Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΘΑΛΑΣΣΙΤΗΣ, Aρ. Υπόθεσης 4328/20, 12/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 4328/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - XXXXXXXX ΘΑΛΑΣΣΙΤΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12.05.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αρσιώτης για κα. Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Αλβάνης Κατηγορούμενος : απών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος , βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε όλες τις εναντίον του κατηγορίες. Συγκεκριμένα παραδέχτηκε τα ακόλουθα αδικήματα : 1. Xρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5), 38 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία). 2. Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδηγήσεως κατά παράβαση των άρθρων 2,8
(1),49
(1)(α) και 54 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94
(1)/2001 όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία). 3. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ άδειας κυκλοφορίας κατά παράβαση των Καν. 17
(1)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (4η κατηγορία). 4. Οδήγηση κατά παράβαση απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (5η κατηγορία). Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Σύμφωνα με τα γεγονότα, στις 03/07/19 και περί ώρα 16:35 ενώ ο Μ1 επί του κατηγορητηρίου διενεργούσε έλεγχο τροχαίας κίνησης στην οδό Γιαννιτσών στην περιοχή Γερμασόγεια της Επαρχίας Λεμεσού, ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής XXX 937 το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως, και μετά από σχετικό έλεγχο που διενεργήθηκε στα στοιχεία του οχήματος προέκυψε, ότι αυτό οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο χωρίς να υπάρχει ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, χωρίς ο ίδιος να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης και χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε ενώ ήταν πρόσωπο το οποίο του είχε αποστερηθεί η ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο εννέα
(9)μηνών, δηλαδή από τις 06/12/18 μέχρι τις 05/9/19 μετά από Διάταγμα/Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην ποινική υπόθεση με αρ. 16257/16. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί την 05/12/18 στην ποινική υπόθεση υπ. αρ 16257/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 4 μηνών. Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα πάντοτε με το Τεκμήριο 1 (έντυπο προηγούμενων καταδικών) το οποίο έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο με την σύμφωνη γνώμη της υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε για το αδίκημα της οδήγησης κατά παράβαση Διατάγματος/Απόφασης Δικαστηρίου σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών με τριετή αναστολή ενώ για τα υπόλοιπα αδικήματα που αντιμετώπισε τα οποία ήταν και ελαφρύτερα σε σοβαρότητα, του επιβλήθηκαν επίσης ποινές φυλάκισης για τις οποίες επίσης είχε διαταχθεί η τριετή αναστολή. Ο Κατηγορούμενος σήμερα βαρύνετε με 8 βαθμούς ποινής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας εστιάζοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και ιδιαίτερα στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Μάλιστα απέδωσε την παραβατική συμπεριφορά του πελάτη του στο γεγονός ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν νεαρό άτομο και συνεπώς όλα τα υπό τιμωρία αδικήματα, διαπράχθηκαν ένεκα νεανικής απερισκεψίας και επιπολαιότητας. Μάλιστα ο συνήγορος τόνισε, ότι ο Κατηγορούμενος σήμερα έχει μεταμελήσει κατανοώντας πλήρως το σφάλμα του και επίσης γενικά έχει αλλάξει προς το καλύτερο, αποβάλλοντας από τον χαρακτήρα του κάθε είδους παραβατική συμπεριφορά. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου ο κ. Αλβάνης υποστήριξε ότι δυστυχώς ο πελάτης του στερήθηκε την οικογενειακή θαλπωρή αφού ο πατέρας του απεβίωσε ενόσω ο ίδιος βρισκόταν σε πολύ μικρή ηλικία, με αποτέλεσμα να μεγαλώσει μόνο μαζί με την μητέρα του. Τόνισε ακόμα ο συνήγορος, ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Συγκεκριμένα όπως ανέφερε ο κ. Αλβάνης, ο Κατηγορούμενος πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη και λαμβάνει επί καθημερινής βάσης σχετική θεραπεία, δηλαδή ινσουλίνη. Επίσης πάσχει και από ελαφριάς μορφής νοητική στέρηση. Εξαιτίας των πιο πάνω προβλημάτων υγείας είναι ανίκανος για εργασία με αποτέλεσμα να λαμβάνει το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Τέλος ο κ. Αλβάνης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι από την συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε δυστύχημα ή ζημιά σε περιουσία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τα πιο κάτω ως ελαφρυντικά για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δηλαδή άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, την ειλικρινή και έμπρακτη μεταμέλειά του η οποία συνάγεται από την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Αλβάνης αγόρευσε ακόμα ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα κρίνει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας αυτή θα πρέπει να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα επικαλούμενος όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες. Το αδίκημα της οδήγησης κατά παράβαση απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 4 χρόνια ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 6.834 ευρώ ή και τις δύο αυτές ποινές. Τα υπόλοιπα αδικήματα είναι ελαφρύτερα σε σοβαρότητα. Συγκεκριμένα το αδίκημα της οδήγησης χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και ένα 1 χρόνο ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα 1708 ευρώ ή και τις δύο αυτές ποινές. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του ο Κατηγορούμενος να οδηγήσει εντός του χρονικού διαστήματος που του είχε αποστερήσει το Δικαστήριο την άδεια οδήγησης του, έχει διαπράξει ένα πολύ σοβαρό αδίκημα. Το αδίκημα που διέπραξε γίνεται ακόμα σοβαρότερο αφού αυτός οδήγησε και χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου μέρους αλλά και χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Αναφορικά με την 5η κατηγορία, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, Ημερομηνίας 11/06/2010 επανατονίστηκε η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για την επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: « The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Η φύση του διατάγματος, οι πιθανές συνέπειες της παράβασης του, αλλά και οι λόγοι της παρακοής αποτελούν σχετικούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στην επιλογή της ποινής[i] (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 196). Σε σχέση με την 1η κατηγορία, της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι, στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο.» Οι πράξεις του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται ενάντια στην ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού και ιδιαίτερα των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι τις πράξεις του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζουν ο εγωισμός και η αδιαφορία του τόσο για την ασφάλεια του ιδίου και των υπολοίπων χρηστών του δρόμου. Ο εγωισμός και η αδιαφορία του Κατηγορούμενου αντικατοπτρίζεται και μέσα από το οδικό του μητρώο, αφού ως έχει αναφερθεί αυτός βαρύνετε και με 8 βαθμούς ποινής. O Κατηγορούμενος ως αναφέρθηκε, βαρύνετε και με μία προηγούμενη καταδίκη. Καταδικάστηκε διότι διέπραξε όπως και στην παρούσα υπόθεση τροχαίες παραβάσεις μεταξύ των οποίων και το αδίκημα της οδήγησης κατά παράβαση Απόφασης/Διατάγματος Δικαστηρίου καθώς και το αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφαλιστική κάλυψη και χωρίς να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στις 05/12/18 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού καταδίκασε τον Κατηγορούμενο στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 16257/16 για την διάπραξη των πιο πάνω αναφερόμενων αδικημάτων σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 4 μηνών και ενώ είχε διαταχθεί οι ποινές που του επιβλήθηκαν να έχουν τριετή αναστολή, ο Κατηγορούμενος 7 μήνες μετά την επιβολή της ποινής και συγκεκριμένα στις 03/07/19 επανέλαβε την ίδια παραβατική συμπεριφορά διαπράττοντας της ίδιας φύσης αδικήματα. Ιδιαίτερα σοβαρό συνιστά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό επανέλαβε το αδίκημα της οδήγησης κατά παράβαση Απόφασης/Διατάγματος Δικαστηρίου. Αδιαμφισβήτητα η ύπαρξη της πιο πάνω αναφερόμενης προηγούμενης καταδίκης αυτομάτως μειώνει και το ευεργέτημα της επιείκειας που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη . Οι πράξεις του Κατηγορούμενου δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Καθιστούν δε αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την παραβατική του συμπεριφορά. Δεν παραγνωρίζω ότι η συχνότητα διάπραξης τέτοιου είδος αδικημάτων σήμερα έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και ότι μάλιστα οι τροχαίες παραβάσεις αποτελούν μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία. Προς τούτο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις αυτής της φύσης τις οποίες επιλαμβάνομαι καθημερινά. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου η οποία υποδηλώνει και την έμπρακτη μεταμέλεια του. Έλαβα επίσης υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορό και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Το Δικαστήριο δεν παραμένει αδιάφορο μπροστά στα προβλήματα υγείας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Στο σημείο αυτό θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Νομολογία τα προβλήματα υγείας ενός κατηγορούμενου, λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, όχι, όμως, σε βαθμό που να υπερφαλαγγίζουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου, όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (Βλ. The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέδειξε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (Βλ. A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93 και The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Αν ο κατάδικος δε χρήζει ιατρικής φροντίδας, αυτή μπορεί να του παρασχεθεί από τις Ιατρικές Υπηρεσίες των Φυλακών (Βλ. Anastasis Panayi Georghiou alias Mandis v. P
(1966)2 CLR 1, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another
(1967)2 CLR 20). Έλαβα επίσης υπόψη για μετριασμό της ποινής το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου αφού κατά τον χρόνο διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων ήταν ηλικίας 23 ετών. Σε σχέση με το νεαρό της ηλικίας αναφέρονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με την Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 88 αναφέρεται ότι η αντιμετώπιση νεαρών παραβατών αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα. Στις περιπτώσεις αυτές προέχει ισχυρή η ανάγκη για αναμόρφωση παρά η τιμωρία μιας και το ενδεχόμενο αναμόρφωσης νεαρών ατόμων είναι μεγαλύτερο από ότι σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία είναι πλέον εξοικειωμένα με τις συνήθειες και συμπεριφορές τους. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται στις σελίδες 89-90 ότι δεν υπάρχει αυθεντία που να καθορίζει μέχρι ποιας ηλικίας άτομα μπορούν να θεωρούνται νεαρά πρόσωπα, προφανώς, διότι επί του θέματος υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες όπως η εμπειρία που κάποιος έχει της ζωής. Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο, σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, είναι ότι όσο ένα άτομο μεγαλώνει η σημασία του νεαρού της ηλικίας ως μετριαστικός παράγοντας φθίνει και λίγο μετρά στην επιμέτρηση της ποινής. Στην υπόθεση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50, που πιο πάνω μνημονεύεται, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στους εφεσείοντες ηλικίας 19 και 23 ετών για το αδίκημα της ληστείας. Στην ίδια υπόθεση εκφράσθηκε και η άποψη ότι αν και δεν είναι επιθυμητό νεαρά άτομα στα αρχικά, δηλαδή, στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητάς τους, να στερηθούν της ευκαιρίας να ωριμάσουν για να κάνουν τις επιλογές τους στην ζωή, σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί από ότι ήταν μερικές δεκαετίες πριν. Με την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών με τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης ο νέος σήμερα έχει καλύτερες ευκαιρίες διαμόρφωσης του χαρακτήρα του φτάνει να κάνει τις ορθές επιλογές. Τέλος έλαβα υπόψη ότι από την οδήγηση του Κατηγορούμενου δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε που να δείχνει ότι αυτή ήταν τέτοια που έθεσε σε άμεσο και πραγματικό κίνδυνο κάποιο τρίτο πρόσωπο ή/και τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν την 03/07/19 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε την 23/12/19 δηλαδή 5 μήνες μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνεται επίσης ότι η υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα. Η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης κρίνεται μεγάλη, αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με τον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο και είναι της τάξης του 1 έτους και 8 μηνών. Δεν μου διαφεύγει, όμως, ότι στην καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης είναι υπαίτιος και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα στον Κατηγορούμενο επιδόθηκε κατηγορητήριο το οποίο τον καλούσε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να απαντήσει στις εναντίον του κατηγορίες την 15/09/20. Αντί αυτού όμως, ο Κατηγορούμενος, δεν παρουσιάστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του το οποίο εκκρεμούσε μέχρι την 16/03/21, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε τελικά στο Δικαστήριο και παραδέχτηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συνεπώς και ο Κατηγορούμενος ευθύνεται στην καθυστέρηση, για το χρονικό διάστημα των 6 μηνών. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος. Με δεδομένα, όμως, την υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση καθώς και την σοβαρότητα ιδιαίτερα του υπό τιμωρία αδικήματος της 2ης κατηγορίας για τους λόγους που ενωρίτερα υποδείχθηκαν κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρθηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε δεν παρατηρείται σημαντική μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Αποτιμώντας λοιπόν από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής, ιδιαίτερα της αυτού της 5ης κατηγορίας, και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής. (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Η ποινή της στέρησης της άδειας οδήγησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής (Ελευθερίου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300). Η διάρκειά της θα πρέπει να συσχετίζεται με την ποινή φυλάκισης (Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 327, Kiamil v. Αστυνομίας
(1974)2 Α.Α.Δ. 16). Συνυπολογίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τους προαναφερόμενους μετριαστικούς παράγοντες. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465). Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος μη στέρησης. Ένεκα της ιδιαίτερης σοβαρότητας του αδικήματος της 5ης κατηγορίας που αφορά οδήγηση κατά παράβαση Απόφασης/Διατάγματος Δικαστηρίου κρίνω ορθό, δίκαιο και σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής σε αυτή την κατηγορία. Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές : Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 30 ημερών . Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 20 ημέρων. Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος αποστερείται από του να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο να συντρέχουν. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο, αφού το ζήτημα τούτο τέθηκε ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Ενόψει της απουσίας του Κατηγορούμενου, το ένταλμα σύλληψης που έχει εκδοθεί εναντίον του στις 12.04.21 παραμένει σε ισχύ. Δίδονται οδηγίες όπως αυτό εκτελεστεί άμεσα. Η έναρξη της έκτισης των ποινών φυλάκισης και της ποινής στέρησης που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο θα αρχίσει να ισχύει από την στιγμή της σύλληψης του. Δίδονται επίσης οδηγίες όπως η Αστυνομία μεριμνήσει τα στοιχεία του Κατηγορούμενου τεθούν στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η είσοδος και έξοδος από την Δημοκρατία (stop list). Παράλληλα έχω αποφασίσει ενόψει του ύψους της ποινής που έχω επιβάλλει σήμερα στον Κατηγορούμενο, να μην ενεργοποιήσω τις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν σε αυτόν στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 16257/16 (Αργυρού v Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 57). Στην πιο πάνω απόφαση κατέληξα αφού πρώτα εξέτασα το σύνολο της ποινής που θα καλείτο να εκτίσει σήμερα ο Κατηγορούμενος σε περίπτωση που θα ενεργοποιούσα την ποινή φυλάκισης που του είχε ήδη επιβληθεί , δηλαδή αυτή των 4 μηνών (Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.62). Συνεπώς κρίνω ότι η συνολική ποινή φυλάκισης που θα καλείτο να εκτίσει ο Κατηγορούμενος στην περίπτωση που θα ενεργοποιούσα την ποινή φυλάκισης των 4 μηνών που του είχε ήδη επιβληθεί από άλλο Δικαστήριο, ο συνολικός χρόνος των 9 μηνών φυλάκισης θα ήτο υπερβολικός. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο