Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:14016/18, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14016/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν ΧΧΧΧΧΧΧ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία 31/05/21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα. Παναγιωτίδου με κ. Γ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η H Κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8,19 και 20 του Ν.86/72 όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία). Όσον αφορά την 2η κατηγορία, αυτή δηλαδή της παράβασης σήματος τροχαίας η Κατηγορούμενη εν μέσω της ακροαματικής διαδικασίας άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή. Η 1η κατηγορία ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στην οδό Αγίου Γεωργίου στον Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού με ενεχόμενα οχήματα, την μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 και το όχημα της Κατηγορούμενης. Η Κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας. Τον Αστ.XXXXX XXXXX Αιμιλίου (ΜΚ1), τον XXXXX Πιερή (ΜΚ2) και τον XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΚ3). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης και την κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση της. Η Κατηγορούμενη αφού πληροφορήθηκε τα δικαιώματα της επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα υπεράσπισης για να υποστηρίξει την εκδοχή της. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως εξής : Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο Αστ. XXXXX XXXXX Αιμιλίου (ΜΚ1) ο οποίος είναι και ο εξεταστής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εργάζεται στην Τροχαία Λεμεσού και διερευνά τροχαία δυστυχήματα τα τελευταία χρόνια. Κατά την διερεύνηση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος όταν αφίχθηκε στην σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 2). Ακολούθως το μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τεκμήριο 7). Ο ΜΚ1 αφού αναγνώρισε και τα δύο σχέδια, τα υιοθέτησε και τα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ως Τεκμήριο 1 κατατέθηκε η γραπτή του κατάθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στις ενέργειες τις οποίες πρόεβηκε αμέσως μετά την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) κατά την άφιξη του στην σκηνή εντόπισε και ίχνη τροχοπέδησης τα οποία έγραψε στον δρόμο η μοτοσικλέτα του ΜΚ
- Ο ΜΚ1 επεξήγησε τα σημεία που έθεσε στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος καθώς και τις μετρήσεις που πήρε. Εξήγησε ακόμα ότι με το πρόχειρο σχέδιο συμφώνησαν υπογράφοντας το τόσο η Κατηγορούμενη όσο και ο ΜΚ
- Περαιτέρω ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στα ευρήματα που εντοπίστηκαν στην σκηνή του δυστυχήματος και ιδιαίτερα στα ίχνη τροχοπέδησης που έγραψε η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 τα οποία είχαν απόσταση 31,80 μέτρα. Επίσης αναφέρθηκε και στα ίχνη τριβής τα οποία προκλήθηκαν από την σύρση της μοτοσυκλέτας στο οδόστρωμα (Β2 επί του Τεκμηρίου 7). Όπως εξήγησε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο, αυτά αρχικά είχαν δυτική κατεύθυνση ως ήταν και η πορεία του ΜΚ3 ενώ στην συνέχεια και μετά την σύγκρουση της μοτοσυκλέτας με το όχημα της Κατηγορουμένης στο σημείο Χ, τα ίχνη τριβής άλλαξαν κατεύθυνση προς τα βόρεια. Η δε μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 εντοπίστηκε στην τελική της θέση (Β4 επί του Τεκμηρίου 7) ενώ το όχημα της Κατηγορουμένης είχε μετακινηθεί. Ο ΜΚ1 περιέγραψε τις ζημιές που υπέστηκαν τα δύο ενεχόμενα οχήματα. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα ήταν 09:40 το πρωί , το οδόστρωμα ήταν ξηρό και καθαρό ενώ ο καιρός ήταν αίθριος. Το όριο ταχύτητας τον συγκεκριμένο δρόμο ανέρχεται στα 50 ΧΑΩ. Η Κατηγορούμενη κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο οδηγούσε από τα δυτικά προς τα ανατολικά και είχε ορατότητα 200 μέτρα μέχρι το σημείο σύγκρουσης ενώ ο ΜΚ3 οδηγούσε από τα ανατολικά προς τα δυτικά και επίσης είχε ορατότητα 200 μέτρα μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο δρόμος αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία για κάθε κατεύθυνση, και η κάθε λωρίδα έχει πλάτος 3 μέτρα. Επίσης ο δρόμος διαχωρίζεται με άσπρη συνεχή γραμμή και η οποία σύμφωνα με τον ΜΚ1 ήταν καθόλα ευδιάκριτη. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος 20 λεπτά μετά που επεσυνέβηκε. Αποτέλεσε πυρήνα της αντεξέτασης του ΜΚ1, η θέση της υπεράσπισης, ότι η πρόκληση του δυστυχήματος οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην υπερβολική ταχύτητα που οδηγείτο κατά τον επίδικο χρόνο η ενεχόμενη μοτοσυκλέτα από τον ΜΚ
- Σύμφωνα μάλιστα με την υπεράσπιση, θέση η οποία υποβλήθηκε στο ΜΚ1, το δυστύχημα κατέστη αναπόφευκτο ένεκα του ότι ενώ η Κατηγορούμενη επιχειρούσε δεξιά στροφή σύμφωνα με την πορεία της και ενώ πρώτα έλεγξε τον δρόμο ο οποίος ήταν καθαρός, αφού εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας είχε στραμμένη την προσοχή της μπροστά, δηλαδή προς τον χώρο στάθμευσης της φρουταρίας, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτό να αντιληφθεί την μοτοσικλέτα του ΜΚ2 επειδή αυτή κινείτο με υπερβολική ταχύτητα και ερχόταν από τα αριστερά της. Ο ΜΚ1 δεν αποδέχτηκε ότι ευσταθούσε η πιο πάνω θέση και επέμεινε στους αρχικούς του ισχυρισμούς. Όσον αφορά την θέση της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ3 κινείτο με υπερβολική ταχύτητα ο ΜΚ1 διαφώνησε, διαφοροποιώντας όμως την θέση που προβλήθηκε μέσα από την γραπτή του κατάθεση, ότι δηλαδή η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν κάτω από 50 ΧΑΩ, υποστηρίζοντας ότι με βάση τα ίχνη τροχοπέδης που εντόπισε, η ταχύτητα δεν ήταν σίγουρα υπερβολική αλλά ήταν περίπου κοντά στο όριο, είτε λίγο πιο πάνω είτε λίγο πιο κάτω . Ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε επίσης, ότι παρόλο που η σύγκρουση ήταν σφοδρή, εντούτοις η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας σε καμία περίπτωση δεν υπερέβαινε τα 150 ΧΑΩ. Σε σχέση με την ορατότητα που είχαν οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί ο ΜΚ1 υποστήριξε αντεξεταζόμενος ότι αυτή ήταν μέχρι το σημείο σύγκρουσης Χ 200 μέτρα, και μάλιστα ότι η Κατηγορούμενη μπορούσε να δει ξεκάθαρα την μοτοσικλέτα που κινείτο εξ αντιθέτου σύμφωνα με την πορεία της. Όσον αφορά την ταχύτητα με την οποίο κινείτο η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3, ο ΜΚ1 εξήγησε κατά την αντεξέταση του ότι στον υπολογισμό της βασίστηκε μόνο στα ίχνη τροχοπέδησης που εντόπισε στην σκηνή του δυστυχήματος, χωρίς βέβαια να λάβει υπόψη του τα ίχνη τριβής ή και οποιουδήποτε άλλους παράγοντες όπως είναι το thinking distance. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε για να καταθέσει ο XXXXX Πιερή ο οποίος εργάζεται στα Δημόσια Έργα (ΜΚ2). Η μαρτυρία του αφορά αποκλειστικά την απόδειξη της 2ης κατηγορίας και πιο συγκεκριμένα στο κατά πόσο στον επίδικο δρόμο και κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε χαραγμένη άσπρη συνεχής γραμμή. Ενώ ο ΜΚ2 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άρχισε να καταθέτει, κατά το μέσο της κυρίως εξέτασης του, η υπεράσπιση δήλωσε ότι επιθυμεί να γίνει αλλαγή απάντησης στην 2η κατηγορία και επομένως η συνέχιση της μαρτυρίας του ΜΚ2 διακόπηκε κοινή συναινέσει και των δύο πλευρών αφού κρίθηκε ως μη απαραίτητη. Τρίτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο παραπονούμενος XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΚ3). Κατά την κυρίως εξέταση αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα αφού υιοθέτησε αρχικά το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με τον ΜΚ3 , κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ οδηγούσε την μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέτα του τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του και ακολουθώντας δυτική κατεύθυνση, ξαφνικά και σε απόσταση 10 μέτρων αντιλήφθηκε μπροστά του, το όχημα της Κατηγορουμένης να στρίβει δεξιά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε αποκόπτοντας την ελεύθερη του πορεία. Μάλιστα ο ΜΚ3 εξήγησε στο Δικαστήριο ότι το χρονικό διάστημα που υπήρχε από την στιγμή που αντιλήφθηκε το όχημα της Κατηγορουμένης ήταν τόσο σύντομο με αποτέλεσμα αυτό να μην είναι ικανό ούτως ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να αντιδράσει για να αποφευχθεί η σύγκρουση. Ο ΜΚ3 διευκρίνισε επίσης, ότι ενώ οδηγούσε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας κινείτο αριστερότερα από το κέντρο της. Περαιτέρω ο ΜΚ3 αναφέρθηκε στους σοβαρούς τραυματισμούς που υπέστη εξαιτίας της σύγκρουσης. Τέλος επανέλαβε ότι διαφωνεί με την θέση του ΜΚ1 ότι η μοτοσυκλέτα του άφησε στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδης 31,80 μέτρων επεξηγώντας ότι αυτό δεν μπορούσε να επιτευχθεί αφού τα πισινά φρένα της μοτοσυκλέτας του κατά τον επίδικο χρόνο δεν λειτουργούσαν κανονικά. Ο ΜΚ3 ισχυρίστηκε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν από τον ΜΚ1 πιθανόν να ήταν παλιά. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση για την βασιμότητα των ισχυρισμών του αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα αποδίδοντας του ουσιαστικά την αποκλειστική ευθύνη εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία οδηγούσε. Συγκεκριμένα υποβλήθηκε στον ΜΚ3 ότι ενώ κινείτο με την μοτοσυκλέτα του στον επίδικο δρόμο οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με ταχύτητα πέραν των 150 ΧΑΩ. Ο ΜΚ3 διαφωνώντας κατηγορηματικά με την πιο πάνω θέση υποστήριξε ότι ένα ευσταθούσε ένας τέτοιος ισχυρισμός τότε το πιθανότερο ήταν να μην βρίσκεται εν ζωή. Επίσης ο ΜΚ3 ισχυρίστηκε ότι αν ήθελε να οδηγήσει για να δοκιμάσει την μοτοσυκλέτα του όπως του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση, δεν θα επιχειρούσε να οδηγήσει στον συγκεκριμένο δρόμο αλλά θα οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο (high way). Περαιτέρω η υπεράσπιση αντεξέτασε τον ΜΚ3 σε σχέση με την παραβατική συμπεριφορά που επέδειξε κατά τον επίδικο χρόνο διαπράττοντας και άλλα τροχαία αδικήματα όπως π.χ. την οδήγηση της μοτοσυκλέτας του χωρίς άδεια, χωρίς κράνος και χωρίς φώτα. Ο ΜΚ3 παραδέχθηκε ότι όντως διέπραξε όλα όσα του καταλογίστηκαν από την υπεράσπιση εξηγώντας μάλιστα ότι καταχωρήθηκε εναντίον του ποινική υπόθεση στην οποία παραδέχθηκε ενοχή και του επιβλήθηκε ποινή. Διαφώνησε όμως με την θέση της υπεράσπισης ότι το γεγονός ότι δεν είχε σε ισχύ άδεια μοτοσυκλέτας αυτομάτως σημαίνει ότι δεν είχε και την κατάλληλη εμπειρία να οδηγήσει με αποτέλεσμα να θέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο αφού ήταν απρόσεχτος. Τέλος, ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι παρόλο που κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν κάτοχος ισχύουσας άδεια οδήγησης αναφορικά με την επίδικη μοτοσυκλέτα η οποία είχε ιπποδύναμη 10 άλογα, εντούτοις είχε σε ισχύ άδεια οδήγησης για μοτοσυκλέτες μικρότερου κυβισμού. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο κατείχε και οδηγούσε μοτοσυκλέτα μικρότερου κυβισμού (50cc). Αποτέλεσε βασική θέση του ΜΚ3 ότι η αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος δεν ήταν ούτε η απροσεξία του αλλά ούτε και το γεγονός ότι δεν ήταν έμπειρος οδηγός αλλά αντιθέτως η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η αποκοπή της ελεύθερης πορείας του από το όχημα της Κατηγορουμένης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Από την αντίπερα όχθη η Κατηγορούμενη είχε εκ διαμέτρου αντίθετη θέση για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα με αποτέλεσμα να επισυμβεί το τροχαίο δυστύχημα. Η Κατηγορούμενη αναγνώρισε την κατάθεση της (Τεκμήριο 4) και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Κατά την αντεξέταση της αποδέχτηκε ότι στο σημείο που έστριψε με σκοπό να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης της φρουταρίας ο δρόμος διαχωριζόταν από άσπρη συνεχή γραμμή και ότι απαγορευόταν ουσιαστικά να περάσει από πάνω της. Ωστόσο απέδωσε την πιο πάνω ενέργεια της σε μια κακή στιγμή. Βέβαια η Κατηγορούμενη υποστήριξε κατηγορηματικά ότι έλεγξε τον δρόμο και ήταν καθαρός. Εντούτοις όμως αποδέχτηκε ότι μπροστά της υπήρχαν και άλλα οχήματα που κινούνταν χωρίς όμως να μπορεί να υπολογίσει την απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους. Η Κατηγορούμενη επίσης ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση της, ότι προτού στρίψει έθεσε σε λειτουργία τον δείχτη του οχήματος της δεικνύοντας με αυτό τον τρόπο την πρόθεση της ότι θα έστριβε δεξιά και ότι αφού έλεγξε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός μέσα από το καθρεφτάκι του οχήματος της άρχισε να στριβεί. Μάλιστα υποστήριξε ότι όταν άρχισε να στρίβει και αφού εισήλθε μέρος του οχήματος της εντός του χώρου στάθμευσης της φρουταρίας ένιωσε το χτύπημα από την μοτοσυκλέτα του ΜΚ
- Η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε επίσης ότι οι ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα της βρίσκονταν τόσο στην πόρτα του συνοδηγού όσο και ανάμεσα στις δύο πόρτες της αριστερής πλευράς του οχήματος της. Κατά την αντεξέταση δεν αποδέχτηκε την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το όχημα της είχε ζημιές και στο μπροστινό αριστερό φτερό και προφυλακτήρα. Υποβλήθηκε ακόμη στην Κατηγορούμενη η θέση ότι ο ΜΚ3 κατά τον επίδικο χρόνο δεν έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα και ότι αυτή ευθύνεται ουσιαστικά για το δυστύχημα επειδή του απέκοψε την πορεία. Η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν έτρεχε ο ΜΚ3 αλλά ότι αυτό το υπολογίζει εξαιτίας των ζημιών που προκλήθηκαν στο όχημα της και στην μοτοσυκλέτα καθώς και από την σφοδρότητα της σύγκρουσης. Αποδέχτηκε βέβαια την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι όντως απέκοψε την πορεία της μοτοσυκλέτας του ΜΚ
- Υποβλήθηκε ακόμη η θέση από την Κατηγορούσα αρχή προς την Κατηγορούμενη ότι αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρει η ίδια επειδή δεν έλεγξε καθόλου αν ερχόταν άλλο όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση που κινείτο η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 με αποτέλεσμα να ήταν απρόσεχτη. Η Κατηγορούμενη δεν αποδέχτηκε την πιο θέση και ισχυρίστηκε ότι ήταν επιμελής και έλεγξε πάρα πολύ καλά. Επίσης υποβλήθηκε στην Κατηγορούμενη η θέση ότι η ορατότητα που είχε από το σημείο που βρισκόταν προς τα ανατολικά , δηλαδή από την κατεύθυνση που κινείτο η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 με βάση τις μετρήσεις που λήφθηκαν από τον ΜΚ1 ήταν
- Η Κατηγορούμενη δεν αποδέχτηκε την πιο πάνω θέση και επέμεινε ότι η ορατότητα που είχε ήταν σίγουρα λιγότερη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Η μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος ΜΚ1 δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση σε κανένα σημείο της. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ1 το οποίο αμφισβητήθηκε με σθεναρότητα από την υπεράσπιση ήταν η θέση ότι ο ΜΚ3 δεν οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο με υπερβολική ταχύτητα αλλά ότι κινείτο κοντά στο όριο ταχύτητας το οποίο ήταν αυτό των 50ΧΑΩ. Το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) αλλά και το συμμετρικό (Τεκμήριο 3) αποτελούν αναντίλεκτη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξάλλου σημειώνεται ότι το πρόχειρο σχέδιο αφού υποδείχθηκε τόσο στην Κατηγορούμενη όσο και στον ΜΚ3 αυτοί συμφώνησαν υπογράφοντας το ως ορθό. Ο ΜΚ1 κλήθηκε να απαντήσει ουσιαστικά σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της υπεράσπισης που του τέθηκαν σε σχέση με την διερεύνηση αλλά και τον εντοπισμό των ευρημάτων στην σκηνή του δυστυχήματος. Εξετάζοντας τα όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΚ1 τόσο κατά την δια ζώσης μαρτυρία του όσο και μέσα από την γραπτή του κατάθεση διαπίστωσα ότι δεν υπέπεσε σε καμία ουσιώδη αντίφαση που να επιμολύνει την μαρτυρία του. Ο ΜΚ1 επειδή μου έδωσε γενικά την εικόνα ενός αντικειμενικού, αμερόληπτου και ανεξάρτητου εξεταστή του δυστυχήματος αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς όλα τα σημεία και ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή του δυστυχήματος. Αποδέχομαι συγκεκριμένα την μαρτυρία του σε σχέση με τον εντοπισμό τους σημείου σύγκρουσης, των ιχνών τροχοπέδησης και των ιχνών τριβής που άφησε η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 στην άσφαλτο καθώς και την θέση του για την ορατότητα των 200 μέτρων που είχαν τόσο η Κατηγορουμένη όσο και ο ΜΚ3 από και μέχρι το σημείο σύγκρουσης Χ. Επίσης αποδέχομαι ως ορθά όλα τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή του δυστυχήματος. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ο υπολογισμός από τον ΜΚ1 της ταχύτητας με την οποία κινείτο η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 κατά τον επίδικο χρόνο και ο οποίος προκύπτει σύμφωνα με τον ίδιο από τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 στο οδόστρωμα και είχαν απόσταση 31,80 μέτρα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός γιατί δεν βασίζεται σε ασφαλή συμπεράσματα αλλά μόνο σε εικασίες. Είναι φανερό ότι στο Δικαστήριο δεν έχουν δοθεί από τον ΜΚ1 όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες ούτως ώστε να μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια στην θέση που προβλήθηκε για τον υπολογισμό της ταχύτητας. Εξάλλου δεν παραγνωρίζω ότι από τον ΜΚ1 δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι αυτός κατέχει τα προσόντα ή έτυχε οποιασδήποτε εκπαίδευσης που να του δίνει το δικαίωμα να μπορεί να υπολογίζει κάτι τέτοιο. Απουσιάζουν συνεπώς τα αναγκαία κριτήρια που να στηρίζουν επιστημονικά αυτόν τον ισχυρισμό του. Σε σχέση με το Τεκμήριο 8 το οποίο υποδείχθηκε στον ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του από την υπεράσπιση και είχε ως σκοπό να καταδειχθεί ότι ο ΜΚ3 έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα , όχι μόνο γιατί ο ΜΚ1 δεν είναι ειδικός για να μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά και ενόψει του ότι όπως διαφάνηκε από το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου αυτό αφορά οχήματα που κινούνται σε 4 τροχούς ενώ στην υπό κρίση περίπτωση ο ΜΚ3 οδηγούσε μοτοσυκλέτα με 2 τροχούς. Συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε σχετικότητα. Εντούτοις όμως αποδέχομαι την θέση του ΜΚ1 ότι η σύγκρουση μεταξύ των δύο ενεχόμενων οχημάτων ήταν σφοδρή και ότι τα δύο οχήματα υπέστηκαν εκτεταμένες ζημιές. Και πάλι όμως το πιο πάνω γεγονός δεν μπορεί να οδηγήσει με ασφάλεια το Δικαστήριο στο να καταλήξει σε συμπέρασμα για το μέγεθος της ταχύτητας που οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του ο ΜΚ3 κατά τον επίδικο χρόνο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες στην απουσία επιστημονικής μαρτυρίας. Δεν μπορεί δηλαδή να εικάζει ούτε με πόση ταχύτητα κινείτο την συγκεκριμένη στιγμή η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 αλλά ούτε και αν η ταχύτητα με την οποία κινείτο, η οποία παραμένει άγνωστη, προκάλεσε σφοδρή σύγκρουση. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 με εξαίρεση τα πιο πάνω αναφερόμενα σημεία. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ως αναφέρθηκε και προηγουμένως ο ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση καθώς κατά το μέσο της κυρίως εξέτασης του η υπεράσπιση παραδέχτηκε την κατηγορία για την οποία κλήθηκε να καταθέσει. Εξετάζοντας τώρα την μαρτυρία του ΜΚ3 διαπιστώνω ότι αυτός δεν υπέπεσε σε καμία ουσιώδη αντίφαση τόσο κατά την δια ζώσης μαρτυρία του όσο και κατά την αντεξέταση του και ούτε και έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη διαφορά από τα όσα ανέφερε και στις δύο περιπτώσεις σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ο ΜΚ3 επέμεινε σταθερός στον ισχυρισμό του ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν στο οδόστρωμα και είχαν απόσταση 31,80 μέτρα δεν αφέθηκαν από την μοτοσυκλέτα του αφού όπως ισχυρίστηκε τα πισινά φρένα δεν λειτουργούσαν κανονικά και άρα η μοτοσυκλέτα του δεν ήταν δυνατό να εναποθέσει αυτά τα ίχνη τροχοπέδησης για τόσο μεγάλη απόσταση αφού έθεσε σε λειτουργία μόνο τα μπροστινά φρένα. Καταρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του ΜΚ3 αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα αποτελεί μαρτυρία γνώμης και δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο αφού αυτός κατέθεσε ως μάρτυρας γεγονότων. Εξάλλου όπως έχω ήδη αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ1 έχω ήδη αποδεχτεί την μαρτυρία του σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, ότι δηλαδή τα ίχνη τροχοπέδησης που εντόπισε στον δρόμο μήκους 31,80 μέτρων ήταν φρέσκα και εμφανής αφού μάλιστα όταν τα άγγιξε έβγαζαν φρέσκα υπολείμματα τριβής. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα ίχνη στον δρόμο αφέθηκαν από την μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 και ότι από το σημείο εκείνο που άρχισαν να γράφουν στον δρόμο ήταν προφανώς και σημείο όπου ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, δηλαδή το όχημα της Κατηγορούμενης να στρίβει και να του αποκόπτει την πορεία και όχι από την απόσταση των 10 μέτρων όπως ισχυρίστηκε. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχτώ από την μαρτυρία του ΜΚ3 ούτε και τον ισχυρισμό του ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε το όχημα της Κατηγορούμενης να στρίβει απότομα μπροστά του από απόσταση 10 μέτρων. Άλλωστε αναγνωρίζεται και από την Νομολογία ότι δεν αναμένεται από ένα μάρτυρα ο οποίος βρίσκεται κάτω από την αγωνία της στιγμής να αναφέρει και να θυμάται αποστάσεις και σημεία με μαθηματική ακρίβεια. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Vakanas v. Thomas and Another
(1982)1 CLR 530, « σε τέτοιου είδους υποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, όπως το ακριβές σημείο από το οποίο οι διάδικοι αντίκρισαν ο ένας τον άλλο, κάτι που δίνει την εντύπωση ότι καταπιανόμαστε με μαθηματική άσκηση. Όπως λέχθηκε επίσης στην συγκεκριμένη υπόθεση κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει σε περιπτώσεις εξέτασης τροχαίων δυστυχημάτων, όπου τα γεγονότα εκτυλίσσονται ξαφνικά, χωρίς προσχεδιασμό και σε κάποιες περιπτώσεις, όπως η παρούσα, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί επακριβώς ούτε το σημείο σύγκρουσης. Δεν επιθυμούμε, λοιπόν, να προσεγγίσουμε την υπόθεση με τρόπο που να δοθεί η εντύπωση ότι προβαίνουμε σε αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου για να καταλήξουμε στην ευθύνη ή όχι του εφεσείοντα. Άλλωστε, θέματα που σχετίζονται με οδική συμπεριφορά και δυνατότητα αντίδρασης οδηγού σε επερχόμενο κίνδυνο αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής, εκτός όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή όπου απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 120 )». Σημειώνεται ότι από αυτό και μόνο όμως δεν συνάγεται και ότι ο ΜΚ3 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ3 έδινε άμεσες και σαφείς απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις που του έθεσε η υπεράσπιση. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι σε πολλές ερωτήσεις που τέθηκαν στον ΜΚ3 και οι οποίες στρέφονταν ενάντια στα συμφέροντα του και αφορούσαν την παραβατική συμπεριφορά που επέδειξε κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο που επεσυνέβη το δυστύχημα ,ο ίδιος χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό αποδέχτηκε την θέση της υπεράσπισης ότι επέδειξε παράνομη οδική συμπεριφορά, ότι δηλαδή οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του παράνομα και ότι μάλιστα καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του, την οποία και παραδέχτηκε. Η πιο πάνω ειλικρινής στάση του αποτελεί αδιαμφισβήτητα στοιχείο που ενισχύει την αξιοπιστία του. Η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται αποδεχτή πλην των σημείων που έχω αναφέρει ανωτέρω. Όσον αφορά την θέση του ΜΚ3 ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 50 ΧΑΩ, δεν μπορώ επίσης να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στον πιο πάνω ισχυρισμό αφού αυτός αποτελεί μαρτυρία γνώμης. Εξάλλου θα πρέπει να αναφέρθει ότι οι υποβολές της υπεράσπισης προς τον ΜΚ3 , ότι δηλαδή οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο με υπερβολική ταχύτητα δεν υποστηρίχθηκαν ούτε από την μαρτυρία της ίδιας της Κατηγορούμενης. Η μαρτυρία της ως προς αυτό το σημείο αυτό δεν ήταν θετική αφού η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν έτρεχε ο ΜΚ3 και ότι απλά το υπολογίζει. Ερχόμενος τώρα στην μαρτυρία της Κατηγορούμενης θα πρέπει να αναφέρω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή γιατί στερείται τόσο πειστικότητας όσο και λογικής. Η Κατηγορούμενη δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Καταρχήν πρέπει να λεχθεί είναι ότι παρόλο που η Κατηγορούμενη κατά την αντεξέταση της παραδέχτηκε ότι η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η αποκοπή της πορείας της μοτοσυκλέτας του ΜΚ3 από το όχημα της επειδή η ίδια επιχείρησε να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε παραβαίνοντας ταυτόχρονα την άσπρη συνεχόμενη γραμμή, και παρά το ότι επίσης παραδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του ο ΜΚ3 αναιρώντας ουσιαστικά την βασική γραμμή υπεράσπισης, εντούτοις και προδήλως ένεκα του ότι ήθελε να πείσει το Δικαστήριο ότι η ίδια δεν ευθύνεται για την πρόκληση του δυστυχήματος επέμεινε στην θέση της ότι προτού στρίψει έλεγξε ικανοποιητικά τον δρόμο ισχυριζόμενη ταυτόχρονα ότι η ορατότητα που είχε από το σημείο που βρισκόταν προς τα ανατολικά του δρόμου δεν ήταν 200 μέτρα όπως άλλωστε προέκυψε από τις μετρήσεις του ΜΚ1 αλλά κατά πολύ λιγότερο. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της Κατηγορούμενης κρίνεται ως αόριστος και αναιτιολόγητος. Σημειώνεται ότι κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την ορατότητα που είχε η Κατηγορούμενη. Ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό. Η Κατηγορούμενη προέβαλε τον πιο πάνω ισχυρισμό αδιαμφισβήτητα για να υποστηρίξει την εκδοχή της, ότι επειδή έλεγξε ικανοποιητικά τον δρόμο και ήταν καθαρός ταυτόχρονα δεν είχε και την δυνατότητα να αντιληφθεί την παρουσία του ΜΚ3 στον δρόμο πρώτον γιατί δεν είχε μεγάλη ορατότητα και δεύτερον γιατί πιθανόν ο ΜΚ3 να έτρεχε αφού η σύγκρουση σύμφωνα με την ίδια ήταν σφοδρή και οι ζημιές στα οχήματα σοβαρές. Από τα πιο πάνω προκύπτει το ερώτημα, πώς είναι δυνατόν η Κατηγορούμενη να έλεγξε ικανοποιητικά τον δρόμο ως ισχυρίζεται αλλά από την άλλη να μην είναι σε θέση να δώσει οποιαδήποτε επαρκή αιτιολογία και εξήγηση για το πώς επεσυνέβη το δυστύχημα χωρίς η ίδια να ευθύνεται. Τον μόνο ισχυρισμό που έδωσε ήταν αυτός στην γραπτή της κατάθεση ότι δηλαδή ενώ έστριβε είδε ένα πράγμα να την χτυπά. Τέλος όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κατηγορούμενης ότι πιθανόν ο ΜΚ3 να έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα ένεκα της σφοδρότητας της σύγκρουσης και των ζημιών που προκλήθηκαν στα οχήματα επίσης κρίνεται ως αόριστος και αναιτιολόγητος αφού η ίδια συν τοις άλλοις δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε για την ταχύτητα με την οποία κινείτο η μοτοσυκλέτα του ΜΚ
- Όπως έχω αναφέρει προηγουμένως το μόνο που προβλήθηκε ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος είναι ο ισχυρισμός στην γραπτή της κατάθεση, ότι το μόνο που αντιλήφθηκε ήταν ένα πράγμα να την χτυπά. Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης, για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 23/06/17 και περί ώρα 0940 το πρωί η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα της στην Αγίου Γεωργίου στον Ύψωνα στην Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση και κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της. Ο ΜΚ3 οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του η οποία ήταν μεγάλου κυβισμού και ακολουθούσε δυτική πορεία. Σε κάποιο σημείο της οδού Αγίου Γεωργίου το όχημα της Κατηγορούμενης παραβαίνοντας την άσπρη συνεχή γραμμή που ήταν χαραγμένη στον δρόμο, έστριψε απότομα δεξιά και εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της με πρόθεση να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης φρουταρίας. Η πιο πάνω ενέργεια της Κατηγορούμενης είχε ως αποτέλεσμα να αποκόψει την ορθόδοξη πορεία της μοτοσυκλέτας του ΜΚ3 την οποία οδηγούσε σε ευθεία πορεία, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση μεταξύ τους στο σημείο Χ. Η μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 άφησε στο οδόστρωμα 31,80 μέτρα ίχνη τροχοπέδησης στην συνέχεια ανατράπηκε, τρίφτηκε στην άσφαλτο και αφού συγκρούστηκε στο σημείο Χ με το όχημα της Κατηγορούμενης άλλαξε πορεία προς τα βόρεια και τρίφτηκε στην άσφαλτο για ακόμη 4,2 μέτρα καταλήγοντας στο σημείο Β4 επί του Τεκμηρίου
- Ο δρόμος έχει πλάτος 6 μέτρα και αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας οι οποίες έχουν πλάτος 3 μέτρα η κάθε μία. Το σημείο σύγκρουσης Χ απέχει από την βασική γραμμή μέτρησης 0.40 εκατοστά και βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε ο ΜΚ
- Από την σύγκρουση η οποία ήταν σφοδρή, ο ΜΚ3 τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο με ασθενοφόρο. Επίσης από την σύγκρουση προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές τόσο στην μοτοσυκλέτα του ΜΚ3 όσο και στο όχημα της Κατηγορουμένης. Στο σημείο ο δρόμος είναι ευθύς ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή και καθαρή. Η Κατηγορούμενη είχε ορατότητα 200 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης Χ προς τα ανατολικά. Το όριο ταχύτητας στην οδό Αγίου Γεωργίου στον Ύψωνα είναι 50 ΧΑΩ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Αποτελεί επίσης καλώς θεμελιωμένη αρχή ότι η ταχύτητα από μόνη της δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε συμπέρασμα για αμέλεια (Βλ. Demou v. Constantinou and Another
(1979)1 C.L.R. 21, Ioakim v. Soteriades
(1984)1 C.L.R. 175, Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5, Βρυωνίδη v. Σωφρονίου, Πολιτική Έφεση 9479/23.9.97). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση SAVENCU v Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 194/19 9.7.20 επαναλήφθηκε η αρχή ότι η υπερβολική ταχύτητα δεν μπορεί από μόνη της να στοιχειοθετήσει αμέλεια, εκτός αν οι υπόλοιπες λεπτομέρειες συνηγορούν στην ύπαρξη αμέλειας. (Βλέπε Quinn v. Scott [1965] 2 All E.R. 588). Στην υπόθεση Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5, τονίστηκε ότι η υπερβολική ταχύτητα δεν είναι ικανοποιητική από μόνη της να στοιχειοθετήσει αμέλεια. Τονίστηκε επίσης από τον τότε Πρόεδρο κ. Τριανταφυλλίδη ότι, "Even if we were to proceed on the basis of the assumption that the respondent was, just before the collision, driving at a high speed, or exceeding the prescribed speed limit in a built-up area, we cannot, in any case, accept the proposition, put forward by counsel for the appellant, that doing so was, inevitably, sufficient per se, and irrespective of the circumstances of the present case, to establish negligence. That such a proposition is not correct is to be derived from, inter alia, Quinn v. Scott (Supra), and Barna v. Hudes Merchandising Corporation 1962 S.J. 194." Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Demou v. Constantinou and another
(1979)1 C.L.R. 21, όπου ο Δικαστής Α. Λοϊζου σημείωσε ότι, "High speed alone - if a speed of 45-50 m.p.h. in a non - built up area could be said to be high speed - is not evidence of negligence unless the particular conditions at the time and place preclude it." ΚΑΤΑΛΗΞΗ Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα χωρίς να ελέγξει ικανοποιητικά τον δρόμο και παραβιάζοντας άσπρη συνεχόμενη γραμμή, εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της στρίβοντας το όχημα της δεξιά με πρόθεση να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης φρουταρίας ανακόπτοντας την πορεία της μοτοσικλέτας του ΜΚ3 που κινείτο εξ αντιθέτου με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση. Από την πιο πάνω συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, προκύπτει ότι αυτή προέβηκε στην εν λόγω κίνηση χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την τροχαία κίνηση που ερχόταν από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Διαφορετικά θα αντιλαμβανόταν την παρουσία της μοτοσικλέτας του ΜΚ3 που ερχόταν εξ αντιθέτου ακόμη και αν κινείτο με αυξημένη ταχύτητα αφού υπήρχε μεγάλη ορατότητα από το σημείο που η ίδια ελάττωσε για να στρίψει. Η ενέργεια της Κατηγορούμενης να αποφράξει τον δρόμο και την αποκοπή της πορείας του ΜΚ3 αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος και συνδέεται άμεσα με την πρόκληση του. Δεν έχει προκύψει οτιδήποτε άλλο που να αποσυνδέει την αποκοπή της πορείας του ΜΚ3 και την απόφραξη της ορθόδοξης πορείας του από την πρόκληση του δυστυχήματος. Ακόμα όμως και αν ο ΜΚ3 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, αυτή από μόνη της δεν αποτελεί αμέλεια, εκτός εάν αυτή είχε συνδυαστεί με άλλους παράγοντες που στην συγκεκριμένη περίπτωση ελλείπουν. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη στον ΜΚ3 την στιγμή που οδηγούσε ότι η Κατηγορούμενη θα ενεργούσε με τον τρόπο που αυτή ενήργησε την δεδομένη στιγμή. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο