Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. G.K. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 997/21, 13/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 997/21 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- G.K.
- Θ.Μ.Γ. Κατηγορούμενοι ---------------- Ημερομηνία: 13 Απριλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για κατηγορούμενο 1: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος 1 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, 34 ετών και 17 ετών αντίστοιχα, κατηγορούνται ότι σε δύο περιπτώσεις συνωμότησαν[1] (1η και 3η κατηγορία) και διέρρηξαν[2] κατοικία (2η και 4η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος 1 δεν παραδέχθηκε ενοχή. Η κατηγορούμενη 2 παραδέχθηκε ενοχή, καθώς και σε κατηγορία διάρρηξης κατοικίας που αντιμετώπιζε μόνη της (5η κατηγορία), και της επιβλήθηκε ποινή. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, μεταξύ άλλων, ότι διαπράχθηκαν οι διαρρήξεις που αναφέρονται στη 2η και 4η κατηγορία. Ό,τι παράμεινε να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή, η οποία έχει το βάρος απόδειξης, είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 συμμετείχε σ' αυτές και ότι συνωμότησε με την ΜΚ1 (1η και 3η κατηγορία). Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε την πρώην κατηγορούμενη 2 (ΜΚ1), τη μητέρα της (ΜΚ2) και την Αστ. xxx5 (ΜΚ3). Η ΜΚ1 υιοθέτησε τις καταθέσεις της (Τεκμήρια 1 και 2). Κρίνω σκόπιμο, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης, να παραθέσω αυτούσια την κατάθεσή της, ημερ. 9.1.21 (Τεκμήριο 1): «Εκατάλαβα για ποιες υποθέσεις μου λαλείς τζια θέλω να σου πω ότι την πρώτη που έκλεψα €10 έκαμα την μόνη μου. Τες άλλες δκυό επήα με τον [κατηγορούμενο 1] τζαι έμπαινα μόνο εγώ μέσα στα σπίθκια. Τούτα που έκλεψα που μες στα σπίθκια εδίενα τα του [κατηγορούμενου 1] εκτός που τη βαλίτσα τζαι την κασετίνα την Kipling που έκλεψα που το σπίτι στο χωρκό έξω που τη Λεμεσό. Συγγνώμη για ούλλα.» Στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 2), δύο μέρες αργότερα αναφέρει ότι τα σκέφτηκε όλα και ότι διέπραξε τις διαρρήξεις που ανέφερε στην προηγούμενη κατάθεσή της με τον κατηγορούμενο
- Ερωτηθείσα τι εννοεί ότι πήγε με τον κατηγορούμενο 1 στις διαρρήξεις απάντησε ότι «ήταν έξω και [η ίδια] μπήκε μέσα στο σπίτι». Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι έκανε χρήση κάνναβης, κοκαΐνης και κρύσταλ από τα 12 της χρόνια, πολύ πριν γνωρίσει τον κατηγορούμενο
- Στις 22.12.20 ήταν από το πρωί μαζί του. Έκλεψε την τσάντα όταν αυτός την περίμενε έξω από την οικία μέσα στο αυτοκίνητο. Αναφορικά με τις διαρρήξεις, σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή: Ε: Σε βοηθούσε [ο κατηγορούμενος 1] στις διαρρήξεις ή τις έκανες μόνη σου; Α: Με βοηθούσε [ο κατηγορούμενος 1]. Ε: Από μόνη σου δεν τις έκανες; Α: Όχι. Ε: Βεβαίως στην [5η] κατηγορία λες την έκανες μόνη σου. Ναι; Α: Ναι. Ε: Η αστυνομία σε κατηγορεί ότι έκανες και διάρρηξη ενόσω ο κατηγορούμενος 1 ήταν στη φυλακή. Α: Ναι. Η ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή της (Τεκμήριο 3). Η ΜΚ1 αντιμετωπίζει πρόβλημα με τα ναρκωτικά. Έγιναν ανεπιτυχείς προσπάθειες απεξάρτησής της. Στις 22.12.20 γύρω στις 15:00 επέτρεψε στην ΜΚ1 να πάει περίπατο με τα πόδια στη γειτονιά μόνη της. Κατά τη διάρκεια που έλειπε, πήρε τηλέφωνο 2-3 φορές τη ΜΚ1 η οποία της έλεγε ότι ήταν με μια φίλη της την Αννίτα, την οποία η ίδια δεν γνώριζε. Επέστρεψε μόνη της στις 20:
- Κρατούσε μια τσάντα μάρκας Kipling και είπε ότι της την έδωσε η Αννίτα. Όταν κοιμήθηκε (η ΜΚ1), έψαξε στο κινητό της και είδε ότι είχε πολλές αναπάντητες κλήσεις από τον κατηγορούμενο
- Η ΜΚ1 της έλεγε συχνά ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι πολύ καλός της φίλος. Τον είδε αρκετές φορές γιατί όταν έχαναν την ΜΚ1 τον ρωτούσαν αν ήταν μαζί του. Η τσάντα που βρέθηκε στην οικία της στις 9.1.21 ήταν η ίδια με εκείνη που κρατούσε η ΜΚ1 στις 22.12.
- Η ΜΚ3 υιοθέτησε τις καταθέσεις της (Τεκμήρια 4 και 5). Προέκυψε επιστημονική μαρτυρία εναντίον της ΜΚ1, η οποία κατονόμασε τον κατηγορούμενο
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η ΜΚ1 ήταν σε ικανή κατάσταση να δώσει κατάθεση, δεν της γίνονταν ερωτήσεις και ό,τι έλεγε το έλεγε μόνη της. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν πρόσφερε άλλη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος προέβη στην εξής ανώμοτη δήλωση: «Κύριε Πρόεδρε, με όλον τον σεβασμό προς το Δικαστήριο, με τη συγκεκριμένη κοπέλα, τη Μ., ήμασταν φίλοι, οικογενειακοί φίλοι. Προσπαθούσαμε να την βοηθήσουμε επειδή έκανε ναρκωτικά και την μαζεύαμε από δω από εκεί για να την παίρνουμε στο σπίτι της. Τη συγκεκριμένη μέρα που πήρε τηλέφωνο για να πάω να την φέρω σπίτι, μου είχε δώσει ένα παλιό ρολόι για ευχαρίστηση διότι την έπαιρνα σπίτι της, το οποίο δεν έδωσα σημασία σε αυτό το παλιό ρολόι σαν οδηγούσα. Μετά από δύο μέρες με έπιασε τηλέφωνο το CID, με κάλεσε στο τμήμα και μου είπε αν γνωρίζω αυτήν την κοπέλα και τους απάντησα «Ναι». Και όταν μου είπαν ότι διέπραξε διάρρηξη, αμέσως κατάλαβα ότι αυτό το ρολόι που μου είχε δώσει πρέπει να ήταν κλεμμένο. Τους ανέφερα από μόνος μου ότι αυτή η κοπέλα μου είχε δώσει ένα παλιό ρολόι, το οποίο μπορεί και να ήταν κλεμμένο. Είμαι και εγώ πατέρας δύο παιδιών, προσπαθούσαμε να βοηθήσουμε τη μικρή για να αποφύγει όλα αυτά και με συλλάβανε από εκείνην την ημέρα, κύριε Πρόεδρε. Δεν έχω να πω τίποτε άλλο, ευχαριστώ.» Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Η ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση. Θεωρώ ότι με ειλικρίνεια προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο όσα γεγονότα γνωρίζει. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο πρόβλημα της ΜΚ1 με τα ναρκωτικά, τις προσπάθειές της για απεξάρτηση και την εισδοχή της σε ψυχιατρικό κέντρο. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σ' αυτή. Η ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε τις ενέργειές της με αναφορά σε σχετικά τεκμήρια. Ουδεμία προσπάθεια παραποίησης γεγονότων διαπιστώθηκε. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της. Η ΜΚ1 ήταν συγκατηγορούμενη, παραδέχθηκε ενοχή και της επιβλήθηκε ποινή. Η μαρτυρία της επομένως θα πρέπει να προσεγγιστεί ως μαρτυρία συνεργού (John v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 201/13, ημερ. 17.6.16). Σχετικές είναι οι πρόσφατες αποφάσεις Γ.Ι. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 44/19, ημερ. 18.9.20 και Σ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 202/15, ημερ. 21.2.19. Στη Βασιλείου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 12/15, ημερ. 4.7.17, λέχθηκε ότι, αν και δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας πρακτικής, οι αρχές μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: «Το δικαστήριο, κατά πρώτον, αξιολογώντας την αξιοπιστία συνεργού, οφείλει να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο είναι ή όχι διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση για σκοπούς καταδίκης. Υπό τα δεδομένα αυτά, έχει νομική υποχρέωση να αυτοϋπενθυμίζεται ότι ένας συνεργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, δεδομένου ότι η όποια ουσιαστική μαρτυρία του είναι δυνατό να επηρεάζεται από τη δική του εμπλοκή στα γεγονότα που καθορίζουν την εγκληματική συμπεριφορά. Εάν, υπό το φως τέτοιας αυτοπροειδοποίησης το δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του εν λόγω συνεργού και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να βασισθεί σε αυτή, χωρίς ενίσχυση, και να προχωρήσει σε έκδοση καταδικαστικής απόφασης, είναι ελεύθερο να το πράξει νόμιμα. Αν το δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν θα ήταν διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία συνεργού, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας, τότε προχωρεί στην αναζήτηση ενίσχυσης από ανεξάρτητη μαρτυρία, τέτοιας μορφής που όχι μόνο να υποστυλώνει την εκδοχή του συνεργού σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο με το αδίκημα αυτό.» Η ΜΚ1 κατά τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας της δεν απαντούσε στις ερωτήσεις με συνοχή. Ούτε και με σαφήνεια. Πολλές φορές, παρά τις προσπάθειες τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και της υπεράσπισης να προσεγγίσουν τη μάρτυρα με την απαραίτητη ευαισθησία ούσα ανήλικη, ήταν αναγκαίο να επαναλαμβάνονται οι απαντήσεις της ή να γίνονται διευκρινιστικές ερωτήσεις για να γίνει κατανοητή. Δεν παραγνωρίζω ότι, όπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση Θεοδοσίου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 279/18, ημερ. 28.7.20, «ένα παιδί μιλά τη γλώσσα του και όχι την γλώσσα των μεγάλων». Στην προκειμένη περίπτωση όμως πρόκειται για ανήλικη σχεδόν 17 ετών. Η δε διαπίστωση του Δικαστηρίου δεν σχετίζεται με λέξεις που ενδεχομένως να χρησιμοποιούσε σε αντικατάσταση άλλων, αλλά στον εν γένει τρόπο με τον οποίο απαντούσε. Επιπρόσθετα, διαπιστώνεται διάσταση μεταξύ των όσων μετέφερε στο Δικαστήριο η ΜΚ1 και η μητέρα της (ΜΚ2) σε σχέση με το τι έγινε την ημέρα της διάρρηξης (1η και 2η κατηγορία). Πρώτον, η ΜΚ2 ανέφερε ότι η ΜΚ1 την παρακάλεσε να της επιτρέψουν να πάει μόνη της βόλτα, όπως και έγινε. Όταν της τηλεφώνησε η ΜΚ2, η ΜΚ1 της είπε ότι είναι με μια φίλη της, την XXXXX. Αντίθετα, η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι της είπε κάτι τέτοιο. Δεύτερο, η ΜΚ2 ανέφερε ότι η ΜΚ1 επέστρεψε σπίτι έχοντας μαζί της μια τσάντα μάρκας Kipling. Η ΜΚ1, σύμφωνα με την ΜΚ2, της είπε ότι της την χάρισε η XXXXX. Αντίθετα, η ΜΚ2 αρνήθηκε ότι της είπε κάτι τέτοιο. Τρίτον, η ΜΚ2 ανέφερε ότι η ΜΚ1 της έλεγε «συχνά» ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι «πολύ καλός της φίλος». Αντίθετα, η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι της έλεγε κάτι τέτοιο. Έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για μαρτυρία συνεργού, η μαρτυρία της ΜΚ1 θα πρέπει να εξεταστεί με την ύψιστη προσοχή και επιφυλακτικότητα. Η μαρτυρία της, τόσο στις καταθέσεις της όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι γενικόλογη και αόριστη. Ουδεμία άλλη λεπτομέρεια ανέφερε, πέραν της γενικής αναφοράς ότι «έκανε» τις διαρρήξεις με τον κατηγορούμενο 1 και ότι την περίμενε στο αυτοκίνητο. Λεπτομέρειες οι οποίες να διαφώτιζαν πώς έγιναν οι διαρρήξεις και ποια ακριβώς ήταν η συμμετοχή του κατηγορούμενου 1 στη διάπραξή τους. Η απουσία παράθεσης λεπτομερειών, σε συνδυασμό με τη συνολική εικόνα της ΜΚ1 όπως έχει προαναφερθεί, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί σ' αυτή χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Τέτοια μαρτυρία δεν εντοπίζεται. Η ενισχυτική μαρτυρία πρέπει να είναι ανεξάρτητη και -όχι μόνο να υποστυλώνει την εκδοχή του συνεργού σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος- αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα (Βασιλείου (ανωτέρω)). Το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ2, την ημέρα που έγινε η διάρρηξη (2η κατηγορία) εντοπίστηκαν στο κινητό τηλέφωνο της ΜΚ1 πολλές αναπάντητες κλήσεις από τον κατηγορούμενο 1 είναι ουδέτερης σημασίας καθότι αποτελεί κοινή θέση ότι είχαν φιλικές σχέσεις. Ούτε όμως το γεγονός ότι εντοπίστηκε ένα από τα κλαπέντα αντικείμενα στην κατοικία του κατηγορούμενου 1 μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να αποτελέσει ενισχυτική μαρτυρία που να τον συνδέει με το αδίκημα. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει απλώς τη θέση της ΜΚ1 ότι το έδωσε στον κατηγορούμενο 1, χωρίς να επιβεβαιώνεται υπό ποιες περιστάσεις το έδωσε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου εξετάζεται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας (Κόλιας v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 106/15, ημερ. 17.5.18). Δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει ένα γεγονός (Χρίστου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 46/17, ημερ. 19.7.19). Η επιλογή του να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129). Η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να συμπληρώσει τυχόν κενά στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (Αχτάρ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 207/08, ημερ. 16.7.10). Η τελευταία έχει την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Ο ισχυρισμός του ότι ήταν φίλοι με την ΜΚ1 επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της ΜΚ
- Ο ισχυρισμός του ότι η ΜΚ1 του δώρισε το ρολόι που βρέθηκε στην οικία του δεν επιβεβαιώνεται από αξιόπιστη μαρτυρία. Συνεπώς δεν μπορεί να προσδοθεί αξία σ' αυτόν. Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων (Έγγραφα Α-Ι) και της αξιόπιστης μαρτυρίας, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: στις 22.12.20 διαρρήχθηκε η οικία της Μ.Σ. και κλάπηκαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες (2η κατηγορία). Στις 20.10.20 διαρρήχθηκε η οικία του Χ.Θ. και κλάπηκαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες (4η κατηγορία). Η ΜΚ1 κατονόμασε τον κατηγορούμενο
- Στις 9.1.21 ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη για τα αδικήματα της 1ης και 2ης κατηγορίας (συνομωσία και διάρρηξη) και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε: «Δεν έχω ιδέα». Στην οικία του εντοπίστηκε ένα ρολόι που κλάπηκε κατά τη διάρρηξη της 2ης κατηγορίας. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε: «Μου το έδωσε η [ΜΚ1]». Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Σε σχέση με την 1η και 3η κατηγορία (συνωμοσία), η ύπαρξη συμφωνίας εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Κολιάς v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 106/15, ημερ. 17.5.18). Οι πράξεις δύο προσώπων, αν και μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία, δεν αποδεικνύουν άνευ ετέρου εκ των προτέρων συνωμοσία. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να αποδεικνύει πώς, πότε και υπό ποιες συνθήκες ο κατηγορούμενος 1 συμφώνησε να διαπράξει κακούργημα (Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 187/19, ημερ. 15.10.20). Σε σχέση με τη 2η και 4η κατηγορία (διάρρηξη), είναι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 1 συμμετείχε στις διαρρήξεις (άρθρο 20). Ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία προσκομίστηκε προς τούτο. Ούτε μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα, άνευ ετέρου, επειδή ανευρέθηκε το κλαπέν ρολόι -δύο και πλέον βδομάδες μετά τη διάρρηξη- στην κατοχή του (Προκοπίου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 228/17, ημερ. 21.2.19). Αναδύεται επομένως υποβόσκουσα αμφιβολία, η οποία προέρχεται από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, ως προς την ενοχή του. Οι κατηγορίες δεν αποδείχθηκαν πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 371, Κεφ. 154 [2] Άρθρο 292(α), Κεφ. 154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο