← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:8776/18, 17/6/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:8776/18, 17/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:8776/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17.06.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Δ. Αρσιώτης Για τον Κατηγορούμενο: κος. Κίτσιος με κα. Μ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72όπως έχει τροποποιηθεί. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση (1η κατηγορία). Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στην οδό χχχχχχχχχ Φωτίου στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, με ενεχόμενο το όχημα του Κατηγορούμενου και την ΜΚ2 η οποία κατά τον επίδικο χρόνο διασταύρωνε τον δρόμο από τα βόρεια προς τα νότια πεζή. Η Κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ.ΧΧΧΧΧ Αιμιλίου (ΜΚ1) και την ΧΧΧΧΧΧΧΧ Γιασεμή (ΜΚ2). ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Με την σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα για την αλήθεια του περιεχομένου τους το Τεκμήριο 9, το οποίο αποτελεί την επιστολή του συνηγόρου της υπεράσπισης προς τον Επαρχιακό Διευθυντή της ΑΗΚ ημερομηνίας 12.05.21 μαζί με απαντητική επιστολή συνοδευόμενη από χάρτη της οδού ΧΧΧΧΧΧΧ Φωτίου με την οδό ΧΧΧΧ Αναστασίας. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός με την σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών και το Τεκμήριο 10 το οποίο αποτελεί απαντητική επιστολή προς τον συνήγορο του Κατηγορούμενου αναφορικά με τις ώρες λειτουργίας του οδικού φωτισμού στις 04.01.17 στις οδούς ΧΧΧΧΧΧΧΧ Φωτίου και ΧΧΧΧ Αναστασίας στα Κάτω Πολεμίδια στη Λεμεσό. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως εξής : O MK1 εργάζεται στην Τροχαία Λεμεσού και είναι o εξεταστής της υπόθεσης. Εργάζεται στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων τα τελευταία 13 χρόνια. Κατά την κυρίως εξέταση κατέθεσε διάφορα έγγραφα μεταξύ των οποίων και την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Περεταίρω κατέθεσε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2), δέσμη από ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν τους τραυματισμούς που υπέστη από το δυστύχημα η ΜΚ2, (Τεκμήρια 3Α-3Δ), την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4), την γραπτή του κατηγορία (Τεκμήριο 5),το συμμετρικό σχέδιο που ετοιμάστηκε με βάση το πρόχειρο (Τεκμήριο 6). Ο ΜΚ1 επεξηγώντας το συμμετρικό σχεδιαγράφημα που ετοίμασε από την επί τόπου επίσκεψη του στην σκηνή του δυστυχήματος, διευκρίνισε όλα τα σημεία που έθεσε σε αυτό καθώς και το πώς ήταν διαμορφωμένος ο συγκεκριμένος δρόμος. Επίσης εξήγησε τις πορείες που ακολούθησε τόσο το όχημα του Κατηγορούμενου όσο και η πεζή. Μάλιστα όπως διευκρινίστηκε από τον ΜΚ1, στο συμμετρικό σχέδιο σημειώθηκαν δύο σημεία σύγκρουσης, τον μεν πρώτο με το γράμμα Χ που υποδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο, το δε δεύτερο με το γράμμα Χ1 ως το σημείο που υποδείχθηκε από την ΜΚ

  1. Αναφορικά με το σημείο του οχήματος του Κατηγορούμενου που ήρθε σε επαφή με το σώμα της ΜΚ2 όταν η τελευταία χτυπήθηκε από αυτό ,ο ΜΚ1 μετά από εξετάσεις που διενήργησε διαπίστωσε ότι υπήρχε σκούπισμα που άρχιζε από το μπροστινό δεξιό μέρος - μπροστινή γωνιά του οχήματος και κατέληγε στο φτερό πάνω από τον μπροστινό δεξιό τροχό. Όπως αναφέρθηκε από τον ΜΚ1, το συγκεκριμένο σκούπισμα υποδείκνυε ότι από το χτύπημα στο αυτοκίνητο, το κορμί της ΜΚ2 γύρισε και γι' αυτό και κατέληξε πάνω από το μπροστινό δεξιό φτερό. Επίσης ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος από την στιγμή που εισήλθε στην οδό Πατριάρχου Φωτίου η ορατότητα του ήταν περί τα 20 μέτρα ως προς το σημείο από το οποίο διασταύρωσε η πεζή. Ο ΜΚ1 ανέφερε ακόμη ότι το σημείο σύγκρουσης Χ1 που υπέδειξε η πεζή βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1,40 μέτρα, από τα βόρεια προς τα νότια του δρόμου, ενώ το σημείο Χ που υποδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο 60 εκατοστά. Σε σχέση με τον οδικό φωτισμό που υπήρχε στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα, ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι υπήρχε πάσσαλος της ΑΗΚ , τον οποίο σημείωσε με το γράμμα Γ στο Τεκμήριο 3, που εξέπεμπε ικανοποιητικό φωτισμό. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ο φωτισμός γινόταν πιο επαρκής ένεκα του ότι στην νότια πλευρά του δρόμου υπήρχε αναμμένη η διαφημιστική πινακίδα καταστήματος η οποία εξέπεμπε επίσης ικανοποιητικό φωτισμό. Ο ΜΚ1 διευκρίνισε ακόμη ότι παρόλο που δεν συνάντησε την ΜΚ2 στο επίδικο σημείο αφού αυτή είχε παραληφθεί από το ασθενοφόρο πριν ακόμη ο ίδιος αφιχθεί στην σκηνή, εντούτοις όταν την συνάντησε αργότερα στο Νοσοκομείο, διαπίστωσε ότι αυτή φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα. Τέλος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το όριο ταχύτητας τόσο στην οδό ΧΧΧΧΧΧΧ Φωτίου όσο και στην οδό ΧΧΧΧ Αναστασίας ανέρχεται στα 50 ΧΑΩ. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε για την ορθότητα των σημείων που έθεσε τόσο στο πρόχειρο όσο και στο συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής. Η υπεράσπιση υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι ο πάσσαλος της ΑΗΚ τον οποίο σημείωσε με το γράμμα Γ στο σχέδιο, δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική θέση που αυτός βρίσκεται στην πραγματικότητα, αλλά και ότι εν πάση περιπτώση κατά την ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα βρισκόταν εκτός λειτουργίας, δηλαδή δεν ήτο αναμμένος. Επίσης αποτέλεσε βασική θέση της υπεράσπισης ότι ο φωτισμός στην σκηνή του δυστυχήματος ήταν ανεπαρκής αφού και η πινακίδα του καταστήματος βρισκόταν εκτός λειτουργίας. Μάλιστα η υπεράσπιση υπέβαλε την θέση στον ΜΚ1 ότι η διαφημιστική πινακίδα του καταστήματος άναψε σκόπιμα μετά που επεσυνέβη το δυστύχημα από τον σύζυγο της ΜΚ2 στον οποίο ανήκει το εν λόγω κατάστημα. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε ακόμη τα ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσιάστηκαν από τον ΜΚ1 υποβάλλοντας την θέση ότι αυτά δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια των τραυμάτων που υπέστη η ΜΚ2 και τα όσα καταγράφονται σε αυτά είναι υπερβολικά. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι όλα τα σημεία που έθεσε επί των σχεδίων που ετοίμασε είναι τα ορθά. Περαιτέρω δεν συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης περί της μη ύπαρξης ικανοποιητικού φωτισμού στο σημείο του δυστυχήματος, αναφέροντας όμως, ότι όσον αφορά την διαφημιστική πινακίδα δεν μπορεί να είναι σίγουρος κατά πόσο την στιγμή που επεσυνέβη το δυστύχημα ήταν σε λειτουργία ή όχι, σίγουρα όμως κατά την στιγμή που επισκέφτηκε το επίδικο σημείο αυτή ήταν αναμμένη και φώτιζε επιπρόσθετα τον δρόμο. Σε ότι όμως αφορά τον πάσσαλο της ΑΗΚ, ο ΜΚ1 επέμεινε κατηγορηματικά στην θέση του, ότι αυτός βρισκόταν σε λειτουργία διευκρινίζοντας μάλιστα ότι όλοι οι πάσσαλοι της ΑΗΚ ανάβουν κατά την ίδια στιγμή, δηλαδή μισή ώρα πριν από την δύση του ήλιου. Σε σχέση με την ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος κατά την στιγμή που έστριβε για να εισέλθει στην οδό ΧΧΧΧΧΧΧ Φωτίου ο ΜΚ1 διαφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι η ορατότητα του Κατηγορούμενου άρχιζε αφού είχε στρίψει και άρχισε να κινείται εντός της οδού ΧΧΧΧΧΧΧ Φωτίου. Ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι ακόμη και την ώρα που ο Κατηγορούμενος έστριβε για να εισέλθει στον επίδικο δρόμο και ενώ βρισκόταν ακόμα στην οδό ΧΧΧΧ Αναστασίας, είχε ορατότητα προς την πεζή. Η υπεράσπιση υποβάλλοντας στον ΜΚ1 τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο μέσα από την γραπτή του κατάθεση, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η ΜΚ2 πέρασε ακριβώς πίσω από άλλο διερχόμενο όχημα με αποτέλεσμα να του εμποδίζει την ορατότητα, ο ΜΚ1 απάντησε ότι η θέση της ΜΚ2 ήταν ότι όταν άρχιζε να διασταυρώνει τον δρόμο αυτός ήταν καθαρός. Επίσης η υπεράσπιση έθεσε στον ΜΚ1 τον ισχυρισμό ότι στην νότια πλευρά του δρόμου υπήρχαν παρκαρισμένα αυτοκίνητα τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 υποστήριξε ότι ακόμη και αν υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα το γεγονός αυτό δεν επηρέαζε σε καμία απολύτως περίπτωση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα γι' αυτό και κάτι τέτοιο δεν έχρηζε διερεύνησης. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, του υποδείχθηκε από την υπεράσπιση σειρά από φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν αρχικά ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση αφού ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με ακρίβεια για το τι αυτές απεικόνιζαν, εάν δηλαδή επρόκειτο για τον επίδικο δρόμο ή όχι. Ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι ο δρόμος που του υποδείχθηκε στις φωτογραφίες απλώς ομοιάζει και πιθανόν να είναι το σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Όμως δεν ήταν σίγουρος για να τοποθετηθεί με ακρίβεια και σαφήνεια στα διάφορα ερωτήματα που του τέθηκαν ούτε και να τοποθετηθεί αναφορικά με την θέση που ήταν τοποθετημένοι οι πάσσαλοι της ΑΗΚ στον συγκεκριμένο δρόμο (Τεκμήρια προς Αναγνώριση Α-Γ). Στην συνέχεια η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε για να καταθέσει την ΧΧΧΧΧΧΧ Γιασεμή (ΜΚ2). Πρόκειται ουσιαστικά για την πεζή η οποία χτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου. Κατά την κυρίως εξέταση αναγνώρισε την κατάθεση της και την υιοθέτησε ως ορθή και αληθινή (Τεκμήριο 6). Επίσης αναγνώρισε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος υποδεικνύοντας μάλιστα σε αυτό την υπογραφή της. Η ΜΚ2 επανέλαβε δια ζώσης τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα, τονίζοντας κατηγορηματικά ότι προτού αρχίσει να διασταυρώνει τον δρόμο από το βόρειο προς το νότιο πεζοδρόμιο έλεγξε επαρκώς την τροχαία κίνηση κοιτάζοντας τόσο δεξιά όσο και αριστερά επαναλαμβάνοντας αυτή την κίνηση δύο φορές. Ακολούθως, όταν διαπίστωσε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός άρχισε να τον διασχίζει και κατά την στιγμή που έφτασε περπατώντας στο σημείο Χ1 επί του τελικού σχεδιαγραφήματος (Τεκμήριο 6), αισθάνθηκε το χτύπημα από το όχημα του Κατηγορούμενου. Η ΜΚ2 υπέδειξε στο τελικό σχεδιαγράφημα το σημείο που χτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου (Χ1). Περαιτέρω η ΜΚ2 προσπάθησε να εξηγήσει πώς είναι διαμορφωμένη η πινακίδα η οποία είναι τοποθετημένη πάνω στο κατάστημα κυνηγετικών ειδών το οποίο ανήκει στην οικογένεια της και βρίσκεται πλησίον της οικείας της. Σύμφωνα με την ΜΚ2 πάνω από την πόρτα του καταστήματος υπάρχει τοποθετημένη πινακίδα η οποία φωτίζεται. Μάλιστα η ΜΚ2 διευκρίνισε ότι το εν λόγω κατάστημα παραμένει ανοιχτό μόνο για 4 μήνες καθ' όλη την διάρκεια του έτους και συγκεκριμένα ότι λειτουργεί μόνο κατά την περίοδο που επιτρέπεται το κυνήγι, δηλαδή από τις αρχές Νοεμβρίου μέχρι και το τέλος Φεβρουαρίου. Αυτή είναι και η περίοδος που ισχυρίστηκε ότι ανάβει και η διαφημιστική πινακίδα. Επίσης η ΜΚ2 διευκρίνισε ότι το κατάστημα κατά την διάρκεια των 4 μηνών που είναι ανοιχτό, λειτουργεί 6 ημέρες την εβδομάδα συμπεριλαμβανομένου και της ημέρας Τετάρτης. Αναφορικά με τον οδικό φωτισμό, δηλαδή τους πάσαλους της ΑΗΚ που βρίσκονται στον επίδικο δρόμο, η ΜΚ2 υποστήριξε ότι κατά την στιγμή που επεσυνέβη το δυστύχημα ήταν αναμμένοι. Τέλος, η ΜΚ2 αναγνώρισε τα ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία περιγράφουν τα τραύματα που υπέστη από το χτύπημα που δέχτηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 3Α-3Δ). Αντεξεταζόμενη αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ιδιαίτερα για τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Υποβλήθηκε στην ΜΚ2 η θέση ότι η ίδια δεν κατέβαλε την απαραίτητη προσοχή και επιμέλεια κατά την στιγμή που διασταύρωνε τον επίδικο δρόμο, αφού εισήλθε σε αυτόν χωρίς να ελέγξει καθόλου. Αποτέλεσε βασική θέση της υπεράσπισης ότι η ενέργεια της Κατηγορουμένης να μην ελέγξει ικανοποιητικά την τροχαία κίνηση είχε ως αποτέλεσμα να χτυπήσει στο δεξιό μπροστινό φτερό του οχήματος του Κατηγορούμενου ενώ αυτό κινείτο. Η υπεράσπιση αμφισβήτησε έντονα τον ισχυρισμό της ΜΚ2 ότι αυτή έλεγξε κοιτάζοντας μάλιστα δύο φορές τον δρόμο τόσο αριστερά όσο και δεξιά πριν αρχίσει να διασταυρώνει. Ήταν επίσης ή θέση της υπεράσπισης ότι επειδή η ΜΚ2 γνωρίζει καλά τον συγκεκριμένο δρόμο αφού τον χρησιμοποιεί καθημερινά ένιωθε ασφαλής με αποτέλεσμα να παραλείψει να ελέγξει επαρκώς κατά πόσο ο δρόμος ήταν καθαρός πριν τον διασχίσει. Η ΜΚ2 δεν αποδέχτηκε τις πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης και επέμεινε κατηγορηματικά στην θέση της ότι η ίδια έπραξε ότι ήταν απολύτως αναγκαίο και απαραίτητο να πράξει πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει. Περεταίρω ανέφερε ότι είναι πάντοτε προσεκτική μέσα στον δρόμο. Μάλιστα σε ερώτηση της υπεράσπισης η ΜΚ2 ανέφερε ότι αφού έλεγξε τον δρόμο και άρχισε να περπατά διασταυρώνοντας από τα βόρεια προς τα νότια το βλέμμα της αλλά και την προσοχή της την είχε στραμμένη προς τα μπροστά. Η ΜΚ2 επέμεινε κατηγορηματικά στον ισχυρισμό της ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου το όχημα του Κατηγορούμενου και ότι απλά το μόνο που αισθάνθηκε ήταν το χτύπημα από αυτό το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να πέσει στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί. Ακόμα ισχυρίστηκε ότι δεν άκουσε κανένα θόρυβο να προέρχεται από το όχημα του Κατηγορούμενου πριν την χτυπήσει. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης η ΜΚ2 επέμεινε στην θέση της ότι αυτό βρίσκεται στο σημείο Χ1 επί του Τεκμηρίου
  2. Επίσης η ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι την πινακίδα του καταστήματος την είχε ανάψει η ίδια πριν επισυμβεί το δυστύχημα και σε καμία περίπτωση το γεγονός αυτό δεν έλαβε χώρα μετά το δυστύχημα από το σύζυγο της. Εξάλλου ανέφερε ότι την ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα δεν ήταν νύχτα-σκοτάδι αλλά πήγαινε να νυχτώσει. Σε σχέση με τις φωτογραφίες (Τεκμήρια Α-Γ προς αναγνώριση) η ΜΚ2 αναγνώρισε τον επίδικο δρόμο και συμφώνησε ότι οι πάσσαλοι τις ΑΗΚ είναι τοποθετημένοι στα δύο σημεία που της υποδείχθηκαν. Τέλος η ΜΚ2 υποστήριξε ότι κατά τον επίδικο χρόνο φορούσε πράσινο σκούρο σακάκι και μαύρο παντελόνι ενώ διαφώνησε με την θέση της υπεράσπισης, ότι τα τραύματα τα οποία καταγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά είναι υπερβολικά και ότι στην πραγματικότητα δεν υπέστηκε τόσο σοβαρά τραύματα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος αφού πληροφορήθηκε τα δικαιώματα του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα προς υποστήριξης της εκδοχής του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και να αντεξεταστεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Αναγνώρισε την κατάθεση του (Τεκμήριο 4) και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί. Κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) το σημείο σύγκρουσης ως το σημείο με το γράμμα Χ καθώς και την υπογραφή του η οποία βρίσκεται δίπλα από το γράμμα Α. Αφού υποδείχτηκε στον Κατηγορούμενο το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 6) αυτός ανέφερε ότι ο λόγος που υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης ως το σημείο Χ και όχι ως το σημείο Χ1 ήταν λόγω του ότι η ΜΚ2 μετά το χτύπημα εντοπίστηκε δεξιά του αυτοκινήτου του. Μάλιστα υποστήριξε ότι η ΜΚ2 χτύπησε στο δεξιό μπροστινό φτερό του οχήματος του, δηλαδή πάνω από τον μπροστινό δεξιό τροχό ενώ εξήγησε ότι αν αυτή δεχόταν το χτύπημα από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου θα έπεφτε ακριβώς μπροστά του. Ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε τις φωτογραφίες που απεικονίζουν τον δρόμο στον οποίο επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα και οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 8Α-8Δ. Σε αυτές αναγνώρισε τους 2 πασσάλους της ΑΗΚ διευκρινίζοντας ότι αφού μέτρησε την απόσταση μεταξύ των δύο διαπίστωσε ότι αυτοί βρίσκονται σε απόσταση ο ένας από τον άλλο 45 μέτρα μακριά. Επίσης υποστήριξε ότι η απόσταση από την πινακίδα με την ένδειξη STOP που βρίσκεται επί του βόριου πεζοδρομίου μέχρι τον πάσσαλο που βρίσκεται δυτικότερα του δρόμου είναι στα 37 μέτρα. Σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος υπέδειξε στο Τεκμήριο 6 την πορεία που ακολούθησε μέχρι την στιγμή που το όχημα του συγκρούστηκε με την πεζή. Όπως εξήγησε κατά την στιγμή του δυστυχήματος είχε τα φώτα του οχήματος του αναμμένα στην κανονική τους στάση. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν αντιλήφθηκε την ΜΚ2 να βρίσκεται στον δρόμο ήταν επειδή ένα άλλο όχημα το οποίο κινείτο με ανατολική κατεύθυνση στην οδό Πατριάρχου Φωτίου, δηλαδή εξ αντιθέτου από την δική του πορεία, του απέκοψε την ορατότητα ως προς το σημείο που βρισκόταν η πεζή την στιγμή που άρχισε να διασταυρώνει τον δρόμο αφού η ΜΚ2 βρισκόταν πίσω από αυτό το όχημα. Ο Κατηγορούμενος όπως ανέφερε, μετά το δυστύχημα πλησίασε την ΜΚ2 διαπιστώνοντας ότι φορούσε μαύρα σκούρα ρούχα. Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος επέμεινε στους αρχικούς του ισχυρισμούς σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος υποστηρίζοντας με σθεναρότητα την θέση του ότι η αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν το γεγονός ότι το άλλο όχημα που κινείτο εξ αντιθέτου με βάση την δική του πορεία εμπόδισε την ορατότητα του ως προς το σημείο που βρισκόταν η ΜΚ2 κατά την στιγμή που διασταύρωνε τον δρόμο. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι ενώ το όχημα του είχε εισέλθει στην οδό Πατριάρχου Φωτίου και είχε διανύσει κάποια μικρή απόσταση, δηλαδή 8,5 μέτρα από το σημείο 0, αντιλήφθηκε να κινείται εξ' αντιθέτου ένα άλλο όχημα το οποίο βρισκόταν πάνω στο κύρτωμα στο σημείο όπου ήταν τοποθετημένη η πινακίδα STOP. Υποβλήθηκε η θέση στον Κατηγορούμενο ότι από το σημείο που ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν κατά την στιγμή που αντιλήφθηκε το άλλο όχημα να κινείται εξ αντιθέτου τα φώτα του οχήματος του τα οποία ήταν αναμμένα φώτιζαν τον δρόμο ευθεία μπροστά του και συνεπώς έπρεπε να έχει αντιληφθεί την πεζή. Ο Κατηγορούμενος δεν αποδέχτηκε την πιο πάνω θέση και ισχυρίστηκε ότι τα φώτα του οχήματος του δεν φώτιζαν στο πλάι για να μπορέσει να αντιληφθεί την πεζή που διασταύρωνε αλλά μόνο μπροστά. Μάλιστα αφού αποδέχτηκε την θέση ότι ο ίδιος δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε μετατροπή στα φώτα του οχήματος του, ισχυρίστηκε ότι μπορεί ο λόγος που δεν την αντιλήφθηκε να ήταν επειδή τα φώτα του οχήματος του να ήταν αδύνατα. Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι οι λαμπτήρες που βρίσκονται τοποθετημένοι στους πασσάλους της ΑΗΚ δεν είχαν ακόμη ανάψει επειδή σύμφωνα με τον ίδιο όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «μόλις νύχτωνε και τα φώτα του δρόμου δεν είχαν ακόμη ανάψει». Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε τον Κατηγορούμενο να εξηγήσει τι εννοούσε με τον ισχυρισμό που προέβαλε στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 4) ότι το δυστύχημα επεσυνέβη μόλις νύχτωνε. Ο Κατηγορούμενος απαντώντας ανέφερε ότι με την πιο πάνω φράση του, εννοούσε ότι το δυστύχημα επεσυνέβη «την ώρα που έπεφτε το φως». Μάλιστα ο Κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι αν το δυστύχημα επεσυνέβενε κατά την διάρκεια της νύχτας θα το είχε αναφέρει στην κατάθεση του ότι δηλαδή ήταν σκοτεινά. Όταν όμως υποβλήθηκε η θέση από την Κατηγορούσα Αρχή στον Κατηγορούμενο ότι το δυστύχημα επεσυνέβη ενώ υπήρχε ακόμη φως, ο τελευταίος υποστήριξε ότι την συγκεκριμένη στιγμή που συγκρούστηκε με την πεζή ήταν νύχτα προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι στην κατάθεση του (Τεκμήριο 4) του ξέφυγε να το αναφέρει. Ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι ήταν σκοτεινά αλλά δεν θυμάται γιατί δεν ανέφερε το γεγονός αυτό. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος εξήγησε την πορεία που ακολούθησε μέχρι και την στιγμή που επεσυνέβη η σύγκρουση αναφέροντας μάλιστα ότι κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Ως προς τις ζημιές που υπέστη το όχημα του, ο Κατηγορούμενος αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι αυτές εντοπίζονται μόνο πάνω από το αριστερό φτερό ενώ το όχημα του στο μπροστινό μέρος δεν υπέστη καμία απολύτως ζημιά. Αποδέχτηκε όμως την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι στο όχημα του υπήρχε σκούπισμα το οποίο άρχιζε από το μπροστινό δεξιό φανάρι και έφτανε μέχρι το μπροστινό δεξιό φτερό. Υποστήριξε όμως ότι αυτό πιθανόν να δημιουργήθηκε επειδή η πεζή έβαλε το χέρι της. Ως προς το αν η πινακίδα που ήταν τοποθετημένη πάνω από το κατάστημα κυνηγετικών ειδών που άνηκε στην οικογένεια της ΜΚ2 ήτο αναμμένη ή όχι, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι επειδή το κατάστημα ήταν κλειστό η πινακίδα δεν φωτιζόταν. Μάλιστα ανέφερε ότι αμέσως μετά το δυστύχημα άκουσε τον παππού του, δηλαδή τον ΜΥ1 να αναφέρει στον σύζυγο της Κατηγορούμενης να ανάψει τον φωτισμό της πινακίδας για να μην επισυμβεί οποιοδήποτε άλλο δυστύχημα. Η υπεράσπιση κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα και πιο συγκεκριμένα τον παππού του Κατηγορούμενου ΜΥ
  3. Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε κάτω από ποιες περιστάσεις προσήλθε στην σκηνή όπου επεσυνέβη το δυστύχημα αλλά και στο τι αντιλήφθηκε κατά την παραμονή του στο εν λόγω σημείο. Όπως ο ΜΥ1 ανέφερε, την στιγμή που έφτασε στο επίδικο σημείο αντιλήφθηκε την ΜΚ2 να είναι πεσμένη στο έδαφος χτυπημένη και φορούσε μαύρα ρούχα. Μάλιστα υποστήριξε ότι ο φωτισμός του καταστήματος δεν ήταν αναμμένος και ότι ο ίδιος ανέφερε στον σύζυγο της ΜΚ2 να τον ανάψουν για να μην γίνει άλλο ατύχημα. Αντεξεταζόμενος αμφισβητήθηκε ως προς την αληθές των ισχυρισμών του αναφορικά με το κατά πόσο ο φωτισμός της πινακίδας του καταστήματος της ΜΚ2 ήταν κλειστός. Κατά την αντεξέταση του επέμεινε στον πιο πάνω ισχυρισμό υποστηρίζοντας μάλιστα ότι ο ίδιος ανέφερε στον σύζυγος της ΜΚ2 να τον ανάψει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Εξετάζοντας πρώτα την μαρτυρία του ΜΚ1 διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του περιορίζεται στις ενέργειες που προέβηκε κατά την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος και πιο συγκεκριμένα στην ετοιμασία τόσο του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος (Τεκμήριο 2) όσο και του συμμετρικού (Τεκμήριο 6). Επίσης η μαρτυρία του ΜΚ1 επικεντρώθηκε στις διαπιστώσεις που προέβηκε κατά την παραμονή του στο μέρος σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος δηλαδή τις ζημιές που υπέστη το όχημα του Κατηγορούμενου, τους τραυματισμούς που υπέστη η ΜΚ2, στην πορεία που ακολούθησε το όχημα του Κατηγορούμενου μέχρι την στιγμή που επεσυνέβη η σύγκρουση, στην πορεία της πεζής ΜΚ2 στον δρόμο, στην επάρκεια του φωτισμού στην σκηνή του δυστυχήματος και τέλος στην ορατότητα που είχε ο Κατηγορούμενος πριν επισυμβεί το δυστύχημα. Σε ότι αφορά την μαρτυρία του ΜΚ1 η οποία σημειώνεται ότι αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση , εντούτοις μέσα από την αντεξέταση του δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε προκατάληψης εναντίον του Κατηγορούμενου ή οποιουδήποτε συμφέροντος ούτως ώστε ο μάρτυρας να μην ενεργήσει αντικειμενικά ως εξεταστής του δυστυχήματος. Δεν παραγνωρίζω βέβαια το γεγονός ότι μέσα από την αντεξέταση της ΜΚ2 διαφάνηκε ότι ο ΜΚ1 λανθασμένα τοποθέτησε το σημείο Γ (πάσσαλος της ΑΗΚ) στα Τεκμήρια 2 και 6. Παρόλα αυτά όμως δεν έχω διαπιστώσει ότι το εν λόγω σφάλμα του ΜΚ1 σημειώθηκε στα σχέδια έχοντας οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Η μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με τα όσα αναφέρθηκε ήταν σαφής και θετική. Ο ΜΚ1 δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του έθεσε η υπεράσπιση με αμεσότητα χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό. Μάλιστα κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, ο ΜΚ1 επεξήγησε με πλήρη λεπτομέρεια στο Δικαστήριο όλα όσα έπραξε και εντόπισε κατά την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος. Επίσης επεξήγησε όλα όσα αντιλήφθηκε σε σχέση με τον φωτισμό που υπήρχε στο μέρος κατά την δεδομένη χρονική στιγμή που ήταν παρών. Αποδέχομαι λοιπόν από την μαρτυρία του όλα τα σημεία, τις μετρήσεις καθώς και τα ευρήματα που σημείωσε τόσο στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 2) όσο και στο συμμετρικό (Τεκμήριο 6). Αποδέχομαι επίσης την θέση του ότι ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα περί τα 20 μέτρα από το σημείο που βρισκόταν η πεζή κατά την στιγμή που εισήλθε στον επίδικο δρόμο (πορεία Β). Σημειώνεται ότι η θέση του ΜΚ1 για την ορατότητα δεν αμφισβητήθηκε. Το μόνο σημείο από την μαρτυρία του ΜΚ1 που δεν μπορώ να αποδεχτώ είναι την θέση του, ότι στο σημείο Γ που βρίσκεται σημειωμένο τόσο στο πρόχειρο σχέδιο όσο και στο συμμετρικό, βρισκόταν εγκατεστημένος επί του βόρειου πεζοδρομίου του δρόμου ο πάσσαλος της ΑΗΚ. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα (Τεκμήριο 9) αλλά και την θέση της ΜΚ2, ως προς το σημείο που βρισκόταν ο πάσσαλος της ΑΗΚ, αυτός βρισκόταν δυτικότερα από το σημείο που έθεσε ο ΜΚ1 δηλαδή από το σημείο Γ αφού από τον πάσσαλο που βρίσκεται στην γωνιά της συμβολής της οδού ΧΧΧΧ Αναστασίας με την οδό ΧΧΧΧΧΧΧΧ Φωτίου υπάρχει μεταξύ τους απόσταση 45,30 μέτρα. Επίσης δεν μπορώ να αποδεχτώ την θέση του ΜΚ1 στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1) ότι το δυστύχημα επεσυνέβη κατά την διάρκεια της νύχτας αφού ο ΜΚ1 επισκέφτηκε την σκηνή 1 ώρα μετά το δυστύχημα και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τον φωτισμό που επικρατούσε κατά την στιγμή που επήλθε η σύγκρουση. Τέλος, αποδέχομαι από την μαρτυρία του ότι κατά την στιγμή που επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος η πινακίδα του καταστήματος της ΜΚ2 ήταν αναμμένη και φώτιζε επιπρόσθετα το σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Σημειώνεται ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Προχωρώντας θα εξετάσω την μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία είναι η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση. Η ΜΚ2 ήταν θετική, σαφής και κατηγορηματική στην μαρτυρία της. Εξιστόρησε με άνεση και χωρίς κανένα δισταγμό ή υπεκφυγή τα γεγονότα της υπόθεσης που η ίδια έζησε και υπήρξε απόλυτα συνεπής με τη μαρτυρία της τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της. Κανένα σημείο στη μαρτυρία της δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί ένεκα της αντεξέτασης. Αποδέχομαι όλα όσα ανέφερε σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, την ενδυμασία της, τον φωτισμό που υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα αλλά και όλα όσα εξιστόρησε σε σχέση με τον φωτισμό της πινακίδας του καταστήματος της. Επίσης αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ΜΚ2 ότι κατά την ώρα που επεσυνέβη η σύγκρουση είχε αρχίσει να νυχτώνει χωρίς όμως να έχει νυχτώσει εντελώς, δηλαδή υπήρχε ακόμη φως. Εξετάζοντας την πιο πάνω θέση της ΜΚ2 και αντιπαραβάλλοντας την με τα όσα ανέφερε για το συγκεκριμένο ζήτημα στην γραπτή της κατάθεση, δεν έχω διαπιστώσει να υφίσταται οποιαδήποτε ουσιώδης διαφορά. Η ουσία του ισχυρισμού που προβλήθηκε δια ζώσης από την ΜΚ2 παραμένει η ίδια με το ότι προβλήθηκε στην γραπτή της κατάθεση απλά διατυπώθηκε και εκφράστηκε από την ΜΚ2 με διαφορετικό τρόπο. Περαιτέρω αποδέχομαι την θέση της ότι το πραγματικό σημείο σύγκρουσης ήταν αυτό που υπέδειξε ,δηλαδή το Χ1 και όχι το Χ που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος . Η ειλικρίνεια και η φυσικότητα της ΜΚ2 ήταν διάχυτη και καθόλα εμφανής στο Δικαστήριο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αφήσει εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία της απόλυτα στο σύνολο της. Μάλιστα η ειλικρίνεια της ΜΚ2 προκύπτει ξεκάθαρα, τόσο από το γεγονός ότι κατά την μαρτυρία της χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό παραδέχτηκε ότι κατά την στιγμή που διασταύρωνε τον δρόμο φορούσε σκούρου χρώματος ρούχα και πιο συγκεκριμένα πράσινο σκούρο σακάκι και μαύρο παντελόνι. Επίσης με ειλικρίνεια ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αφού έλεγξε τον δρόμο ικανοποιητικά και ήταν καθαρός στην συνέχεια και ενώ άρχισε να τον διασταυρώνει κοίταζε μόνο προς τα μπροστά, χωρίς να ξανακοιτάξει είτε δεξιά είτε αριστερά. Από την άλλη, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, ο Κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις του δεν ήταν σαφείς και ο ίδιος απαντούσε με υπεκφυγές δίνοντας την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ήθελε να αποκρύψει την πραγματική αλήθεια. Πιο συγκεκριμένα, εξετάζοντας την μαρτυρία του, διαπίστωσα ότι σε αυτή εμπεριέχονται ουσιώδεις αντιφάσεις. Συγκρίνοντας και αντιπαραβάλλοντας την γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4) στην οποία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το δυστύχημα επεσυνέβη μόλις νύχτωνε, με τους ισχυρισμούς που προέβαλε κατά την αντεξέταση του, διαπιστώνω ότι αυτός κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να πείσει το Δικαστήριο ότι κατά την στιγμή που συγκρούστηκε με την ΜΚ2 ήταν νύχτα και πιο συγκεκριμένα σκοτεινά με αποτέλεσμα να μην μπορεί να την αντιληφθεί στον δρόμο, καταβάλλοντας επιπρόσθετα προσπάθεια να ενισχύσει το πιο πάνω ισχυρισμό του συσχετίζοντας την ενδυμασία που φορούσε η ΜΚ2 που σύμφωνα με τον ίδιο δεν ήταν ευδιάκριτη αφού όπως ανέφερε και στην γραπτή του κατάθεση οι λαμπτήρες της ΑΗΚ δεν είχαν τεθεί σε λειτουργεία. Ενώ ο Κατηγορούμενος αρχικά συμφώνησε με τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι αν το δυστύχημα επεσυνέβαινε κατά την διάρκεια της νύχτας ο ίδιος θα το είχε αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση ότι δηλαδή ήταν σκοτεινά, εντούτοις αμέσως μετά που αντιλήφθηκε ότι η πιο πάνω αναφορά ήταν ενάντια στην γραμμή υπεράσπισης διαφοροποίησε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό υποστηρίζοντας κατηγορηματικά ότι στο μέρος δεν είχε φως και ότι τελικά ήταν νύχτα. Μάλιστα ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι του ξέφυγε να αναφέρει ότι ήταν νύχτα στην γραπτή του κατάθεση . Περαιτέρω ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 4) ότι δηλαδή ο οδικός φωτισμός κατά την ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα δεν είχε ακόμη ανάψει, καταρρίπτεται και διαψεύδεται από τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 10) σύμφωνα με τα οποία ο οδικός φωτισμός στην οδό Πατριάρχου Φωτίου και στην οδό Αγίας Αναστασίας είχε ανάψει κατά τον επίδικο χρόνο στις 17:14 δηλαδή πριν επισυμβεί το επίδικο δυστύχημα. Όλες οι πιο πάνω διαφορές αδιαμφισβήτητα συνηγορούν στο ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ειλικρινής και ότι μέσα από το σύνολο των απαντήσεων που έδινε ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποποιηθεί κάθε είδους ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Επιπρόσθετα, ενώ ο Κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση ισχυρίστηκε ότι ενώ οδηγούσε ένιωσε το χτύπημα από την ΜΚ2 στην δεξιά μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του από την άλλη κατά την δια ζώσης μαρτυρία του διαφοροποιώντας την πιο πάνω θέση , επιχείρησε να καταδείξει ότι σε καμία απολύτως περίπτωση δεν χτύπησε την ΜΚ2 με το μπροστινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του, αλλά ότι το δυστύχημα επεσυνέβη όταν η ΜΚ2 υπέπεσε πάνω στην δεξιά μπροστινή πλευρά του οχήματος του και συγκεκριμένα πάνω στο δεξιό φτερό. Ως προς το ξεσκόνισμα που άρχιζε από το μπροστινό μέρος του οχήματος του, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πιθανόν η ΜΚ2 να είχε τοποθετήσει το χέρι της προφανώς για να υποστηρίξει την θέση του, ότι δεν χτύπησε την ΜΚ2 με το μπροστινό μέρος του οχήματος του. Επίσης ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι εμποδιζόταν η ορατότητα του ως προς την θέση που βρισκόταν η πεζή από άλλο διερχόμενο όχημα το οποίο πέρασε από δίπλα του και αντίθετα ως προς την δική του πορεία, δεν είναι πειστικός . Και αυτό γιατί όταν ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του κλήθηκε να υποδείξει στο Τεκμήριο 6 σε ποιο σημείο βρισκόταν με το όχημα του κατά την στιγμή που πέρασε από δίπλα του το άλλο διερχόμενο όχημα, ο ίδιος υπέδειξε ότι το όχημα του βρισκόταν εντός της οδού ΧΧΧΧΧΧΧΧ Φωτίου στο σημείο που σημειώθηκε η πορεία του με το γράμμα Α ενώ το άλλο διερχόμενο όχημα πέρασε ουσιαστικά από δίπλα του και το συνάντησε στο σημείο του δρόμου που βρίσκεται παράλληλα με την σήμανση STOP η οποία εντοπίζεται επί του βόρειου πεζοδρομίου του δρόμου. Με όλο τον σεβασμό προς την πλευρά της υπεράσπισης, ακόμη και να ίσχυε η πιο πάνω θέση, ότι δηλαδή πέρασε άλλο διερχόμενο όχημα από δίπλα του Κατηγορούμενου πριν επισυμβεί το δυστύχημα προκύπτει λογικά το ερώτημα πως ήταν δυνατόν να του εμποδίσει αυτό το όχημα καθ' οιονδήποτε τρόπο την ορατότητα του αφού ακόμη και το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο ίδιος στην Αστυνομία βρίσκονταν ευθεία μπροστά και μάλιστα εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας και όχι εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας την οποία αρχικά διέσχισε η πεζή πριν συγκρουστεί μαζί του. Ο Κατηγορούμενος περαιτέρω απαντώντας με διάφορες υπεκφυγές στις ερωτήσεις του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, επιχείρησε να αιτιολογήσει την θέση του ότι δεν αντιλήφθηκε την πεζή στον δρόμο παρόλο που είχε μέχρι το σημείο σύγκρουσης άλλα 8,5 μέτρα από την στιγμή που πέρασε το άλλο ενεχόμενο όχημα από δίπλα του και σύμφωνα με τον ίδιο του εμπόδιζε την ορατότητα, προβάλλοντας για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι τα φώτα του οχήματος του δεν εκπέμπαν φωτισμό στο πλάι παρά μόνο μπροστά. Όταν ερωτήθηκε μάλιστα ο Κατηγορούμενος κατά πόσο είχε προβεί σε οποιαδήποτε μετατροπή στα φώτα του οχήματος του ούτως ώστε αυτά να εκπέμπουν φωτισμό μόνο μπροστά, ο ίδιος απαντώντας αρνητικά πρόσθεσε ότι ίσως τελικά τα φώτα του να ήταν αδύνατα γι' αυτό και δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της ΜΚ2 στον δρόμο. Ο Κατηγορούμενος είναι προφανές ότι προέβαλε με σθεναρότητα όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς επιδιώκοντας στοχευμένα να υποστηρίξει την θέση του ότι δεν ήταν δυνατό σε καμία περίπτωση να αντιληφθεί την παρουσία της πεζής στον δρόμο, παρόλο που ο ίδιος κινείτο με χαμηλή ταχύτητα και είχε τα φώτα του οχήματος του αναμμένα ένεκα του ότι επικρατούσε σκοτάδι. Επίσης όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσο η πινακίδα του καταστήματος της ΜΚ2 ήταν αναμμένη ή όχι κατά τον επίδικο χρόνο σημειώνεται ότι η θέση του Κατηγορούμενου ότι αυτή ήταν σβηστή και ότι μετά το ατύχημα αφού έφτασε ο παππούς του στο μέρος, δηλαδή ο ΜΥ1 ανέφερε στον σύζυγο της να την ανάψει για να μην συμβεί οποιοδήποτε άλλο ατύχημα, ουδέποτε προβλήθηκε στην γραπτή του κατάθεση παρά μόνο για πρώτη φορά κατά την δια ζώσης μαρτυρία του. Οι θέσεις του Κατηγορούμενου ότι ο οδικός φωτισμός δεν ήταν επαρκής, ότι η ΜΚ2 ήταν ντυμένη με μαύρα ρούχα, ότι η πινακίδα ήταν σβηστή και τέλος ότι το όχημα που κινείτο εξ' αντιθέτου του εμπόδιζε την ορατότητα προς το μέρος που βρισκόταν η πεζή καταδεικνύουν δίχως άλλο μια επιτηδευμένη προσπάθεια από μέρους του Κατηγορούμενου να αποποιηθεί την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίνεται ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται. Το μόνο σημείο που αποδέχομαι από την μαρτυρία του Κατηγορούμενου είναι τον ισχυρισμό του ότι κατά την στιγμή που οδηγούσε και συγκρούστηκε με την ΜΚ2 τα φώτα του οχήματος του ήταν αναμμένα στην κανονική τους στάση και έκπεμπαν φως περί τα 10 μέτρα. Πρόκειται για ισχυρισμό που είναι ενοχοποιητικός για τον Κατηγορούμενο και αν δεν ήταν αληθινός η λογική επιβάλλει ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα τον έλεγε. Ο ΜΥ1 επίσης δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατά την δια ζώσης μαρτυρία του επιχείρησε με έντονο ύφος και υπερβολική προσπάθεια να πλήξει την αξιοπιστία της ΜΚ2 σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι κατά τον χρόνο που επεσυνέβη το δυστύχημα η πινακίδα του καταστήματος της το οποίο βρίσκεται δίπλα από την οικεία της ήταν αναμμένη. Όπως ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ο ίδιος κατά την άφιξη του στην σκηνή παρότρυνε τον σύζυγο της ΜΚ2 να την ανάψει για να μην προκληθεί οποιοδήποτε άλλο δυστύχημα. Είναι φανερό ότι ο λόγος της παρουσίας του ΜΥ1 στο Δικαστήριο ήταν για να αντικρούσει την μαρτυρία τόσο του ΜΚ1 ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η πινακίδα ενόσω ήταν αναμμένη φώτιζε επιπρόσθετα τον δρόμο όσο και την αξιοπιστία της ΜΚ2 η οποία επέμεινε στον ισχυρισμό της ότι τα φώτα της πινακίδας του καταστήματος τα είχε ανάψει πριν επισυμβεί το δυστύχημα. Η εικόνα που αποκόμισα από την παρουσία του ΜΥ1 ήταν ότι επιδίωκε πάση θυσία να επιβεβαιώσει την εκδοχή του Κατηγορούμενου ο οποίος είναι και εγγονός του. Η μαρτυρία του είχε ως απώτερο σκοπό να επιβεβαιώσει την θέση της υπεράσπισης ότι ενόψει του φτωχού φωτισμού αλλά και των μαύρων ρούχων που φορούσε η ΜΚ2 δεν ήταν δυνατό να γίνει αντιληπτή ενόσω διασταύρωνε τον δρόμο. Η μαρτυρία του ΜΥ1 για τους πιο πάνω λόγους δεν γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται στο σύνολο της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης, βρίσκω ότι την 04/01/17 και περί ώρα 1740 στην οδό Πατριάρχου Φωτίου στην Λεμεσό ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με δυτική κατεύθυνση. Η δε ΜΚ2 αφού πρώτα έλεγξε ικανοποιητικά τον δρόμο και διαπίστωσε ότι αυτός ήταν καθαρός άρχισε να τον διασταυρώνει πεζή από τα βόρεια προς τα νότια για να μεταβεί στην οικεία της που βρισκόταν στην νότια πλευρά του δρόμου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και πιο συγκεκριμένα εντός της νότιας λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της ΜΚ2 στο σημείο Χ1, ο Κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε έχοντας τα φώτα του οχήματος του αναμμένα στην κανονική τους στάση και τα οποία εκπέμπαν φωτισμό περί τα 10 μέτρα, χτύπησε την ΜΚ2 με τον μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος του με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί σοβαρά. Από την σύγκρουση στο όχημα του Κατηγορούμενου εντοπίστηκε ελαφρύ σκούπισμα στην μπροστινή δεξιά γωνία το οποίο κατέληγε στο φτερό πάνω από τον δεξιό μπροστινό τροχό. Κατά την ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα είχε αρχίσει να νυχτώνει αλλά υπήρχε ακόμη φως ,ενώ οι πάσσαλοι της ΑΗΚ είχαν ήδη ανάψει στις 17:14. O δρόμος φωτιζόταν και από την πινακίδα του καταστήματος της ΜΚ2 η οποία ήταν αναμμένη. Η ΜΚ2 κατά την στιγμή του δυστυχήματος φορούσε πράσινο σκούρο σακάκι και μαύρο παντελόνι. Το όριο ταχύτητας στην οδό ΧΧΧΧΧΧΧ Φωτίου είναι 50 ΧΑΩ. O Κατηγορούμενος από την στιγμή που εισήλθε στην οδό ΧΧΧΧΧΧΧ Φωτίου είχε ορατότητα περί τα 20 μέτρα από το σημείο που βρισκόταν η ΜΚ2. Ο δρόμος ήταν ξερός και στεγνός με αραιή τροχαία κίνηση και βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε σχέση με την 1η κατηγορία το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου υπό τις περιστάσεις υπολείπεται από αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου κρίνεται ως αμελής και ότι ο ίδιος δεν εξάσκησε κάθε λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο κατά τον επίδικο χρόνο. Η έλλειψη της δέουσας παρατηρητικότητας και προσοχής του Κατηγορούμενου μέσα στον δρόμο αποτελεί και την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί την παρουσία της ΜΚ2 ενόσω διασταύρωνε τον δρόμο με δεδομένο ότι η τελευταία είχε ήδη διασχίσει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου και εισήλθε εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε ενώ τα φώτα πορείας του ήταν αναμμένα στην κανονική τους στάση. Η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν μεμπτή και είχε ως αποτέλεσμα να συγκρουστεί και να τραυματίσει σοβαρά την ΜΚ2. Προκύπτει υπό τις περιστάσεις ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου υπολείπεται αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Δεδομένων όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.