← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΧΟΛΜΣ, Αρ. Υπόθεσης:13538/20, 29/3/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΧΟΛΜΣ, Αρ. Υπόθεσης:13538/20, 29/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:13538/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού -εναντίον- XXX ΤΖΙΟΡΖ ΧΟΛΜΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο: Εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση, αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της αχρείαστης μετακίνησης κατά παραβίαση του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ.260 και συγκεκριμένα των άρθρων 1, 2, 3, 6(α) - (ζ) και 7 και των Κ.Δ.Π.116/20, Κ.Δ.Π.117/20 άρθρα 1 και 2(α), Κ.Δ.Π.118/20, Κ.Δ.Π.135/20 άρθρο 2(γ)(ιχ) και Κ.Δ.Π.152/20. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 23/04/2020 στην Λεμεσό, κυκλοφορούσε στην οδό XXX χωρίς νόμιμη δικαιολογία κατά παράβαση των σχετικών Νόμων και Κανονισμών, δηλαδή, δεν είχε εξασφαλίσει άδεια μέσω αποστολής μηνύματος SMS στον αριθμό 8998, που να δικαιολογεί την νόμιμη μετακίνηση του. Ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της κατηγορίας κλήθηκε ένας μάρτυρας και συγκεκριμένα ο Α./Aστ.XXX XXX Αριστείδου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου, στην ως άνω αναφερόμενη κατηγορία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Μαρτυρία Ο Μ.Κ.1 Α./Αστ. XXX XXX Αριστείδου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο ΟΠΕ Λεμεσού, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (Τεκμήριο 1). Στην κατάθεση του μεταξύ άλλων αναφέρει ότι στις 23/04/2020 και περί ώρα 10:57 ανέκοψε στην οδό Ανεξαρτησίας το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX62 με οδηγό τον κατηγορούμενο, από οδό XXX Κροτονιάτου, XXX Court, Block XXX, Apt.2X2, Δ.Τ.XXX και ημερομηνία γέννησης 21/03/
  1. Από έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε ότι αυτός δεν είχε στην κατοχή του καμία άδεια για κυκλοφορία και παραβίαζε το διάταγμα του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ.260 του άρθρου 6(α) - (ζ). Πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που διαπράττει και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Ε, εντάξει, έστειλα τωρά». Στη συνέχεια πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Τζαί πόσα εννά θέλεις τωρά;» Στη συνέχεια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι εξέδωσε εξώδικο προς τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι το πρωτότυπο το παρέδωσε στον κατηγορούμενο και γι' αυτό παρουσίασε ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο αυτού. Ανέφερε περαιτέρω ότι κατά το δεδομένο χρόνο της καταγγελίας στο δρόμο ήταν κάποιος άλλος συνάδελφος του, o οποίος διενεργούσε τις ανακοπές των αυτοκινήτων. Ο ίδιος στεκόταν στο πεζοδρόμιο ακριβώς δίπλα για έλεγχο των εγγράφων ή/και των μηνυμάτων των ατόμων που σταματούσαν στα πλαίσια της εφαρμογής του νόμου περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο του ακριβώς μπροστά του, δηλαδή ο ίδιος βρισκόταν ακριβώς μπροστά από τη θέση του συνοδηγού και ο κατηγορούμενος ήταν στη θέση του οδηγού. Κατά το δεδομένο χρόνο είδε τον κατηγορούμενο να κρατά το κινητό του και αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος έστελλε μήνυμα. Τότε πλησίασε τη θέση του οδηγού, ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για τον σκοπό του ελέγχου και ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν εριστικός και απότομος, μόλις τον ρώτησε κατά πόσο είχε στείλει μήνυμα ή είχε έγγραφο, του υπέδειξε το τηλέφωνο λέγοντας του «έτο ρε». Ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι στεκόταν ακριβώς δίπλα από το αυτοκίνητο και τον έβλεπε καθ' όλη τη διαδικασία, ότι μόλις είχε στείλει το μήνυμα κατά τον χρόνο που τον σταμάτησαν και όχι προηγουμένως καθώς όφειλε. Του ζήτησε να του υποδείξει το μήνυμα, όπως και έπραξε. Το μήνυμα είχε σταλεί ακριβώς στο ίδιο λεπτό κατά το οποίο του επεδείκνυε το μήνυμα. Η ώρα που ήταν αναγραμμένη πάνω στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου ήταν η ίδια ώρα με την ώρα που ήταν αναγραμμένη και πάνω στο δικό του κινητό τηλέφωνο. Σημειώνοντας ότι δεν είχε περάσει ούτε καν το επόμενο λεπτό. Αντεξεταζόμενος, σε υποβολή ότι το αρχείο των δικών του μηνυμάτων δείχνει 10:58, άρα αν τον σταμάτησε και όπως ισχυρίζεται ότι είχε στείλει προηγουμένως, τότε θα υπήρχε η ένδειξη της ώρας πριν από το 10:57, ο Μ.Κ.1είπε ότι τόσο η κατάθεση του, όσο και το εξώδικο, είναι ξεκάθαρο ότι ανέκοψε το εν λόγω όχημα, είδε τον κατηγορούμενο στις 10:57, μέχρι να πλησιάσει την πόρτα του οδηγού, να φύγει το μήνυμα προφανώς από τον κατηγορούμενο και τον έλεγχο που έκανε ο ίδιος, τούτη η διαδικασία προφανώς έγινε στις 10:
  2. Επί της ουσίας, ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να στείλει μήνυμα πριν να φύγει από το σπίτι του. Ερωτηθείς στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 κατά πόσο θυμάται ότι του είπε ότι έχει χαρτί από την εργασία του, ο Μ.Κ.1 είπε ότι σε καμία περίπτωση ο κατηγορούμενος του είπε αυτό το πράγμα αλλά ούτε του έδειξε κανένα έντυπο. Ενώ περαιτέρω σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος εστίασε μόνο στο γεγονός ότι είχε στείλει μήνυμα προσπαθώντας να τον πείσει ότι το είχε στείλει από πριν. Αξιολόγηση Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τον μάρτυρα κατηγορίας να καταθέτει ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία του. Στην αξιολόγηση προβαίνω έχοντας υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σημειώνω επίσης πως κατά την αξιολόγηση έλαβα υπόψιν σειρά από παράγοντες, μεταξύ άλλων, η αμεσότητα και η συνοχή των απαντήσεων των μαρτύρων, η ύπαρξη αντιφάσεων ή υπερβολών σε αυτές, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η ειλικρίνεια τους, η μνήμη τους και εν γένει η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά νου είχα και την πολλάκις νομολογημένη αρχή πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, (βλ. Χ. Χρίστου ν. Ευγενίας Khoreva
(2002)1Α Α.Α.Δ 454, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, και Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212) νοουμένου βέβαια ότι αυτή η επιλογή εξηγείται (βλ. Χ. Τσιντίδης Λτδ ν. Α. Χαριδήμου, Πολ. Έφεση 224/07 ημερ. 18.10.2012). Σημειώνω επίσης ότι λαμβάνω υπόψιν και την αρχή ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά, αλλά όπως έχει κατ' επανάληψιν νομολογηθεί, εξετάζεται συνολικά υπό το φως όλης της δοθείσας μαρτυρίας. Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγούν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική. Τουναντίον τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. Τέλος κατά την αξιολόγηση, σημειώνω ότι έλαβα υπόψιν και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ευθέως αναφέρω ότι ο Μ.Κ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Έδωσε σαφείς, τεκμηριωμένες και με πλήρη σταθερότητα απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του, χωρίς να αφήσει την παραμικρή αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι κατέθετε τα γεγονότα όπως ακριβώς εκτυλίχθηκαν στην πραγματικότητα. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως οι αναφορές του ως προς τις ενέργειες του από την στιγμή της ανακοπής του οχήματος που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο αλλά και η μαρτυρία του ως προς τα γεγονότα που ακλούθησαν της ανακοπής δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Περαιτέρω οι θέσεις του περί αποστολής μηνύματος SMS από τον κατηγορούμενο κατά το χρόνο αμέσως μετά την ανακοπή του οχήματος του και περί μη παρουσίασης σχετικού εντύπου από τον κατηγορούμενο κατά τον έλεγχο, επίσης δεν κλονίστηκαν μέσω της αντεξέτασης του Μ.Κ.1. Σημειώνω, περαιτέρω ότι εξετάζοντας τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, και έχοντας κατά νου τις επί της συγκεκριμένης μαρτυρίας θέσεις του κατηγορουμένου, τη βρίσκω αξιόπιστη. Δεν έχω άλλωστε εντοπίσει οτιδήποτε που να συνηγορεί ότι οι ενέργειες του εν λόγω μάρτυρα είχαν αποκλειστικό στόχο και σκοπό την καταγγελία του κατηγορούμενου για το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Συνεπώς η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του, (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Της Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι η σιωπή, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση, (βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR200 και Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR.97). Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και στηριζόμενη στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που κρίθηκε αξιόπιστη, τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα. Στις 23/04/2020 ο Μ.Κ.1 μαζί με άλλο συνάδελφο του βρισκόταν καθήκον στην οδό XXX στην Λεμεσό, που αφορούσε συγκεκριμένα τη διενέργεια ελέγχων για την εφαρμογή των προνοιών των Διαταγμάτων σχετικά με τον περί Λοιμοκάθαρσης Νόμο, Κεφ.
  1. Στα πλαίσια των καθηκόντων τους, o συνάδελφος του Μ.Κ.1 περί ώρα 10:57 ανέκοψε το όχημα του κατηγορουμένου με αριθμό εγγραφής XXXXXX2 το οποίο οδηγείτο από τον ίδιο για έλεγχο. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του ακριβώς μπροστά από τον Μ.Κ.1, ο οποίος αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να στέλνει μήνυμα SMS. Ο Μ.Κ.1 πλησίασε τον κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε για τον σκοπό του ελέγχου και τον ρώτησε κατά πόσο είχε στείλει μήνυμα ή είχε έγγραφο για την μετακίνηση του. Ο κατηγορούμενος του υπέδειξε το τηλέφωνο λέγοντας του «έτο ρε». Ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι τον είχε δει ότι έστειλε το μήνυμα κατά τον χρόνο που τον σταμάτησαν και όχι προηγουμένως καθώς όφειλε. Του ζήτησε να του υποδείξει το μήνυμα, όπως και έπραξε. Το μήνυμα είχε σταλεί ακριβώς στο ίδιο λεπτό κατά το οποίο ο κατηγορούμενος επεδείκνυε το μήνυμα στον Μ.Κ.
  2. Από τον έλεγχο που έγινε ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε στην κατοχή του έντυπο Βεβαίωσης Κυκλοφορίας Εργαζομένου αλλά ούτε είχε εξασφαλίσει άδεια κατ' εξαίρεσης μετακίνησης μέσω της αποστολής μηνύματος SMS στον αριθμό
  3. Αφού ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που διαπράττει και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Ε, εντάξει, έστειλα τωρά». Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Τζαι πόσα εννά θέλεις τωρά;». Ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε στον Μ.Κ.1 οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει την ανάγκη μετακίνησης του. Ο Μ.Κ.1 εξέδωσε εξώδικό πρόστιμο στον κατηγορούμενο για το ποσό των €300.- . Νομική Πτυχή Όπως έχει επανειλημμένα λεχθεί, σε όλες τις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εδράζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 7 του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ.260 όπως τροποποιήθηκε από τον περί Λοιμοκαθάρσεως (Τροποποιητικό) Νόμο του 2020, Ν.31(Ι)/20 και ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «7. Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει οποιοδήποτε από τους Κανονισμούς και/ή τα Διατάγματα που εκδίδονται βάσει του Νόμου αυτού είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται μετά από καταδίκη σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τρείς χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου.» Στις 23/03/2020 ο Υπουργός Υγείας, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 4 του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ.260, ως τροποποιήθηκε και οι οποίες του εκχωρήθηκαν με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, κήρυξε ως μολυσμένες από τον κορωνοϊό Covid-19 τις Επαρχίες Λευκωσίας, Λεμεσού, Λάρνακας, Αμμοχώστου και Πάφου και με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης της ασθένειας του κορωνοϊού, την προστασία της δημόσιας υγείας αλλά και αποτροπή κατάρρευσης του συστήματος υγείας από τυχόν διασπορά του ιού Covid-19, εξέδωσε κανονισμούς που αφορούσαν μεταξύ άλλων την κυκλοφορία του κοινού. Σύμφωνα με τον περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ.14) του 2020, Κ.Δ.Π. 152/20 το οποίο δημοσιεύθηκε στις 08/04/2020 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας: «2. Επειδή, .., και Επειδή .., ισχύουν τα ακόλουθα, μέχρι την 30η Απριλίου 2020 και ώρα 12 τα μεσάνυχτα: α) Απαγορεύονται οι αχρείαστες μετακινήσεις, εξαιρουμένων των ακόλουθων περιπτώσεων: (
  1. i)Μετάβαση από και προς τους χώρους εργασίας, καθώς και για σκοπούς εργασίας, (
  2. ii)απόλυτα αναγκαίες επισκέψεις σε κρατικές υπηρεσίες, υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της τοπικής αυτοδιοίκησης και μετακινήσεις για αγορά ή προμήθεια αγαθών/υπηρεσιών πρώτης ανάγκης από και προς επιχειρήσεις/υπηρεσίες, των οποίων η λειτουργία δεν έχει ανασταλεί και εφόσον είναι αδύνατη η κατ' οίκον παράδοση τους, (iii) επίσκεψη σε ιατρό ή για αιμοδοσία ή μετάβαση σε φαρμακείο, (
  3. iv)μετάβαση σε τράπεζα, στο μέτρο που δεν είναι δυνατή η ηλεκτρονική συναλλαγή, (
  4. v)διακίνηση για παροχή βοήθειας σε συγγενικά πρόσωπα και/ή συμπολίτες μας που αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν ή σε ομάδες που οφείλουν να αυτοπροστατευθούν ή ευρίσκονται σε αυτοπεριορισμό ή/και σε χώρους υποχρεωτικού περιορισμού (καραντίνα), (
  5. vi)συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού που μεταβαίνουν σε τελετές, όπως κηδείες, γάμους και βαφτίσεις και δεν υπερβαίνουν τον αριθμό των 10 προσώπων, (vii) μετακινήσεις για σωματική άσκηση ή για τις ανάγκες κατοικίδιου ζώου, εφόσον δεν υπερβαίνουν τα δύο άτομα και περιορίζονται σε γειτνιάζουσες με την κατοικία τους περιοχές, και (viii)μετακίνηση διαζευγμένων γονέων ή γονέων που τελούν σε διάσταση, η οποία είναι αναγκαία για την απρόσκοπτη επικοινωνία και επαφή γονέων και τέκνων: Νοείται ότι, απαγορεύεται η μετακίνηση προσώπων από τις 9.00 μ.μ., μέχρι τις 06.00 π.μ., πλην όσων κατέχουν το έντυπο Βεβαίωσης Κυκλοφορίας Εργαζομένου, Έντυπο Α, το οποίο επισυνάπτεται ως Παράρτημα I στο παρόν Διάταγμα και το οποίο πιστοποιεί την αναγκαιότητα της μετακίνησης κατά τις πιο πάνω ώρες: Νοείται επίσης ότι, η χρήση της κατ' εξαίρεση μετακίνησης προσώπων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Εντύπου Β, το οποίο επισυνάπτεται ως Παράρτημα ΙΙ στο παρόν Διάταγμα, περιορίζεται σε μια μόνο φορά την ημέρα, με εξασφάλιση άδειας μέσω της αποστολής μηνύματος SMS στον αριθμό 8998. Έγγραφη δήλωση κατ' εξαίρεση μετακίνησης προσώπων που εμπίπτουν στις πρόνοιες του Εντύπου Β, χρησιμοποιείται μόνο από πρόσωπα άνω των 65 ετών: Νοείται περαιτέρω ότι, εξαιρείται από τον πιο πάνω περιορισμό η μετακίνηση για σκοπούς αδήριτης ανάγκης, όπως για παράδειγμα, μετάβαση σε φαρμακείο ή για αιμοδοσία ή επίσκεψη σε γιατρό και/ή κτηνίατρο ή για παροχή βοήθειας σε άτομα που αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν ή που οφείλουν να αυτοπροστατευθούν ή που βρίσκονται σε αυτοπεριορισμό ή σε χώρους υποχρεωτικού περιορισμού ή μεταφορά οπλίτη από και προς το στρατόπεδο ή μετάβαση για εξειδικευμένες θεραπείες για άτομα με αναπηρία ή πρόσωπα με χρόνιες παθήσεις ή διακίνηση ατόμων με αναπηρία και ατόμων που εμπίπτουν στο φάσμα του αυτισμού, για τις τρεις τελευταίες περιπτώσεις, όπου είναι αναγκαίο, συμπεριλαμβάνεται και ο συνοδός τους: Νοείται τέλος ότι, όλα τα πρόσωπα των οποίων η διακίνηση επιτρέπεται ως ανωτέρω, οφείλουν να φέρουν μαζί τους δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο ως πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο, όταν αυτό ζητηθεί από τις αρμόδιες αρχές.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από την ανάγνωση του πιο πάνω Κανονισμού, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, όφειλε, εάν ο λόγος μετακίνησης του ήταν η μετάβαση του προς ή από την εργασία του να έχει στην κατοχή του το έντυπο Βεβαίωσης Κυκλοφορίας Εργαζομένου, Έντυπο Α, ή εάν ο λόγος μετακίνησης του ήταν κάποιος άλλος από τους επιτρεπόμενους λόγους κατ' εξαίρεσης μετακίνησης (ως καθορίζονται στις παρ.(
  6. i)μέχρι (viii) του Κανονισμού 2(α)), με δεδομένο ότι είναι ηλικίας κάτω των 65 ετών, να είχε εξασφαλίσει άδεια για την κατ' εξαίρεση μετακίνηση του μέσω αποστολής μηνύματος SMS στον αριθμό 8998. Θα έπρεπε επιπλέον ο κατηγορούμενος να φέρει μαζί του δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο ως απαιτούσε η επιφύλαξη του Κανονισμού προκειμένου να καθίστατο η μετακίνηση νόμιμη. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση την ενώπιον μου κριθείσα ως αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος διακινείτο επί της οδού Ανεξαρτησίας στην Λεμεσό την 23/04/2020 και δεν είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε έντυπο ούτε και είχε εξασφαλίσει άδεια μετακίνησης μέσω αποστολής μηνύματος SMS στον αριθμό 8998 για οποιοδήποτε λόγο που ενέπιπτε μέσα σε μία από τις εξαιρέσεις, που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη μετακίνηση του, διαπράττοντας με τον τρόπο αυτό το αδίκημα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέστειλε μήνυμα SMS αφότου ανακόπηκε από την αστυνομία για έλεγχο αυτό δεν καθιστούσε τη μετακίνηση του νόμιμη. Προαπαιτούμενο για μετακίνηση που ενέπιπτε μέσα σε μία από τις εξαιρέσεις ήταν η εξασφάλιση άδειας μέσω αποστολής μηνύματος SMS στον αριθμό 8998 πριν από τη μετακίνηση. Δηλαδή το αδίκημα στην προκειμένη περίπτωση στοιχειοθετείται στη βάση ότι ο κατηγορούμενος μετακινείτο χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια μετακίνησης μέσω αποστολής μηνύματος SMS στον αριθμό 8998 για οποιοδήποτε από τους αναφερόμενους στις παρ.(
  7. i)μέχρι (viii) του Καν.2(α) λόγους. Επομένως, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ) ............. Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.