Έφορο Φορολογίας ν. ACT ALL CLIMATE TECH LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21125/19, 23/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21125/19 Μεταξύ: Έφορο Φορολογίας -v-
- ACT ALL CLIMATE TECH LIMITED (Αρ. Εγγραφής Εταιρείας ΧΧΧ), από τη Λεμεσό
- ΧΧΧ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ (Α.Δ.Τ ΧΧΧ) από την Λεμεσό ------------- Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2021 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Λοΐζου Για Κατηγορούμενους 1, 2: κος. Χ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος 2: παρών ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ιδιωτική εταιρεία και ο διευθυντής της κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κοινές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ήτοι τις κατηγορίες 1 μέχρι και 9 του κατηγορητηρίου. Οι κατηγορίες 1 μέχρι 4 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α αναφορικά με την φορολογική περίοδο από 01.11.2010 μέχρι και την 30.04.
- Οι κατηγορίες 5 μέχρι 8 αφορούν την παράλειψη καταβολής πρόσθετων φόρων, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου από παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος αναφορικά με την φορολογική περίοδο από 01.11.2010 μέχρι και την 30.04.
- Τέλος με την 9η κατηγορία αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράλειψης καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης λόγω μη έγκαιρης γνωστοποίησης ακύρωσης εγγραφής από το Μητρώο Φ.Π.Α. Το δε κατηγορητήριο με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι οι κατηγορούμενοι καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 18.11.2019 και επιδόθηκε σε αυτούς στις 20.04.
- Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση των σχετικών άρθρων και προνοιών του Νόμου Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υποπαραγράφους
(9),
(10),(10Α)
(12)
(13):
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. ...
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο
(12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Eπιπρόσθετα το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας του 2000 διαλαμβάνει τα εξής σχετικά: 48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το οφειλόμενο ποσό του κατηγορητηρίου αφορούσε αρχικά το ποσό των €28.151,29 ενώ κατά την πρώτη εμφάνιση της υπόθεσης στο Δικαστήριο το ποσό μειώθηκε στις €25.954,
- Το σημερινό δε υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €23.954,36 για το οποίο ζήτησε την έκδοση σχετικού διατάγματος για την καταβολή του εναντίον της Κατηγορούμενης 1 σύμφωνα με το περιεχόμενο του Παραρτήματος Α το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο της υπόθεσης. Παράλληλα ανέφερε ότι οι κατηγορίες που αποτελούν αντικείμενο του υπό εξέταση κατηγορητηρίου είχαν αρχικά συμπεριληφθεί στην Ποινική Υπόθεση 25386/12 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία όμως αναστάλθηκε στις 24.06.2014 λόγω αδυναμίας εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης αναφορικά με τον τότε αλλά και νυν κατηγορούμενο
- Τέλος ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων δεν αμφισβήτησε επί τους ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθησαν από την κατηγορούσα αρχή και δήλωσε ότι δεν έφερε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εναντίον της κατηγορούμενης
- Εξέφρασε την απολογία των κατηγορουμένων για την διάπραξη των αδικημάτων με τα οποία βρίσκονται αντιμέτωποι και σημείωσε πώς πριν το έτος 2011 η κατηγορούμενη 1 ήταν πλήρως συμμορφωμένη με τις υποχρεώσεις της προς την Κυπριακή Δημοκρατία στην συνέχεια όμως ένεκα και της αποχώρησης του κατηγορούμενου 2 για εργασία σε πόλη της Σαουδικής Αραβίας και της αδυναμίας είσπραξης οφειλών προς την κατηγορούμενη 1 από πελάτες της παρά και την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους είχε ως αποτέλεσμα οι επίδικες οφειλές προς το ΦΠΑ να μην είναι δυνατό να καταβληθούν αφού στην ουσία αυτές αφορούσαν υπηρεσίες για τις οποίες είχαν εκδοθεί τιμολόγια από την Κατηγορούμενη 1 για υπηρεσίες που αυτή παρείχε αλλά δεν είχαν πληρωθεί. Μάλιστα σημείωσε πως παρά το γεγονός ότι ανατέθηκε σε συγκεκριμένο Λογιστή να αναλάβει την διαδικασία ακύρωσης των εκδοθησομένων από την κατηγορούμενη 1 τιμολογίων μέσω της διαδικασίας επισφαλών χρεών αυτός δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια ενώ όταν αναζητήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 για να διαλευκάνει το κατά πόσον πράγματι προχώρησε η όχι σε τέτοια διαδικασία διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος Λογιστής έκτιε ποινή πολυετής φυλάκισης για αδικήματα τα οποία είχε διαπράξει. Στρεφόμενος προς τον κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 51 ετών, διαζευγμένο και πατέρα δύο ενήλικων θυγατέρων οι οποίες την περίοδο αυτή φοιτούν στο τελευταίο έτος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τους. Ο κατηγορούμενος ως περαιτέρω σημείωσε είχε μεταβεί για εργασία στην πόλη Ριάλτ της Σαουδικής Αραβίας εργασία από την οποία ανέμενε ότι θα λάμβανε σοβαρό εισόδημα με το οποίο θα προχωρούσε σε πληρωμές και σε σχέση με τις οικονομικές του υποχρεώσεις στην Κύπρο όμως η εργοδότρια εταιρεία αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και στην ουσία έπαψε να δραστηριοποιείται με αποτέλεσμα σήμερα να οφείλονται στον κατηγορούμενο 2 μισθοί ύψους €67.000 οι οποίοι δεν του έχουν καταβληθεί με αποτέλεσμα αυτός να βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρά οικονομικά προβλήματα που καθιστούν αδύνατη ακόμη και την από μέρους του οικονομική ενίσχυση των δύο θυγατέρων του. Μάλιστα στις 25.06.2021 έχει προγραμματιστεί συνάντηση στο εξωτερικό με εργοδοτούμενους της συγκεκριμένης εταιρείας στην οποία θα παρευρεθεί και ο κατηγορούμενος 2 για συζήτηση ενδεχόμενης εξεύρεσης διευθέτησης. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου 2 το σύνολο των προσωπικών, οικονομικών και οικογενειακών του περιστάσεων τις λεπτομέρειες των οποίων παρέθεσε με την προφορική του αγόρευση. Σε σχέση με αμφότερους τους κατηγορούμενους ο συνήγορος τους κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του και προς όφελος τους την άμεση παραδοχή τους, το λευκό τους ποινικό μητρώο αλλά κυρίως και τον χρόνο που έχει παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης των υπό εξέταση αδικημάτων μέχρι και σήμερα αφού πρόκειται για αδικήματα που χρονολογούνται κατά κύριο το έτος 2010 και 2011 και το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 10 χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Σε σχέση με το ενδεχόμενο κατά το οποίο το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου του ότι αυτή θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να τύχει αναστολής εκτέλεσης λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών του περιστάσεων, το γεγονός ότι έχει παραδεχτεί άμεσα τις εναντίον του κατηγορίες, είναι λευκού ποινικού μητρώου ιδίως λαμβάνοντας υπόψη και την ηλικία των 51 ετών και ιδιαίτερα λαμβάνοντας επίσης υπόψη τον σημαντικό χρόνο που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει σε αυτόν ποινή αφού θα πρέπει ως εισηγήθηκε να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία εκτός φυλακών. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς κατηγορουμένων μέσω του ευπαίδευτου δικηγόρου τους. Πιο κάτω θα αναφερθώ εις τα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για ένα έκαστο των κατηγορουμένων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως εις ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής ΦΠΑ. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για τα σοβαρότερα αδικήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: ″......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135) Σύμφωνα με τη νομολογία, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση την σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το ύψος του συνολικά προαναφερόμενου οφειλόμενου ποσού αφού παρά το γεγονός ότι έγιναν κάποιες πληρωμές αυτές δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικές σε ύψος για να μειωθεί αισθητά είτε να εξοφληθεί πλήρως το οφειλόμενο ποσό. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς εξατομίκευσης και μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή τους, σύμφωνα με τη νομολογία, η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 καθώς επίσης και το λευκό τους ποινικό μητρώο. Προς όφελος του κατηγορούμενου 2 λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης. Από πλευράς υπεράσπισης προβλήθηκε και τονίστηκε ιδιαίτερα ως μετριαστικός παράγοντας το γεγονός της παρέλευσης του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την ημέρα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Η παρέλευση του χρόνου βέβαια δεν εξετάζεται σε απομόνωση από τα υπόλοιπα περιστατικά μιας υπόθεσης, είναι όμως παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Σημειώνεται βεβαίως στο ζήτημα αυτό και το γεγονός ότι για τις ίδιες κατηγορίες είχε το έτος 2012 καταχωρηθεί αντίστοιχη ποινική υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και η οποία σύμφωνα με την κα. Λοίζου αναστάλθηκε μέσα στο έτος 2014 λόγω της αδυναμίας εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε. Φυσικά για το ζήτημα αυτό σημειώνω πως δεν δόθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση για τον λόγο που η νέα υπόθεση δηλαδή η υπό εξέταση καταχωρήθηκε 5 χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 2019 παρά το γεγονός ότι κάποιος θα μπορούσε να συμπεράνει από τα όσα αναφέρθηκαν για σκοπούς μετριασμού χωρίς όμως κάτι τέτοιο να υποθεί στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτό έγινε λόγω της απουσίας του κατηγορούμενου 2 στην Σαουδική Αραβία όπου μετέβηκε για εργασία. Λαμβάνω υπόψη μου ότι ο οφειλόμενος φόρος καθώς και ο πρόσθετος φόρος η χρηματική επιβάρυνση και ο τόκος οφείλονται για την περίοδο από 01.11.2010 μέχρι και τις 30.04.2012 και η υπό εξέταση υπόθεση καταχωρήθηκε τον Νοέμβριο του 2019, επιδόθηκε στους κατηγορούμενους τον Απρίλιο του 2021 και το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή τον Ιούνιο του 2021. Σημαντικές για το ζήτημα της παρέλευσης χρόνου αποτελούν οι πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 230/2019 και 231/2019 ημερομηνίας 27.04.2021 μεταξύ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΡΑΟΛΗ στις οποίες η Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δημητριάδου - Ανδρέου αναφέρει τα εξής σχετικά: ''Το προεξάρχον, ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση στοιχείο ήταν η μεγάλη καθυστέρηση που μεσολάβησε από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, έστω και αν και σε αυτή συνέδραμε η συμπεριφορά του ίδιου του Εφεσίβλητου. Το ότι η Κατηγορούσα Αρχή, ενώ είχε καταχωρήσει εγκαίρως, το 2013, Κατηγορητήριο αναφορικά με τα επίδικα αδικήματα, αποφάσισε στη συνέχεια να αναστείλει την υπόθεση για να δοθεί χρόνος αποπληρωμής των οφειλών στους Κατηγορούμενους, ένας εκ των οποίων ήταν ο Εφεσίβλητος, με αποτέλεσμα η υπόθεση να καταχωρηθεί εκ νέου τρία χρόνια αργότερα, ουδόλως υποβαθμίζει τον παράγοντα της καθυστέρησης. Όπως εκ των πραγμάτων διεφάνη, ήταν απόφαση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδεχθεί το αίτημα για παραχώρηση χρόνου, αποφασίζοντας, με αυτό τον τρόπο, να μην προωθήσει άμεσα την υπόθεση που είχε εξ' αρχής καταχωρήσει αλλά να την αναστείλει και να έρθει μετά από παρέλευση τριών χρόνων να καταχωρήσει νέο κατηγορητήριο για τα επίδικα αδικήματα. Η παρέλευση μακρού χρόνου από της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία της Ποινής, συνιστούσε, επομένως, ουσιώδη παράγοντα που, ορθώς, προσμέτρησε κατά ουσιαστικό τρόπο στην απόφαση του Δικαστηρίου να προχωρήσει με αναστολή της ποινής.'' Το Δικαστήριο φυσικά δεν μπορεί να παραγνωρίσει ούτε και το γεγονός πως οι κατηγορούμενοι ουδόλως εκμεταλλεύτηκαν τον χρόνο που διέρρευσε μέχρι και σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή το Δικαστήριο για να συμμορφωθούν πλήρως δια της καταβολής του συνόλου του οφειλόμενου ποσού ενώ τουλάχιστον χρονικά είχαν κάθε ευκαιρία να πράξουν τούτου. Την καθυστέρηση αυτή όμως την λαμβάνω υπόψη μου ως σοβαρό μετριαστικό παράγοντα ο οποίος θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό όχι το είδος αλλά την έκταση της επιβληθείσας στους κατηγορούμενους ποινή και ιδιαίτερα στο ζήτημα της αναστολής για το οποίο σχετική αναφορά γίνεται κατωτέρω. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη την δίκαιη δίκη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623 υποδείχθηκε με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία ότι εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 ΑΑΔ 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 ΑΑΔ 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Οι προαναφερθέντες μετριαστικοί παράγοντες δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στην οποία έχω αναφερθεί αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τους ίδιους όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Όλοι φυσικά οι μετριαστικοί παράγοντες θα ληφθούν υπόψη προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 και θα συνδράμουν καθοριστικό ρόλο στην λήψη απόφασης για το εύρος τέτοιας ποινής. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Εν' όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων ο παράγων χρόνος δεν είναι τέτοιος ώστε να κρίνεται απόλυτα αναγκαίο όπως παρεκκλίνω από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες ιδίως για φορολογικά αδικήματα όπως τα υπό εξέταση που βρίσκονται σε έξαρση. Επιπρόσθετα ούτε οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2 έχουν μεταβληθεί με οποιοδήποτε τρόπο κατά την διάρκεια της παρέλευσης του χρόνου που έχει επέλθει που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε άλλη κατάληξη ούτε βεβαίως η παρέλευση του χρόνου αυτού φαίνεται να επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα αυτού. Απεναντίας ο χρόνος αφέθηκε να παρέλθει άπρακτος από μέρους του με αποτέλεσμα σήμερα που το Δικαστήριο καλείτε να επιβάλει ποινή να εξακολουθεί να οφείλεται ένα σημαντικό ποσό έναντι της φορολογικής οφειλής που αποτελεί αντικείμενο της υπό εξέταση υπόθεσης. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1: Στην κατηγορούμενη 1 σε έκαστη εκ των κατηγοριών 1 έως 4, χρηματική ποινή €1.000 ήτοι σύνολο €4.000 Στην κατηγορούμενη 1 στην 5η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €300 και καμία ποινή στις κατηγορίες 6 έως 9 λαμβάνοντας υπόψη τις ποινές που επιβλήθηκαν στις βασικές κατηγορίες που τις αφορούν, στο γεγονός ότι τα οφειλόμενα ποσά συμπεριλαμβάνονται στο διάταγμα το οποίο θα εκδώσω εναντίον της κατηγορούμενης 1 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορουμένης 1 όπως αυτή καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο ως αυτός καθορίζεται και αναλύεται με λεπτομέρεια στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. Κατηγορούμενο 2: Στον κατηγορούμενο 2 επιβάλλω σε έκαστη των κατηγοριών 1 έως 4 ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 2 να συντρέχουν. Επιπρόσθετα όσον αφορά τις κατηγορίες 5 έως 9 δεν επιβάλλεται καμιά ποινή στον κατηγορούμενο 2 λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή στις κατηγορίες 1 έως 4 αλλά και για χάρη της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή στον κατηγορούμενο 2 θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω πως συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να διατάξω την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο 2. Αυτοί είναι κατά κύριο το λευκό του ποινικό μητρώο σε συνδυασμό πάντοτε με την ηλικία του και ιδιαίτερα το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 10 χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει. Υπενθυμίζεται πως και στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 230/2019 και 231/2019 ημερομηνίας 27.04.2021 μεταξύ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΡΑΟΛΗ το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας ως ορθή την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίστηκε όπως η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης τύχει αναστολής συμφώνησε πως ορθά λήφθηκε υπόψη για την απόφαση αναστολής και ο παράγοντας χρόνου παρά και το γεγονός ότι για αυτόν έφερε ευθύνη ο ίδιος ο εφεσείοντας. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στον Κατηγορούμενο 2 πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αρπάξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα σήμερα στον Κατηγορούμενο 2 αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο 2 οι συνέπειες της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε ως επιτάσσει το άρθρο 3 υποπαράγραφος
(4)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72ως έχει τροποποιηθεί. (Υπ.). .................................. N. Φακοντή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο