← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΑΒΕΡΚΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1939/19, 27/5/2021

ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΑΒΕΡΚΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1939/19, 27/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1939/19 XXX ΙΩΑΝΝΟΥ v. XXX ΑΒΕΡΚΙΟΥ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 27 Mαΐου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Παραπονούμενο: Ο κ.Σ. Νεοφύτου. Για την Κατηγορούμενη: Ο κ.Χρ. Φλώρου. Κατηγορούμενη: Απούσα. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η A Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Η υπό εξέταση ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 15.02.2019 από ιδιώτη κατήγορο με την οποία καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη η διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως αυτός έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η Κατηγορούμενη κατά/η περί την 04.08.2018 στην Λεμεσό εξέδωσε επ' ονόματι και/ή σε διαταγή και/ή προς όφελος του XXX από τη Λεμεσό, την επιταγή υπ' αρ. XXX του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού δια το ποσόν των €92.000 η οποία κατά την παρουσίαση της προς πληρωμή στην τράπεζα, η οποία έγινε κατά η μετά την ημερομηνία την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της κατηγορούμενης και η οποία για περίοδο 15 ημερών από της παρουσιάσεως της παρέμεινε και εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Ενόψει της απάντησης μη παραδοχής της Κατηγορούμενης στην μοναδική κατηγορία που αυτή αντιμετώπιζε η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης του ο Παραπονούμενος έδωσε ο ίδιος μαρτυρία (ΜΚ1) και περαιτέρω παρουσίασε ως Μάρτυρα Κατηγορίας και τον κ.XXX Μυλωνά (ΜΚ2). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του Παραπονούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούμενης δεν προέβηκε σε εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της πελάτιδας του σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Παρά την απουσία επιχειρηματολογίας περί του αντιθέτου το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσον έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης στην μοναδική κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει. Νομικές Αρχές Εκ Πρώτης Όψεως: Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον τότε Επαρχιακό Δικαστή κ.Γιώργο Νικολάου: «. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από την μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητά της και την επάρκειά της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμη και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. . Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει την Κατηγορούμενη. Για τον σκοπό εξέτασης του κατά πόσον έχει αποδειχθεί η όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η μαρτυρία: Ο Παραπονούμενος (ΜΚ1) υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Είδε και αναγνώρισε την Κατηγορούμενη ως το πρόσωπο το οποίου του υπέγραψε και παρέδωσε την επιταγή αντικείμενο του κατηγορητηρίου και την οποία γνωρίζει από το 2007 ως ανέφερε σε φιλικό αλλά κα οικογενειακό επίπεδο αφού το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι ως σημείωσε η πεθερά του αδελφού του. Σύμφωνα με τον μάρτυρα κατά το έτος 2014 η Κατηγορούμενη είχε επικοινωνήσει μαζί του και στα πλαίσια των σχέσεων που είχαν του ζήτησε όπως της δανείσει το ποσό των €100.000 καθότι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και χρειαζόταν τα χρήματα για να υποβληθεί σε επέμβαση με την υπόσχεση ότι θα του τα επέστρεφε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο μάρτυρας την ενημέρωσε ότι δεν είχε στην κατοχή του τέτοιο ποσό ενώ θα μπορούσε να της δανείσει άμεσα το ποσό των €46.000 όπως και έπραξε με την Κατηγορούμενη να του εκδίδει επιταγή για το αντίστοιχο ποσό. Στην συνέχεια ως ανέφερε κατάφερε να της εξασφαλίσει ακόμα €46.000 κατόπιν παράκλησης της μιας και επρόκειτο για προβλήματα υγείας και με την υπόσχεση ότι θα του τα επέστρεφε σύντομα με την πώληση κάποιας κληρονομίας της που ήταν δικαιούχος η Κατηγορούμενη ως του είχε αναφέρει. Κατά την πληρωμή μάλιστα του δεύτερου ποσού των €46.000 επέστρεψε στην Κατηγορούμενη την επιταγή που του είχε δώσει αρχικά όταν της είχε πληρώσει το πρώτο ποσό των €46.
  1. Στην συνέχεια ως ανέφερε και μετά που κατάφερε να δώσει στην κατηγορούμενη και άλλα χρήματα η τελευταία του έκδωσε και επιταγή για το ποσό των €26.000 έναντι της οφειλής της για την οποία τον είχε παρακαλέσει να μην εξαργυρώσει μέχρι και που θα τον ενημέρωνε. Μετά το πέρας αρκετών μηνών και επειδή η επιταγή επρόκειτο να λήξει, η Κατηγορούμενη του έκδωσε άλλη επιταγή για το συνολικό ποσό των €92.000 την οποία δεν μπόρεσε να καταθέσει στην Τράπεζα καθότι η ημερομηνία σε αυτή δεν ήταν ευδιάκριτη και τώρα βρίσκεται στην κατοχή του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού μαζί με την επιταγή για το ποσό των €26.
  2. Ως ανέφερε περαιτέρω ο μάρτυρας αυτό συνεχιζόταν για αρκετό καιρό με την Κατηγορούμενη κάθε φορά που του έκδιδε επιταγή να τον παίρνει τηλέφωνο και να τον παρακαλεί να μην την καταθέσει γιατί δεν είχε όλα τα χρήματα στον λογαριασμό της και του ζητούσε πίστωση χρόνου ενώ κάθε φορά που επρόκειτο να λήξει η επιταγή του την επέστρεφε και του έκδιδε καινούργια. Στο τέλος η Κατηγορούμενη του έκδωσε την επίδικη επιταγή για το ποσό των €92.000 εις αντικατάσταση της προηγούμενης. Από τότε σημείωσε πέρασαν αρκετοί μήνες διαβουλεύσεων που είχε ο ίδιος με την ίδια για την επιστροφή του ποσού που της δάνεισε, η οποία του υποσχόταν από βδομάδα σε βδομάδα ότι θα το επιστρέψει όμως η ίδια πολλές φορές απόφευγε να του απαντήσει τα τηλέφωνο και εν τέλει του ανέφερε ότι το εν λόγω ποσό το είχε δανείσει σε ένα φιλικό της πρόσωπο που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και στην συνέχεια ότι τα χρήματα τα είχε δανείσει σε κάποιον XXX Παπαδημητρίου χωρίς να του αναφέρει τον λόγο. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 συνομιλία του ιδίου και της Κατηγορούμενης μέσω τηλεφωνικών μηνυμάτων η οποία σύμφωνα με τον ίδιο αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του. Λόγω της παρέλευσης πολλών μηνών και της έλλειψης ανταπόκρισης από την Κατηγορούμενη αποφάσισε να καταθέσει την τελευταία επιταγή που κρατούσε και την οποία είχε εκδώσει και υπογράψει η κατηγορούμενη στην παρουσία του για το ποσό των €92.000 πληρωτέα την 04.08.2018 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και ως ανέφερε είχε συμπληρωθεί από την Κατηγορούμενη η ημερομηνία και το ποσό της επιταγής τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικά στην παρουσία του και ο ίδιος συμπλήρωσε το όνομα του στην παρουσία και πάλι της Κατηγορούμενης. Εν τέλει η επίδικη επιταγή επιστράφηκε πίσω στον μάρτυρα από την Τράπεζα με την ένδειξη ότι «ο λογαριασμός έκλεισε παρακαλώ όπως παρουσιασθεί ξανά για σκοπούς ΚΑΠ» και «αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή» και δεν έχει πληρωθεί κανένα ποσό από την κατηγορούμενη έκτοτε έναντι της εν λόγω επιταγής και της οφειλής της προς τον παραπονούμενο παρά τις προσπάθειες του αφού χρειαζόταν και τα χρήματα εξού και στις 15.02.2019 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση ποινική υπόθεση η οποία επιδόθηκε στην Κατηγορούμενη στις 04.03.
  3. Στις 08.03.2019, τέσσερις ημέρες μετά την επίδοση του Κατηγορητηρίου η Κατηγορούμενη προχώρησε σε καταγγελία εις βάρος του μάρτυρα στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού με αποτέλεσμα αυτός να συλληφθεί στις 11.03.2019 δυνάμει δικαστικού εντάλματος και τέθηκε υπό διήμερη κράτηση προς διερεύνηση των αδικημάτων της Τοκογλυφίας, της Εκβίασης, της Απαίτησης Χρημάτων με απειλές και της Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χωρίς όμως να εντοπιστεί μέχρι και σήμερα οτιδήποτε μεμπτό εναντίον του ως ανέφερε παρά και την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης των τραπεζικών του λογαριασμών καθώς και τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Τέλος σημείωσε ότι από την καταγγελία της Κατηγορούμενης εξ όσων των ενημέρωσαν οι δικηγόροι του είναι πλέον παραδεκτό και αποδεκτό η από μέρους της έκδοση, υπογραφή και παράδοση της επιταγής προς το πρόσωπο του και ότι η επιταγή δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί και έτσι γίνονται παραδεκτά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Επίσης η όλη στάση της Κατηγορούμενης τον άφησε ως ανέφερε έκπληκτο αφού δεν είναι η πρώτη φορά που της προσέφερε βοήθεια αφού μεταξύ τους υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης. Μάλιστα παλαιότερα την βοήθησε και μπαίνοντας ως εγγυητής της σε στεγαστικό της δάνειο για το ποσό των €35.000 περίπου. Αντεξεταζόμενος για το χρόνο που γνωρίζει την Κατηγορούμενη ανέφερε ότι αυτό έγινε κατά το έτος 2007 - 2008 με τον ίδιο να αναφέρει ότι είχε φιλική σχέση με την κατηγορούμενη αφού επρόκειτο για πρόσωπο που θα έμπαινε στην οικογένεια τους ως η μητέρα της συζύγου του αδελφού του παραπονούμενου και λόγω τούτου θα ανέπτυσσαν και οικογενειακή σχέση. Ο ίδιος ανέφερε ότι κατά το έτος 2007 που γνώρισε η Κατηγορούμενη αυτή ήταν χωρισμένη, είχε όμως παιδιά τα οποία δεν γνώριζε αν εργάζονταν και που. Σε σχέση δε με το που η Κατηγορούμενη διέμενε ανέφερε ότι εξ όσων ήταν στα υπόψη του αυτή διέμενε σε ενοικιαζόμενη κατοικία και εργαζόταν στην Medochemie. Ερωτηθείς κατά πόσον γνώριζε για τις οικονομικές δυνατότητες της Κατηγορούμενης ο ίδιος ανέφερε ότι γνώριζε ότι αυτή δούλευε, ενοικίαζε σπίτι και γενικά είχε οικονομική ανάγκη αφού αιτήθηκε για να λάβει δανειοδότηση πριν ο ίδιος της δανείσει χρήματα τα οποία ξεκίνησε να της δίνει από το
  4. Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης και κατά το έτος 2014 ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνώριζε ότι συνέχιζε να εργάζεται στην XXX, ήθελε όμως να αγοράσει αυτοκίνητο και χρωστούσε χρήματα στην τράπεζα καθώς και για διάφορα άλλα πράγματα που χρωστούσε. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το έτος 2007 με 2008 εργαζόταν ως υπάλληλος στο XXX και ελάμβανε περίπου €1.200 με €1.300 μηνιαίως ενώ από το 2014 ήταν άνεργος και βρήκε δουλειά αρχές του
  5. Ο πατέρας του τα τελευταία χρόνια σταμάτησε να εργάζεται ενώ η μητέρα του είναι νοικοκυρά. Ο ίδιος σημείωσε ότι κατά το έτος 2007 με 2008 που δεν θυμόταν πότε ακριβώς πήγε και υπόγραψε και ως εγγυητής σε δάνειο της Κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι περίπου το έτος 2014 ξεκίνησε να δίνει χρήματα στην Κατηγορούμενη αλλά δεν θυμόταν ακριβείς ημερομηνίες αφού πέρασαν αρκετά χρόνια σημείωσε όμως ότι το συνολικό ποσό που της δάνεισε αφορά τις €92.000 το οποίο της το έδωσε σε μετρητά σε οκτώ με εννέα δόσεις. Έδωσε ένα ποσό της τάξης των €46.000 και το υπόλοιπο σε επτά με οκτώ δόσεις ενώ στην συνέχεια όταν ερωτήθηκε επανειλημμένως να προσδιορίσει σε τι ποσά για έκαστη δόση και σε ποιες ημερομηνίες τα έδωσε ανέφερε ότι ήταν σε επτά με οκτώ δόσεις αλλά δεν θυμόταν αφού πέρασαν πολλά χρόνια ως ισχυρίστηκε. Δεν θυμόταν επίσης για το πότε δόθηκε ούτε η τελευταία δόση επικαλούμενος την παρέλευση του χρόνου και γενικά δεν θυμόταν τα ποσά και ημερομηνίες ζητήματα για τα οποία τα ανέφερε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Τ.Α.Ε.) χωρίς να αποκλείει και το ενδεχόμενο ο δανεισμός των χρημάτων να ξεκίνησε και το
  6. Ερωτηθείς για το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της γραπτής του δήλωσης και στην αναφορά περί επιστροφής της επιταγής πίσω στην Κατηγορούμενη όταν αυτός κατάφερε να εξασφαλίσει ακόμη 46 χιλιάδες ευρώ ανέφερε ότι αυτό έγινε το 2014 αλλά δεν θυμόταν την ημερομηνία της επιταγής. Η εν λόγω επιταγή του παραδόθηκε γύρω στο 2014 και δεν θυμόταν πότε ήταν πληρωτέα αφού δεν κράτησε αντίγραφο και την επέστρεψε στην Κατηγορούμενη η οποία κανένα ποσό δεν του έχει επιστρέψει. Ο ίδιος αναφέρθηκε και σε ακόμα μία επιταγή ύψους €92.000 που έχει στην κατοχή του το Τ.Α.Ε. την οποία δεν έκανε αποδεκτή η τράπεζα λόγω «μουντζαλώματος» ως χαρακτηριστικά ανέφερε του αριθμού 4, καθώς και σε επιταγή ύψους €26.000 που και πάλι έχει στην κατοχή του το Τ.Α.Ε. η οποία είχε δοθεί έναντι του ποσού των €92.
  7. Σε ερώτηση κατά πόσον συμφωνεί με την θέση της υπεράσπισης ότι ο ίδιος επέστρεψε την επιταγή των €46.000 στην Κατηγορούμενη πριν αυτός της δώσει τις επόμενες €46.000 ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν έδωσε τις €46.000 του έβγαλε την επιταγή ενώ όταν έδωσε στην Κατηγορούμενη τα υπόλοιπα σε επτά με οκτώ δόσεις επέστρεψε την επιταγή των €46.000 και συμπλήρωσε το ποσό των €92.
  8. Ερωτηθείς επίσης για το ποιοι ήταν οι όροι που συμφώνησε με την Κατηγορούμενη για τον κατ΄ ισχυρισμό δανεισμό χρημάτων ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν υπήρχε κανένας όρος αφού ο ίδιος της έδωσε τα χρήματα με την Κατηγορούμενη να του αναφέρει ότι θα του τα δώσει σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα αλλά πέρασαν αρκετά χρόνια χωρίς να μπορεί να θυμάται ακριβείς ημερομηνίες. Δεν του είχε αναφέρει η Κατηγορούμενη ακριβείς ημερομηνίες για την επιστροφή των χρημάτων ούτε και έλαβε οτιδήποτε γραπτώς ότι θα του επιστρέψει τα χρήματα συγκεκριμένη ημερομηνία ούτε και υπογράφηκε οτιδήποτε μεταξύ τους. Ως ανέφερε ούτε οποιαδήποτε απόδειξη έλαβε από την Κατηγορούμενη ότι πήρε το ποσό των €92.000 εκτός από την επιταγή αφού πρόκειτο για πρόσωπο που τύγχανε της εμπιστοσύνης του αφού επρόκειτο για την πεθερά του αδελφού του και δεν έλαβε οποιαδήποτε εξασφάλιση ότι θα του επιστρέφετο το ποσό εκτός από τις επιταγές που του έβγαζε και τις οποίες της έπαιρνε πίσω μέχρι να βρει και να επιστρέψει τα χρήματα που πήρε. Τον είχε μάλιστα ενημερώσει ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα μέσω της πώλησης κάποιας κληρονομίας της λεπτομέρειες της οποίας δεν του είχε δώσει και μόλις πρόσφατα ενημερώθηκε ότι είχε αποβιώσει η μητέρα της αν είναι αυτό που εννοούσε η Κατηγορούμενη. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ο δανεισμός έγινε προς την Κατηγορούμενη για λόγους υγείας της ιδίας ως του είχε αναφέρει αλλά δεν του είχε πει ακριβώς τι αντιμετώπιζε στην συνέχεια τον ενημέρωσε ότι είχε δανείσει κάποιον Παπαδημητρίου. Aναφερόμενος στην επιταγή των 26 χιλιάδων δεν θυμόταν πότε του είχε δοθεί από την Κατηγορούμενη ούτε και πότε αυτή ήταν πληρωτέα και παρέπεμψε στο Τ.Α.Ε. που την είχε παραδώσει σημείωσε όμως ότι αυτή η επιταγή που ήταν του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου του είχε δοθεί όταν δόθηκαν οι πρώτες 46 χιλιάδες και στην συνέχεια και οι άλλες 46 χιλιάδες που έλαβε σιγά σιγά η Κατηγορούμενη του είχε δώσει την επιταγή των 26 χιλιάδων ευρώ έναντι της οφειλής των 92 χιλιάδων και δεν αφορούσε επιπρόσθετο ποσό των 92 χιλιάδων. Στην συνέχεια ως ανέφερε του έκδωσε μια επιταγή των 92 χιλιάδων η οποία είχε μουντζάλωμα σε συγκεκριμένο νούμερο της και δεν την δέχτηκε η Τράπεζα για κατάθεση εξού και στη συνέχεια του παρέδωσε την επίδικη αντικείμενο του κατηγορητηρίου η οποία δεν εξαργυρώθηκε αφού ο λογαριασμός είχε κλείσει. Ερωτηθείς για το πότε του δόθηκε η πρώτη επιταγή των €92.000 ανέφερε ότι θα ήταν μέσα στο 2018, αρχές του 2018 δεν ήταν όμως σίγουρος αφού δεν μπορούσε να θυμηθεί λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος ως ανέφερε. Ο ίδιος ανέφερε για πολλοστή φορά ότι το έκανε γιατί ήταν συγγένισσα του, ήταν η πεθερά του αδελφού του γι' αυτό και έκανε ότι έκανε. Όσον αφορά την δεύτερη επιταγή των €92.000 αυτή του δόθηκε γύρω στον 2ο του 2018 με Μάρτιο του 2018 χωρίς να είναι σίγουρος λόγω της παρέλευσης του χρόνου και παραδέχθηκε ότι έλαβε αρκετές επιταγές από την Κατηγορούμενη ίσως επτά με οκτώ χωρίς όμως να θυμάται ακριβώς και τις οποίες δεν κατέθετε γιατί του είχε πει η Κατηγορούμενη ότι δεν είχε χρήματα. Τις επιταγές αυτές τις επέστρεφε πίσω στην Κατηγορούμενη κατά διαστήματα όταν λάμβανε νέα επιταγή και δεν μπορούσε να θυμηθεί τα ακριβή ποσά των επιταγών ούτε και τον χρόνο που δίνονταν ούτε και το πότε αυτές ήταν πληρωτέες. Θυμόταν ότι δίνονταν σε μακρύ χρονικό διάστημα με την τελευταία επιταγή να δίδεται το 2018, ενώ ήταν οι επιταγές του 2018 που εκδόθηκαν και δεν είχαν μέσα. Τα χρήματα αυτά είχαν σύμφωνα με τον μάρτυρα δοθεί από την κατηγορούμενο σε κάποιο XXX Παπαδημητρίου ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας ως η ίδια του είχε αναφέρει και το οποίο θα του επέστρεφε όταν ο Παπαδημητρίου θα το επέστρεφε στην ίδια. Ερωτούμενος για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 που αφορούσε αριθμό τηλεφωνικών μηνυμάτων που είχαν ανταλλαχθεί μεταξύ του ιδίου και της Κατηγορούμενης και για τα οποία διευκρίνισε ποια ήταν δικά του και της Κατηγορούμενης συμφώνησε ότι σε αυτά δεν γίνεται καμία αναφορά στις 92 χιλιάδες ευρώ παρά μόνο σε χρήματα που θα έβαζε την Παρασκευή 01 Ιουνίου του 2018 και του έφερε και την επιταγή την οποία κρατά την οποία ως ανέφερε παρά το γεγονός ότι την είχε λάβει αρχές του 2018 του ζητήθηκε να μην την καταθέσει αφού ο Παπαδημητρίου θα έβαζε τα χρήματα την Παρασκευή και αυτό του ζητούσε με το τηλεφωνικό μήνυμα ημερομηνίας 01 Ιουνίου 2018 ως συμφώνησε παρά το γεγονός ότι η επιταγή ήταν πληρωτέα μόλις στις 04.08.
  9. Μάλιστα σε σχέση με την αναφορά των 100 ευρώ στο μήνυμα ημερομηνίας 01 Ιουνίου του 2018 ο μάρτυρας ανέφερε ότι πρόκειτο για άλλο ποσό που είχε δανείσει την Κατηγορούμενη επιπρόσθετο του δανεισμού των 92 χιλιάδων ευρώ για το οποίο έλαβε και πάλι επιταγή η οποία βρίσκεται στην κατοχή του C.I.D.. Tα χρήματα ουδέποτε του δόθηκαν παρά τις λύσεις που προσπαθούσε να βρει αφού η Κατηγορούμενη ήταν αρνητική είτε για να του δώσει σιγά σιγά τα χρήματα ή ένα ποσό μπροστά και στη συνέχεια τα υπόλοιπα σιγά σιγά. Όσον αφορά την έρευνα της Αστυνομίας εναντίον του ο ίδιος ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν αυτή έχει ή όχι ολοκληρωθεί όμως σημείωσε ότι ο ίδιος μέχρι στιγμής δεν έχει κατηγορηθεί για οτιδήποτε. Τέλος ερωτηθείς για το που βρήκε ο ίδιος το ποσό των 92 χιλιάδων ευρώ και δάνεισε την Κατηγορούμενη ανέφερε ότι ήταν από την δουλειά του και από ένα χωράφι και σπίτι που είχε στο χωριό και πώλησε χωρίς να θυμάται τις ημερομηνίες ζήτημα για το οποίο ως ανέφερε ενημέρωσε και την Αστυνομία καθώς και στο ότι τα χρήματα αυτά υπήρχαν σε γραμμάτιο οι 46 χιλιάδες ευρώ και κάποια άλλα χρήματα στην Τράπεζα Κύπρου. Αρνήθηκε την υποβολή της υπεράσπισης ότι ουδέποτε δάνεισε στην Κατηγορούμενη το ποσό των 92 χιλιάδων και ότι το μόνο ποσό που της έδωσε ήταν €2.000 για το οποίο τον έχει εξοφλήσει και αρνήθηκε επίσης και τις υποβολές ότι η απαίτηση του για το ποσό των 92 χιλιάδων είναι αποτέλεσμα τοκογλυφίας και η από μέρους του κατοχή των επιταγών που ανέφερε ότι προέκυψε κατόπιν εκβιασμού και φοβερισμού προς την Κατηγορούμενη. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο Τραπεζικός Υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα XXX στην οποία ως ανέφερε εργοδοτείται από το 1989 στην υπηρεσία υποστήριξης χορηγήσεων με καθήκοντα μεταξύ άλλων την παρουσία του στο Δικαστήριο για σκοπούς κατάθεσης σε διάφορες υποθέσεις. Αναφορικά με την υπό εξέταση υπόθεση είδε και αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ήτοι την επίδικη επιταγή ως επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού πληρωτέα την 04.08.2018 σημειώνοντας ότι το συγκεκριμένο ταμιευτήριο έχει μεταφέρει τις εργασίες του στην Ελληνική Τράπεζα από το Σεπτέμβριο του 2018 με αποτέλεσμα για τον συγκεκριμένο λογαριασμό που την αφορά η Ελληνική Τράπεζα να αναλάβει την ευθύνη του. Αυτή ως φαίνεται και από τις σφραγίδες στο περιεχόμενο της κατατέθηκε για πληρωμή στις 11.01.2019 και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη γιατί ο συγκεκριμένος λογαριασμός είχε κλείσει και το ίδιο να επαναλαμβάνεται και στις 28.01.2019 αφού επιστράφηκε πίσω για τον ίδιο λόγο. Μάλιστα ως σημείωσε επειδή έγινε κατάθεση για δεύτερη φορά μετά την πάροδο 15 ημερών ο εκδότης της επιταγής καταχωρήθηκε και στο ΚΑΠ. Είχε επίσης στην κατοχή του κατάσταση λογαριασμού την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 που αφορούσε τον τρεχούμενο λογαριασμό από τον οποίο είχε εκδοθεί η επίδικη επιταγή την οποία κατάσταση εξασφάλισε εκτυπώνοντας την από το ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας στο οποίο είχε πρόσβαση για σκοπούς χρήσης της στο Δικαστήριο. Η κατάσταση αυτή ξεκινάει από τις 25.04.2015 και τερματίζεται στις 24.09.2018 οπόταν και ο λογαριασμός είχε κλείσει με την κατάθεση του ποσού των €8,28 χωρίς όμως ο ίδιος να γνωρίζει ποιος έκλεισε τον λογαριασμό αναφέροντας ότι εμπειρικά τουλάχιστον συνήθως ο λογαριασμός έκλεινε από αυτόν που έκανε την τελευταία κατάθεση σε αυτόν. Τέλος κατάθεσε και ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο Στοιχείων Καρτέλας Πελάτη στο οποίο περιλαμβάνεται το δείγμα υπογραφής του εκδότη της επίδικης επιταγής σημειώνοντας πως ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στον έλεγχο της υπογραφής με το δείγμα διαδικασία την οποία διεξάγει το Τμήμα Εκκαθάρισης των επιταγών της Τράπεζας το οποίο και το πρώτο πράγμα που ελέγχει σε μια επιταγή είναι το κατά πόσον η υπογραφή του εκδότη της συνάδει με το δείγμα υπογραφής που έχει η Τράπεζα στην κατοχή της. Σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση φαίνεται ως καταληκτικά σημείωσε ότι το δείγμα που είχε η Τράπεζα στην κατοχή της ήταν το ίδιο με την υπογραφή του εκδότη της επιταγής και η τράπεζα επέστρεψε αυτή απλήρωτη για τους λόγους που αναγράφηκαν σε αυτήν αφού ούτε στις 04.08.2018 ημερομηνία πληρωμής της επιταγής ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία δεν υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των €92.000 στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι ουδέποτε υπήρχε κατατεθειμένο στον συγκεκριμένο λογαριασμό το ποσό των €92.000 αφού το μεγαλύτερο πιστωτικό υπόλοιπο που ήταν διαθέσιμο ήταν στις 30.06.2016 μόλις το ποσό των €841,44 ποσό το οποίο πιστώθηκε μετά από μεταφορά στον λογαριασμό χωρίς όμως να γνωρίζει από πού προήλθε. Καμία πληρωμή δεν έγινε από τον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό προς τρίτο πρόσωπο ενώ έγιναν μόνο δύο φορές αναλήψεις μετρητών ήτοι στις 04.05.2015 και την 01.07.2016 και οι υπόλοιπες χρεώσεις που παρουσιάζονται επί του Τεκμηρίου 5 αφορούν έξοδα τήρησης λογαριασμού, έξοδα έκδοσης βιβλιάριου επιταγών κ.λ.π.. Ο ίδιος δεν γνώριζε για την πρακτική και τις χρεώσεις που εφάρμοζε το Συνεργατικό για το άνοιγμα και λειτουργία ενός λογαριασμού εμπειρικά όμως ανέφερε ότι σε σχέση με τις πρώτες καταθέσεις που παρουσιάζονται της τάξης των €50 και €10 αφορούν την λειτουργία του λογαριασμού και τα έξοδα έκδοσης του βιβλιαρίου επιταγών χωρίς όμως ο ίδιος να είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στο άνοιγμα του συγκεκριμένου λογαριασμού. Μάλιστα ως επιβεβαίωσε άλλη αίτηση γίνεται για το άνοιγμα του λογαριασμού και άλλη αίτηση γίνεται από τον πελάτη για την από μέρους του παραγγελία βιβλιαρίου επιταγών η οποία αίτηση μπορεί να γίνει ακόμα και ταυτόχρονα με το αίτημα για άνοιγμα του λογαριασμού και όχι κατ΄ ανάγκη μεταγενέστερα του ανοίγματος του λογαριασμού. Ερωτούμενος κατά πόσον στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 παρουσιάζεται η έκδοση οποιασδήποτε επιταγής από την δικαιούχο του λογαριασμού ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν φαίνεται καμία επιταγή εκτός βεβαίως από την επίδικη η οποία και πάλι δεν παρουσιάζεται στο ιστορικό του λογαριασμού αφού αυτός είχε ήδη κλείσει όταν αυτή είχε κατατεθεί. Σε σχέση δε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 και συγκεκριμένα τις σφραγίδες που η επιταγή φέρει ο μάρτυρας ανέφερε ότι το μόνο που μπορεί να αναγνωρίσει σε αυτήν είναι οι τρεις ορθογώνιες ευδιάκριτες σφραγίδες που έχουν τοποθετηθεί από την Τράπεζα στην οποία εργάζεται και επιβεβαιώνουν την επιστροφή της επιταγής ως απλήρωτη χωρίς όμως να είναι σε θέση να τοποθετηθεί αναφορικά με την ύπαρξη της μη ευδιάκριτης σφραγίδας που ευρίσκεται στο αριστερό μέρος της επιταγής δηλαδή από ποια τράπεζα τοποθετήθηκε είτε την Ελληνική Τράπεζα ή την Τράπεζα Κύπρου και αφορά στην ουσία η συγκεκριμένη σφραγίδα την Τράπεζα στην οποία ο δικαιούχος της επιταγής μετέβηκε για σκοπούς κατάθεσης της. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο ΜΚ2 δεν εμπλεκόταν στην παραλαβή και κατάθεση της επιταγής και στα οποιαδήποτε γεγονότα ενδεχόμενα να έλαβαν χώρα στο ταμείο της παραλήπτριας Τράπεζας όταν αυτή παρουσιάστηκε προς κατάθεση από τον δικαιούχο της, ο μάρτυρας εξέφρασε την θέση ότι από την στιγμή που ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν είχε χρήματα ούτε στις 11 αλλά ούτε και στις 28 Ιανουαρίου του 2019 που η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε αφού αυτός ήταν κλειστός και η υπογραφή του εκδότη συμφωνούσε με το δείγμα τότε καλώς η πληρώτρια τράπεζα επέστρεψε την συγκεκριμένη επιταγή πίσω. Ο μάρτυρας ερωτηθείς κατά πόσον ο δικαιούχος της επιταγής θα χρειαζόταν οποιαδήποτε αποδεικτικά για τον λόγο που έλαβε το ποσό που θέλει να καταθέσει ανέφερε ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να το απαντήσει μόνο η Τράπεζα η οποία έβαλε πάνω στην επιταγή την σφραγίδα της παραλαβής και η οποία δεν είναι ευδιάκριτη χωρίς να αποκλείει βεβαίως να είναι και υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας που παρέλαβε την επιταγή. Ο ίδιος όμως δεν ήταν σε θέση ως ανέφερε να γνωρίζει για τον λόγο που ενδεχόμενα να αναφέρθηκε αναφορικά με τον σκοπό του συγκεκριμένου ποσού. Με βάση τους καινούργιους κανονισμούς που ισχύουν σήμερα η Τράπεζα ρωτά τον πελάτη για το που προέρχονται τα χρήματα της κατάθεσης και τι αυτά αφορούν όμως παλαιότερα ως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μάρτυρας οι κανονισμοί δεν ήταν τόσο αυστηροί. Εν πάση περιπτώσει σημείωσε ότι ο έλεγχος της προέλευσης των χρημάτων γίνεται μετά που αυτά θα πιστωθούν και στην περίπτωση όπου όπως και η υπό εξέταση δεν υπήρχαν χρήματα μέσα στον λογαριασμό δεν τίθετο θέμα εξέτασης της προέλευσης των χρημάτων. Τέλος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ούτε και προέβηκε σε οποιοδήποτε έλεγχο κατά πόσον η Κατηγορούμενη διατηρούσε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό στην Τράπεζα τους και επανεξεταζόμενη από τον κ.Νεοφύτου για το ζήτημα τούτο ο μάρτυρας απάντησε ότι ακόμα και σε περίπτωση που αυτή διατηρούσε άλλους λογαριασμούς με διαθέσιμα υπόλοιπα θα μπορούσε η Τράπεζα να προχωρήσει σε μεταφορά των ποσών για να καλυφθεί το ποσό της επιταγής όμως τον Ιανουάριο του 2019 που η επίδικη επιταγή είχε κατατεθεί και να υπήρχαν, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, άλλοι λογαριασμοί της Κατηγορούμενης με διαθέσιμα υπόλοιπα δεν θα ήταν σε θέση να γίνει οποιαδήποτε μεταφορά αφού ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή είχε κλείσει από τον Σεπτέμβριο του
  10. Νομική Πτυχή: Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη η διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Επίσης, το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: «Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους:» Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:[1]
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 30/01/2015). Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, καθορίστηκε ότι «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο νομοθετικός ορισμός της διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής, και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της, (βλ. Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 96). Ως προς την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων μίας επιταγής, αυτή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ. 154, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το θέμα της έκδοσης επιταγής και συγκεκριμένα της πατρότητας της υπογραφής επί της επιταγής, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου v. Δημήτρη Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62 στην οποία είχαν αναφερθεί τα ακόλουθα σχετικά επί του θέματος: «Από τη στιγμή που η Εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο Κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποιος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παρ. 35 - 03 σελ. 936...». Σχετικό με το θέμα της πατρότητας της υπογραφής είναι επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γιάννη Βούρα ν. Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 135, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση που ασκήθηκε κατά της αθωωτικής απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους με ενδιάμεση απόφαση του στο εκ πρώτης όψεως, λόγω του ότι ακριβώς θεώρησε ότι δεν είχε αποδειχθεί η πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους, ανέφερε τα εξής: «. Έχουμε εξετάσει κάθε πρόταση του δικηγόρου του εφεσείοντα που περιέχει το διάγραμμα, το οποίο καταχώρισε σύμφωνα με το σχετικό δικονομικό κανονισμό. Δεν έχουμε πεισθεί ότι συντρέχουν λόγοι επέμβασης μας. Δεν υπήρχαν τα μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία εξέδωσε την επιταγή. Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 σχετικά με την εμπλοκή των εφεσιβλήτων 3 και 4, που προεκθέσαμε, δεν παρείχε το υπόβαθρο που θα δημιουργούσε τις υποθέσεις ενοχής για να κληθούν οι εφεσίβλητοι σε απολογία. Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.» Επιπρόσθετα με τις ανωτέρω νομικές και νομολογιακές αρχές αναφορά θα πρέπει να γίνει και στις πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 το οποίο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής άρθρο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262: Άρθρο 30
(1)«Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Άρθρο 73 «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Στην Παναγιώτου v. Φουρνίδου, Ποιν. Έφ. 129/2011, ημερ. 18.12.2012, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262: ''Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή»'' Σε σχέση όμως με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 στην Κυριάκου v. Ηλία, ECLI:CY:AD:2018:B468, Ποιν. Έφ. 188/2016, ημερ. 31.10.2018, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι από την στιγμή που ο παραπονούμενος αποφασίσει να επιλέξει να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 αλλά να προσφέρει μαρτυρία και να δώσει λεπτομέρειες σε ότι αφορά το κατά πόσο είχε πράγματι δοθεί αντιπαροχή για την έκδοση των επιταγών τότε σε τέτοια περίπτωση το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 δεν ενεργοποιείται και ο παραπονούμενος θα πρέπει να πείσει με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία το Δικαστήριο για την ύπαρξη νόμιμης αντιπαροχής: «'Εάν υπάρχει μια επιμέρους πτυχή που διαφεύγει της παραπάνω γενικής διαπίστωσης, αφορά το λόγο έφεσης αρ. 5 δια του οποίου τίθεται ότι το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)και συνεπώς εφάρμοσε πλημμελώς το νόμο επί των πραγματικών γεγονότων εν τη εννοία του άρθρου 137
(1)(α). Όμως, έχουμε ήδη αναφερθεί στην προσέγγιση της υπόθεσης Παναγιώτου ν. Φουρνίδου περί του ότι το μαχητό αυτό τεκμήριο δεν έχει θέση αφ΄ης στιγμής ο παραπονούμενος επιλέξει να προσφέρει μαρτυρία η οποία και υπόκειται στην αξιολόγηση του Δικαστηρίου χωρίς δυνατότητα πλέον αναφοράς στο τεκμήριο.» Μάλιστα και στην Τριφταρίδη v. Ηρακλέους, ECLI:CY:AD:2017:B407, Ποιν. Έφ. 340/2015, ημερ. 18.12.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε και τα εξής σε σχέση με το στοιχείο της αντιπαροχής και την ενεργοποίηση του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262: «Οι περιστάσεις έκδοσης των επιταγών υπήρξαν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο εφεσείων δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Στηρίχθηκε δηλαδή ο εφεσείων στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής και η εκδοχή του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να έχει δεύτερη ευκαιρία και να ζητήσει εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30
(1). Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο Νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο.» Eκ Πρώτης Όψεως Υπόθεση Αναφορικά με την Κατηγορούμενη: Ερχόμενος στη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί στην παρούσα, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αξιολόγηση ή εξαγωγή συμπερασμάτων στο παρόν στάδιο και αντικειμενικά πάντοτε θεωρούμενη κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης σε σχέση με την κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ήτοι της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα ή αυτή είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει την Κατηγορούμενη. Σημειώνεται επίσης και το γεγονός πως με βάση και την υπερασπιστική γραμμή που κράτησε μέχρι και το στάδιο αυτό η Κατηγορούμενη αυτή φαίνεται να περιορίζεται μόνο στις περιστάσεις έκδοσης της επίδικης επιταγής καθώς και στο κατά πόσο η παράδοση αυτής έγινε με αντάλλαγμα δηλαδή αν το ποσό της επιταγής είχε πράγματι δοθεί σε μετρητά από τον Παραπονούμενο στην Κατηγορούμενη ως αποτελεί και την εκδοχή του Παραπονούμενου. Τα ζητήματα τούτα βεβαίως θα εξεταστούν στο πλαίσιο έκδοσης της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου κατά την οποία θα τεθεί και η μαρτυρία κάτω από το βάσανο της αξιολόγησης. Το ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη με δικαιούχο τον Παραπονούμενο και η οποία επιστράφηκε απλήρωτη μετά που αυτή κατατέθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός από τον οποίο είχε εκδοθεί ήταν κλειστός και αυτή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της δεν φαίνεται να αμφισβητείται από πλευράς υπεράσπισης. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης και ως εκ τούτου αυτή καλείται σε απολογία σε σχέση με την μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του Άρθρου 305Α
(1), του Κεφαλαίου 154, όπως επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Yιοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.16, είναι τα ακόλουθα: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του Άρθρου 305 Α.1, στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.