← Κύπρος

ΛΑΜΠΡΟΥ ν. HELVA TRADING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1659/2016, 31/3/2021

ΛΑΜΠΡΟΥ ν. HELVA TRADING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1659/2016, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B60 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1659/2016 ΛΑΜΠΡΟΥ XXXXX Παραπονούμενος -εναντίον-

  1. HELVA TRADING LTD
  2. XXXXX ΙΑΣΩΝΟΣ
  3. XXXXX ΜΙΧΑΗΛ
  4. XXXXX ΠΟΥΤΖΙΟΥΡΗ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κα. Α. Ξυψιτή Για Κατηγορούμενη 1: Ουδείς Για Κατηγορούμενο 3: κ. Α. Καρεκλάς Για Κατηγορούμενη 4: κ. Κώστα Κατηγορούμενοι 3 και 4 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία), και οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 αντιμετωπίζουν μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αποδοχής αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 299 Κεφ. 154 (3η κατηγορία). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη 1, κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2012 στη Λάρνακα, εξέδωσε επί της Τραπέζης Κύπρου την επιταγή αρ. XXXXX2498 ημερομηνίας 30/10/2012 για το ποσό των €20.000 στο όνομα του Κατηγορούμενου 3 (στο εξής η «Επιταγή»), ο οποίος την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στην πληρεξούσια αντιπρόσωπο του Παραπονούμενου XXXXX Ιακώβου και η οποία παρουσίασε την Επιταγή προς πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα και δεν εξοφλήθη λόγω του ότι ο εκδότης της άνευ ευλόγου αιτίας προκάλεσε την μη εξόφληση της και παραμένει απλήρωτη για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, οι Κατηγορούμενοι 3 και 4, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρει στην 1η κατηγορία ενεργούσαν ως τα εντεταλμένα πρόσωπα των Κατηγορουμένων 1 και 2, και δια ψευδών παραστάσεων έπεισαν ή/και παρότρυναν τον Παραπονούμενο να αποδεχθεί την Επιταγή, ενώ γνώριζαν ότι την Επιταγή αυτή οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν είχαν σκοπό εξ αρχής να τιμήσουν. Η 1η Κατηγορούμενη, παρά το γεγονός ότι της επιδόθηκε το σχετικό κατηγορητήριο, σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8/2/2018, δεν εμφανίστηκε στην παρούσα διαδικασία και, ως εκ τούτου, η υπόθεση εναντίον της προχώρησε στην απουσία της. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, η κατηγορία που αντιμετώπιζε (2η κατηγορία), η οποία αφορούσε το αδίκημα της παροχής συνδρομής στην Κατηγορούμενη 1 για την έκδοση της Επιταγής, απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης του Κατηγορητηρίου σε αυτόν, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να απαλλαχθεί από την εν λόγω κατηγορία. Οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 δήλωσαν μη παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε σχέση με αυτούς για ακρόαση. Β. Προσαχθείσα Μαρτυρία και Αγορεύσεις Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η πλευρά του Παραπονούμενου κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες. Ο πρώτος ήταν ο κ. XXXXX Ηρακλείδης (Μ.Κ.1), υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, ο οποίος κατά την μαρτυρία του κατέθεσε την Επιταγή (Τεκμήριο 1), το δείγμα της υπογραφής του υπογράφοντος την Επιταγή (Τεκμήριο 2) και ένα έντυπο από το σύστημα της Τράπεζας αναφορικά με την ημερομηνία ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής (Τεκμήριο 3). Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν η κα. XXXXX Ισιδώρου (πρώην Ιακώβου) (Μ.Κ.2), η οποία υιοθέτησε, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της, γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α) και η οποία κατέθεσε κατά τη μαρτυρία της τα Τεκμήρια 4 - 7. Ο τρίτος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά του Παραπονούμενου ήταν ο κ. XXXXX Ιακώβου, ο οποίο υιοθέτησε, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) και ο οποίος κατέθεσε κατά τη μαρτυρία του το Τεκμήριο 8. Μετά το πέρας της υπόθεσης για τον Παραπονούμενο, οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 3 και 4, στη βάση των προνοιών του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155, εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους για την κατηγορία που αντιμετωπίζουν ώστε το Δικαστήριο να τους καλέσει σε απολογία. Στην αντίπερα όχθη, η συνήγορος του Παραπονούμενου, επιχειρηματολογώντας, προέβαλε ότι, μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας που αφορά την Κατηγορούμενη 1, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, και ότι, στο παρόν στάδιο, έχει επίσης αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 3 και 4 ώστε να δικαιολογείται η κλήση τους σε απολογία στην 3η κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Τα όσα αναφέρθηκαν από αμφότερες τις πλευρές μέσω των αγορεύσεων τους για την υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν με λεπτομέρεια στην παρούσα απόφαση. Γ. Σύνοψη Προσαχθείσας Μαρτυρίας Δεν θα επιχειρήσω να καταγράψω σε μεγάλη έκταση την προφορική μαρτυρία των προσώπων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον κάτι τέτοιο κρίνω ότι είναι αχρείαστο και αντιπαραγωγικό. Θα αναφερθώ απλώς περιγραφικά και συνοπτικά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, τονίζοντας ταυτόχρονα το αυτονόητο, ότι δηλαδή το σύνολο της μαρτυρίας, προφορικής και γραπτής, παρά την απουσία εκτενούς αναφοράς, το έχω διεξέλθει ενδελεχώς και με την επιβαλλόμενη προσοχή (βλ. Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Ο Μ.Κ.1 μαρτύρησε για ζητήματα που αφορούν την έκδοση και την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής. Ανέφερε ότι εκδότης της Επιταγής είναι η Κατηγορούμενη 1, εκ μέρους της οποίας υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2, του οποίου την υπογραφή αναγνώρισε επί της Επιταγής, με βάση το δείγμα υπογραφής που παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  1. Ανέφερε, επίσης, ότι η πληρωμή της Επιταγής ανακλήθηκε στις 28/9/2012 (Τεκμήριο 3), κατόπιν εντολής που δόθηκε στην Τράπεζα ηλεκτρονικά από κάποια XXXXX Παπαγεωργίου, η οποία, όπως είπε, είχε εξουσιοδότηση από την Κατηγορούμενη 1 να χειρίζεται το λογαριασμό της, προσθέτοντας, περαιτέρω, ότι, στις οδηγίες ανάκλησης δεν αναγράφηκε οποιοσδήποτε λόγος ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής. Η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι είναι φίλη του Παραπονούμενου, ο οποίος την εξουσιοδότησε να παραλάβει την Επιταγή, η οποία δόθηκε σε αντικατάσταση άλλης επιταγής της Κατηγορούμενης 1 για την πληρωμή του τιμήματος πώλησης ενός ακινήτου που αγόρασε η Κατηγορούμενη 4 από τον Παραπονούμενο, σύμφωνα με ένα Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 9/12/2010 (Τεκμήριο 5) (στο εξής το «Ακίνητο»). Όπως είπε, το Ακίνητο μεταβιβάστηκε στον υιό της Κατηγορούμενης 4 και, κατά την μεταβίβαση, είχε δοθεί μια άλλη επιταγή για την εξόφληση του τιμήματος από την Κατηγορούμενη 1, αλλά η εν λόγω επιταγή δεν τιμήθηκε και γι' αυτό δόθηκε η επίδικη Επιταγή, σε αντικατάσταση της προηγούμενης, με τη διαβεβαίωση ότι η Κατηγορούμενη 1 όφειλε του Κατηγορούμενου 3 και ο τελευταίος όφειλε της Κατηγορούμενης
  2. Ανέφερε επίσης ότι η Επιταγή εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 σε όφελος του Κατηγορούμενου 3 ο οποίος, όπως την ενημέρωσε ο πρώην σύζυγός της, Μ.Κ.3, επισκέφθηκε την οικία της και την παρέδωσε στον Μ.Κ.3, διαβεβαιώνοντάς τόσο τον ίδιο όσο και τον Παραπονούμενο να δεχθούν την Επιταγή και ότι αυτή θα εξαργυρωθεί. Ακολούθως, με οδηγίες του Παραπονούμενου, κατέθεσε την Επιταγή στις 15/11/2012 σε λογαριασμό της στη Συνεργατική Μακράσυκας αλλά αυτή επιστράφηκε απλήρωτη στις 20/11/2012 με την ένδειξη ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον εκδότη της Επιταγής. Διευκρίνισε επίσης ότι η πρώτη επιταγή κατατέθηκε από την ίδια στον πιο πάνω λογαριασμό της στις 27/1/2012 και, αφού της επιστράφηκε απλήρωτη την 1/2/2012, την παρέδωσε στον σύζυγό της, ο οποίος την παρέδωσε πίσω στον Κατηγορούμενο 3, και ο τελευταίος υποσχέθηκε να φέρει άλλη επιταγή, όπως και έπραξε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα με την παράδοση της επίδικης Επιταγής. Υποστήριξε ότι οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 γνώριζαν πολύ καλά ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν είχε χρήματα στην Τράπεζα για να τιμήσει την πληρωμή της Επιταγής, εντούτοις έπεισαν την ίδια, τον πρώην σύζυγό της και τον Παραπονούμενο να την αποδεχθούν, όπως και έπραξαν αφού τους έπεισαν με τις διαβεβαιώσεις τους ότι η Επιταγή επρόκειτο να τιμηθεί. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τους Κατηγορούμενους 3 και 4 ούτε είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 3 και ότι όλα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή της αναφορικά με το ζήτημα των διαβεβαιώσεων της τα είχαν μεταφέρει ο Παραπονούμενος και ο πρώην σύζυγός της. Διευκρίνισε ότι το Ακίνητο μεταβιβάστηκε στις 9/12/2010 με την υπόσχεση ότι θα πληρωνόταν ο Παραπονούμενος το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του Ακινήτου και ήταν γι' αυτό το λόγο που εκδόθηκε αρχικά η πρώτη επιταγή και, ακολούθως, η επίδικη Επιταγή, συμφωνώντας στη συνέχεια, σε ερώτηση που της έγινε, ότι εκείνος που τους ξεγέλασε ήταν ο εκδότης της Επιταγής, ο οποίος, ενώ εξέδωσε την Επιταγή, αυτή δεν πληρώθηκε και συμφώνησε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος 3 ουδέποτε τους είχε υποσχεθεί για την πληρωμή της Επιταγής. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι, κατά τη γνώμη της, ο Κατηγορούμενος 3 θα έπρεπε κανονικά να φροντίσει να πληρωθεί η Επιταγή αφού διαβεβαίωσε ότι είχε λεφτά μέσα. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 4 ανέφερε ότι αυτή γνώριζε για την Επιταγή εφόσον ο Παραπονούμενος ήταν σε αυτή που πώλησε το Ακίνητο και, επομένως, ήξερε ότι η Κατηγορούμενη 4 γνώριζε για την Επιταγή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος έφυγε από την Κύπρο και πήγε στην Αγγλία λίγο καιρό πριν τους παραδοθεί η Επιταγή και, εξ όσων μπορούσε να θυμηθεί, αυτό έγινε περίπου τον Σεπτέμβριο με Οκτώβριο του
  3. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι είναι και αυτός φίλος του Παραπονούμενου. Είπε ότι ο Παραπονούμενος εξουσιοδότησε την Μ.Κ.2 να παραλάβει εκ μέρους του την Επιταγή λόγω του ότι αυτός θα έφευγε από την Κύπρο. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 3, όταν τον επισκέφθηκε στην οικία του, οπισθογράφησε την Επιταγή και την παρέδωσε στον ίδιο επειδή εκείνη την στιγμή απουσίαζε η Μ.Κ.2 από την οικία τους, διαβεβαιώνοντάς τον ότι αυτή θα τιμηθεί, ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα τώρα και ότι ήταν υπεύθυνος για την πληρωμή της. Αναγνώρισε την υπογραφή του Κατηγορούμενου 3 καθώς και εκείνη της πρώην συζύγου του, Μ.Κ.2, στο πίσω μέρος της Επιταγής, αναφέροντας επίσης ότι ο Κατηγορούμενος 3 διαβεβαίωσε τόσο τον ίδιο όσο και τον Παραπονούμενο πριν φύγει να δεχθούν την Επιταγή και ότι θα εξαργυρωθεί. Κατά τα λοιπά, η κυρίως εξέτασή του κινήθηκε επί των ίδιων ζητημάτων στα οποία αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία της η Μ.Κ.2, προσθέτοντας ότι, κατά την άποψή του, οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 γνώριζαν ότι δεν θα πληρώνονταν η Επιταγή απλώς ήθελαν να ξεγελάσουν τον Παραπονούμενο για να πάει το Ακίνητο σε αυτούς, χωρίς να πληρώσουν. Αντεξεταζόμενος, δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα πότε ακριβώς του παρέδωσε την Επιταγή ο Κατηγορούμενος 3 και αν αυτή του παραδόθηκε πριν ή μετά την ημερομηνία πληρωμής της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος του είπε πως οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 τον διαβεβαίωσαν ότι η Επιταγή θα τιμηθεί και όταν ο Κατηγορούμενος 3 του παρέδωσε την Επιταγή του είπε ότι η εν λόγω Επιταγή δεν έχει κανένα πρόβλημα. Σε ό,τι αφορά τη θέση που εξέφρασε κατά την κυρίως εξέτασή του σε σχέση με το ότι οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 γνώριζαν πολύ καλά ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν είχε χρήματα στην Τράπεζα για να τιμηθεί η Επιταγή, ανέφερε ότι αυτό το υπολόγισε, βάσει ορισμένων καταστάσεων που γνωρίζει προσωπικά και επειδή γνώριζε την Κατηγορούμενη 1 από αυτά που άκουγε από τον κόσμο και ήξερε ότι δεν θα έχει διαθέσιμα υπόλοιπα. Όπως, στη συνέχεια, είπε, δεν γνωρίζει αν γνώριζαν το ίδιο πράγμα οι Κατηγορούμενοι 3 και 4, αναφέροντας αρχικά ότι θα πρέπει να το γνώριζαν και στη συνέχεια ότι το γνώριζαν. Επίσης, είπε ότι δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος 3 είχε οποιαδήποτε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 ούτε γνωρίζει την Κατηγορούμενη 4, γνωρίζει όμως ότι οφείλει χρήματα, με βάση τα όσα του έχει αναφέρει ο Παραπονούμενος. Δ. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά γνωστές και συνοψίζονται στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, Denickom Enterprises Ltd v. Savva Nikiforou Trading Co Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2018:B227, Ποιν. Έφεση 299/2015 ημ. 14/5/2018, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Συνοπτικά, ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία, είναι δυνατή η απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου σε αυτό το στάδιο μόνο εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) όταν, από την αντικειμενική θεώρηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος∙ ή (β) όταν η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη, σε τέτοιο βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή, κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Το αποδεικτικό βάρος που φέρει στο στάδιο αυτό η κατηγορούσα αρχή δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Σε αυτό το στάδιο είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως η οποία, γενικά και αντικειμενικά θεωρούμενη, δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (σε αντίθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δικής). Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)Α.Α.Δ. 9). Ο δε κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B767, Ποιν. Έφεση 112/2014 ημ. 20/11/2015 αναφέρθηκε ότι: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα.» Ως προαναφέρθηκε, η 1η κατηγορία στρέφεται εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και αφορά τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:B201, Ποιν. Έφεση 96/2014 ημ. 15/4/2016):
  1. Η έκδοση της επιταγής, και
  2. Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία αποδειχθούν ή γίνουν παραδεκτά γεγονότα που αποδεικνύουν αυτά, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου (εκδότη της επιταγής) να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία (βλ. N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ανωτέρω και Δαμιανού ν. Κανάρη Ποιν. Έφεση 6/18 ημ. 31/10/2018). Σύμφωνα με την N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε από την μεταγενέστερη Nikiforos Technologies Ltd ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφεση 18/2012 ημ. 16/4/2014, η έννοια της «εύλογης αιτίας» συνδέεται με εκείνη της καλής πίστης (bona fide), συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Συνεπώς, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της Επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτή του η πεποίθηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει (αντικειμενικό κριτήριο). Όπως με ενάργεια επίσης υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω υποθέσεις, η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (εκδότη της επιταγής) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διαταράσσουν την προσφερόμενη υπεράσπιση. Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ανωτέρω): «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η 3η κατηγορία, η οποία στρέφεται εναντίον των Κατηγορουμένων 3 και 4, αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αποδοχής αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297[2] και 299[3] του Κεφ.
  1. Από τη συνδυαστική εφαρμογή των εν λόγω άρθρων προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 3ης κατηγορίας είναι τα ακόλουθα:
  2. η ψευδής παράσταση, δηλαδή η παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής,
  3. η γνώση του προσώπου που προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
  4. η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης και
  5. ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης να υποκινηθεί άλλος να [.] αποδεχτεί [.] αξιόγραφο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 299 Κεφ. 154 προϋποθέτει, κατά πρώτον, την ύπαρξη «ψευδών παραστάσεων», όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 297 Κεφ.
  6. Στην Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2017:B285, Ποιν. Έφεση 318/2015, ημ. 7/9/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας απόσπασμα από την Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861[4], παρατήρησε ότι: «μια παράσταση είναι ψευδής, όταν η παρουσίαση γεγονότος του παρελθόντος ή του παρόντος γίνεται με σκοπό την παράσταση του ως υπαρκτού, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Η έκφραση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ως προς την εκπλήρωση μια πράξης στο μέλλον, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής». Περαιτέρω, στην Κυπριανού (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αποσπάσματα από τον Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice 2015: «The representation must be untrue or misleading. There is no express requirement of materiality in this respect in which it is untrue or misleading, either objectively or subjectively to the defendant» (σελ. 2313). Και στη σελίδα 2314: «The definition of "false" incorporated the requirement that the person making the representation knows that the representation is, or might be untrue or misleading. It is the defendant's actual knowledge that matters, not what he ought to have known, or what a reasonable person would have known». Εκτός από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 299 Κεφ. 154 προϋποθέτει την, με πρόθεση καταδολίευσης, υποκίνηση κάποιου να αποδεχθεί ένα αξιόγραφο. Αναφορικά με το στοιχείο της πρόθεσης ή του σκοπού καταδολίευσης, επειδή αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, εφόσον ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Σύμφωνα δε με τα όσα αναφέρθηκαν στην R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, όπου η κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Όπως, όμως αναφέρεται στον Archbold (παρ. 1979-1982), το πιο πάνω αδίκημα συνδέεται άρρηκτα με τη βλάβη που προκαλείται ή ενδέχεται να προκληθεί στο «υποκείμενο από τα ψέματα θύμα» (R v. Thornton [1964] 2 QB 176) και τούτο λόγω και της συναφούς ερμηνείας του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» (βλ. Georghiou v. Republic
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 417, Ευθυμίου ανωτέρω και Welham v. D.P.P. [1960]). Ε. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Ξεκινώντας από την 3η κατηγορία, η οποία στρέφεται εναντίον των Κατηγορουμένων 3 και 4 που εμφανίζονται στην διαδικασία, και καθοδηγούμενος από τις νομικές αρχές που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, έχοντας παράλληλα υπόψη μου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αυτή αφορά σε συσχετισμό με την προσαχθείσα μαρτυρία, πάντοτε αντικειμενικά θεωρούμενης, κρίνω ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως όλα τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Η βασική εκδοχή της πλευράς του Παραπονούμενου, όπως αυτή παρουσιάστηκε κατά τη δίκη μέσω της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ήταν ότι, οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 διαβεβαίωσαν προφορικά τον Παραπονούμενο αλλά και τον Μ.Κ.3 να δεχθούν την Επιταγή και ότι αυτή θα εξαργυρωθεί ενώ γνώριζαν ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν είχε διαθέσιμα υπόλοιπα στην Τράπεζα και ότι, συνεπώς, δεν επρόκειτο να τιμηθεί. Σύμφωνα όμως με την σφραγίδα του πιστωτικού ιδρύματος στην Επιταγή (η οποία με βάση το άρθρο 305 (Α)
(3)αποτελεί μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου της) αλλά και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, προκύπτει ότι η Επιταγή δεν πληρώθηκε όχι λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 αλλά επειδή η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον εκδότη της. Συναφώς και έχοντας υπόψη, στην όψη της, τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε αναφορικά με το ζήτημα αυτό, κρίνω ότι το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 3ης κατηγορίας (δηλαδή αυτό της ύπαρξης «ψευδών παραστάσεων») δεν στοιχειοθετείται για τους εξής δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η αποδιδόμενη παράσταση ότι η Επιταγή επρόκειτο να τιμηθεί και οι διαβεβαιώσεις ή υποσχέσεις που, κατ' ισχυρισμόν, δόθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση από τους Κατηγορούμενους 3 και 4 δεν αφορούν γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος αλλά παραστάσεις ή υποσχέσεις ως προς την εκπλήρωση μια πράξης (δηλαδή την πληρωμή της Επιταγής) στο μέλλον (βλ. Κυπριανού ανωτέρω). Ο δεύτερος είναι ότι η εκδοχή της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αναφορικά με το λόγο που θεωρούν ότι η προαναφερόμενη παράσταση ήταν ψευδής (ο οποίος ήταν επειδή η Κατηγορούμενη 1 δεν είχε διαθέσιμα υπόλοιπα στο λογαριασμό της), δεν ανταποκρίνεται στον λόγο που η Επιταγή τελικά δεν πληρώθηκε και ουδεμία θετική μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τα περί έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 κατά το χρόνο της αποδιδόμενης παράστασης. Ούτε προκύπτουν μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία οποιαδήποτε περιστατικά ή στοιχεία που να υποδεικνύουν τη γνώση των Κατηγορούμενων 3 και 4 ότι η αποδιδόμενη παράσταση γεγονότος ήταν ψευδής ή ότι πίστευαν ότι δεν ήταν αληθινή (2ο συστατικό στοιχείο). Ό,τι αναφέρθηκε επί του προκειμένου από πλευράς Κατηγορουμένων 3 και 4 δεν αποτελούν παρά γενικόλογους ισχυρισμούς, εικασίες και δικά τους συμπεράσματα τα οποία, προδήλως, δεν έχουν τη δυναμική να στοιχειοθετήσουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση για το αδίκημα που προσάπτεται στους Κατηγορούμενους 3 και 4, τη στιγμή μάλιστα που δεν προκύπτει μέσα από την μαρτυρία τους ότι οι εν λόγω Κατηγορούμενοι στόχευαν να αποκομίσουν ή αποκόμισαν οποιοδήποτε όφελος με την αποδοχή της Επιταγής από τον Παραπονούμενο εφόσον, σύμφωνα με την μαρτυρία τους, η Επιταγή παραδόθηκε σε αντικατάσταση προηγούμενης επιταγής της Κατηγορούμενης 1, η οποία δεν είχε τιμηθεί και επιστράφηκε στον Κατηγορούμενο 3 πριν από την παράδοση της επίδικης Επιταγής. Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί στο ότι οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 ήταν εντεταλμένα πρόσωπα των Κατηγορουμένων 1 και 2 (όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας) ή ότι συνέδραμαν ή ενεπλάκησαν ή προκάλεσαν με οποιοδήποτε τρόπο την μη πληρωμή της Επιταγής και, περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να υποδηλώνει ότι, πριν ή κατά το χρόνο ανάκλησης της Επιταγής ή της παράδοσης της στον Μ.Κ.3, οι Κατηγορούμενοι 3 και 4, ή οποιοσδήποτε από αυτούς, είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή ή συμμετοχή στην Κατηγορούμενη 1 ή ότι είχαν πληροφορηθεί από αυτήν για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι γνώριζαν πως οι αποδιδόμενες προς την πλευρά του Παραπονούμενου παραστάσεις ήταν ψευδείς. Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους, δεν ικανοποιούμαι ότι στοιχειοθετείται μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία η, με πρόθεση καταδολίευσης, υποκίνηση του Παραπονούμενου να αποδεχθεί την Επιταγή. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον, σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, η Επιταγή δόθηκε σε αντικατάσταση προηγούμενης, άνευ αντικρίσματος, επιταγής της Κατηγορούμενης 1, η οποία είχε δοθεί έναντι εξόφλησης του τιμήματος πώλησης του Ακινήτου που, εν τω μεταξύ, μεταβιβάστηκε από τον Παραπονούμενο στον υιό της Κατηγορούμενης 4, έπεται ότι η ισχυριζόμενη πρόθεση καταδολίευσης του Παραπονούμενου δεν αφορά τον χρόνο που έγιναν οι αποδιδόμενες ψευδείς παραστάσεις για την αποδοχή της επίδικης Επιταγής από τον Παραπονούμενο (που είναι ο κρίσιμος χρόνος στο πλαίσιο του οποίου εξετάζεται η στοιχειοθέτηση της διάπραξης του πιο πάνω αδικήματος) αλλά αφορά προγενέστερο χρόνο, δηλαδή το χρόνο κατά τον οποίο έγινε η αναφερόμενη μεταβίβαση του Ακινήτου και η παράδοση της πρώτης επιταγής για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης του, αφού είναι σε αυτό ακριβώς που, με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, αποδίδεται η φερόμενη βλάβη του Παραπονούμενου από τις ισχυριζόμενες παραστάσεις. Καθ' όσον αφορά, τώρα, το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, σχετική είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 αλλά και εκείνη των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 στο βαθμό που αφορά το ζήτημα της οπισθογράφησης της Επιταγής από τον Κατηγορούμενο 3 σε όφελος του Παραπονούμενου, την παράδοσή της σε αυτούς ως εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων του και την επιστροφή της ως απλήρωτης λόγω ανάκλησης της πληρωμής της από τον εκδότη της. Η μαρτυρία τους, στο βαθμό βεβαίως που αφορά το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, παρέμεινε αναντίλεκτη, γι' αυτό και την αποδέχομαι ως αληθή (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Έφεση 335/2009 ημ. 17/10/2014 και Αντρέου ν. Δήμου Λάρνακας ECLI:CY:AD:2014:B272, Ποιν. Έφεση 68/11, ημ. 16/04/2014). Συγχρόνως, στο χρόνο που είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τον Μ.Κ.1 στο εδώλιο του μάρτυρα, ο τελευταίος μου έκανε πολύ θετική εντύπωση εφόσον ήταν απόλυτα πειστικός στα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασάφειες αλλά αντίθετα υπήρξε σταθερός σε αυτά που κατέθεσε στο Δικαστήριο, τα οποία έχουν λογική συνοχή, είναι αληθοφανή και τα οποία υποστηρίζονται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε. Επομένως, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κρίνεται ως ειλικρινής και αξιόπιστη και γι' αυτό την αποδέχομαι στην ολότητά της. Συνακόλουθα, και αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα σχετικά Τεκμήρια που αφορούν την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, καταλήγω ότι η Επιταγή (Τεκμήριο 1) εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 σε όφελος του Κατηγορούμενου 3, ο οποίος στη συνέχεια την οπισθογράφησε υπέρ του Παραπονούμενου, παραδίδοντάς την στον Μ.Κ.3 ως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του σε αντικατάσταση της προηγούμενης επιταγής που εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1, με αποτέλεσμα ο Παραπονούμενος να καταστεί νομιμοποιημένος κομιστής της Επιταγής[5]. Βρίσκω επίσης ότι η Επιταγή ήταν πληρωτέα στις 30/10/2012 και όταν παρουσιάστηκε από πλευράς Παραπονούμενου στην Τράπεζα για πληρωμή στις 15/11/2012, επιστράφηκε απλήρωτη στις 20/11/2012 με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ», σύμφωνα με οδηγίες που δόθηκαν από πλευράς Κατηγορούμενης 1 στην Τράπεζα στις 28/9/2012, χωρίς να αναγραφεί σε αυτές οποιοσδήποτε λόγος για την ανάκληση της πληρωμής της. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς Κατηγορούμενης 1 αναφορικά με την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Από την άλλη, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 3 και 4, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από την 3η κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της διαδικασίας μεταξύ Παραπονούμενου και Κατηγορουμένων 3 και 4 επιδικάζονται προς όφελος των Κατηγορουμένων 3 και 4 και εναντίον του Παραπονούμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι, εφόσον οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 εκπροσωπήθηκαν στη διαδικασία με νομική αρωγή και δεδομένου ότι τα έξοδα αυτής, στο βαθμό που τους αφορούν, επιδικάστηκαν υπέρ τους, δεν θα καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό για σκοπούς νομικής αρωγής και οποιοδήποτε ποσό κατεβλήθη επιστρέφεται (βλ. άρθρο 9
(2)Ν.165(Ι)/2002). Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας μεταξύ Παραπονούμενου και Κατηγορούμενης 1 και δεδομένης της κατάληξης της υπόθεσης αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1, αυτό είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο, στη συνέχεια, κατά την διαδικασία επιβολής της ποινής στην Κατηγορούμενη 1. (Υπ).......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» [2] Το άρθρο 297 Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ορισμός ψευδών παραστάσεων Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» [3] Το άρθρο 299 Κεφ.154 προνοεί ότι: «Εξασφάλιση εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις Όποιος, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, υποκινεί άλλο να εκτελέσει, εκδώσει, αποδεχτεί, οπισθογραφήσει, μεταβάλει ή καταστρέψει ολόκληρο ή μέρος, αξιόγραφο ή να γράψει, αποτυπώσει ή να επιθέσει όνομα ή σφραγίδα σε χαρτί ή περγαμηνή, με σκοπό όπως μετά από αυτό να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρισης αξιογράφου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» [4] Στην Ευσταθίου (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Εδώ δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων, μη τήρησης των υποσχέσεων του Εφεσείοντα και των διαβεβαιώσεων του ότι θα διευθετούσε το θέμα, συμπέρασμα εξ αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης.» [5] Βλ. Κλεάνθους v. Τύχωνος
(2013)2 ΑΑΔ 22 και AVGOUSTINOS FOOD INDUSTRY LTD v. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Ποιν. Έφεση 76/2016 ημ. 20/7/2018. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.