Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. MITALA, Αρ. Υπόθεσης: 5574/20, 24/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5574/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. XXX MITALA Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Χατζιωάννου Για τον Κατηγορούμενο: κα. Ι. Αδάμου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στα ακόλουθα αδικήματα: 1. Οδήγηση οχήματος καθόν χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο, κατά παράβαση των άρθρων 2,5,6 και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. (1η κατηγορία). 2. Χρήση μηχανοκίνητου Οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους κατά παράβαση άρθρου
(3)
(1)(α)
(3)
(4)
(5),38 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Έναντι Τρίτου) 96
(1)2000 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (2η κατηγορία). 3. Οδήγηση μηχανοκίνητου Οχήματος άνευ άδειας κυκλοφορίας κατά παράβαση των Καν. 17
(1)και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (3η κατηγορία). 4. Χρήση μη εγγεγραμμένου μηχανοκίνητου οχήματος, κατά παράβαση των άρθρων 2,23A(v) και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα ( 4η κατηγορία). Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, στις 14/08/19 στην οδό Αμουσδέν στη Λεμεσό ανακόπηκε από την αστυνομία για έλεγχο η μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής XXX 945 η οποία οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε έλεγχο αλκοόλης και διαπιστώθηκε ότι αυτός είχε καταναλώσει τόση ποσότητα αλκοόλης η αναλογία της οποίας στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισθέν από το νόμο όριο, δηλαδή περιείχε 145 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί 9 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Περαιτέρω, από έλεγχο που διενεργήθηκε στα στοιχεία της μοτοσυκλέτας του, διαπιστώθηκε ότι αυτή οδηγείτο χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και τέλος ότι η εγγραφή της ακυρώθηκε λόγω μη ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας για ένα έτος και 70 ημέρες. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνετε με οποιοσδήποτε βαθμούς ποινής. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής εξέφρασε την απολογία του Κατηγορούμενου προς το Δικαστήριο σε σχέση με τις σοβαρές κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο πελάτης της. Μάλιστα η κα. Αδάμου, υποστήριξε ότι έχει εξηγηθεί στον Κατηγορούμενο η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και ότι ο ίδιος έχει κατανοήσει πλήρως το σφάλμα του, νιώθει ντροπή και μεταμέλεια για τις πράξεις του. Στην συνέχεια της αγόρευσης της, η συνήγορος, αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Ήταν η θέση της συνηγόρου, ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, δηλαδή η ενέργεια του να οδηγήσει τη μοτοσυκλέτα του υπό την επήρεια αλκοόλ και χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια και άδεια κυκλοφορίας ήταν το αποτέλεσμα της συναισθηματικής αναστάτωσης αλλά και της θλίψης που ένιωθε λόγω του ότι την ίδια μέρα, δηλαδή στις 14/08/19 πληροφορήθηκε ότι απεβίωσε ο αδερφός του. Το πιο πάνω γεγονός σύμφωνα με την συνήγορο, προκάλεσε ψυχική αναστάτωση και λύπη στον Κατηγορούμενο γι' αυτό και κατανάλωσε αλκοολούχα ποτά δηλαδή μπύρες. Περαιτέρω η συνήγορος εισηγήθηκε να ληφθεί υπόψη ότι από την πιο πάνω συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και δη την οδήγηση του υπό την επήρεια αλκοόλ, δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε δυστύχημα και δεν τέθηκε σε κίνδυνο η ζωή κάποιου άλλου προσώπου ή ακόμη και του ίδιου του Κατηγορούμενου. Ήταν επίσης εισήγηση της συνηγόρου όπως ληφθεί υπόψη η άμεση παραδοχή το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς και το λευκό του οδικό μητρώο. Υιοθετώντας μάλιστα την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε αναφορικά με τον Κατηγορούμενο, η συνήγορος εστίασε την προσοχή του Δικαστηρίου στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα όπως αναφέρεται και στην έκθεση του Γρ. Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 42 ετών, κατάγεται από την Ρουμανία, είναι άγαμος και εργάζεται ως εργάτης σε εταιρεία μεταλλικών κατασκευών με μηνιαίες απολαβές ύψους 1100 ευρώ. Διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία μαζί με την συμβία του καθώς και με το ανήλικο παιδί τους, ηλικίας 7 ετών το οποίο έχουν αποκτήσει από την σχέση τους. Μαζί με την συμβία του ο Κατηγορούμενος έχει αποκτήσει ακόμη δύο παιδία. Ο γιός του είναι ηλικίας 21 ετών και σύμφωνα με την κα. Αδάμου εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές μετά από ποινή που του επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την έκθεση του Γρ.Ευημερίας για το πιο πάνω γεγονός νιώθει απογοήτευση και θυμό του για την στάση του γιού του και την εμπλοκή του με τον νόμο. Το τρίτο παιδί του Κατηγορούμενου, δηλαδή η κόρη του, διαμένει μόνιμα στην Ρουμανία και είναι ηλικίας 20 ετών. Στο παρών στάδιο είναι άνεργη. Σύμφωνα με την κα. Αδάμου ο Κατηγορούμενος από τα εισοδήματα που λαμβάνει από την εργασία του, ενισχύει οικονομικά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του, δηλαδή τα τρία παιδία του. Η δε συμβία του Κατηγορούμενου, εργάζεται σε πιτσαρία ως βοηθός μάγειρα. Από τα εισοδήματα που λαμβάνουν καταβάλλεται ποσό ύψους 300 ευρώ για το ενοίκιο της οικίας που διαμένουν. Τέλος σύμφωνα με την έκθεση του Γρ. Ευημερίας ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα σωματικής ή ψυχικής υγείας. Η συνήγορος εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι κατάλληλη ποινή είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας, αυτή θα πρέπει να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα επικαλούμενη όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι η άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου είναι απαραίτητη αφού την χρειάζεται για να μεταφέρει το ανήλικο παιδί του στο σχολείο. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και από την άλλη, η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της. Οι Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, όπως διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες ποινές είναι σοβαρές. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων διαφαίνεται βεβαίως και μέσα από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία όμοιας φύσης αδικήματα, παρουσιάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Σε σχέση με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας όπως διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, είναι σοβαρό. Ειδικότερα, Το άρθρο 11
(1)(δ) του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου ν. 174/86προνοεί ότι σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερβαίνει τα 70 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής τότε ο καταδικασθείς υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο, ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές. Τα υπόλοιπα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στις υπόλοιπες κατηγορίες είναι ελαφρύτερα σε σοβαρότητα. Μέσα από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου αναδύεται έντονα αντικοινωνικός χαρακτήρας που δείχνει αδιαφορία για την ασφάλεια όλων των προσώπων που χρησιμοποιούσαν κατά την δεδομένη χρονική στιγμή τον δρόμο. Ο Κατηγορούμενος εντελώς απερίσκεπτα και εγωιστικά παραγνωρίζοντας τόσο την ασφάλεια και σωματική υγεία των συνανθρώπων του όσο και του ίδιου, έλαβε την απόφαση να οδηγήσει ενώ είχε καταναλώσει τόσο μεγάλη ποσότητα αλκοόλης ώστε αυτή να έχει αγγίξει τα 145 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης στα 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, ενώ το επιτρεπόμενο από τον νόμο όριο για τον Κατηγορούμενο που είχε αποκτήσει μόλις 2 μήνες πριν την διάπραξη του αδικήματος μαθητική άδεια οδήγησης δηλαδή στις 20/06/19, ήταν το 9. Με όλο τον σεβασμό προς την συνήγορο του Κατηγορούμενου, δεν μπορώ να αποδεχτώ ως δικαιολογία την θέση της, ότι ο Κατηγορούμενος ένεκα της θλίψης και της κακής ψυχολογικής κατάστασης που βίωνε μετά από την πληροφόρηση που έλαβε για τον θάνατο του αδερφού του ενήργησε με αυτόν τον άκρως επικίνδυνο και εγωιστικό τρόπο. Ο Κατηγορούμενος αφής στιγμής αποφάσισε να διαχειριστεί το πένθος του καταναλώνοντας αλκοολούχα ποτά, όφειλε και έπρεπε να παραμείνει στο σπίτι του και όχι να οδηγήσει θέτοντας με αυτό τον τρόπο σε κίνδυνο την ζωή των συνανθρώπων του. Γενικά η οδική συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα. Σε τέτοιες περιπτώσεις προβάλει επιτακτικά η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση R v. Griffiths στην οποία γίνεται ρητή μνεία ότι από το γενικό κανόνα που απαιτεί ότι ο δράστης πρέπει να είναι σε θέση να αντιληφθεί τον κίνδυνο, εξαιρείται η περίπτωση των προσώπων που έθεσαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών (self-induced intoxication) όπως και στην παρούσα περίπτωση. Εν προκειμένω, από την στιγμή που ο Κατηγορούμενος έκανε χρήση αλκοόλ γνώριζε ότι η ικανότητα οδήγησης του επηρεάζεται σημαντικά και κατ' επέκταση ότι αποτελούσε δημόσιο κίνδυνο να προκαλέσει βλάβη σε άλλους χρήστες του δρόμου. Είναι πολλές οι περιπτώσεις που το Ανώτατο Δικαστήριο έστειλε το μήνυμα ότι αδικήματα που σχετίζονται με την οδήγηση και περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά. Μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Καλαϊτζίδη ν. Αστυνομίας. Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερ. 20.11.2018, όπου ο εφεσείων είχε βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή σε κατηγορία για αμελή οδήγηση και για το ότι οδηγούσε αφού κατανάλωσε ποσότητα αλκοόλης, έτσι ώστε να είχε 111 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την επιβολή ποινών άμεσης φυλάκισης 15 ημερών και ενός μηνός αντίστοιχα, επισημαίνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εξισορρόπησε κάθε σχετικό παράγοντα, δίδοντας, ως όφειλε, τη δέουσα βαρύτητα στην ανάγκη αποτροπής. Έγινε δε παραπομπή στην επίσης πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5.10.2018, όπου τονίστηκε η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως αδικήματα τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξατομικεύσει την ποινή που θα επιβάλει στο πρόσωπο του παραβάτη που έχει απέναντι του. Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει βεβαίως να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432, σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, όπως θεωρώ ότι είναι και τα αδικήματα της οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα, οι προσωπικές περιστάσεις του παραβάτη λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Στην Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε, με αναφορά στην Τροκκούδης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306 ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω και συνυπολογίζω προς όφελος του Κατηγορούμενου την άμεση παραδοχή του (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) και το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου το λευκό οδικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Λαμβάνω επίσης υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου όπως αυτές διαφαίνονται μέσα από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και συνοψίστηκαν πιο πάνω. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Κατηγορούμενος είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου. Στρεφόμενος τώρα στην εισήγηση της συνηγόρου ότι ο Κατηγορούμενος στην περίπτωση που φυλακισθεί δεν θα μπορεί να συντηρεί την οικογένεια του αφού θα απωλέσει και την εργασία του, θα πρέπει να αναφέρω ότι είναι σαφώς νομολογημένο ότι οι επιπτώσεις από ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στην οικογένεια ενός Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας. Δεν είναι, όμως, καθοριστικής σημασίας για την επιλογή του είδους της ποινής (Βλ. Hossein M. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315). Δεν παραγνωρίζω ότι ενδεχόμενη επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα έχει ως συνέπεια ο Κατηγορούμενος να στερηθεί των εισοδημάτων του για όσο χρόνο αυτός διαταχθεί να εκτίσει τέτοια φυλάκιση. Έχω επίσης κατά νου ότι ενδεχόμενη επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης δυνατόν να επηρεάσει δυσμενώς και την εργασία της συζύγου του αφού θα πρέπει πλέον να φροντίζει μόνη της το ανήλικο τέκνο τους. Είμαι λοιπόν διατεθειμένος να λάβω υπόψη μου τις συνέπειες αυτές που θα επιφέρει στην οικογένεια του Κατηγορούμενου η επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης ,όχι όμως σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό στοιχείο την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν στις 14/08/19 και το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 13/05/20, δηλαδή 9 μήνες μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου η δικαιολογία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή δεν ήταν ικανοποιητική ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε ευθύνεται αποκλειστικά ο Κατηγορούμενος, αφού δεν έχουν δοθεί σαφείς λεπτομέρειες γιατί στην προηγούμενη υπόθεση που είχε καταχωρηθεί εναντίον του Κατηγορούμενου με αρ. 16079/19 και η οποία απορρίφθηκε λόγω μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης, ο Κατηγορούμενος δεν έγινε κατορθωτό να εντοπιστεί και να συλληφθεί από την Αστυνομία. Η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης κρίνεται αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο και είναι της τάξης του 1 έτους και 10 μηνών. Σημειώνεται ότι από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και μέχρι την ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση για πρώτη φορά για επίδοση δηλαδή στις 15/10/20 διέρρευσε το χρονικό διάστημα των 5 μηνών. Ο Κατηγορούμενος εκείνη την ημερομηνία δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του και η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση και έλεγχο του εντάλματος σύλληψης στις 11/02/
- Η υπόθεση ορίστηκε ξανά για τον ίδιο λόγο την 1/3/21, την 31/3/21 την 27/04/21 και την 19/05/
- Την 12/05/21 εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης και ο Κατηγορούμενος αφού παρουσιάστηκε τελικά απάντησε στις κατηγορίες. Η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 08/06/
- Δόθηκαν οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γρ. Ευημερίας. Στις 08/06/21 ζητήθηκε από την υπεράσπιση περαιτέρω χρόνος. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 18/06/21, ημερομηνία κατά την οποία εκτέθηκαν τα γεγονότα και η συνήγορος υπεράσπισης αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής. Επιφυλάχθηκε ποινή για τις 22/06/
- Το Δικαστήριο στο μεταξύ επειδή διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε παραδεχτεί την 2η κατηγορία αλλά και επειδή τόσο από την έκθεση των γεγονότων αλλά και την αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης χρειαζόταν περαιτέρω διευκρινίσεις, στις 22/06/21 ανέβαλε την υπόθεση για επιβολή ποινής στις 24/06/21 αφού πρώτα ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στην 2η κατηγορία και αφού οι δύο πλευρές έδωσαν τις περαιτέρω διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από το Δικαστήριο για όσα είχαν εκθέσει στις 18/06/
- Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι για το χρονικό διάστημα των 5 μηνών δηλαδή από τις 13/05/20 μέχρι τις 15/10/20 ο Κατηγορούμενος δεν φέρει καμία ευθύνη. Επίσης προκύπτει ότι για το χρονικό διάστημα των 7 μηνών δηλαδή από τις 15/10/20 μέχρι τις 12/05/21, ημερομηνία κατά την οποία εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του και πάλι ο Κατηγορούμενος δεν ευθύνεται, αφού για αυτό το χρονικό διάστημα δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Πιο συγκεκριμένα δεν δόθηκε καμία δικαιολογία γιατί το ένταλμα σύλληψης δεν μπορούσε να εκτελεστεί ενωρίτερα με αποτέλεσμα να χρειαστούν αυτοί οι 7 μήνες μέχρι να συλληφθεί τελικά ο Κατηγορούμενος στις 12/05/
- Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος. Με δεδομένο όμως την σοβαρότητα ιδιαίτερα του υπό τιμωρία αδικήματος της 1ης κατηγορίας για τους λόγους που ενωρίτερα υποδείχθηκαν κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρθηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε δεν παρατηρείται μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Ο χρόνος που διέρρευσε θα έχει το αντίκρισμά του στην επιβληθεισόμενη ποινή, όχι, όμως, σε βαθμό που να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλουν η φύση των υπό τιμωρία αδικημάτων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Συνεκτιμώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και την φύση και την σοβαρότητα των αδικημάτων, κρίνω ότι στην παρούσα, η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η φυλάκιση. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής πέραν της φυλάκισης θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί, ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας καθώς και η χρονική διάρκεια της αυτής (βλ. Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300). Εξετάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα στην παρούσα υπόθεση αλλά ταυτόχρονα και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, ιδιαίτερα αυτό της 1ης κατηγορίας, σε συνδυασμό πάντοτε με όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν ανωτέρω , κρίνω ορθό σκόπιμο και δίκαιο όπως επιβληθεί στον Κατηγορούμενο και αυτό το είδος ποινής. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. Επιπλέον να αναγραφούν στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου και 5 βαθμοί ποινής. Στην 2η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Στην 3η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 15 ημερών.. Στην 4η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο αφού αυτό το ζήτημα έχει τεθεί ευθέως και από την συνήγορο του. Το Νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που να δικαιολογούν και την αναστολή της. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο να συντρέχουν και η έκτιση τους αρχίζει από σήμερα. (Υπ.)........... Σ. Συμεού , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο