Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΑΖΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:13391/18, 16/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:13391/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν XXXXX ΑΖΙΝΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 16.06.21 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Χατζιωάννου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η H Κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8,19 και 20Α του Ν.86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Η κατηγορία αυτή ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στην οδό Ιαπετού στον Άγιο Αθανάσιο στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού με ενεχόμενα οχήματα, το όχημα της Κατηγορούμενης μαζί με το όχημα του ΜΚ
- Σημειώνεται ότι το όχημα του ΜΚ3 με το όχημα της Κατηγορουμένης δεν είχαν οποιαδήποτε άμεση επαφή, δηλαδή δεν επήλθε η μεταξύ τους σύγκρουση. Εντούτοις αυτό που αποδίδεται στην Κατηγορουμένη, είναι ότι η ενέργεια της να επιχειρήσει δεξιά στροφή για να εισέλθει σε παρακείμενο χώρο στάθμευσης, είχε ως αποτέλεσμα να αποκόψει την ορθόδοξη πορεία του ΜΚ3 και να τον αναγκάσει να παρεκκλίνει της πορείας του στρίβοντας το όχημα του αριστερά για να αποφύγει μια ενδεχόμενη σύγκρουση μαζί με το όχημα της. Η πιο πάνω ενέργεια του ΜΚ3 είχε ως αποτέλεσμα το όχημα του να συγκρουστεί με άλλα 3 οχήματα εκ των οποίων το 1 από αυτά αφού μετακινήθηκε προσέκρουσε σε ακόμη ένα άλλο όχημα. Επίσης το όχημα του ΜΚ3 συγκρούστηκε με ένα πασαλάκι το οποίο βρισκόταν τοποθετημένο επί του νότιου πεζοδρομίου του δρόμου καθώς και με ένα πεζό, δηλαδή τον ΜΚ2, τον οποίο χτύπησε τραυματίζοντας τον σοβαρά. Η Κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας. Τον Α/Αστ. XXXX. Νικολάου (ΜΚ1) τον XXXXXX Χατζησέργη (ΜΚ2) τον XXXXXX Γαβριηλίδη (ΜΚ3) και τον XXXXXX Αγησιλάου (ΜΚ4). ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η συσκευασία, διακίνηση, σφράγιση και φύλαξη του Τεκμηρίου 1 που αφορά ένα usb stick media range 4GB μέχρι και την κατάθεση του στο Δικαστήριο, έγινε ορθά και νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή ή επέμβαση από οποιοδήποτε πλην για τις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου-DVD (Τεκμήριο 1) αποτελεί πιστό αντίγραφο του περιεχομένου του usb stick media range 4GB και πρόκειται για το ίδιο στο οποίο θα αναφερθεί ο XXXXXX. Νικολάου (ΜΚ1) εξεταστής της υπόθεσης κατά την μαρτυρία του. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα, η κατάθεση του ΧΧΧΧΧΧΧ Maksim στην μητρική του γλώσσα η οποία είναι η Ρωσική (Τεκμήριο 14), η πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 14 στην Ελληνική γλώσσα (Τεκμήριο 15) και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του εργαστηρίου εικόνας και γραφικών με αρ. αναφοράς ΥΠΕΓΕ 3359/17 η οποία ετοιμάστηκε από τον XXXXX Ελευθερίου (Τεκμήριο 16). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η προσαχθείσα μαρτυρία στα κύρια σημεία της μπορεί να συνοψισθεί ως εξής : Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο XXXXXX. Νικολάου (ΜΚ1) ο οποίος είναι και ο εξεταστής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Κατά την κυρίως εξέταση, αφού αρχικά υιοθέτησε την κατάθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 2), ανέφερε ότι εργάζεται στην Τροχαία Λεμεσού και συγκεκριμένα στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων. Κατά την διερεύνηση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος όταν αφίχθηκε στην σκηνή, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 3). Ακολούθως το μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τεκμήριο 4). Ο ΜΚ1 αφού αναγνώρισε και τα δύο σχέδια, τα υιοθέτησε και τα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ1 κατέθεσε επίσης σειρά τεκμηρίων μεταξύ των οποίων την γραπτή κατηγορία της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 5). Αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος διευκρίνισε ότι μέσα από την διερεύνηση προέκυψε ότι το όχημα της Κατηγορούμενης ενώ κινείτο με ανατολική κατεύθυνση στον επίδικο δρόμο, κατά την στιγμή που επιχειρούσε να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε για να εισέλθει σε ανοιχτό χώρο στάθμευσης, απέκοψε την πορεία του οχήματος του ΜΚ3 με αποτέλεσμα το όχημα του, το οποίο κινείτο εξ αντιθέτου, να επιχειρείσει ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει ενδεχόμενη σύγκρουση με το όχημα της Κατηγορούμενης. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η πιο πάνω ενέργεια του ΜΚ3 είχε ως αποτέλεσμα το όχημα του να συγκρουστεί διαδοχικά με άλλα 4 οχήματα που ήταν σταθμευμένα σε ανοιχτό χώρο στάθμευσης αλλά και να χτυπήσει τον πεζό ΜΚ2 τραυματίζοντας τον σοβαρά. Ο ΜΚ2 κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν επί του νότιου πεζοδρομίου του δρόμου. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας το όχημα του ΜΚ3 αρχικά χτύπησε σε ένα πασαλάκι (σημείο Χ), ακολούθως χτύπησε στο πρώτο όχημα (σημείο Χ1), μετά στον πεζό ΜΚ2 (σημείο Χ2) στην συνέχεια ένα δεύτερο όχημα (σημείο Χ3) και ακολούθως σε ένα τρίτο όχημα (σημείο Χ4). Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον ΜΚ1 το όχημα που βρισκόταν στο σημείο Χ4 , από την σύγκρουση με το όχημα του ΜΚ3 σπρώχτηκε με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο τέταρτο όχημα στο σημείο Χ
- Τέλος σύμφωνα με τον ΜΚ1 η Κατηγορούμενη του ανέφερε ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε το όχημα του ΜΚ3 από απόσταση 24 μέτρων. Στην συνέχεια η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε να προβληθεί ο ψηφιακός δίσκος-dvd (Τεκμήριο 1) με σκοπό να καταδειχθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα. Κατά την προβολή του συγκεκριμένου DVD (Τεκμήριο 1) ο ΜΚ1 αναγνώρισε το όχημα της Κατηγορούμενης περιγράφοντας στο Δικαστήριο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 όταν ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε το όχημα της Κατηγορούμενης να εισέρχεται στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας προέβηκε σε αποτρεπτική κίνηση στρίβοντας απότομα το όχημα του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να αυτό να συγκρουστεί τόσο με άλλα 4 οχήματα όσο και με ένα πασαλάκι που βρισκόταν επί του νότιου πεζοδρομίου της οδού Ιαπετού αλλά και με τον πεζό ΜΚ
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 κλήθηκε να διευκρινίσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα. Κλήθηκε επίσης να υποδείξει στο Τεκμήριο 4 το σημείο που κατά την γνώμη του ακινητοποιήθηκε το όχημα της Κατηγορουμένης κατά την στιγμή που επεσυνέβη το δυστύχημα. Ο ΜΚ1 σημείωσε το με το γράμμα Β1 επί του Τεκμηρίου 4 το πιο πάνω σημείο. Περαιτέρω πρόσθεσε ότι η σημείωση από τον ίδιο έγινε κατά προσέγγιση αφού δεν μπορούσε να το υπολογίσει με ακρίβεια επειδή το όχημα της Κατηγορούμενης όταν αυτός έφτασε στην σκηνή είχε ήδη μετακινηθεί. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 αυτό το οποίο διαπίστωσε και ο ίδιος τόσο κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος όσο και από την μετέπειτα προβολή του Τεκμηρίου 1 στο Δικαστήριο, ήταν ότι κατά την στιγμή που ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε τον κίνδυνο μπροστά του, δηλαδή το όχημα της Κατηγορουμένης, αυτό βρισκόταν ήδη εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της και δη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο ο ΜΚ
- Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 η θέση ότι η Κατηγορούμενη κατά την στιγμή της επίσκεψης του στο μέρος απουσίαζε. Ο ΜΚ1 δεν συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης υποστηρίζοντας ότι τόσο η Κατηγορούμενη όσο και ο ΜΚ3 βρίσκονταν στην σκηνή. Διευκρίνισε όμως ότι το πρόχειρο σχέδιο δεν υπογράφηκε από την Κατηγορούμενη κατά την στιγμή εκείνη αλλά την επομένη ημέρα όταν της υποδείχθηκε από κάποιο άλλο συνάδελφο του. Ο ΜΚ1 συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι μεταξύ του οχήματος της Κατηγορουμένης και του άλλου ενεχόμενου οχήματος δεν υπήρξε οποιαδήποτε άμεση επαφή και ότι μάλιστα η αποφευκτική κίνηση στην οποία προέβηκε ο ΜΚ3 μπορεί να χαρακτηριστεί ως απότομη και βίαιη. Τέλος, όσον αφορά την θέση της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ3 οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε μέτρηση καθότι δεν υπήρχαν στην σκηνή οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης στην άσφαλτο που θα τον οδηγούσαν να προβεί σε μια τέτοια διαπίστωση. Σε σχέση με την θέση της υπεράσπισης ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή και συνεπώς αυτό υποδηλώνει ότι ο ΜΚ3 κινείτο με αυξημένη ταχύτητα, ο ΜΚ1 απαντώντας στην πιο πάνω θέση εξήγησε ότι ναι μεν η σύγκρουση του οχήματος αρχικά με το πασαλάκι και το πεζοδρόμιο ήταν σφοδρή αλλά η σφοδρότητα μειώθηκε όσον αφορά τις υπόλοιπες συγκρούσεις που επακολούθησαν. Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο XXXXXXX Χατζησέργης (ΜΚ2). Πρόκειται για τον πεζό ο οποίος βρισκόταν επί του νότιου πεζοδρομίου της οδού Ιαπετού και ο οποίος τραυματίστηκε από το όχημα του ΜΚ3 όταν ο τελευταίος προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα της Κατηγορούμενης στρίβοντας το όχημα του αριστερά με βάση την πορεία που ακολουθούσε. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ3 αναγνώρισε την κατάθεση του (Τεκμήριο 8) και υπέδειξε επί του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος (Τεκμήριο 3) την υπογραφή του καθώς και την θέση στην οποία βρισκόταν επί του νότιου πεζοδρομίου του δρόμου κατά την στιγμή που αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το όχημα της Κατηγορούμενης να κινείται στον δρόμο. Η Κατηγορούμενη σύμφωνα με τον ΜΚ2 εργαζόταν στην ίδια εταιρεία μαζί του γι' αυτό και γνωρίζονταν. Όπως ανέφερε μάλιστα ο ΜΚ2 όταν αντιλήφθηκε την Κατηγορούμενη να οδηγεί το όχημα της στον δρόμο (σημείο α επί του Τεκμηρίου 3) την χαιρέτησε. Ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε επίσης κατά την κυρίως εξέταση του, ότι δεν αντιλήφθηκε πως επεσυνέβη το δυστύχημα. Όλα όπως χαρακτηριστικά ανέφερε διαδραματίστηκαν σε κλάσματα δευτερολέπτου και το μόνο το οποίο μπορούσε να αναφέρει ήταν ότι ένιωσε το χτύπημα από το όχημα του ΜΚ
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 από την υπεράσπιση δεν αμφισβητήθηκε. Στο μόνο που κλήθηκε να απαντήσει ήταν στο κατά πόσο αντιλήφθηκε τον ΜΚ3 να οδηγεί το όχημα του με μεγάλη ταχύτητα. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κάτι τέτοιο αλλά λογικά θα έτρεχε. Όσον αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος επανέλαβε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε. Η Κατηγορούσα Αρχή στην συνέχεια κάλεσε στο Δικαστήριο τον άλλο ενεχόμενο οδηγό, δηλαδή τον XXXXXX Γαβριηλίδη (ΜΚ3). Ο ΜΚ3 αναγνώρισε την κατάθεση που του λήφθηκε από την αστυνομία την επομένη ημέρα του δυστυχήματος (Τεκμήριο 9). Περαιτέρω αναγνώρισε την υπογραφή του επί του πρόχειρου σχεδίου, αναφέροντας ότι το συγκεκριμένο σχέδιο του υποδείχθηκε και με αυτό συμφώνησε. Σύμφωνα με τον ΜΚ3 το δυστύχημα επεσυνέβη ενώ οδηγούσε στην οδό Ιαπετού με δυτική κατεύθυνση και ενώ κινείτο με ταχύτητα 50 ΧΑΩ. Τότε ήταν που αντιλήφθηκε ότι το όχημα της Κατηγορουμένης είχε πρόθεση να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης που βρισκόταν στην νότια πλευρά του δρόμου. Σύμφωνα με τον ΜΚ3 το συγκεκριμένο όχημα αφού πρώτα σταμάτησε, και ενώ ο ίδιος συνέχισε να οδηγεί σε ευθεία πορεία, κατά την στιγμή που τα δύο οχήματα βρέθηκαν σε πολύ κοντινή απόσταση ξαφνικά αυτό άρχισε να στρίβει δεξιά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε με αποτέλεσμα να του αποκόψει την δική του ελεύθερη πορεία. Ο ΜΚ3 εξήγησε ότι η πιο πάνω ενέργεια της Κατηγορουμένης είχε ως αποτέλεσμα ο ίδιος να αναγκαστεί να προβεί σε αποτρεπτική ενέργεια στρίβοντας το τιμόνι του προς τα αριστερά, ακολούθως να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του, να προσκρούσει αρχικά σε ένα πασαλάκι καθώς και σε άλλα οχήματα που ήταν παρκαρισμένα όπως και με τον πεζό ΜΚ
- Ο ΜΚ3 διευκρίνισε επίσης ότι αντιλήφθηκε ότι το όχημα της Κατηγορούμενης επιχειρούσε να στρίψει δεξιά όταν αυτό βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από το δικό του. Σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία η πρώτη φορά που είδε το όχημα της Κατηγορούμενης να κινείται μέσα στον δρόμο ήταν από απόσταση 50 μέτρων. Επίσης παραδέχτηκε ότι δεν κατάφερε να ενεργοποιήσει τα φρένα του ούτε πριν ούτε κατά την στιγμή που έστριψε το όχημα του προς τα αριστερά. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 αμφισβητήθηκε για τα όσα ανέφερε τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και στην κατάθεση του (Τεκμήριο 9). Αποτέλεσε βασική θέση της υπεράσπισης ότι αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος φέρει ο ίδιος ο οποίος ενώ οδηγούσε δεν είχε στραμμένη την προσοχή του στον δρόμο αλλά έβλεπε προς τα κάτω με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αντιληφθεί την ύπαρξη του οχήματος της Κατηγορούμενης. Από την άλλη ο ΜΚ3 αντεξεταζόμενος, επέμεινε στην βασική του θέση ότι η ενέργεια στην οποία προέβηκε , δηλαδή να στρίψει το όχημα του αριστερά, έγινε για να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα της Κατηγορούμενης αφού δεν είχε καθόλου χρόνο μπροστά του για να αντιδράσει και συνεπώς αντέδρασε κατ' αυτόν τον τρόπο. Ο ΜΚ3 διευκρίνισε και συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι κατά την στιγμή που αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το όχημα της Κατηγορουμένης αυτό βρισκόταν εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Περαιτέρω υποστήριξε ότι η Κατηγορούμενη έστριψε χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον δείχτη της. Ο ΜΚ3 αμφισβητήθηκε για τον πιο πάνω ισχυρισμό του και του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση η θέση ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρθηκε από τον ίδιο στην γραπτή του κατάθεση. Ο ΜΚ3 όμως, επέμεινε κατηγορηματικά στον πιο πάνω ισχυρισμό αναφέροντας ότι πληροφόρησε την Αστυνομία τόσο για αυτόν τον ισχυρισμό όσο και για το γεγονός ότι δεν πάτησε καθόλου τα φρένα του. Όπως υποστήριξε δεν μπορεί να γνωρίζει γιατί κάτι τέτοιο δεν γράφτηκε στην κατάθεση του. Σύμφωνα με τον ίδιο παρόλο που κατά την στιγμή που έδινε κατάθεση βρισκόταν σε κατάσταση σοκ ένεκα του δυστυχήματος που είχε επισυμβεί κατά την προηγούμενη ημέρα εντούτοις τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους είχε αναφέρει. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που προβλήθηκε κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα, ότι δηλαδή το όχημα της Κατηγορούμενης σταμάτησε, ο ΜΚ3 συμφώνησε ότι δεν τον ανέφερε στην κατάθεση του αλλά ότι τον είπε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο κατά την δια ζώσης μαρτυρία του. Τέταρτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο XXXXXX. Αγησιλάου (ΜΚ4). Όπως ανέφερε ο ΜΚ4, οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα είναι συγκεκριμένες και περιορίζονται στην υπόδειξη του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος της σκηνής του δυστυχήματος στην Κατηγορούμενη καθώς και στην λήψη ανακριτικών καταθέσεων τόσο από την Κατηγορούμενη όσο και από τον ΜΚ
- Επίσης όπως ανέφερε ο ΜΚ4 αυτός ήταν και το πρόσωπο το οποίο εκτέλεσε τα εντάλματα σύλληψης που εκκρεμούσαν εναντίον των δυο ενεχόμενων οδηγών. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 δεν αμφισβητήθηκε ούτε για τα όσα αναφέρονται στην γραπτή του κατάθεση ούτε και για τα όσα ανέφερε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του. Η υπεράσπιση ουσιαστικά κάλεσε τον ΜΚ4 να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνεται η ανακριτική κατάθεση και κατά πόσο καταγράφονται στο γραπτό κείμενο της κατάθεσης όλα όσα αναφέρει το πρόσωπο που την δίνει. Ο ΜΚ4 εξηγώντας τον τρόπο λήψης μιας κατάθεσης ανέφερε ότι όσα αναφέρονται από το πρόσωπο από το οποίο λαμβάνεται καταγράφονται ενώ με το πέρας της κατάθεσης εάν το πρόσωπο επιθυμεί μπορεί να του ξαναδιαβαστεί και ακολούθως να την υπογράψει. Ο ΜΚ4 σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα κλήθηκε και από την Κατηγορούσα Αρχή κατά την επανεξέταση να διευκρινίσει κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση η κατάθεση που λήφθηκε από τον ΜΚ3 ήταν ανοιχτή κατάθεση ή ανακριτική. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ3 υπό την μορφή ερωτοαπαντήσεων. Συγκεκριμένα διευκρίνισε ότι επρόκειτο για αφηγηματική κατάθεση η οποία προέκυψε κατόπιν ερωτήσεων που του έγιναν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Η επιλογή τoυ Κατηγορούμενου να μην αναφέρει οτιδήποτε όταν κλήθηκε σε απολογία είναι ανάμεσα στα δικαιώματα του και το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξάγει συμπεράσματα ενοχής αλλά ούτε το ίδιο ούτε η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάζει το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να δώσει ένορκη κατάθεση και να υποστεί αντεξέταση, εκτός μόνο σε κάποιες περιπτώσεις αν τα γεγονότα είναι τέτοια που θα αναμενόταν κάποια εξήγηση από τον Κατηγορούμενο (βλ. Vrakas v. R.
(1973)2 C.L.R 139 και Θεμιστοκλέους v. Aστυνομίας
(1981)2 C.L.R 200). Σε τέτοια περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος παραλείπει να δώσει ενόρκως μαρτυρία να καλέσει μάρτυρες προς υπεράσπιση του, το Δικαστήριο εξετάζει (α) κατά πόσο η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι αξιόπιστη και αν ναι (β) αν είναι ικανοποιητική για να αποδείξει την κατηγορία καθότι ο Κατηγορούμενος συνταγματικά και νομολογιακά τεκμέρεται αθώος μέχρις ότου η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει την ενοχή του στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αρχίζοντας την αξιολόγηση μου από την μαρτυρία του ΜΚ1, έχω μελετήσει καταρχήν με μεγάλη προσοχή τόσο την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 2) όσο και τα όσα ανέφερε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του. Η εικόνα η οποία αποκόμισα από τον μάρτυρα αυτό είναι ότι πρόκειται για έναν αξιόπιστο μάρτυρα και η πεποίθηση που μου δημιουργήθηκε είναι ότι ήταν ειλικρινής αναφέροντας την αλήθεια των όσων διαπίστωσε κατά την παραμονή του στην σκηνή του δυστυχήματος. Επίσης είμαι πεπεισμένος ότι μετέφερε επακριβώς όλα τα σημεία και τις μετρήσεις στις οποίες προέβηκε διερευνώντας τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος στο πρόχειρο και μετέπειτα στο συμμετρικό σχεδιαγράφημα. Συνεπώς αποδέχομαι όλα τα σημεία και τις μετρήσεις του καθώς και τα σημεία σύγκρουσης που εντόπισε στην σκηνή του δυστυχήματος τόσο όσον αφορά τα οχήματα όσο και το σημείο σύγκρουσης με τον πεζό ΜΚ2 αλλά και με το πασαλάκι που ήταν τοποθετημένο επί του νότιου πεζοδρομίου του δρόμου. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση σε κανένα σημείο της. Εξάλλου διαπιστώνω ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος επιβεβαιώνονται και από την πραγματική μαρτυρία ,Τεκμήριο 1. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεχτή στην ολότητα της. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Σε σχέση με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ1 δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας για μπορέσει να επεξηγήσει τις σκηνές που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1, καταρχήν θα πρέπει να αναφερθεί ότι τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του από την υπεράσπιση. Σύμφωνα με την Νομολογία βλ. (Ζαχαρία v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3 (Α) ΑΑΔ 293) οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί προωθούνται για πρώτη φορά μέσω αγορεύσεων δεν μπορούν και δεν θα ληφθούν υπόψη. Ο ΜΚ1 κατά την στιγμή της προβολής του Τεκμηρίου 1 επεξήγησε απλά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, προέβηκε σε αναγνώριση του οχήματος της Κατηγορούμενης χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε περεταίρω για το οποίο να απαιτείται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη ή εξειδικευμένη γνώση. Η θέση της υπεράσπισης για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί ανωτέρω απορρίπτεται ως αόριστη, ατεκμηρίωτη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Εξετάζοντας την μαρτυρία του ΜΚ2 διαπίστωσα ότι αυτή ήταν τυπικής φύσεως εφόσον ο μάρτυρας αυτός δεν μπόρεσε στην ουσία να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τις πραγματικές συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Τα όσα γεγονότα ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση επαναλήφθηκαν και δια ζώσης κατά την μαρτυρία του. Ο ΜΚ2 μου άφησε θετική εντύπωση αφού κατηγορηματικά υποστήριξε ότι παρόλο που ο ίδιος κτυπήθηκε και τραυματίστηκε σοβαρά από το όχημα του ΜΚ3 δεν γνωρίζει με ποιο τρόπο και υπό ποιες περιστάσεις επεσυνέβη το δυστύχημα. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στα όσα διαδραματίστηκαν προ της σύγκρουσης και δη στο γεγονός ότι απλά αντιλήφθηκε την Κατηγορούμενη να οδηγεί το όχημα της και την χαιρέτισε. Από την μαρτυρία του όμως δεν μπορώ να αποδεχτώ την θέση του ότι λογικά ο ΜΚ3 θα οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα γιατί η θέση του αποτελεί απλά και μόνο μαρτυρία γνώμης και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό και ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος. Προχωρώντας στην μαρτυρία του ΜΚ3 και αφού την εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή διαπίστωσα ότι αυτή ήταν σαφής, θετική και κατηγορηματική. Ο ΜΚ3 εξιστόρησε στο Δικαστήριο με άνεση και χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ή δισταγμό τα όσα βίωσε κατά την στιγμή που επεσυνέβη το δυστύχημα. Διαπίστωσα επίσης ότι υπήρχε συνέχεια μεταξύ των όσων καταμαρτυρούσε τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του. Δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδης αντίφαση μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης και της δια ζώσης μαρτυρίας του. Κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Τουναντίον ο ΜΚ3 υποστήριξε κατηγορηματικά και με σθεναρότητα τους ισχυρισμούς του και ιδιαίτερα την θέση του, ότι η ξαφνική αποκοπή της πορείας του οχήματος του από το όχημα της Κατηγορουμένης ,ήταν η αποκλειστική αιτία που ο ίδιος κατά την δεδομένη χρονική στιγμή ενήργησε κατ' αυτό τον τρόπο, δηλαδή στρίβοντας το όχημα του απότομα αριστερά με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του και να επισυμβεί το δυστύχημα. Παρακολούθησα γενικά το ύφος του ΜΚ3, τον τρόπο που κατάθετε αλλά και το περιεχόμενο των απαντήσεων του. Δεν έχω απολύτως καμία αμφιβολία ότι εξιστόρησε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Όσον αφορά κάποιες μικρές διαφορές που εντοπίζονται στην μαρτυρία του ΜΚ3, και πιο συγκεκριμένα σε ισχυρισμούς που παρόλο δεν καταγράφηκαν στην γραπτή του κατάθεση προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, έχω την πεποίθηση ότι αυτές οι διαφορές δεν είναι τέτοιας σημασίας και έκτασης που να μπορούν να επηρεάσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα ως προς την ουσία των γεγονότων στα οποία είχε ήδη αναφερθεί και αφορούν τις πραγματικές συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Εξάλλου δεν παραγνωρίζω ότι η πρόκληση τροχαίων δυστυχημάτων λαμβάνει χώρα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα και τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, σε κλάσματα δευτερολέπτου, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το επίδικο τροχαίο δυστύχημα επεσυνέβη σε κλάσματα δευτερολέπτου. Από την μαρτυρία του ΜΚ3 δεν μπορώ να αποδεχτώ τον ισχυρισμό του τόσο στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 9) όσο και κατά την δια ζώσης μαρτυρία του , ότι δηλαδή οδηγούσε με ταχύτητα 50 ΧΑΩ. Η πιο πάνω θέση του αποτελεί μαρτυρία γνώμης και δεν είναι αποδεκτή. Εξάλλου σημειώνεται ότι η υπεράσπιση δεν υπέβαλε ούτως ή άλλως στον ΜΚ3 την θέση ότι αυτός οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα. Όσον αφορά την εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο ΜΚ3 πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος γιατί έδωσε αντιφατικούς ισχυρισμούς όπως για παράδειγμα ότι αντιλήφθηκε την Κατηγορούμενη να έχει σταματήσει πριν στρίψει δεξιά και του αποκόψει την πορεία, ή ότι δεν γνωρίζει με τι ταχύτητα οδηγούσε κατά την στιγμή της ανακοπής, θα πρέπει να λεχθεί ότι η αναστάτωση που επιφέρει στους οδηγούς η σύγκρουση οχημάτων, προκαλεί σύγχυση ως προς τα διαδραματιζόμενα με επακόλουθο ενίοτε ανακρίβειες στη μαρτυρία τους. Είναι γι' αυτό που η πραγματική μαρτυρία παρέχει αμετακίνητη βάση για την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισμένα. Στην προκειμένη περίπτωση από το Τεκμήριο 1 προκύπτει ότι όντως η Κατηγορούμενη ενώ βρισκόταν και οδηγούσε εντός της δικής της λωρίδας κυκλοφορίας ξαφνικά έστριψε το όχημα της δεξιά και εισήλθε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο ο ΜΚ3 αιφνιδιάζοντας τον. Τα όσα καταγράφηκαν και προκύπτουν μέσα από το Τεκμήριο 1 επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του ΜΚ3 όπως αυτός τους διηγήθηκε τόσο μέσα από την γραπτή του κατάθεση όσο και κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου DEREK KNELL v Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 5729 15/4/94 2ΑΑΔ 51 αναφέρθηκαν τα εξής : " Η αξία της πραγματικής μαρτυρίας είναι η ίδια σε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις αποτυπώνει γεγονότα που αποτελούν οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την ακρίβεια της μαρτυρίας τους. Η ανακρίβεια στη μαρτυρία του εφεσείοντα για την απόσταση της ορατότητας δεν υποδηλώνει αναξιοπιστία και εύλογα μπορεί να αποδοθεί σε εσφαλμένη εκτίμηση. Ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, η εκδοχή του παραπονουμένου ενισχυόταν από την πραγματική μαρτυρία." Είμαι λοιπόν πεπεισμένος ότι και στην υπό κρίση περίπτωση οι ασυνέπειες στην μαρτυρία του ΜΚ3 δεν υποδηλώνουν αναξιοπιστία αλλά εύλογα μπορούν να αποδοθούν σε εσφαλμένη εκτίμηση. Αυτό που αποτελεί βασικό οδηγό είναι ότι η μαρτυρία του ΜΚ3 ως προς τα ουσιώδη γεγονότα υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία που υπάρχει στο Δικαστήριο και δη από το Τεκμήριο 1 (ψηφιακός δίσκος στον οποίο καταγράφηκε το δυστύχημα), Τεκμήριο 3 (πρόχειρο σχέδιο) και Τεκμήριο 4 (συμμετρικό σχέδιο). Δεν έχω λοιπόν καμία αμφιβολία ότι ο ΜΚ3 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και κατά συνέπεια αποδέχομαι την μαρτυρία του πλην του σημείου που ανέφερα προηγουμένως. Ερχόμενος τώρα στην ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 12) και αφού εφάρμοσα τις νομικές αρχές που έχω προαναφέρει καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν θα προσδώσω σε αυτή οποιαδήποτε σημασία, αφής στιγμής η Κατηγορούμενη διατήρησε το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να καταθέσει ενόρκως ως ήταν φυσικά δικαίωμα της. Αφετέρου η ανακριτική της κατάθεση δεν εμπεριέχει ενοχοποιητικές δηλώσεις οι οποίες θα μπορούσαν να ληφθούν ως μαρτυρία ενοχής. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 18/07/17 η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα της στην οδό Ιαπετού στην Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση και κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της. Ο ΜΚ3 οδηγούσε το όχημα του στον ίδιο δρόμο τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του και ακολουθούσε δυτική πορεία. Σε κάποιο σημείο της οδού Ιαπετού το όχημα της Κατηγορούμενης έστριψε απότομα δεξιά και εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της με πρόθεση να εισέλθει σε ανοιχτό χώρο στάθμευσης. Η ενέργεια της Κατηγορούμενης είχε ως αποτέλεσμα να αποκόψει την ορθόδοξη πορεία του οχήματος του ΜΚ3 ο οποίος οδηγούσε σε ευθεία πορεία, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αναγκαστεί να προβεί σε αποτρεπτική κίνηση στρίβοντας το όχημα του προς τα αριστερά για να αποφύγει την μεταξύ τους σύγκρουση. Η πιο πάνω ενέργεια του ΜΚ3 είχε ως αποτέλεσμα αυτός να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του, να προσκρούσει και να ανέβει επί του νότιου πεζοδρομίου του δρόμου και να συγκρουστεί αρχικά με ένα πασαλάκι στο σημείο Χ στην συνέχεια με το όχημα XXX 257 στο σημείο Χ1 ακολούθως με τον πεζό ΜΚ2 στο σημείο Χ2. Έπειτα το όχημα του ΜΚ3 συγκρούστηκε με το όχημα XXX 603 στο σημείο Χ3 και ακολούθως με το όχημα XXX 444 στο σημείο Χ4 το οποίο αφού μετακινήθηκε από την σύγκρουση χτύπησε πάνω στο όχημα XXX 770 στο σημείο Χ5. Η σύγκρουση στο σημείο Χ2 είχε ως αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά ο ΜΚ2 και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο. Τόσο στο όχημα του ΜΚ3 όσο και στα υπόλοιπα οχήματα από την σύγκρουση προκλήθηκαν ζημιές. Το δυστύχημα καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της εταιρείας XX XXXXXX που βρίσκεται στην οδό Ιαπετού αρ. 38 στη νότια πλευρά του δρόμου. Στις 10/07/17 o XXXXX Maksim ο οποίος είναι ένας εκ των ιδιοκτητών της πιο πάνω εταιρείας, κατόπιν υποδείξεων του ΜΚ1 αντέγραψε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης σε ένα USB STICK MEDIA RANGE 4G τις πραγματικές συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Στις 24/07/17 ο Αστ.ΧΧΧΧΧΧ Eλευθερίου της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών παρέλαβε από τον Λοχ. XXXXXX Θεοχάρους το πιο πάνω αναφερόμενο usb stick media range 4G το περιεχόμενο του οποίου αντέγραψε σε δύο αντίγραφα ψηφιακούς δίσκους CD. Ο ένας εκ των δύο ψηφιακών δίσκων στους οποίους αντιγράφηκε το περιεχόμενο του usb stick media range 4G το οποίο αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, είναι το Τεκμήριο 1. Ο δρόμος έχει πλάτος 8 μέτρα και αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα ο δρόμος είναι ευθύς. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Αποτελεί επίσης καλώς θεμελιωμένη αρχή ότι η ταχύτητα από μόνη της δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε συμπέρασμα για αμέλεια (Βλ. Demou v. Constantinou and Another
(1979)1 C.L.R. 21, Ioakim v. Soteriades
(1984)1 C.L.R. 175, Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5, Βρυωνίδη v. Σωφρονίου, Πολιτική Έφεση 9479/23.9.97). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση SAVENCU v Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 194/19 9.7.20 επαναλήφθηκε η αρχή ότι η υπερβολική ταχύτητα δεν μπορεί από μόνη της να στοιχειοθετήσει αμέλεια, εκτός αν οι υπόλοιπες λεπτομέρειες συνηγορούν στην ύπαρξη αμέλειας. (Βλέπε Quinn v. Scott [1965] 2 All E.R. 588). Στην υπόθεση Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5, τονίστηκε ότι η υπερβολική ταχύτητα δεν είναι ικανοποιητική από μόνη της να στοιχειοθετήσει αμέλεια. Τονίστηκε επίσης από τον τότε Πρόεδρο κ. Τριανταφυλλίδη ότι, "Even if we were to proceed on the basis of the assumption that the respondent was, just before the collision, driving at a high speed, or exceeding the prescribed speed limit in a built-up area, we cannot, in any case, accept the proposition, put forward by counsel for the appellant, that doing so was, inevitably, sufficient per se, and irrespective of the circumstances of the present case, to establish negligence. That such a proposition is not correct is to be derived from, inter alia, Quinn v. Scott (Supra), and Barna v. Hudes Merchandising Corporation 1962 S.J. 194." Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Demou v. Constantinou and another
(1979)1 C.L.R. 21, όπου ο Δικαστής Α. Λοϊζου σημείωσε ότι, "High speed alone - if a speed of 45-50 m.p.h. in a non - built up area could be said to be high speed - is not evidence of negligence unless the particular conditions at the time and place preclude it." ΚΑΤΑΛΗΞΗ Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η Κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη εντελώς ξαφνικά έστριψε το όχημα της δεξιά και εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε με πρόθεση να εισέλθει σε ανοιχτό χώρο στάθμευσης ανακόπτοντας με αυτό τον τρόπο την ορθόδοξη πορεία του οχήματος του ΜΚ3 που κινείτο εξ' αντιθέτου. Η πιο πάνω ενέργεια της Κατηγορούμενης είχε ως αποτέλεσμα ο ΜΚ3 να προβεί σε αποτρεπτική κίνηση στρίβοντας το όχημα του προς τα αριστερά, ακολούθως να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του και να προκληθεί το δυστύχημα. Από την πιο πάνω συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, προκύπτει ότι αυτή προέβηκε στην εν λόγω ενέργεια χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την τροχαία κίνηση που ερχόταν από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Διαφορετικά θα αντιλαμβανόταν την παρουσία του οχήματος του ΜΚ3 που ερχόταν εξ αντιθέτου αφού ο δρόμος ήταν ευθύς και υπήρχε ορατότητα από το σημείο που άρχισε να στρίβει. Η ενέργεια της Κατηγορούμενης να αποφράξει τον δρόμο και την αποκοπή της πορείας του ΜΚ3 αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος και συνδέεται άμεσα με την πρόκληση του. Υπό αυτά τα δεδομένα, το γεγονός ότι δεν επήλθε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων δε διαφοροποιεί την αμέλεια της Κατηγορούμενης. Ο λόγος για τον οποίο ο ΜΚ3 έχασε τον έλεγχο του οχήματος του και παρέκκλινε της πορείας του, ήταν η προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα της Κατηγορούμενης. Δεν έχει προκύψει οτιδήποτε άλλο που να αποσυνδέει την αποκοπή της πορείας του ΜΚ3 και την απόφραξη της ορθόδοξης πορείας του από την πρόκληση του δυστυχήματος. Ακόμα όμως και αν ο ΜΚ3 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα ως ήταν η θέση της υπεράσπισης, αυτή από μόνη της δεν αποτελεί αμέλεια, εκτός εάν αυτή είχε συνδυαστεί με άλλους παράγοντες που στην συγκεκριμένη περίπτωση ελλείπουν. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη στον ΜΚ3 την στιγμή που οδηγούσε ότι η Κατηγορούμενη θα ενεργούσε με τον τρόπο που αυτή ενήργησε την δεδομένη στιγμή. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Σ. Συμεού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο