜΥ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ούτε για την πείρα του, αλλά ούτε και για τα προσόντα τα οποία κατέχει αφού εξάλλου αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Συνεπώς αποδέχομαι ότι ο ΜΥ1 κατέθεσε ενώπιον μου ως πραγματογνώμονας Τροχαίων Δυστυχημάτων. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας είτε με βάση τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε με βάση την πείρα. Δηλαδή πείρα σε ένα τομέα από μόνη της, μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα όπως καλείται διαφορετικά (βλ. μεταξύ άλλων Evangelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, 57, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, 5 και Phipson on Evidence 13η έκδοση, παραγρ. 27-32). Βέβαια εκεί που ο εμπειρογνώμονας (expert) έχει εκτός από την πείρα και ακαδημαϊκά προσόντα αυτό είναι κάτι που ένα δικαστήριο θα λάβει υπόψη όσον αφορά την βαρύτητα που θα δώσει στη μαρτυρία του, αφού βέβαια η μαρτυρία αυτή εξεταστεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας. Το δικαστήριο δεν είναι υπόχρεο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που έχει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε. Η ουσία της μαρτυρίας του ΜΥ1 ήταν ότι το επίδικο δυστύχημα δεν οφείλεται στην οδική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης αλλά στη μεγάλη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο ΜΚ2 την μοτοσυκλέτα του, καθώς και στο γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλης. Σημειώνεται ότι ο ΜΥ1 κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, αποδέχτηκε την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι μεταξύ του ΜΚ1 και του ιδίου, αποτελεί φυσικό επακόλουθο ότι ο ΜΚ1 είχε περισσότερη αντίληψη αναφορικά με τα ευρήματα που εντοπίστηκαν στην σκηνή αφού μετέβηκε εκεί αμέσως μετά το δυστύχημα ,σε αντίθεση με τον ίδιο ο οποίος εξέτασε τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος σε μεταγενέστερο χρόνο, δηλαδή 7 χρόνια αργότερα (σελ.16 των πρακτικών). Η θέση του ΜΥ1 σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης Χ ήταν ξεκάθαρη. Σύμφωνα με τον ΜΥ1 παρόλο που ο ίδιος δεν συμφωνεί με το σημείο σύγκρουσης Χ όπως έχει τεθεί από τον ΜΚ1 επί του συμμετρικού σχεδίου (Τεκμήριο 8), εντούτοις είναι της άποψης ότι επειδή η αιτία του δυστυχήματος είναι άλλη, δηλαδή η υπερβολική ταχύτητα σε συνδυασμό με την προηγούμενη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ από τον ΜΚ2, η πιο πάνω διαφορά που προκύπτει στις θέσεις των δύο μαρτύρων για το που τελικά βρίσκεται το ορθό σημείο σύγκρουσης δεν διαδραματίζει κανένα απολύτως ρόλο σε σχέση με το ποιος υπέχει ευθύνη για το δυστύχημα. Ερχόμενος στην μαρτυρία του ΜΥ1 αρχικά θα πρέπει να αναφέρω ότι από την παρουσία του στο Δικαστήριο δεν έχω αποκομίσει θετική εντύπωση για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω. Ο ΜΥ1 τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του διαπίστωσα ότι επιχειρούσε με κάθε δυνατό τρόπο, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά ρόλο συνηγόρου υπεράσπισης να πείσει το Δικαστήριο για την ορθότητα και βασιμότητα των ευρημάτων του, χωρίς όμως να είναι αμερόληπτος και αντικειμενικός, αφού μέσα από τα συμπεράσματα του προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι ο ίδιος έχει υποκαταστήσει τον εαυτό του ως τον τελικό κριτή της υπόθεσης απαλλάττοντας την Κατηγορούμενη από κάθε ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, επιρρίπτοντας αποκλειστική ευθύνη στον ΜΚ
- Με όλο τον σεβασμό προς τον ΜΥ1, η τελική ετυμηγορία αποτελεί πολύ λεπτό έργο που ανάγεται αποκλειστικά και μόνο στο Δικαστήριο. Περαιτέρω προκύπτει ότι ο ΜΥ1 κατέληξε σε συμπεράσματα, εκλαμβάνοντας ως δεδομένο , ότι ο ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του τόσο υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών όσο και αλκοόλης υποστηρίζοντας κατηγορηματικά την θέση ότι ενώ οδηγούσε δεν ήταν νηφάλιος. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του ΜΥ1, η χρήση των ναρκωτικών ουσιών και της αλκοόλης διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο κατά την οδήγηση του ΜΚ2 επηρεάζοντας τον χρόνο αντίδρασης κατά την στιγμή που αντιλήφθηκε τον κίνδυνο μέσα στον δρόμο με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να αντιδράσει και να συγκρουστεί με το όχημα της Κατηγορουμένης. Σημειώνεται όμως ότι ο ΜΥ1 ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε (σελ.09-10 των πρακτικών ημερ.09/04/21) ότι δεν έχει προβεί σε καμία έρευνα σχετικά με το πώς επηρεάστηκε ο ΜΚ2 από την χρήση των ναρκωτικών ουσιών, εντούτοις στα συμπεράσματα του στην σελ. 26 του Τεκμηρίου 15 , κατέληξε ότι η αποκλειστική αιτία του δυστυχήματος ήταν η οδήγηση του ΜΚ2 με υπερβολική ταχύτητα σε συνδυασμό με την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλης. Παρά τα πιο πάνω συμπεράσματα του, εντούτοις ο ίδιος ο μάρτυρας κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του διαφοροποίησε δραματικά τις θέσεις του αναφορικά με την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος, υποστηρίζοντας κατηγορηματικά ότι ο ΜΚ2 είτε οδηγούσε ενώ τελούσε σε κατάσταση μέθης είτε όχι το δυστύχημα θα επισυνέβαινε εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας που κινείτο με την μοτοσυκλέτα του και η οποία με βάση τους υπολογισμούς του ανερχόταν σε 130 ΧΑΩ (σελ.36 των πρακτικών ημερ.09/04/21). Σε σχέση με το Τεκμήριο 16, θα πρέπει να αναφέρω ότι σε αυτό, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα ενόψει και της θέσης που προβλήθηκε ανωτέρω από τον ίδιο τον ΜΥ
- Εξάλλου ως έχει προαναφερθεί το Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε ούτε και το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 επί του συγκεκριμένου σημείου. Σημειώνεται ότι ακόμη και αν αποδεχόμουν ότι ο ΜΚ2 είχε καταναλώσει την ποσότητα αλκοόλης που του καταλογίστηκε, και πάλι τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 16 δεν μπορούν να αντικατοπτρίσουν με ακρίβεια την κατάσταση που βρισκόταν ο ΜΚ2 ενώ οδηγούσε αλλά τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο είναι υποθετικά αφού όπως ανέφερε και ο ΜΥ1 για τον υπολογισμό του χρόνου αντίδρασης ενός οδηγού λαμβάνονται υπόψη και διάφοροι άλλοι παράγοντες. Συγκεκριμένα στην σελ.10 των πρακτικών της 09/04/21, ο ΜΥ1 επιχειρώντας να αναλύσει τον χρόνο αντίδρασης ενός οδηγού επεξήγησε ότι αυτός διαφοροποιείται αναλόγως διαφόρων παραγόντων (ηλικία, κόπωση κτλ.) .Ο ίδιος ο ΜΥ1 κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε την ηλικία του ΜΚ2 αλλά ούτε και να απαντήσει με ακρίβεια κατά πόσο ο ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε κουρασμένος ή όχι . Ο ΜΥ1 κατέβαλε ανεπιτυχώς μεγάλη προσπάθεια για να μπορέσει να αιτιολογήσει την θέση του, ότι δηλαδή επειδή ο ΜΚ2 ήταν ξύπνιος για πολλές ώρες όπως αναφέρεται και στην γραπτή του κατάθεση, ο ίδιος θεώρησε ότι οδηγούσε κουρασμένος χωρίς όμως τα όσα υποστήριζε να μπορεί να τα στηρίξει αφού απαντούσε μόνο υποθετικά. Σε σχέση με την ορατότητα που είχε η Κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε μέτρηση κατά την επίσκεψη του στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα, αλλά προέβηκε σε μέτρηση επί χάρτου( google map - σελ.14 Τεκμηρίου 15) καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η ορατότητα της Κατηγορούμενης ήταν 120 μέτρα προς τα νότια, ενώ η Τράπεζα Κύπρου που αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα για πρώτη φορά στον δρόμο βρίσκεται στα 100 μέτρα. Σύμφωνα όμως με τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον ΜΚ1 και τις οποίες έχω ήδη αποδεχτεί , η ορατότητα που είχε η Κατηγορούμενη προς τα νότια ήταν περί τα 200 μέτρα, ενώ η Τράπεζα Κύπρου απέχει από το σημείο που αντιλήφθηκε η Κατηγορούμενη τον ΜΚ2 στα 130-140 μέτρα. Ο ΜΥ1 παραδέχτηκε ότι η μέτρηση στην οποία προέβηκε στον χάρτη επί κλίμακας (google map) δεν είναι σταθερή αφού αλλάζει από στιγμή σε στιγμή και ότι επίσης δεν προέβηκε σε καμία άλλη μέτρηση αναφορικά με την ορατότητα που υπάρχει στο επίδικο σημείο κατά την διάρκεια της νύχτας. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο ΜΥ1 προσπάθησε με κάθε τρόπο να μειώσει τις αποστάσεις οι οποίες εξακριβώθηκαν από τον ΜΚ
- Το λογικά αναμενόμενο θα ήταν, αφού και ο ίδιος ο ΜΥ1 ως ισχυρίστηκε μετέβηκε στην σκηνή έστω και 7 αργότερα χωρίς το οδικό δίκτυο να έχει διαφοροποιηθεί καθόλου στο συγκεκριμένο σημείο, να προβεί σε επί τόπου μετρήσεις για να διαπιστώσει τις πιο πάνω αποστάσεις. Είμαι της άποψης ότι η πιο πάνω παράλειψη του ΜΥ1 έγινε επί σκοπώ και συγκεκριμένα για να ενισχύσει την εκδοχή της Κατηγορούμενης. Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία του ΜΥ1 ως προς τα πιο πάνω σημεία. Εξετάζοντας τώρα το μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 αναφορικά με την ταχύτητα που οδηγούσε την μοτοσικλέτα του ο ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα δεν ήταν καθόλου σαφής και πειστική αλλά περιείχε ανακρίβειες και εικασίες. Ο ΜΥ1 για τον υπολογισμό της ταχύτητας του ΜΚ2 χρησιμοποίησε την εξίσωση-τύπο της θεωρίας κινήσεως του Νεύτωνα. Αρχικά σύμφωνα με τον ΜΥ1 ο ίδιος αποδέχτηκε ότι δεν επιθεώρησε την μοτοσυκλέτα του ΜΚ
- Εντούτοις όμως έλαβε υπόψη για να χρησιμοποιήσει την συγκεκριμένη εξίσωση για τον υπολογισμό της ταχύτητας, ότι το ύψος του καθίσματος της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 ήταν 0.78m χωρίς καθόλου προηγουμένως να εξετάσει αν πράγματι τα ελατήρια στήριξης που υπήρχαν εγκατεστημένα στην μοτοσικλέτα ήταν τα εργοστασιακά ή όχι. Επίσης ο ΜΥ1 ανέφερε ότι θεώρησε δεδομένο ότι τα ελατήρια στήριξης της μοτοσυκλέτας ήταν τα εργοστασιακά υποστηρίζοντας μάλιστα ότι δεν μπορούσε να αναφέρει με βεβαιότητα πόσα εκατοστά κατέβηκε προς τα κάτω το κάθισμα όταν κάθισε πάνω ο οδηγός, δηλαδή ο ΜΚ
- Επιπλέον ο ΜΥ1 επεξηγώντας τον τύπο που χρησιμοποίησε για να υπολογίσει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ανέφερε ότι έλαβε υπόψη ως δεδομένο ότι ο ΜΚ2 εκτινάχθηκε σε οριζόντια απόσταση 11.88 μέτρα χωρίς να συρθεί καθόλου στην άσφαλτο, τονίζοντας ότι ο συντελεστής τριβής δεν μπορούσε να ισχύσει στην συγκεκριμένη περίπτωση καθότι δεν ήταν το ζητούμενο για τον υπολογισμό της ταχύτητας. Από την άλλη όμως ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο με βεβαιότητα ότι ο ΜΚ2 σε κάποιο σημείο μετά που εκσφενδονίστηκε και έπεσε στην άσφαλτο σύρθηκε για κάποια απόσταση (σελ.30 των πρακτικών ημερ.09/04/21). Γενικά ο ΜΥ1 δεν μπορούσε να αναφέρει με βεβαιότητα πως κατέληξε ο ΜΚ2 στο οδόστρωμα μετά την σύγκρουση αφού δεν γνώριζε εάν τελικά η εκτόνωση της ορμής που είχε ο ΜΚ2 μετά την σύγκρουση έλαβε χώρα στο έδαφος ή τον αέρα. Από την άλλη όμως επέμεινε κατηγορηματικά ότι λόγω του ότι δεν υπήρχε στην αστυνομική έκθεση οποιαδήποτε ένδειξη για ίχνη τριβής του ΜΚ2 στην άσφαλτο δεν αποτελούσε ζητούμενο για να ληφθεί υπόψη. Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι παρά το γεγονός, ότι ο ΜΥ1 διατύπωνε τις θέσεις του με ένα προσεκτικό τρόπο, θέλοντας να πείσει για την αντικειμενικότητά των απόψεων και τοποθετήσεών του, σε κάποιες περιπτώσεις άφηνε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι λειτουργούσε περισσότερο ως συνήγορος υπεράσπισης παρά ως πραγματογνώμονας, επιχειρηματολογώντας και σχολιάζοντας όχι μόνο επιστημονικές θέσεις και εξηγώντας διάφορα συμβάντα, κατά τον τρόπο που του επέτρεπε η εμπειρογνωμοσύνη του, πράγμα άλλωστε καθόλα θεμιτό, αναμενόμενο και επιτρεπτό, αλλά προβαίνοντας σε εικασίες, προεκτάσεις και συλλογισμούς που συνειδητά και με μεθοδευμένο τρόπο κρίνω ότι στόχευαν στην ενίσχυση της υπόθεσης της Κατηγορουμένης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του η οποία απορρίπτεται. Σημειώνεται ότι, ακόμη και αν αποδεχόμουν την θέση της υπεράσπισης ότι δηλαδή ο ΜΚ2 οδηγούσε με την ταχύτητα στην οποία κατέληξε ο ΜΥ1, το μέγιστο που θα μπορούσε να λεχθεί ήταν ότι και ο ΜΚ2 είχε το δικό του μερίδιο ευθύνης, ως εξαίρεση στον γενικό κανόνα ότι η ταχύτητα από μόνη της δεν αποτελεί αμέλεια εκτός και αν συνδυαστεί με άλλες περιστάσεις. Αναφορικά με τις γραπτές δηλώσεις της XXXXX Αγαθοκλέους (Τεκμήριο 3) της XXXXX Γεωργίου (Τεκμήριο 4) αυτές αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δεν παρουσίασε τα πρόσωπα αυτά στο Δικαστήριο για να μπορεί και η υπεράσπιση να τα αντεξετάσει χωρίς να δώσει οποιαδήποτε δικαιολογία. Συναφώς η αλήθεια της μαρτυρίας των προσώπων αυτών δεν μπορεί να εξακριβωθεί. Για τους πιο πάνω λόγους οι γραπτές δηλώσεις δεν γίνονται αποδεκτές. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 12/07/13 και περί ώρα 0300 το πρωί η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα της στην οδό Νίκου Παττίχη στην Λεμεσό με νότια κατεύθυνση και κινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της . Ο ΜΚ2 κατά τον ίδιο χρόνο επέβαινε της μοτοσυκλέτας του και κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Νίκου Παττίχη με βόρεια κατεύθυνση. Στο σημείο που η οδός Νίκου Παττίχη συμβάλλεται με την οδό Αγίας Σοφίας και ελέγχεται από φώτα τροχαίας, η Κατηγορούμενη ενώ αντιλήφθηκε την παρουσία της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 η οποία κινείτο εξ αντιθέτου και βρισκόταν σε απόσταση 130-140 μέτρων , έστριψε το όχημα της απότομα δεξιά πραγματοποιώντας διαγώνια κλίση με πρόθεση να εισέλθει στην οδό Αγίας Σοφίας χωρίς καθόλου να σταματήσει και χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον δεξιό δείχτη του οχήματος της. Η ενέργεια της Κατηγορούμενης είχε ως αποτέλεσμα να αποκόψει την ελεύθερη πορεία της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 την οποία οδηγούσε σε ευθεία πορεία, και να συγκρουστούν στο σημείο Χ. Από την σύγκρουση η μοτοσυκλέτα του Κατηγορούμενου ανατράπηκε και διαμελίστηκε καταλήγοντας στα σημεία Β1,Β2 και Β3 όπως σημειώθηκαν επί του συμμετρικού σχεδίου (Τεκμήριο 8). Ο δρόμος έχει πλάτος 14 μέτρα και αποτελείται από 4 λωρίδες κυκλοφορίες, δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Το σημείο σύγκρουσης Χ απέχει από την βασική γραμμή μέτρησης 2.5 μέτρα και 38 μέτρα από το σημείο
- Από την σύγκρουση η οποία ήταν σφοδρή ο ΜΚ2 τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο με ασθενοφόρο. Επίσης από την σύγκρουση προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές τόσο στην μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 όσο και στο όχημα της Κατηγορούμενης. Στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα ο δρόμος είναι ευθύς, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Η Κατηγορούμενη είχε ορατότητα 200 μέτρα προς τα νότια, ενώ από το σημείο σύγκρουσης Χ προς την κατεύθυνση που κινείτο η μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 πριν συγκρουστούν 130-140 μέτρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Αποτελεί επίσης καλώς θεμελιωμένη αρχή ότι η ταχύτητα από μόνη της δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε συμπέρασμα για αμέλεια (Βλ. Demou v. Constantinou and Another
(1979)1 C.L.R. 21, Ioakim v. Soteriades
(1984)1 C.L.R. 175, Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5, Βρυωνίδη v. Σωφρονίου, Πολιτική Έφεση 9479/23.9.97). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση SAVENCU v Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 194/19 9.7.20 επαναλήφθηκε ότι είχε αναφερθεί και σε προηγούμενη Νομολογία ότι δηλαδή η υπερβολική ταχύτητα δεν μπορεί από μόνη της να στοιχειοθετήσει αμέλεια, εκτός αν οι υπόλοιπες λεπτομέρειες συνηγορούν στην ύπαρξη αμέλειας. (Βλέπε Quinn v. Scott [1965] 2 All E.R. 588). Στην υπόθεση Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5, στην οποία τονίστηκε ότι η υπερβολική ταχύτητα δεν είναι ικανοποιητική από μόνη της να στοιχειοθετήσει αμέλεια, τονίστηκε από τον τότε Πρόεδρο κ. Τριανταφυλλίδη ότι, "Even if we were to proceed on the basis of the assumption that the respondent was, just before the collision, driving at a high speed, or exceeding the prescribed speed limit in a built-up area, we cannot, in any case, accept the proposition, put forward by counsel for the appellant, that doing so was, inevitably, sufficient per se, and irrespective of the circumstances of the present case, to establish negligence. That such a proposition is not correct is to be derived from, inter alia, Quinn v. Scott (Supra), and Barna v. Hudes Merchandising Corporation 1962 S.J. 194." Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Demou v. Constantinou and another
(1979)1 C.L.R. 21, όπου ο Δικαστής Α. Λοϊζου σημείωσε ότι, "High speed alone - if a speed of 45-50 m.p.h. in a non - built up area could be said to be high speed - is not evidence of negligence unless the particular conditions at the time and place preclude it." Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα επιχείρησε βεβιασμένη και απότομη στροφή με διαγώνια κλίση προς τα δεξιά για εισέλθει στην οδό Αγίας Σοφίας ανακόπτοντας την ορθόδοξη πορεία της μοτοσικλέτας του ΜΚ2 που ερχόταν εξ αντιθέτου με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση. Από την πιο πάνω συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, προκύπτει ότι αυτή προέβηκε στην εν λόγω κίνηση βεβιασμένα παρόλο που αντιλήφθηκε την παρουσία της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 που ερχόταν εξ αντιθέτου ,αφού υπήρχε μεγάλη ορατότητα από το σημείο που άρχισε να πραγματοποιεί την δεξιά στροφή. Η ενέργεια της Κατηγορούμενης να αποφράξει τον δρόμο και την αποκοπή της πορείας του ΜΚ2 αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος και/ή συνδέεται άμεσα με την πρόκληση του. Δεν έχει προκύψει ότι ο ΜΚ2 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα αλλά ούτε και οτιδήποτε άλλο που να αποσυνδέει την απόφραξη από την πρόκληση του δυστυχήματος. Ακόμα και αν ο ΜΚ2 όμως οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, αυτή από μόνη της δεν αποτελεί αμέλεια, εκτός εάν αυτή συνδυαστεί με άλλους παράγοντες που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχαν. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Κατηγορούμενη θα ενεργούσε με τον τρόπο που ενήργησε την δεδομένη στιγμή. Συνεπώς δεν εντοπίστηκε αιτιώδης συνάφεια της ταχύτητας με την σύγκρουση και ότι το δυστύχημα είναι απόρροια της ταχύτητας. Παναγίδου ν. Κόκκινου
(2001)1 ΑΑΔ 122, Μιχαήλ ν. Κυριάκου
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1825 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 383) , Μάριου Νικολάου v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 841. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο