← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Παντελίδου, Υπόθεση αρ.: 14567/2017, 16/3/2021

Δημοκρατία ν. Παντελίδου, Υπόθεση αρ.: 14567/2017, 16/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:10 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 14567/2017 Μεταξύ: Δημοκρατία Κατηγορούσα αρχή και XXX Παντελίδου Κατηγορούμενη ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 16/3/2021 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ελ. Κληρίδου Για την κατηγορούμενη: κ. Α. Αβραάμ Κατηγορούμενη: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά 52 κατηγορίες. Ειδικότερα: (α) οι 36 αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 270(β) του Ποινικού Κώδικα, (β) οι 6 αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 336 του ίδιου Νόμου, (γ) οι 6 αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του ίδιου Νόμου, (δ) οι 3 αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 299 του ίδιου Νόμου και τέλος, (ε) η 1 αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4

(1)(ιιι)
(2)και 5(α) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου. Σύμφωνα δε, με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αφορούν τα αδικήματα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, η κατηγορούμενη, ενώ ήταν υπάλληλος της ΣΠΕ Τροόδους, · μεταξύ των ετών 2012 και 2017, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €86.300, το οποίο της εμπιστεύθηκαν η XXX και ο XXX Πετράκη και που ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό των προσώπων αυτών, στην πιο πάνω Συνεργατική (κατηγορία 1), · σε 8 περιπτώσεις, μεταξύ των ημερ. 12.12.2012 και 31.10.2013, έκλεψε το συνολικό χρηματικό ποσό των €44.240.34, το οποίο της εμπιστεύθηκε η XXX Στυλιανίδη και που ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό της στην πιο πάνω Συνεργατική (κατηγορίες 66 - 70, 73, 77 και 79), · σε 27 περιπτώσεις, μεταξύ των ημερ. 5.1.2011 - 26.9.2013, έκλεψε το συνολικό ποσό των €52.375, το οποίο της εμπιστεύθηκε η XXX Καλλινίκου και που ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό της στην πιο πάνω Συνεργατική (κατηγορίες 92 -100, 102 - 105, 110 - 112, 114, 116 - 122, 124, 126 και 129). Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας, που αφορά την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αναφέρουν ότι η κατηγορούμενη, μεταξύ των ετών 2011-2017, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το χρηματικό ποσό των €211.214 αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, το απέκτησε και το κατείχε (κατηγορία 65). Σύμφωνα δε, με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, η κατηγορούμενη, κατά τα έτη 2015, 2016 και 2017, με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή το τραπεζογραμμάτιο με αρ. 06678 (κατηγορίες 10, 12 και 14) και δόλια τo έθεσε σε κυκλοφορία κατά τον πιο πάνω χρόνο (κατηγορίες 11, 13 και 16). Περαιτέρω δε, κατά τα έτη 2015 και 2017 κατάρτισε πλαστά έγγραφα, δηλαδή ένα τραπεζογραμμάτιο με αρ. 06678, άλλο από αυτό που αναφέρεται πιο πάνω και ακόμα ένα, ημερ. 25.4.2015 (κατηγορίες 23, 26 και 28) και τα κυκλοφόρησε (κατηγορίες 24, 27 και 29). Η κατηγορούμενη, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των τριών κατηγοριών που αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις, ενώ ήταν υπάλληλος στην ΣΠΕ Τροόδους, υποκίνησε τις XXX Πετράκη, XXX Καλλινίκου και XXX Στυλιανίδη, να οπισθογραφήσουν αποδείξεις της πιο πάνω Συνεργατικής, με σκοπό να τύχουν χρήσης ή μεταχείρισης αξιογράφου (κατηγορίες 34, 36 και 37). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, o ευπαίδευτoς συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η κατηγορούμενη, ως ανέφερε, δεν κατηγορείται για κλοπή από την πιο πάνω Συνεργατική, κάτι το οποίο προκύπτει τόσο από τις λεπτομέρειες των σχετικών κατηγοριών, αλλά και από τη μαρτυρία γενικότερα. Ήταν η θέση του, ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς των παραπονουμένων στη Συνεργατική, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής από την κατηγορούμενη, με θύματα τις παραπονούμενες, καθότι, ιδιοκτήτης αυτών ήταν η Συνεργατική και όχι οι τελευταίες. Με αναφορά στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.α.
(2013)3 Α.Α.Δ. 427, επισήμανε ότι η σχέση καταθέτη και Συνεργατικής είναι σχέση πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης, ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στη Συνεργατική, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της, ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τελευταία οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός τους με τη Συνεργατική δεν τους δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα, παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με τη Συνεργατική, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Επιπρόσθετα δε, εισηγήθηκε ότι οι παραπονούμενες δεν εμπιστεύτηκαν τα χρήματά τους στην κατηγορούμενη ώστε η τελευταία να καταστεί με οποιονδήποτε τρόπο εμπιστευματοδόχος τους. Αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες, ήταν η θέση του, ότι και αυτές είναι έκθετες σε απόρριψη, καθότι δεν υφίσταται μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη είχε πρόθεση να καταδολιεύσει τις παραπονούμενες και δεν μπορούσε να επιφέρει βλάβη σε αυτές. Από την άλλη, η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, επαρκεί για να κληθεί η κατηγορούμενη σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, παραπέμποντας το Δικαστήριο, μέσω της αγόρευσής της, στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας, που κατά τη θέση της, αποτελεί τη βάση επί της οποίας θα πρέπει η κατηγορούμενη να κληθεί σε απολογία. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο προβαίνει σε προκαταρκτική μόνο θεώρηση της υπόθεσης και όχι σε βάθος θεώρηση, με ζητούμενο την απόδειξη της κατηγορίας, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ενεργεί στα περιορισμένα πλαίσια της πρακτικής οδηγίας του 1962 που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Azinas κ.ά. ν. The Republic
(1981)2 C.L.R. 9. Όπως δε υποδείχθηκε στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515, στη σελ. 524, το Δικαστήριο «περιορίζεται σε γενική θεώρηση της, με σκοπό να διαπιστώσει αν υπάρχουν στη μαρτυρία θεμελιακές αντιφάσεις ή είναι η μαρτυρία καταφανώς αναξιόπιστη ώστε να μην μπορεί να στηριχθεί σε αυτή .» (βλ. Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104). Όπως έχει νομολογηθεί, η ύπαρξη αντίφασης στις μαρτυρίες της κατηγορούσας αρχής, από μόνη της, δεν συνεπάγεται αυτόματα εξουδετέρωση ή αποδυνάμωση της υπόλοιπης μαρτυρίας, στην περίπτωση που αυτή ικανοποιεί το κριτήριο του εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 41). Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας κλήθηκαν συνολικά 14 μάρτυρες και συγκεκριμένα, τα μέλη της αστυνομικής δύναμης, λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου, αστ. XXXXX Σ. Ηλιάδου και αστ. XXXXX Μ. Ανδρέου, ως επίσης και οι XXX Πετράκη, XXX Στυλιανίδου, XXX Καλλινίκου και οι XXX Παπαδόπουλος, XXX Ιωάννου, XXX Γεωργίου, XXX Αλεξάνδρου, XXX Νικολάου, XXX Φραγκέσκου, XXX Οδυσσέως και XXX Πισσαρίδου. Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία, κατατέθηκαν τεκμήρια και δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα. Τονίζουμε ότι έχουμε θέσει ενώπιον μας το σύνολο της μαρτυρίας για να καταλήξουμε κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης. Με βάση την ενώπιον μας μαρτυρία, η κατηγορούμενη εργαζόταν σε πιστωτικά ιδρύματα. Το τελευταίο εξ αυτών συγχωνεύτηκε με άλλα και δημιουργήθηκε η ΣΠΕ Τρόοδους, στην οποία η κατηγορούμενη εργαζόταν. Η τελευταία διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τις XXX Πετράκη, XXX Στυλιανίδου και XXX Καλλινίκου (από τώρα θα καλούνται οι παραπονούμενες) και έτσι δημιουργήθηκε μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης. Οι τρεις παραπονούμενες, διατηρούσαν λογαριασμούς στην ΣΠΕ Τροόδους. Μετά από παρότρυνση της κατηγορουμένης, η ΧΧΧ Πετράκη μετέφερε γραμμάτια που κατείχε, στο πιστωτικό ίδρυμα που εργαζόταν η κατηγορουμένη. Μετά από προτροπή της τελευταίας, η XXX Στυλιανίδου, μετέτρεψε σε γραμμάτιο χρήματα που κατείχε σε λογαριασμό με το σύζυγο της. Εκείνο που στην ουσία αποδίδουν οι XXX Πετράκη, XXX Στυλιανίδου και XXX Καλλινίκου στην κατηγορούμενη είναι ότι, εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη που της επιδείκνυαν, λόγω της στενής φιλικής σχέσης που διατηρούσαν μαζί της, απέσπασε από αυτές κενές υπογραμμένες αποδείξεις επί τυποποιημένων εγγράφων της ΣΠΕ Τροόδους, οι οποίες αποδείξεις-έντυπα, της επέτρεπαν να προβαίνει σε αναλήψεις από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσαν οι παραπονούμενες. Ήταν, η θέση, μεταξύ άλλων, ότι, με πρόφαση τη διευκόλυνσή τους, να μη μεταβαίνουν στο πιστωτικό ίδρυμα, όποτε αυτές χρειάζονταν χρήματα ή και για ανανέωση των γραμματίων, η κατηγορούμενη απέσπασε από αυτές τις πιο πάνω αποδείξεις-έντυπα. Η τελευταία, σε διάφορες ημερομηνίες με τη χρήση των πιο πάνω εκταμίευσε διάφορα ποσά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, τα οποία και οικειοποιήθηκε. Επιπρόσθετα απέσπασε χρήματα που διατηρούσαν τα πιο πάνω πρόσωπα σε λογαριασμούς στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα με τη χρήση αποδείξεων, στις οποίες υπήρχαν πλαστογραφημένες υπογραφές των τριών πιο πάνω προσώπων. Περαιτέρω δε, με βάση την ενώπιον μας μαρτυρία, η κατηγορούμενη πλαστογράφησε και κυκλοφόρησε τρία τραπεζογραμμάτια, όλα σχετιζόμενα με την XXX Πετράκη. Ακολούθως θα εξετάσουμε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, σε κάθε μία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου. Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154, το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής, ορίζεται και η έννοιά της. Όπως προσδιορίστηκε και επαναλήφθηκε στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής θα πρέπει:
(1)η λήψη της περιουσίας να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη,
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. (Βλ. επίσης Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, R. V. Cockburn
(1968)1 All E.R. 466.) Στην υπόθεση Ανδρονίκου, ανωτέρω, αναλύεται η λέξη «fraudulently», η οποία καταδεικνύει ότι η πράξη πρέπει να είναι σκόπιμη και με πρόθεση (βλ. Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Ανδρονίκου, ανωτέρω: «Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο . Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act.» Το τι συνιστά κλοπή υπό αντιπρόσωπο, καθορίζεται στο άρθρο 270(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί ότι: «Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή - (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, η χρήση, πληρωμή, η παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο. ... ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων» Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Τουμαζή ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2017:B174, Ποιν. Εφ. 79/2013, ημερ. 11.5.2017, η φράση «περιουσία εμπιστευμένη», που γίνεται αναφορά στο άρθρο 270, δεν παραπέμπει σε ανάγκη να αποδειχθεί αυστηρά σχέση συμβατικού δικαίου αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου. Είναι αρκετό από τα πραγματικά περιστατικά να προκύπτει η «εμπίστευση». Στο σημείο αυτό κρίνεται ορθό να εξετάσουμε τη βασική θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, περί αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των χρημάτων κατά την ημέρα κατάθεσής τους στους τραπεζικούς λογαριασμούς των παραπονουμένων. Κατ' αρχήν, επισημαίνουμε ότι η αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω), δεν βοηθά το επιχείρημα της υπεράσπισης καθώς άλλο ήταν το αντικείμενό της. Επρόκειτο για προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος και δεν εξετάστηκε η έννοια της λέξης «ιδιοκτήτης», για σκοπούς του αδικήματος της κλοπής. Επιπρόσθετα, επισημαίνουμε ότι, το συγκεκριμένο ζήτημα απασχόλησε και τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπου αναφέρθηκε ότι, επί χρημάτων που κατατέθηκαν σε ένα τραπεζικό λογαριασμό και εκταμιεύτηκαν σε χρόνο που τούτος είχε πιστωτικό υπόλοιπο ή βρισκόταν εντός εγκεκριμένου ορίου παρατραβήγματος, οι καταθέτες διατηρούν δικαίωμα, το οποίο με τη σειρά του αποτελεί περιουσία που δύναται να κλαπεί (βλ. Archbold, Criminal Pleading Evidence & Practice, 2018, παρ. 21.50, Ashworth's Principles of Criminal Law, 8η έκδοση, σελ. 396, Blackstone's Criminal Practice 2018, παρ. Β4.50, σελ. 442, Joachimson v. Swiss Bank Corporation [1921] 3 K.B. 110 και R. v. Kohn, 69 Cr.App.R. 395). Κατά συνέπεια, η σχετική περί τούτου εισήγηση, απορρίπτεται. Σε σχέση με τις κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου, ως ήδη σημειώθηκε, αυτές, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία που τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή, επιτεύχθηκαν με τη χρήση αποδείξεων που, είτε έφεραν τη γνήσια υπογραφή των παραπονουμένων, η οποία εξασφαλίστηκε με τον τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω, είτε έφεραν πλαστογραφημένη υπογραφή των παραπονούμενων. Στη βάση της νομολογίας που διέπει το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, βασικό συστατικό, αποτελεί κάποιας μορφής εμπίστευση της περιουσίας ενός προσώπου προς τον κατηγορούμενο, την οποία εμπίστευση, ο τελευταίος εκμεταλλεύεται. Ως προκύπτει από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, δημιουργήθηκε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κατηγορουμένης και παραπονουμένων και οι τελευταίες, με τις προϋπογραμμένες αποδείξεις, στην ουσία, έδωσαν εξουσιοδότηση και πρόσβαση στην κατηγορούμενη, για τα ποσά που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς τους και κατά συνέπεια, της τα εμπιστεύτηκαν. Η κατηγορούμενη, με βάση την ενώπιον μας μαρτυρία, πράττοντας εκτός των όρων εντολής, με τη χρήση αποδείξεων απέσπασε από τους λογαριασμούς των παραπονουμένων, χρήματα. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει σε σχέση με τις περιπτώσεις εκείνες που η κατηγορούμενη φέρεται να εκταμιεύει χρήματα από τους λογαριασμούς των παραπονουμένων, με τη χρήση πλαστογραφημένων αποδείξεων. Δεν υφίσταται η απαιτούμενη σχέση εμπίστευσης χρημάτων από τις παραπονούμενες προς την κατηγορούμενη, αναφορικά με τις περιπτώσεις όπου η τελευταία προέβαινε σε αναλήψεις χρημάτων με τη χρήση πλαστογραφημένων, ως προς την υπογραφή, αποδείξεων-εντύπων. Επισημαίνουμε επίσης, ότι οι παραπονούμενες, ως καταθέτες, είχαν δικαίωμα επί των επιδίκων εκταμιευθέντων χρημάτων, από τους λογαριασμούς τους. Είναι στη βάση αυτών των δεδομένων που κρίνουμε ότι η κατηγορούσα αρχή κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, για το εν προκειμένω αδίκημα, μόνο στις κατηγορίες που αφορούν αναλήψεις που έγιναν με τη χρήση αποδείξεων που έφεραν γνήσιες υπογραφές των παραπονουμένων, καθότι γι' αυτές υφίσταται η απαιτούμενη σχέση εμπίστευσης, αφού η κατηγορούμενη εκμεταλλεύτηκε το δικαίωμα πρόσβασης στους λογαριασμούς που της παρείχαν οι προϋπογραμμένες, με γνήσιες υπογραφές, αποδείξεις. Αναφορικά με τις περιπτώσεις που εκταμιεύθηκαν χρήματα με τη χρήση πλαστών, ως προς την υπογραφή, αποδείξεων-εντύπων, δεν υφίσταται η απαιτούμενη σχέση εμπίστευσης. Επί των σχετικών κατηγοριών, θα επανέλθουμε. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, στην κατηγορία 1, για το περιορισμένο ποσό των €57.000 και όχι για το ποσό των €86.300, καθότι €29.300 εκταμιεύθηκαν με τη χρήση αποδείξεων που έφεραν πλαστές υπογραφές της ΧΧΧ Πετράκη. Μας έχει απασχολήσει κατά πόσο ενδείκνυται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη της κατηγορίας της κλοπής, για το υπόλοιπο ποσό των €29.300, πλην όμως, δεδομένου του ότι η κατηγορούμενη θα κληθεί, εν πάση περιπτώσει, σε απολογία, με μόνη διαφορά, το ύψος του ποσού, χωρίς να αλλοιώνεται είτε η φύση είτε η σοβαρότητα του αδικήματος, κρίνουμε ότι δεν πρέπει να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια στην κατεύθυνση αυτή. Ακολούθως, θα εξετάσουμε κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει επιτύχει να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, στα αδικήματα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, με κατ' ισχυρισμό θύμα τη XXX Στυλιανίδη (κατηγορίες 66-70, 73, 77 και 79). Τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε σχέση με την κατηγορία 1, αναφορικά με την εκταμίευση χρημάτων με τη χρήση αποδείξεων με πλαστή υπογραφή, ισχύουν και για τις κατηγορίες 66-70 και 79, με αποτέλεσμα, για τις κατηγορίες αυτές, να μην είναι δυνατή η κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, αφού ελλείπει το στοιχείο της εμπίστευσης. Ωστόσο, δεδομένου ότι στο κατηγορητήριο υφίστανται σχετικές κατηγορίες, προσανατολιζόμαστε να ασκήσουμε τη διακριτική μας εξουσία, στη βάση των προνοιών του άρθρου 83
(1), του Κεφ. 155, για τροποποίηση των κατηγοριών αυτών, ώστε η κατηγορούμενη να βρίσκεται αντιμέτωπη με το αδίκημα της κλοπής και όχι της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Αναφορικά όμως με τις κατηγορίες 73 και 77, έχουμε ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, καθότι, σύμφωνα με την ενώπιον μας μαρτυρία, η κατηγορούμενη, για την εκταμίευση των ποσών που αφορούν σ' αυτές, χρησιμοποίησε προϋπογραμμένες, με γνήσια υπογραφή, αποδείξεις-έντυπα. Αναφορικά με τις κατηγορίες της κλοπής υπό αντιπροσώπου, που αφορούν στην Π. Καλλινίκου, έχουμε ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, στις κατηγορίες 92, 93, 94, 95, 96, 98, 103, 104, 105, 110, 112, 116, 120, 122 και
  1. Τα όσα ισχύουν για τις XXX Πετράκη και XXX Στυλιανίδη, ανωτέρω, αναφορικά με την έλλειψη του στοιχείου της εμπίστευσης, ενόψει της χρήσης αποδείξεων με πλαστή υπογραφή, ισχύουν και για τις κατηγορίες 102, 114, 119 και 121, που αφορούν στην XXX Καλλινίκου, και κατά συνέπεια, η κατηγορούμενη δεν μπορεί να κληθεί σε απολογία γι' αυτές για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Θα εξετάσουμε και γι' αυτές τις κατηγορίες το ενδεχόμενο τροποποίησής τους, ως ανωτέρω προσδιορίστηκε. Αναφορικά με τις κατηγορίες 97, 99, 100, 111, 117, 118, 126 και 129, παρατηρείται ότι το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό δεν είναι αρκούντος προσδιοριστικό της ακριβούς ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος, παρά μόνο του μήνα, εντός του οποίου φέρεται η κατηγορούμενη να διέπραξε το αδίκημα. Θα εξετάσουμε και γι' αυτές τις κατηγορίες το ενδεχόμενο τροποποίησής τους, ώστε ως χρόνος διάπραξης να αναφέρεται γενικά ο μήνας, που ήδη αναφέρεται στην κατηγορία και όχι οποιαδήποτε συγκεκριμένη ημερομηνία. Αναφορικά με τις κατηγορίες 34, 36 και 37, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα, κρίνουμε ότι, με βάση το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης. Σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία 65), κρίνουμε ότι το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό δικαιολογεί κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία, πλην όμως, για το περιορισμένο ποσό των €143.432,86, το οποίο προκύπτει από την πρόσθεση των ποσών που φέρεται να έκλεψε η κατηγορούμενη και ειδικότερα, για την XXX Πετράκη, το ποσό των €86.300, για την XXX Στυλιανίδη, το συνολικό ποσό των €44.240,34 και για την XXX Καλλινίκου, το συνολικό ποσό των €12.892,
  2. Στη συνέχεια, θα εξετάσουμε κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Πρόκειται, στην ουσία, για τρία τραπεζογραμμάτια, τα οποία, στη βάση της ενώπιον μας μαρτυρίας, φέρονται να καταρτίστηκαν σε άγνωστη ημερομηνία και να κυκλοφόρησαν από την κατηγορούμενη κατά το έτος
  3. Από την ενώπιον μας μαρτυρία έχουμε ικανοποιηθεί, στο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο, ότι η κατηγορούμενη είναι το πρόσωπο που κατάρτησε τα εν λόγω τραπεζογραμμάτια και ότι τούτα είναι πλαστά. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σ' απολογία, μόνο σε 3 από τις 6 κατηγορίες πλαστογραφίας και μόνο σε 3 από τις 6 κατηγορίες κυκλοφορίας, που αντιμετωπίζει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, στις κατηγορίες 10, 11, 14 και 16, καθότι αυτές αφορούν στο ένα εκ των δύο τραπεζογραμματίων, με αρ. 06678, για το οποίο ήδη αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 12 και 13, στις οποίες θα αναφερθούμε κατωτέρω. Το ίδιο συμβαίνει και σε σχέση με τις κατηγορίες 26 και 27, οι οποίες αφορούν στο δεύτερο τραπεζογραμμάτιο, με ίδια αρίθμηση, δηλαδή XXXXX78, για το οποίο αντιμετωπίζει και τις κατηγορίες 23 και 24, για τις οποίες, επίσης, θα επανέλθουμε ευθύς αμέσως. Όσον αφορά στην κατηγορία 13 (κυκλοφορία πλαστού εγγράφου), κρίνουμε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης. Σ' ό,τι αφορά στις κατηγορίες 12 και 23, το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό επαρκεί για κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία, πλην όμως, αυτό δεν μπορεί να γίνει στη βάση των υφιστάμενων λεπτομερειών των κατηγοριών, με αναφορά στο χρόνο διάπραξης, καθότι, ενώ στις λεπτομέρειες του αδικήματος καθορίζεται ως χρόνος διάπραξης του αδικήματος, συγκεκριμένη χρονολογία, από τη μαρτυρία προκύπτει μόνο ο χρόνος κυκλοφορίας των φερόμενων ως πλαστών εγγράφων και δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος κατάρτισής τους. Έτσι, θα ακούσουμε τους συνηγόρους των διαδίκων κατά πόσο ενδείκνυται η τροποποίηση των λεπτομερειών των συγκεκριμένων κατηγοριών, κατά τρόπο που να συνάδει με το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό και ειδικότερα ότι η κατηγορούμενη μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας μέχρι και το 2016, κατάρτησε πλαστά έγγραφα. Θα ακούσουμε τους συνηγόρους και σε σχέση με την κατηγορία 24 (κυκλοφορία πλαστού εγγράφου), καθότι, ως ήδη έχει υποδειχθεί, το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό θέλει την κυκλοφορία να λαμβάνει χώρα το 2016 και όχι το 2015, που αναφέρουν οι λεπτομέρειές της. Τηρουμένων των αναλογιών, τα ίδια ισχύουν και για τις κατηγορίες 28 και 29 αναφορικά με το χρόνο διάπραξης. Έτσι, και γι' αυτές τις κατηγορίες, θα θέλαμε να ακούσουμε τους συνηγόρους, κατά πόσο θα πρέπει να ασκήσουμε τη διακριτική μας εξουσία, για να τροποποιήσουμε σχετικά τις λεπτομέρειές τους. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, έχουμε ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, στις κατηγορίες 1, 13, 34, 36, 37, 65, 73, 77, 92, 93, 94, 95, 96, 98, 103, 104, 105, 110, 112, 116, 120, 122 και
  4. Αντιθέτως, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορουμένης, στις κατηγορίες 10, 11, 14, 16, 26 και 27 και συνακόλουθα, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτές. Τέλος, σε σχέση με τις κατηγορίες 12, 23, 24, 28, 29, 66, 67, 68, 69, 70, 79, 97, 99, 100, 102, 111, 114, 117, 118, 119, 121, 126 και 129, δίδεται ο λόγος στους συνηγόρους να τοποθετηθούν ως προς το ενδεχόμενο τροποποίησής τους, ως με λεπτομέρεια έχουμε εκθέσει πιο πάνω. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.