ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1939/19, 28/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1939/19 ΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΧΧΧ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 28 Ιουνίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Παραπονούμενο: Ο κ.Σ. Νεοφύτου. Για την Κατηγορουμένη: Ο κ.Χ. Φλώρου. Κατηγορούμενη: Παρούσα. A Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: Η υπό εξέταση ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 15.02.2019 από ιδιώτη κατήγορο με την οποία καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη η διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως αυτός έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η Κατηγορούμενη κατά/ή περί την 04.08.2018 στην Λεμεσό εξέδωσε επ' ονόματι και/ή σε διαταγή και/ή προς όφελος του ΧΧΧ Ιωάννου από τη Λεμεσό, την επιταγή υπ' αρ. ΧΧΧ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού δια το ποσόν των €92.000 η οποία κατά την παρουσίαση της προς πληρωμή στην τράπεζα, η οποία έγινε κατά η μετά την ημερομηνία την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της Kατηγορούμενης και η οποία για περίοδο 15 ημερών από της παρουσιάσεως της παρέμεινε και εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Ενόψει της απάντησης μη παραδοχής της Κατηγορούμενης στην μοναδική κατηγορία που αυτή αντιμετώπιζε η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης του ο Παραπονούμενος έδωσε ο ίδιος μαρτυρία (ΜΚ1) και περαιτέρω παρουσίασε ως Μάρτυρα Κατηγορίας και τον κ.ΧΧΧ Μυλωνά (ΜΚ2). Στις 27.05.2021 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του κάλεσε την Κατηγορούμενη σε απολογία και αυτή επέλεξε όπως δώσει μαρτυρία η ίδια από το ειδώλιο το μάρτυρα και δεν κάλεσε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα προς υπεράσπιση της. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207 και Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η μαρτυρία: Ο Παραπονούμενος (ΜΚ1) υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Είδε και αναγνώρισε την Κατηγορούμενη ως το πρόσωπο το οποίου του υπέγραψε και παρέδωσε την επιταγή αντικείμενο του κατηγορητηρίου και την οποία γνωρίζει από το 2007 ως ανέφερε σε φιλικό αλλά κα οικογενειακό επίπεδο αφού το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι ως σημείωσε η πεθερά του αδελφού του. Σύμφωνα με τον μάρτυρα κατά το έτος 2014 η Κατηγορούμενη είχε επικοινωνήσει μαζί του και στα πλαίσια των σχέσεων που είχαν του ζήτησε όπως της δανείσει το ποσό των €100.000 καθότι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και χρειαζόταν τα χρήματα για να υποβληθεί σε επέμβαση με την υπόσχεση ότι θα του τα επέστρεφε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο μάρτυρας την ενημέρωσε ότι δεν είχε στην κατοχή του τέτοιο ποσό ενώ θα μπορούσε να της δανείσει άμεσα το ποσό των €46.000 όπως και έπραξε με την Κατηγορούμενη να του εκδίδει επιταγή για το αντίστοιχο ποσό. Στην συνέχεια ως ανέφερε κατάφερε να της εξασφαλίσει ακόμα €46.000 κατόπιν παράκλησης της μιας και επρόκειτο για προβλήματα υγείας και με την υπόσχεση ότι θα του τα επέστρεφε σύντομα με την πώληση κάποιας κληρονομίας της που ήταν δικαιούχος η Κατηγορούμενη ως του είχε αναφέρει. Κατά την πληρωμή μάλιστα του δεύτερου ποσού των €46.000 επέστρεψε στην Κατηγορούμενη την επιταγή που του είχε δώσει αρχικά όταν της είχε πληρώσει το πρώτο ποσό των €46.
- Στην συνέχεια ως ανέφερε και μετά που κατάφερε να δώσει στην κατηγορούμενη και άλλα χρήματα η τελευταία του έκδωσε και επιταγή για το ποσό των €26.000 έναντι της οφειλής της για την οποία τον είχε παρακαλέσει να μην εξαργυρώσει μέχρι και που θα τον ενημέρωνε. Μετά το πέρας αρκετών μηνών και επειδή η επιταγή επρόκειτο να λήξει, η Κατηγορούμενη του έκδωσε άλλη επιταγή για το συνολικό ποσό των €92.000 την οποία δεν μπόρεσε να καταθέσει στην Τράπεζα καθότι η ημερομηνία σε αυτή δεν ήταν ευδιάκριτη και τώρα βρίσκεται στην κατοχή του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού μαζί με την επιταγή για το ποσό των €26.
- Ως ανέφερε περαιτέρω ο μάρτυρας αυτό συνεχιζόταν για αρκετό καιρό με την Κατηγορούμενη κάθε φορά που του έκδιδε επιταγή να τον παίρνει τηλέφωνο και να τον παρακαλεί να μην την καταθέσει γιατί δεν είχε όλα τα χρήματα στον λογαριασμό της και του ζητούσε πίστωση χρόνου ενώ κάθε φορά που επρόκειτο να λήξει η επιταγή του την επέστρεφε και του έκδιδε καινούργια. Στο τέλος η Κατηγορούμενη του έκδωσε την επίδικη επιταγή για το ποσό των €92.000 εις αντικατάσταση της προηγούμενης. Από τότε σημείωσε πέρασαν αρκετοί μήνες διαβουλεύσεων που είχε ο ίδιος με την ίδια για την επιστροφή του ποσού που της δάνεισε, η οποία του υποσχόταν από βδομάδα σε βδομάδα ότι θα το επιστρέψει όμως η ίδια πολλές φορές απόφευγε να του απαντήσει τα τηλέφωνο και εν τέλει του ανέφερε ότι το εν λόγω ποσό το είχε δανείσει σε ένα φιλικό της πρόσωπο που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και στην συνέχεια ότι τα χρήματα τα είχε δανείσει σε κάποιον ΧΧΧ Παπαδημητρίου χωρίς να του αναφέρει τον λόγο. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 συνομιλία του ιδίου και της Κατηγορούμενης μέσω τηλεφωνικών μηνυμάτων η οποία σύμφωνα με τον ίδιο αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του. Λόγω της παρέλευσης πολλών μηνών και της έλλειψης ανταπόκρισης από την Κατηγορούμενη αποφάσισε να καταθέσει την τελευταία επιταγή που κρατούσε και την οποία είχε εκδώσει και υπογράψει η Κατηγορούμενη στην παρουσία του για το ποσό των €92.000 πληρωτέα την 04.08.2018 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και ως ανέφερε είχε συμπληρωθεί από την Κατηγορούμενη η ημερομηνία και το ποσό της επιταγής τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικά στην παρουσία του και ο ίδιος συμπλήρωσε το όνομα του στην παρουσία και πάλι της Κατηγορούμενης. Εν τέλει η επίδικη επιταγή επιστράφηκε πίσω στον μάρτυρα από την Τράπεζα με την ένδειξη ότι «ο λογαριασμός έκλεισε παρακαλώ όπως παρουσιασθεί ξανά για σκοπούς ΚΑΠ» και «αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή» και δεν έχει πληρωθεί κανένα ποσό από την Κατηγορούμενη έκτοτε έναντι της εν λόγω επιταγής και της οφειλής της προς τον Παραπονούμενο παρά τις προσπάθειες του αφού χρειαζόταν και τα χρήματα εξού και στις 15.02.2019 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση ποινική υπόθεση η οποία επιδόθηκε στην Κατηγορούμενη στις 04.03.
- Στις 08.03.2019, τέσσερις ημέρες μετά την επίδοση του Κατηγορητηρίου η Κατηγορούμενη προχώρησε σε καταγγελία εις βάρος του μάρτυρα στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού με αποτέλεσμα αυτός να συλληφθεί στις 11.03.2019 δυνάμει δικαστικού εντάλματος και τέθηκε υπό διήμερη κράτηση προς διερεύνηση των αδικημάτων της Τοκογλυφίας, της Εκβίασης, της Απαίτησης Χρημάτων με απειλές και της Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χωρίς όμως να εντοπιστεί μέχρι και σήμερα οτιδήποτε μεμπτό εναντίον του ως ανέφερε παρά και την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης των τραπεζικών του λογαριασμών καθώς και τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Τέλος σημείωσε ότι από την καταγγελία της Κατηγορούμενης εξ όσων των ενημέρωσαν οι δικηγόροι του είναι πλέον παραδεκτό και αποδεκτό η από μέρους της έκδοση, υπογραφή και παράδοση της επιταγής προς το πρόσωπο του και ότι η επιταγή δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί και έτσι γίνονται παραδεκτά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Επίσης η όλη στάση της Κατηγορούμενης τον άφησε ως ανέφερε έκπληκτο αφού δεν είναι η πρώτη φορά που της προσέφερε βοήθεια αφού μεταξύ τους υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης. Μάλιστα παλαιότερα την βοήθησε και μπαίνοντας ως εγγυητής της σε στεγαστικό της δάνειο για το ποσό των €35.000 περίπου. Αντεξεταζόμενος για το χρόνο που γνωρίζει την Κατηγορούμενη ανέφερε ότι αυτό έγινε κατά το έτος 2007 - 2008 με τον ίδιο να αναφέρει ότι είχε φιλική σχέση με την κατηγορούμενη αφού επρόκειτο για πρόσωπο που θα έμπαινε στην οικογένεια τους ως η μητέρα της συζύγου του αδελφού του παραπονούμενου και λόγω τούτου θα ανέπτυσσαν και οικογενειακή σχέση. Ο ίδιος ανέφερε ότι κατά το έτος 2007 που γνώρισε την Κατηγορούμενη αυτή ήταν χωρισμένη, είχε όμως παιδιά τα οποία δεν γνώριζε αν εργάζονταν και που. Σε σχέση δε με το που η Κατηγορούμενη διέμενε ανέφερε ότι εξ όσων ήταν στα υπόψη του αυτή διέμενε σε ενοικιαζόμενη κατοικία και εργαζόταν στην Medochemie. Ερωτηθείς κατά πόσον γνώριζε για τις οικονομικές δυνατότητες της Κατηγορούμενης ο ίδιος ανέφερε ότι γνώριζε ότι αυτή δούλευε, ενοικίαζε σπίτι και γενικά είχε οικονομική ανάγκη αφού αιτήθηκε για να λάβει δανειοδότηση πριν ο ίδιος της δανείσει χρήματα τα οποία ξεκίνησε να της δίνει από το
- Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης και κατά το έτος 2014 ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνώριζε ότι συνέχιζε να εργάζεται στην ΧΧΧ, ήθελε όμως να αγοράσει αυτοκίνητο και χρωστούσε χρήματα στην τράπεζα καθώς και για διάφορα άλλα πράγματα που χρωστούσε. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το έτος 2007 με 2008 εργαζόταν ως υπάλληλος στο ΧΧΧ και ελάμβανε περίπου €1.200 με €1.300 μηνιαίως ενώ από το 2014 ήταν άνεργος και βρήκε δουλειά αρχές του
- Ο πατέρας του τα τελευταία χρόνια σταμάτησε να εργάζεται ενώ η μητέρα του είναι νοικοκυρά. Ο ίδιος σημείωσε ότι κατά το έτος 2007 με 2008 που δεν θυμόταν πότε ακριβώς πήγε και υπόγραψε και ως εγγυητής σε δάνειο της Κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι περίπου το έτος 2014 ξεκίνησε να δίνει χρήματα στην Κατηγορούμενη αλλά δεν θυμόταν ακριβείς ημερομηνίες αφού πέρασαν αρκετά χρόνια σημείωσε όμως ότι το συνολικό ποσό που της δάνεισε αφορά τις €92.000 το οποίο της το έδωσε σε μετρητά σε οκτώ με εννέα δόσεις. Έδωσε ένα ποσό της τάξης των €46.000 και το υπόλοιπο σε επτά με οκτώ δόσεις ενώ στην συνέχεια όταν ερωτήθηκε επανειλημμένως να προσδιορίσει σε τι ποσά για έκαστη δόση και σε ποιες ημερομηνίες τα έδωσε ανέφερε ότι ήταν σε επτά με οκτώ δόσεις αλλά δεν θυμόταν αφού πέρασαν πολλά χρόνια ως ισχυρίστηκε. Δεν θυμόταν επίσης για το πότε δόθηκε ούτε η τελευταία δόση επικαλούμενος την παρέλευση του χρόνου και γενικά δεν θυμόταν τα ποσά και ημερομηνίες ζητήματα για τα οποία τα ανέφερε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Τ.Α.Ε.) χωρίς να αποκλείει και το ενδεχόμενο ο δανεισμός των χρημάτων να ξεκίνησε και το
- Ερωτηθείς για το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της γραπτής του δήλωσης και στην αναφορά περί επιστροφής της επιταγής πίσω στην Κατηγορούμενη όταν αυτός κατάφερε να εξασφαλίσει ακόμη 46 χιλιάδες ευρώ ανέφερε ότι αυτό έγινε το 2014 αλλά δεν θυμόταν την ημερομηνία της επιταγής. Η εν λόγω επιταγή του παραδόθηκε γύρω στο 2014 και δεν θυμόταν πότε ήταν πληρωτέα αφού δεν κράτησε αντίγραφο και την επέστρεψε στην Κατηγορούμενη η οποία κανένα ποσό δεν του έχει επιστρέψει. Ο ίδιος αναφέρθηκε και σε ακόμα μία επιταγή ύψους €92.000 που έχει στην κατοχή του το Τ.Α.Ε. την οποία δεν έκανε αποδεκτή η τράπεζα λόγω «μουντζαλώματος» ως χαρακτηριστικά ανέφερε του αριθμού 4, καθώς και σε επιταγή ύψους €26.000 που και πάλι έχει στην κατοχή του το Τ.Α.Ε. η οποία είχε δοθεί έναντι του ποσού των €92.
- Σε ερώτηση κατά πόσον συμφωνεί με την θέση της υπεράσπισης ότι ο ίδιος επέστρεψε την επιταγή των €46.000 στην Κατηγορούμενη πριν αυτός της δώσει τις επόμενες €46.000 ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν έδωσε τις €46.000 του έβγαλε την επιταγή ενώ όταν έδωσε στην Κατηγορούμενη τα υπόλοιπα σε επτά με οκτώ δόσεις επέστρεψε την επιταγή των €46.000 και συμπλήρωσε το ποσό των €92.
- Ερωτηθείς επίσης για το ποιοι ήταν οι όροι που συμφώνησε με την Κατηγορούμενη για τον κατ΄ ισχυρισμό δανεισμό χρημάτων ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν υπήρχε κανένας όρος αφού ο ίδιος της έδωσε τα χρήματα με την Κατηγορούμενη να του αναφέρει ότι θα του τα δώσει σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα αλλά πέρασαν αρκετά χρόνια χωρίς να μπορεί να θυμάται ακριβείς ημερομηνίες. Δεν του είχε αναφέρει η Κατηγορούμενη ακριβείς ημερομηνίες για την επιστροφή των χρημάτων ούτε και έλαβε οτιδήποτε γραπτώς ότι θα του επιστρέψει τα χρήματα συγκεκριμένη ημερομηνία ούτε και υπογράφηκε οτιδήποτε μεταξύ τους. Ως ανέφερε ούτε οποιαδήποτε απόδειξη έλαβε από την Κατηγορούμενη ότι πήρε το ποσό των €92.000 εκτός από την επιταγή αφού πρόκειτο για πρόσωπο που τύγχανε της εμπιστοσύνης του αφού επρόκειτο για την πεθερά του αδελφού του και δεν έλαβε οποιαδήποτε εξασφάλιση ότι θα του επιστρέφετο το ποσό εκτός από τις επιταγές που του έβγαζε και τις οποίες της έπαιρνε πίσω μέχρι να βρει και να επιστρέψει τα χρήματα που πήρε. Τον είχε μάλιστα ενημερώσει ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα μέσω της πώλησης κάποιας κληρονομίας της λεπτομέρειες της οποίας δεν του είχε δώσει και μόλις πρόσφατα ενημερώθηκε ότι είχε αποβιώσει η μητέρα της αν είναι αυτό που εννοούσε η Κατηγορούμενη. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ο δανεισμός έγινε προς την Κατηγορούμενη για λόγους υγείας της ιδίας ως του είχε αναφέρει αλλά δεν του είχε πει ακριβώς τι αντιμετώπιζε στην συνέχεια τον ενημέρωσε ότι είχε δανείσει κάποιον Παπαδημητρίου. Aναφερόμενος στην επιταγή των 26 χιλιάδων δεν θυμόταν πότε του είχε δοθεί από την Κατηγορούμενη ούτε και πότε αυτή ήταν πληρωτέα και παρέπεμψε στο Τ.Α.Ε. που την είχε παραδώσει σημείωσε όμως ότι αυτή η επιταγή που ήταν του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου του είχε δοθεί όταν δόθηκαν οι πρώτες 46 χιλιάδες και στην συνέχεια και οι άλλες 46 χιλιάδες που έλαβε σιγά σιγά η Κατηγορούμενη του είχε δώσει την επιταγή των 26 χιλιάδων ευρώ έναντι της οφειλής των 92 χιλιάδων και δεν αφορούσε επιπρόσθετο ποσό των 92 χιλιάδων. Στην συνέχεια ως ανέφερε του έκδωσε μια επιταγή των 92 χιλιάδων η οποία είχε μουντζάλωμα σε συγκεκριμένο νούμερο της και δεν την δέχτηκε η Τράπεζα για κατάθεση εξού και στη συνέχεια του παρέδωσε την επίδικη αντικείμενο του κατηγορητηρίου η οποία δεν εξαργυρώθηκε αφού ο λογαριασμός είχε κλείσει. Ερωτηθείς για το πότε του δόθηκε η πρώτη επιταγή των €92.000 ανέφερε ότι θα ήταν μέσα στο 2018, αρχές του 2018 δεν ήταν όμως σίγουρος αφού δεν μπορούσε να θυμηθεί λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος ως ανέφερε. Ο ίδιος ανέφερε για πολλοστή φορά ότι το έκανε γιατί ήταν συγγένισσα του, ήταν η πεθερά του αδελφού του γι' αυτό και έκανε ότι έκανε. Όσον αφορά την δεύτερη επιταγή των €92.000 αυτή του δόθηκε γύρω στον 2ο του 2018 με Μάρτιο του 2018 χωρίς να είναι σίγουρος λόγω της παρέλευσης του χρόνου και παραδέχθηκε ότι έλαβε αρκετές επιταγές από την Κατηγορούμενη ίσως επτά με οκτώ χωρίς όμως να θυμάται ακριβώς και τις οποίες δεν κατέθετε γιατί του είχε πει η Κατηγορούμενη ότι δεν είχε χρήματα. Τις επιταγές αυτές τις επέστρεφε πίσω στην Κατηγορούμενη κατά διαστήματα όταν λάμβανε νέα επιταγή και δεν μπορούσε να θυμηθεί τα ακριβή ποσά των επιταγών ούτε και τον χρόνο που δίνονταν ούτε και το πότε αυτές ήταν πληρωτέες. Θυμόταν ότι δίνονταν σε μακρύ χρονικό διάστημα με την τελευταία επιταγή να δίδεται το 2018, ενώ ήταν οι επιταγές του 2018 που εκδόθηκαν και δεν είχαν μέσα. Τα χρήματα αυτά είχαν σύμφωνα με τον μάρτυρα δοθεί από την κατηγορούμενο σε κάποιο ΧΧΧ Παπαδημητρίου ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας ως η ίδια του είχε αναφέρει και το οποίο θα του επέστρεφε όταν ο Παπαδημητρίου θα το επέστρεφε στην ίδια. Ερωτούμενος για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 που αφορούσε αριθμό τηλεφωνικών μηνυμάτων που είχαν ανταλλαχθεί μεταξύ του ιδίου και της Κατηγορούμενης και για τα οποία διευκρίνισε ποια ήταν δικά του και της Κατηγορούμενης συμφώνησε ότι σε αυτά δεν γίνεται καμία αναφορά στις 92 χιλιάδες ευρώ παρά μόνο σε χρήματα που θα έβαζε την Παρασκευή 01 Ιουνίου του 2018 και του έφερε και την επιταγή την οποία κρατά την οποία ως ανέφερε παρά το γεγονός ότι την είχε λάβει αρχές του 2018 του ζητήθηκε να μην την καταθέσει αφού ο Παπαδημητρίου θα έβαζε τα χρήματα την Παρασκευή και αυτό του ζητούσε με το τηλεφωνικό μήνυμα ημερομηνίας 01 Ιουνίου 2018 ως συμφώνησε παρά το γεγονός ότι η επιταγή ήταν πληρωτέα μόλις στις 04.08.
- Μάλιστα σε σχέση με την αναφορά των 100 ευρώ στο μήνυμα ημερομηνίας 01 Ιουνίου του 2018 ο μάρτυρας ανέφερε ότι πρόκειτο για άλλο ποσό που είχε δανείσει την Κατηγορούμενη επιπρόσθετο του δανεισμού των 92 χιλιάδων ευρώ για το οποίο έλαβε και πάλι επιταγή η οποία βρίσκεται στην κατοχή του C.I.D.. Tα χρήματα ουδέποτε του δόθηκαν παρά τις λύσεις που προσπαθούσε να βρει αφού η Κατηγορούμενη ήταν αρνητική είτε για να του δώσει σιγά σιγά τα χρήματα ή ένα ποσό μπροστά και στη συνέχεια τα υπόλοιπα σιγά σιγά. Όσον αφορά την έρευνα της Αστυνομίας εναντίον του ο ίδιος ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν αυτή έχει ή όχι ολοκληρωθεί όμως σημείωσε ότι ο ίδιος μέχρι στιγμής δεν έχει κατηγορηθεί για οτιδήποτε. Τέλος ερωτηθείς για το που βρήκε ο ίδιος το ποσό των 92 χιλιάδων ευρώ και δάνεισε την Κατηγορούμενη ανέφερε κατά τρόπο γενικό ότι ήταν από την δουλειά του, από ένα χωράφι και σπίτι που είχε στο χωριό και πώλησε χωρίς να θυμάται τις ημερομηνίες ή τα ποσά που έλαβε ή τους αγοραστές ζήτημα για το οποίο ως ανέφερε ενημέρωσε και την Αστυνομία καθώς και στο ότι τα χρήματα αυτά υπήρχαν σε γραμμάτιο οι 46 χιλιάδες ευρώ και κάποια άλλα χρήματα στην Τράπεζα Κύπρου. Αρνήθηκε την υποβολή της υπεράσπισης ότι ουδέποτε δάνεισε στην Κατηγορούμενη το ποσό των 92 χιλιάδων και ότι το μόνο ποσό που της έδωσε ήταν €2.000 για το οποίο τον έχει εξοφλήσει και αρνήθηκε επίσης και τις υποβολές ότι η απαίτηση του για το ποσό των 92 χιλιάδων είναι αποτέλεσμα τοκογλυφίας και η από μέρους του κατοχή των επιταγών που ανέφερε ότι προέκυψε κατόπιν εκβιασμού και φοβερισμού προς την Κατηγορούμενη. Δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ2) παρουσιάστηκε ο Τραπεζικός Υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα ΧΧΧ Μυλωνάς στην οποία ως ανέφερε εργοδοτείται από το 1989 στην υπηρεσία υποστήριξης χορηγήσεων με καθήκοντα μεταξύ άλλων την παρουσία του στο Δικαστήριο για σκοπούς κατάθεσης σε διάφορες υποθέσεις. Αναφορικά με την υπό εξέταση υπόθεση είδε και αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ήτοι την επίδικη επιταγή ως επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού πληρωτέα την 04.08.2018 σημειώνοντας ότι το συγκεκριμένο ταμιευτήριο έχει μεταφέρει τις εργασίες του στην Ελληνική Τράπεζα από το Σεπτέμβριο του 2018 με αποτέλεσμα για τον συγκεκριμένο λογαριασμό που την αφορά η Ελληνική Τράπεζα να αναλάβει την ευθύνη του. Αυτή ως φαίνεται και από τις σφραγίδες στο περιεχόμενο της κατατέθηκε για πληρωμή στις 11.01.2019 και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη γιατί ο συγκεκριμένος λογαριασμός είχε κλείσει και το ίδιο να επαναλαμβάνεται και στις 28.01.2019 αφού επιστράφηκε πίσω για τον ίδιο λόγο. Μάλιστα ως σημείωσε επειδή έγινε κατάθεση για δεύτερη φορά μετά την πάροδο 15 ημερών ο εκδότης της επιταγής καταχωρήθηκε και στο ΚΑΠ. Είχε επίσης στην κατοχή του κατάσταση λογαριασμού την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 που αφορούσε τον τρεχούμενο λογαριασμό από τον οποίο είχε εκδοθεί η επίδικη επιταγή την οποία κατάσταση εξασφάλισε εκτυπώνοντας την από το ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας στο οποίο είχε πρόσβαση για σκοπούς χρήσης της στο Δικαστήριο. Η κατάσταση αυτή ξεκινάει από τις 25.04.2015 και τερματίζεται στις 24.09.2018 οπόταν και ο λογαριασμός είχε κλείσει με την κατάθεση του ποσού των €8,28 χωρίς όμως ο ίδιος να γνωρίζει ποιος έκλεισε τον λογαριασμό αναφέροντας ότι εμπειρικά τουλάχιστον συνήθως ο λογαριασμός έκλεινε από αυτόν που έκανε την τελευταία κατάθεση σε αυτόν. Τέλος κατάθεσε και ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο Στοιχείων Καρτέλας Πελάτη στο οποίο περιλαμβάνεται το δείγμα υπογραφής του εκδότη της επίδικης επιταγής σημειώνοντας πως ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στον έλεγχο της υπογραφής με το δείγμα διαδικασία την οποία διεξάγει το Τμήμα Εκκαθάρισης των επιταγών της Τράπεζας το οποίο και το πρώτο πράγμα που ελέγχει σε μια επιταγή είναι το κατά πόσον η υπογραφή του εκδότη της συνάδει με το δείγμα υπογραφής που έχει η Τράπεζα στην κατοχή της. Σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση φαίνεται ως καταληκτικά σημείωσε ότι το δείγμα που είχε η Τράπεζα στην κατοχή της ήταν το ίδιο με την υπογραφή του εκδότη της επιταγής και η τράπεζα επέστρεψε αυτή απλήρωτη για τους λόγους που αναγράφηκαν σε αυτήν αφού ούτε στις 04.08.2018 ημερομηνία πληρωμής της επιταγής ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία δεν υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των €92.000 στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε ότι ουδέποτε υπήρχε κατατεθειμένο στον συγκεκριμένο λογαριασμό το ποσό των €92.000 αφού το μεγαλύτερο πιστωτικό υπόλοιπο που ήταν διαθέσιμο ήταν στις 30.06.2016 μόλις το ποσό των €841,44 ποσό το οποίο πιστώθηκε μετά από μεταφορά στον λογαριασμό χωρίς όμως να γνωρίζει από πού προήλθε. Καμία πληρωμή δεν έγινε από τον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό προς τρίτο πρόσωπο ενώ έγιναν μόνο δύο φορές αναλήψεις μετρητών ήτοι στις 04.05.2015 και την 01.07.2016 και οι υπόλοιπες χρεώσεις που παρουσιάζονται επί του Τεκμηρίου 5 αφορούν έξοδα τήρησης λογαριασμού, έξοδα έκδοσης βιβλιάριου επιταγών κ.λ.π.. Ο ίδιος δεν γνώριζε για την πρακτική και τις χρεώσεις που εφάρμοζε το Συνεργατικό για το άνοιγμα και λειτουργία ενός λογαριασμού εμπειρικά όμως ανέφερε ότι σε σχέση με τις πρώτες καταθέσεις που παρουσιάζονται της τάξης των €50 και €10 αφορούν την λειτουργία του λογαριασμού και τα έξοδα έκδοσης του βιβλιαρίου επιταγών χωρίς όμως ο ίδιος να είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στο άνοιγμα του συγκεκριμένου λογαριασμού. Μάλιστα ως επιβεβαίωσε άλλη αίτηση γίνεται για το άνοιγμα του λογαριασμού και άλλη αίτηση γίνεται από τον πελάτη για την από μέρους του παραγγελία βιβλιαρίου επιταγών η οποία αίτηση μπορεί να γίνει ακόμα και ταυτόχρονα με το αίτημα για άνοιγμα του λογαριασμού και όχι κατ΄ ανάγκη μεταγενέστερα του ανοίγματος του λογαριασμού. Ερωτούμενος κατά πόσον στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 παρουσιάζεται η έκδοση οποιασδήποτε επιταγής από την δικαιούχο του λογαριασμού ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν φαίνεται καμία επιταγή εκτός βεβαίως από την επίδικη η οποία και πάλι δεν παρουσιάζεται στο ιστορικό του λογαριασμού αφού αυτός είχε ήδη κλείσει όταν αυτή είχε κατατεθεί. Σε σχέση δε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 και συγκεκριμένα τις σφραγίδες που η επιταγή φέρει ο μάρτυρας ανέφερε ότι το μόνο που μπορεί να αναγνωρίσει σε αυτήν είναι οι τρεις ορθογώνιες ευδιάκριτες σφραγίδες που έχουν τοποθετηθεί από την Τράπεζα στην οποία εργάζεται και επιβεβαιώνουν την επιστροφή της επιταγής ως απλήρωτη χωρίς όμως να είναι σε θέση να τοποθετηθεί αναφορικά με την ύπαρξη της μη ευδιάκριτης σφραγίδας που ευρίσκεται στο αριστερό μέρος της επιταγής δηλαδή από ποια τράπεζα τοποθετήθηκε είτε την Ελληνική Τράπεζα ή την Τράπεζα Κύπρου και αφορά στην ουσία η συγκεκριμένη σφραγίδα την Τράπεζα στην οποία ο δικαιούχος της επιταγής μετέβηκε για σκοπούς κατάθεσης της. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο ΜΚ2 δεν εμπλεκόταν στην παραλαβή και κατάθεση της επιταγής και στα οποιαδήποτε γεγονότα ενδεχόμενα να έλαβαν χώρα στο ταμείο της παραλήπτριας Τράπεζας όταν αυτή παρουσιάστηκε προς κατάθεση από τον δικαιούχο της, ο μάρτυρας εξέφρασε την θέση ότι από την στιγμή που ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν είχε χρήματα ούτε στις 11 αλλά ούτε και στις 28 Ιανουαρίου του 2019 που η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε αφού αυτός ήταν κλειστός και η υπογραφή του εκδότη συμφωνούσε με το δείγμα τότε καλώς η πληρώτρια τράπεζα επέστρεψε την συγκεκριμένη επιταγή πίσω. Ο μάρτυρας ερωτηθείς κατά πόσον ο δικαιούχος της επιταγής θα χρειαζόταν οποιαδήποτε αποδεικτικά για τον λόγο που έλαβε το ποσό που θέλει να καταθέσει ανέφερε ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να το απαντήσει μόνο η Τράπεζα η οποία έβαλε πάνω στην επιταγή την σφραγίδα της παραλαβής και η οποία δεν είναι ευδιάκριτη χωρίς να αποκλείει βεβαίως να είναι και υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας που παρέλαβε την επιταγή. Ο ίδιος όμως δεν ήταν σε θέση ως ανέφερε να γνωρίζει για τον λόγο που ενδεχόμενα να αναφέρθηκε αναφορικά με τον σκοπό του συγκεκριμένου ποσού. Με βάση τους καινούργιους κανονισμούς που ισχύουν σήμερα η Τράπεζα ρωτά τον πελάτη για το που προέρχονται τα χρήματα της κατάθεσης και τι αυτά αφορούν όμως παλαιότερα ως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μάρτυρας οι κανονισμοί δεν ήταν τόσο αυστηροί. Εν πάση περιπτώσει σημείωσε ότι ο έλεγχος της προέλευσης των χρημάτων γίνεται μετά που αυτά θα πιστωθούν και στην περίπτωση όπου όπως και η υπό εξέταση δεν υπήρχαν χρήματα μέσα στον λογαριασμό δεν τίθετο θέμα εξέτασης της προέλευσης των χρημάτων. Τέλος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ούτε και προέβηκε σε οποιοδήποτε έλεγχο κατά πόσον η Κατηγορούμενη διατηρούσε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό στην Τράπεζα τους και επανεξεταζόμενη από τον κ.Νεοφύτου για το ζήτημα τούτο ο μάρτυρας απάντησε ότι ακόμα και σε περίπτωση που αυτή διατηρούσε άλλους λογαριασμούς με διαθέσιμα υπόλοιπα θα μπορούσε η Τράπεζα να προχωρήσει σε μεταφορά των ποσών για να καλυφθεί το ποσό της επιταγής όμως τον Ιανουάριο του 2019 που η επίδικη επιταγή είχε κατατεθεί και να υπήρχαν, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, άλλοι λογαριασμοί της Κατηγορούμενης με διαθέσιμα υπόλοιπα δεν θα ήταν σε θέση να γίνει οποιαδήποτε μεταφορά αφού ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή είχε κλείσει από τον Σεπτέμβριο του
- Η Κατηγορούμενη υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 7) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σε αυτήν αναφέρει ότι η ίδια γνωρίζει τον Παραπονούμενο από το έτος 2009 αφού επρόκειτο για τον αδελφό του γαμπρού της Κατηγορούμενης. Η ίδια αρνήθηκε ότι ζήτησε ή δανείστηκε από τον Παραπονούμενο το ποσό των €92.000 ως αποτελεί ισχυρισμό του ενώ η αξίωση του για τέτοιο ποσό αποτελεί αποτέλεσμα τοκογλυφίας. Σύμφωνα με την Κατηγορούμενη η ιστορία με τον Παραπονούμενο ξεκίνησε περί τα τέλη του έτους 2014 όταν η ίδια ανέφερε στην οικογένεια της την επιθυμία να βρει χρήματα για να βοηθήσει οικονομικά τον οικογενειακό της φίλο Γιώργο Παπαδημητρίου ο οποίος διέμενε μόνιμα στην Ελλάδα και χρειαζόταν επειγόντος χρήματα για ιατρικούς λόγους. Ο Παραπονούμενος ο οποίος είχε ενημερωθεί για το ζήτημα τούτο από τον αδελφό του και γαμπρό της Κατηγορούμενης πρότεινε από μόνος του να της δανείσει το χρηματικό των €2.000 που η Κατηγορούμενη ζητούσε. Το ποσό αυτό μάλιστα ο Παραπονούμενος θα το εξασφάλιζε από τρίτο πρόσωπο λόγω του ότι ο ίδιος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το πράξει αφού ήταν άνεργος με συμφωνία όπως η Κατηγορούμενη του το επιστρέψει το συντομότερο δυνατό. Εν τέλει περί τις αρχές Οκτωβρίου του 2014 ο Παραπονούμενος έδωσε στην Κατηγορούμενη το ποσό των €2.
- Με την παραλαβή του ποσού η Κατηγορούμενη απέστειλε μέσω τραπεζικής μεταφοράς ημερομηνίας 02.10.2014 (Τεκμήριο 8) προς τον Παπαδημητρίου το ποσό των €1000 ενώ δεν μετέφερε ολόκληρο το ποσό εξ αρχής λόγω των capital control και των δικαιολογητικών τα οποία απαιτούσαν οι ελληνικές τράπεζες για την αποδοχή τραπεζικών μεταφορών κατά το συγκεκριμένο χρόνο με αποτέλεσμα τα υπόλοιπα χρήματα να τα απέστελλε εντός των αμέσως επόμενων ημερών. Ωστόσο ως ανέφερε ο Παραπονούμενος σε διάστημα λίγων ημερών μετά από τον δανεισμό των χρημάτων και συγκεκριμένα περί τα τέλη του Οκτωβρίου του 2014 της τηλεφώνησε και της ανέφερε ότι μίλησε με το πρόσωπο το οποίο του είχε δώσει τα χρήματα και τον ενημέρωσε ότι η οφειλή της Κατηγορούμενης ανήλθε πλέον στο ποσό των €3000 λόγω της επιβολής τόκου. Η ίδια δήλωσε τρομαγμένη αφού πρώτη φορά άκουσε για την επιβολή τόκου από τον Παραπονούμενο επί του ποσού το οποίο της είχε δανείσει και του επέστρεψε το ποσό των €1000 το οποίο παρέμεινε στην κατοχή της και δεν είχε προλάβει να μεταφέρει στον Παπαδημητρίου. Παρά την επιστροφή του ποσού αυτού ο Παραπονούμενος της είχε αναφέρει ότι είχε εξοφλήσει τον τόκο μέχρι το συγκεκριμένο χρονικό σημείο και υπολείπετο το ποσό των €2000 το οποίο και θα συνέχιζε να τοκίζεται εάν δεν το πλήρωνε εντός των επόμενων λίγων ημερών με την ίδια να του αναφέρει ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για την επιβολή τόκου και ότι τα υπόλοιπα χρήματα θα προσπαθούσε να του τα επιστρέψει το συντομότερο δυνατό παρακαλώντας μάλιστα τον Παραπονούμενο να μην την εμπλέξει σε τέτοιες καταστάσεις με τον τελευταίο να της αναφέρει ότι ήταν πλέον αργά. Ως περαιτέρω ανέφερε λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2014 προβλήματα τα οποία την οδήγησαν μάλιστα να νοσηλευτεί σε ιδιωτικό νοσοκομείο για αρκετές ημέρες καθώς και να παραμείνει κλινήρης για περίοδο πέραν των δυόμιση μηνών δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει οποιοδήποτε ποσό προς τον Παραπονούμενο σε σχέση με τις συνεχείς παράλογες και παράνομες απαιτήσεις του με αποτέλεσμα ο τελευταίος να συνέχιζε να της τηλεφωνεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα και να την ενημερώνει ότι της επέβαλε συνεχώς τόκο επί του κάθε προηγούμενου ποσού και απαιτούσε όπως του καταβάλει τα χρήματα προβαίνοντας μάλιστα σε αναφορά για κάποιο ΧΧΧ από τον οποίο ο Παραπονούμενος ενημερωνόταν για το ποσό του τόκου το οποίο θα έπρεπε να πληρώσει. Μάλιστα ο Παραπονούμενος ως ανέφερε την εκβίαζε ότι σε περίπτωση μη πληρωμής του ποσού που ζητούσε κάθε φορά θα της έκανε κακό και θα της δημιουργούσε πρόβλημα στην εργασία της, παρακολουθούσε μάλιστα ως σημείωσε το σπίτι της και αν προσπαθούσε να τον ξεγελάσει ή να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία θα της έκανε μεγάλη φασαρία και πολλά προβλήματα. Μάλιστα αυτός ο ΧΧΧ της είχε μιλήσει και τηλεφωνικά από το τηλέφωνο του Παραπονούμενου και τις είχε πει πως αν δεν τον πλήρωνε θα πήγαινε από την εργασία της για να έβρει τον μάστρο της ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Οι απειλές του Παραπονούμενου την τρόμαζαν και την φοβέριζαν αφού δεν είχε ως ανέφερε κάποιο πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να την βοηθήσει και να την προστατεύσει από αυτόν. Μάλιστα έφθασε σε σημείο να κοιτάζει γύρω την περιοχή κάθε φορά που εισερχόταν και εξερχόταν της κατοικίας της φοβισμένη και τρομοκρατημένη μήπως την περιμένει ο Παραπονούμενος ή ο ΧΧΧ και το ίδιο έκανε και όταν έφευγε από τον χώρο εργασίας της αφού φοβόταν μήπως κάνουν πράξη τις απειλές και τους εκφοβισμούς τους ενώ κρατούσε το θέμα αυτό μυστικό από την οικογένεια της για να μην δημιουργηθούν εντάσεις και προβλήματα στις σχέσεις της κόρης της με τον γαμπρό της. Μάλιστα μετά που η ίδια προέβηκε στην καταγγελία στην Αστυνομία το Μάρτιο του 2019 εναντίον του Παραπονούμενου οι σχέσεις με τον γαμπρό της επηρεάστηκαν αφού δεν της επέτρεπε να πηγαίνει στο σπίτι του για να βλέπει την θυγατέρα της καθώς και την εγγονή της. Περί τα τέλη Απριλίου του 2015 και αφού ολοκληρώθηκε η άδεια ασθενείας της ο Παραπονούμενος την παρακίνησε να εκδώσει τραπεζικό βιβλιάριο για να του δίνει επιταγή να κρατά αφού ως της είχε αναφέρει δεν την εμπιστευόταν πλέον και η ίδια όντας τρομοκρατημένη από τις απειλές του και αδυνατώντας οικονομικά να του εξοφλήσει τις παράλογες απαιτήσεις του με το ποσό να έχει αυξηθεί παρά πολύ με την επιβολή των κατ' ισχυρισμών τόκων αναγκάστηκε να εκδώσει το βιβλιάριο επιταγών και να ξεκινήσει να του δίνει επιταγές για να νιώθει ο Παραπονούμενος εξασφαλισμένος, κάθε φορά που την ενημέρωνε ότι λόγω της μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού, επιβαλλόταν περαιτέρω τόκος. Λόγω και πάλι των απειλών και του εκφοβισμού προς την Κατηγορούμενη ότι θα της κάνει κακό τόσο της ίδιας όσο και της οικογένειας της αφού της τονιζόταν ότι δεν ήξερε με ποιους είχε μπλέξει η Κατηγορούμενη έκδιδε κατά περιόδους αριθμό επιταγών προς τον Παραπονούμενο. Εν τέλει η ίδια ως ανέφερε κάτω από την ψυχολογική πίεση που δεχότανε από τον Παραπονούμενο και κάτω από την απειλή ότι θα κατάθετε τις επιταγές τις οποίες κρατούσε έδινε σε αυτόν το ποσό των €100 μηνιαίως για να μην καταθέσει στην τράπεζα την επιταγή που κρατούσε κάθε φορά με αποτέλεσμα από τον Ιανουάριο του 2017 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2019 να του καταβάλει το ποσό των €2.500 επιπρόσθετα του ποσού των €1000 που του είχε πληρώσει ήδη. Παρά τα πιο πάνω ο Παραπονούμενος τον Σεπτέμβριο του 2018 την ενημέρωσε ότι δεχόταν πιέσεις για να καταθέσει την τελευταία επιταγή που κρατούσε και δεν μπορούσε να της δώσει περαιτέρω χρόνο παρά το ότι του ήξερε πολύ καλά ότι η Κατηγορούμενη δεν είχε τέτοια χρήματα αλλά ούτε και του όφειλε τέτοιο ποσό. Η δε καταχώρηση της εναντίον της ποινικής υπόθεσης είναι καθ' όλα άδικη και δεν έχει διαπράξει ως ανέφερε οποιοδήποτε αδίκημα με αποτέλεσμα η ίδια να αναγκαστεί να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία αγνοώντας τους κινδύνους στους οποίους έθετε τον εαυτό της και παρά την καταγγελία η ίδια έγινε ως ανέφερε δέκτης πολλών απειλών από τον Παραπονούμενο με αποτέλεσμα να είναι τρομοκρατημένη. Ερωτηθείσα περαιτέρω για το κατά πόσον πράγματι ο Παραπονούμενος την είχε εγγυηθεί σε δάνειο της το επιβεβαίωσε αφού επρόκειτο για σπουδαστικό δάνειο που είχε εξασφαλίσει κατά το έτος 2010 μάλιστα αναφέροντας ότι το δάνειο αυτό έχει ήδη εξοφληθεί από την ίδια και έγινε σε περίοδο που ο υιός της και ο αδελφός του Παραπονούμενου και γαμπρός της μάρτυρας σπούδαζαν μαζί στο ίδιο πανεπιστήμιο και θα βοηθούσε και τον γαμπρό της με το δάνειο αυτό, σημειώνοντας μάλιστα ότι η εγγύηση δόθηκε μετά από παρότρυνση του αδελφού του Παραπονούμενου. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας συμφώνησε ότι ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε και έκδωσε την επίδικη επιταγή στον Παραπονούμενο τον οποίο γνώρισε κατά το έτος 2009 αφού είχε οικογενειακές σχέσεις και αρνήθηκε την υποβολή ότι τον γνωρίζει από το 2012 γιατί έτσι αναφέρεται στον όρκο του Αστυφύλακα (Τεκμήριο 4) σημειώνοντας ότι ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο στην Αστυνομία. Επιβεβαίωσε ότι κατά το έτος 2014 και μετά την παρέλευση πέντε ετών γνωριμίας με τον Παραπονούμενο και αφού ο τελευταίος είχε ενημερωθεί από τον αδελφό του για την επιθυμία της Κατηγορούμενης να βοηθήσει οικονομικά τον Γιώργο Παπαδημητρίου της πρότεινε τηλεφωνικά όπως της δανείσει το ποσό των €2.000 ποσό το οποίο της έδωσε σε μετρητά σε κατ' ιδίαν τους συνάντηση έξω από την υπεραγορά του Σκλαβενίτη με την ίδια να αρνείται την υποβολή ότι η ίδια του το είχε ζητήσει. Το ποσό των €2.000 της είχε δοθεί την 1η Οκτωβρίου του 2014 ημέρα που ήταν αργία γιατί η ίδια μετέβηκε την επόμενη ημέρα δηλαδή στις 02 Οκτωβρίου για να προβεί στην τραπεζική μεταφορά των €1.000 προς τον Παπαδημητρίου. Το υπόλοιπο ποσό των €1.000 το οποίο δεν είχε αποστείλει στο συγκεκριμένο πρόσωπο επέστρεψε πίσω στον Παραπονούμενο όταν βρέθηκαν και πάλι έξω από την υπεραγορά Σκλαβενίτη περί τα τέλη Οκτωβρίου 2014 χωρίς να μπορεί να θυμάται πότε ακριβώς όταν είχε ενημερωθεί για πρώτη φορά ότι της επιβλήθηκε τόκος ύψους €1.000 και το υπόλοιπο ποσό ανήλθε στις €1.000 και αρνήθηκε την υποβολή ότι ουδέποτε επέστρεψε στον Παραπονούμενο το ποσό των €1.000 ως ισχυρίστηκε. Η ίδια προχώρησε ως ανέφερε στις 04.05.2015 στην αποστολή των υπόλοιπων €1.000 προς τον Παπαδημητρίου με δικά της χρήματα τα οποία ήταν τα χρήματα που του είχε υποσχεθεί ότι θα του απέστελλε πράγμα το οποίο και έπραξε μόλις η υγεία της το επέτρεψε. Σε ερώτηση όπως αναφέρει το ποσό των τόκων που την ενημέρωναν ότι θα της υπέβαλαν η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν της είχαν αναφέρει συγκεκριμένο ποσοστό τόκου παρά μόνο της έβαζαν τόκους ύψους €1.000, €1.500, €2.000 πάνω στο τελευταίο ποσό που ήταν κάθε φορά οφειλόμενο το οποίο ποσό αυξανόταν συνεχώς αφού της επέβαλαν ως χαρακτηριστικά ανέφερε με το έτσι θέλω τόκους με αποτέλεσμα να την τρομοκρατούν. Αναφερόμενη στον Θεόδωρο που την είχε πάρει τηλέφωνο μέσω του τηλεφώνου του Παραπονούμενου επιβεβαίωσε ότι ουδέποτε τον γνώρισε παρά μόνο την μία φορά που είχε πάρει τηλέφωνο φοβερίζοντας την και της ανέφερε ότι αν δεν διευθετούσε τις απαιτήσεις τους θα της έκανε κακό και θα ερχόταν και στην εργασία της να της δημιουργήσει πρόβλημα. Η ίδια φοβόταν για την εργασία της αλλά και ότι θα κάνουν κακό στην ίδια και την οικογένεια της αφού ο Θεόδωρος ήταν πρόσωπο του υποκόσμου όπως της είχε αναφέρει ο Παραπονούμενος και η ίδια ως μια γυναίκα μόνη της φοβόταν και ήταν τρομοκρατημένη. Η ίδια αρνήθηκε υποβολή ότι είχε απειληθεί επαναλαμβάνοντας μια ακόμα φορά τις θέσεις της και σε ερώτηση γιατί δεν προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία ιδίως από την στιγμή που ως ισχυρίζεται συνεχίζουν να την απειλούν μέχρι και σήμερα η ίδια ανέφερε ότι προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία η οποία γνωρίζει τα γεγονότα και η υπόθεση βρίσκεται υπό διερεύνηση χωρίς όμως να προχωρήσει σε νέες καταγγελίες για τις νέες απειλές με την ίδια να επαναλαμβάνει ότι είναι πολύ τρομοκρατημένη με την όλη κατάσταση αφού μπορεί οτιδήποτε να της συμβεί οποιαδήποτε στιγμή και σε ανύποπτο χρόνο. Η μάρτυρας επανέλαβε την θέση ότι το άνοιγμα του λογαριασμού από το οποίο είχε εκδοθεί η επίδικη επιταγή είχε γίνει μετά από παρότρυνση του Παραπονούμενου ο οποίος ήθελε να έχει κάτι χειροπιαστό εξού και προχώρησε όχι μόνο στο άνοιγμα του λογαριασμού αλλά και στην έκδοση βιβλιαρίου επιταγών. Η ίδια ήταν δικαιούχος άλλου λογαριασμού στον οποίο έμπαινε ο μισθός αλλά τον νέο λογαριασμό τον είχε ανοίξει ειδικά για αυτή την υπόθεση ως χαρακτηριστικά ανέφερε αφού ο Παραπονούμενος την απειλούσε και ήθελε να του εκδίδει επιταγές. Αρνήθηκε μάλιστα υποβολή ότι είχε ανοίξει τον λογαριασμό αυτό με σκοπό να εξαπατήσει τον Παραπονούμενο και να λάβει από αυτόν το ποσό δανείου ύψους €92.000 επαναλαμβάνοντας την θέση ότι ο λογαριασμός ανοίχθηκε μετά από παρότρυνση, απειλές και εκβιασμούς του Παραπονούμενου ο οποίος ήθελε να λαμβάνει επιταγές. Μάλιστα σε σχέση με το εκάστοτε ποσό τόκου που πρόσθεταν στο εκάστοτε οφειλόμενο ποσό ανέφερε ότι η πρακτική που ακολουθείτο ήταν να εκδίδει επιταγή προς τον Παραπονούμενο, ο Παραπονούμενος ζητούσε την πληρωμή του ποσού της επιταγής και επειδή δεν πληρωνόταν πρόσθετε επιπρόσθετο ποσό σε τόκους στο εκάστοτε υπόλοιπο και κάθε φορά ήθελε να λαμβάνει νέα επιταγή με το νέο ποσό το οποίο εν τέλει εκτοξεύτηκε σε αστρονομικά ποσά με αποτέλεσμα να του εκδώσει 25 με 30 επιταγές τις οποίες έκδιδε κάθε φορά κάτω από απειλές και εκβιασμούς ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Μάλιστα τις επιταγές αυτές η ίδια δεν της έχει στην κατοχή της αφού κατέχοντο από τον Παραπονούμενο ο οποίος κάθε φορά που λάμβανε νέα επιταγή με το νέο ποσό έσχιζε την προηγούμενη. Αρνήθηκε και νέα υποβολή ότι ουδέποτε έκδωσε τον αριθμό επιταγών που ανέφερε με την ίδια να επαναλαμβάνει ότι τις έχει εκδώσει κάτω από απειλές και εκβιασμούς αφού δεχόταν απειλές και φοβόταν για την ζωή της και για την δουλειά της. Ερωτηθείσα για το ποσό των €2.500 το οποίο ως ισχυρίστηκε έχει αποπληρώσει στον Παραπονούμενο διά δόσεων ύψους €100 μηνιαίως ανέφερε ότι αυτό πληρωνόταν σε μετρητά σε κατ' ιδίαν συναντήσεις της με τον Παραπονούμενο και αρνήθηκε υποβολή ότι κατέβαλε το ποσό αυτό στον Παραπονούμενο με την ίδια να επαναλαμβάνει ότι από τον Ιανουάριο του 2017 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2019 κατέβαλε σε αυτόν μηνιαίως το ποσό των €
- Μάλιστα σε ερώτηση γιατί την περίοδο από το έτος 2014 μέχρι και το έτος 2019 δεν προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία από την στιγμή που ως ισχυρίστηκε ζούσε σε καθεστώς τρόμου, αλλά το έπραξε για πρώτη φορά όταν της είχε επιδοθεί η υπό εξέταση ποινική υπόθεση επανέλαβε την θέση ότι ήταν μετά από απειλές του Παραπονούμενου να μην αναφέρει οτιδήποτε σε κανένα ούτε και στην οικογένεια της με την ίδια να δηλώνει φοβισμένη και τρομοκρατημένη με αποτέλεσμα να μην έχει πει οτιδήποτε σε κανένα από τον φόβο της και επιπλέον δεν ήθελε ούτε να χαλάσει την σχέση της κόρης της με τον γαμπρό της πράγμα το οποίο όμως έγινε μετά που ενημερώθηκαν από τον Μάρτιο του 2019 για την όλη κατάσταση με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος να διαλυθεί και ο γάμος τους. Η ίδια δήλωσε όμως ότι μετά την καταγγελία της στην Αστυνομία το μόνο που γνωρίζει είναι ότι η υπόθεση βρίσκεται υπό διερεύνηση χωρίς όμως η ίδια να επικοινωνήσει εκ νέου με την Αστυνομία για να μάθει την εξέλιξη της υπόθεσης αυτής. Τέλος η ίδια αρνήθηκε την υποβολή ότι έλαβε ως δάνειο από τον Παραπονούμενο το ποσό των €92.000 και ανέφερε ότι το μόνο ποσό που έλαβε από αυτόν ήταν το ποσό των €2.000 για το οποίο του έχει ήδη επιστρέψει πίσω το ποσό των €3.
- Νομική Πτυχή: Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη η διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Επίσης, το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: «Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους:» Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:[1]
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημερ. 30/01/2015). Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, καθορίστηκε ότι «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο νομοθετικός ορισμός της διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής, και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της, (βλ. Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 96). Ως προς την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων μίας επιταγής, αυτή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ. 154, (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω)). Το θέμα της έκδοσης επιταγής και συγκεκριμένα της πατρότητας της υπογραφής επί της επιταγής, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου v. Δημήτρη Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62 στην οποία είχαν αναφερθεί τα ακόλουθα σχετικά επί του θέματος: «Από τη στιγμή που η Εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο Κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποιος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παρ. 35 - 03 σελ. 936...». Σχετικό με το θέμα της πατρότητας της υπογραφής είναι επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γιάννη Βούρα ν. Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 135, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 135, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση που ασκήθηκε κατά της αθωωτικής απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους με ενδιάμεση απόφαση του στο εκ πρώτης όψεως, λόγω του ότι ακριβώς θεώρησε ότι δεν είχε αποδειχθεί η πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους, ανέφερε τα εξής: «. Έχουμε εξετάσει κάθε πρόταση του δικηγόρου του εφεσείοντα που περιέχει το διάγραμμα, το οποίο καταχώρισε σύμφωνα με το σχετικό δικονομικό κανονισμό. Δεν έχουμε πεισθεί ότι συντρέχουν λόγοι επέμβασης μας. Δεν υπήρχαν τα μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία εξέδωσε την επιταγή. Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 σχετικά με την εμπλοκή των εφεσιβλήτων 3 και 4, που προεκθέσαμε, δεν παρείχε το υπόβαθρο που θα δημιουργούσε τις υποθέσεις ενοχής για να κληθούν οι εφεσίβλητοι σε απολογία. Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της σ υγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.» Επιπρόσθετα με τις ανωτέρω νομικές και νομολογιακές αρχές αναφορά θα πρέπει να γίνει και στις πρόνοιες του άρθρου 30
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 το οποίο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής άρθρο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262: Άρθρο 30
(1)«Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Άρθρο 73 «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Στην Παναγιώτου v. Φουρνίδου, Ποιν. Έφ. 129/2011, ημερ. 18.12.2012, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262: ''Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή»'' Σε σχέση όμως με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 στην Κυριάκου v. Ηλία, ECLI:CY:AD:2018:B468, Ποιν. Έφ. 188/2016, ημερ. 31.10.2018, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι από την στιγμή που ο παραπονούμενος αποφασίσει να επιλέξει να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 αλλά να προσφέρει μαρτυρία και να δώσει λεπτομέρειες σε ότι αφορά το κατά πόσο είχε πράγματι δοθεί αντιπαροχή για την έκδοση των επιταγών τότε σε τέτοια περίπτωση το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 δεν ενεργοποιείται και ο παραπονούμενος θα πρέπει να πείσει με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία το Δικαστήριο για την ύπαρξη νόμιμης αντιπαροχής: «'Εάν υπάρχει μια επιμέρους πτυχή που διαφεύγει της παραπάνω γενικής διαπίστωσης, αφορά το λόγο έφεσης αρ. 5 δια του οποίου τίθεται ότι το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)και συνεπώς εφάρμοσε πλημμελώς το νόμο επί των πραγματικών γεγονότων εν τη εννοία του άρθρου 137
(1)(α). Όμως, έχουμε ήδη αναφερθεί στην προσέγγιση της υπόθεσης Παναγιώτου ν. Φουρνίδου περί του ότι το μαχητό αυτό τεκμήριο δεν έχει θέση αφ΄ης στιγμής ο παραπονούμενος επιλέξει να προσφέρει μαρτυρία η οποία και υπόκειται στην αξιολόγηση του Δικαστηρίου χωρίς δυνατότητα πλέον αναφοράς στο τεκμήριο.» Μάλιστα και στην Τριφταρίδη v. Ηρακλέους, ECLI:CY:AD:2017:B407, Ποιν. Έφ. 340/2015, ημερ. 18.12.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε και τα εξής σε σχέση με το στοιχείο της αντιπαροχής και την ενεργοποίηση του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262: «Οι περιστάσεις έκδοσης των επιταγών υπήρξαν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο εφεσείων δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Στηρίχθηκε δηλαδή ο εφεσείων στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής και η εκδοχή του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να έχει δεύτερη ευκαιρία και να ζητήσει εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30
(1). Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο Νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο.» Επιπρόσθετα και στην πολύ πρόσφατη υπόθεση ΔΡΟΥΓΚΑ ν. ΜΑΡΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2019:B454, Ποιν. Έφ. Αρ.248/2018, ημερ. 31.10.2019 το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά: «Εξετάσαμε την πρωτόδικη απόφαση υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν θέσεων και να επισημάνουμε καταρχάς ότι σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(1)το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος.» (ο τονισμός είναι δικός μου)[2] Οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων: Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου αγορεύοντας πρώτος μέσω της προφορικής του αγόρευσης υποστήριξε την θέση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει ένοχη την Κατηγορούμενη στην κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας τόσο του Παραπονούμενου όσο και του ΜΚ2. Ούτως η άλλως ως ανέφερε η υπογραφή και παράδοση της επίδικης επιταγής από την Κατηγορούμενη προς τον πελάτη του δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε και το γεγονός ότι αυτή δεν έχει τιμηθεί μετά την κατάθεση της τράπεζα. Από την άλλη ως εισηγήθηκε η μαρτυρία της Κατηγορούμενης δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή καθότι αυτή περιέπεσε σε αντιφάσεις για ζητήματα τα οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο που αφορούσαν είτε απαντήσεις της κατά την αντεξέταση είτε μαρτυρία επί του περιεχομένου της γραπτής της δήλωσης η οποία ερχόταν σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 δηλαδή του όρκου του Αστυφύλακα ο οποίος παρατέθηκε για σκοπούς προώθησης αιτήματος προσωποκράτησης του Παραπονούμενου σε συνέχεια καταγγελίας της Κατηγορούμενης στην Αστυνομία για την κατ ισχυρισμό διάπραξη από τον πρώτο ποινικών αδικημάτων που σχετίζονταν με την επίδικη επιταγή. Σε σχέση δε με το ζήτημα του ανταλλάγματος αποτέλεσε θέση του κ.Νεοφύτου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δεχτεί ως αξιόπιστη την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του μέσω του Παραπονούμενου που αφορούσε τις λεπτομέρειες παραχώρησης του δανείου των €92.000 ποσό το οποίο δόθηκε στην Κατηγορούμενη από τον πρώτο σε μετρητά και θα έπρεπε να του επιστραφεί. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της Κατηγορούμενης ο οποίος μέσω της δικής του προφορικής αγόρευσης ναι μεν επιβεβαίωσε ότι τόσο η υπογραφή όσο και η έκδοση της επίδικης επιταγής δεν τυγχάνει αμφισβήτησης από την πλευρά της υπεράσπισης όμως το Δικαστήριο καλείται ως εισηγήθηκε στην υπό εξέταση υπόθεση να εξετάσει τις συνθήκες έκδοσης της επιταγής καθώς και το κατά πόσον υπήρξε νόμιμο αντάλλαγμα ζητήματα τα οποία τυγχάνουν έντονης αμφισβήτησης από την πλευρά της Κατηγορούμενης. Αναφερόμενος στα αποφασισθέντα στις Ποινικές Εφέσεις 248/2018 ημερ. 31.10.2019 και 16/2019 ημερ. 24.03.2020 ο συνήγορος της Κατηγορούμενης εισηγήθηκε την θέση ότι η πλευρά του Παραπονούμενου δεν έχει καταφέρει να πείσει με αξιόπιστη μαρτυρία για την ύπαρξη ανταλλάγματος για την παράδοση της επίδικης επιταγής και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει στην ολότητα της την μαρτυρία του Παραπονούμενου μεταξύ άλλων για τους λόγους που ανέφερε στο Δικαστήριο με σχετική παραπομπή και στα τηρηθέντα πρακτικά ζητήματα τα οποία άπτονται της αξιοπιστίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Στρεφόμενος δε προς την μαρτυρία του ΜΚ2 εισηγήθηκε ότι αυτή ήταν καθαρά τυπικής φύσεως και δεν βοήθησε με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση του Παραπονούμενου. Καταληκτικά εισηγήθηκε πως η Κατηγορούμενη θα πρέπει να αθωωθεί από την κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση & Ευρήματα: Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι η πλευρά της υπεράσπισης έχει περιοριστεί μόνο σε σχέση με τις περιστάσεις έκδοσης της επίδικης επιταγής καθώς και στο κατά πόσο η παράδοση αυτής έγινε με αντάλλαγμα δηλαδή αν το ποσό της επιταγής είχε πράγματι δοθεί σε μετρητά από τον Παραπονούμενο στην Κατηγορούμενη ως αποτελεί και την εκδοχή του πρώτου. Δεν αποτέλεσε αμφισβητούμενο γεγονός το ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη και είχε ως δικαιούχο τον Παραπονούμενο και η οποία επιστράφηκε απλήρωτη μετά που αυτή κατατέθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός από τον οποίο είχε εκδοθεί ήταν κλειστός και αυτή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών ζητήματα για τα οποία προβαίνω και σε αντίστοιχα ευρήματα. Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω διαπιστώνω όμως πως πράγματι στην υπό εξέταση υπόθεση ο Παραπονούμενος επέλεξε να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 σε σχέση με το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής και απεναντίας αποφάσισε να προσφέρει μαρτυρία και να δώσει λεπτομέρειες σε ότι αφορά το κατά πόσο είχε πράγματι δοθεί αντιπαροχή για την έκδοση της επίδικης επιταγής που σε τέτοια περίπτωση το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 δεν ενεργοποιείται και ο Παραπονούμενος θα πρέπει να πείσει με επαρκή μαρτυρία η οποία και θα υπόκειται στην αξιολόγηση του Δικαστηρίου χωρίς την δυνατότητα πλέον αναφοράς στο τεκμήριο. Μάλιστα για το ζήτημα τούτο και η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Παραπονούμενου δεν ήταν ότι η υπόθεση του πελάτη του έχει βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί το πιο πάνω άρθρο αλλά απεναντίας εισηγήθηκε ότι τα όσα ο πελάτης του παράθεσε στο Δικαστήριο δια ζώσης μέσω της μαρτυρίας του σε σχέση με τις λεπτομέρειες του δανεισμού σε μετρητά του ποσού των €92.000 προς την Κατηγορούμενη είναι τόσο αξιόπιστη όσο και επαρκής για το κατά πόσον είχε πράγματι δοθεί αντιπαροχή για την έκδοση της επίδικης επιταγής. Συνεπώς έχοντας κατά νου τα πιο πάνω τα οποία περιορίζουν και τα επίδικα ζητήματα που διέπουν την υπό εξέταση υπόθεση προβαίνω κατωτέρω και στην αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας. Ο Παραπονούμενος δεν άφησε θετική εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο, και η κατάληξη μου αυτή προέκυψε μέσα από προσεκτική μελέτη τόσο των όσων ο ίδιος ανέφερε κατά την μαρτυρία του όσο και από την συνολική συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από κενά και απουσία λεπτομερειών σε ουσιώδη ζητήματα, αντιφάσεις αλλά και υπερβολές και μπορώ να πω ότι ήταν επιτηδευμένη και προορισμένη να ενισχύσει τις θέσεις και ισχυρισμούς του και όχι την αλήθεια. Επιπρόσθετα ο ίδιος παρουσιαζόταν από το ειδώλιο του μάρτυρα ιδιαίτερα νευρικός και κάποτε αμήχανος ιδίως αντεξεταζόμενος. Χαρακτηριστικά κατά την αντεξέταση του σε διάφορες ερωτήσεις που του γίνονταν όχι μόνο δεν απαντούσε αυτές με αμεσότητα αλλά παρουσίαζε στοιχεία διστακτικότητας αλλά και αδυναμίας στο να δίδει σαφείς απαντήσεις η και να απαντά γενικότερα. Η δε συνεχής αναφορά του μάρτυρα αυτού κάθε φορά που δυσκολευόταν να απαντήσει επαναλαμβάνοντας την θέση πως ''έκανε ότι έκανε γιατί η Κατηγορούμενη ήταν συγγένισσα του΄΄ δημιούργησε αναμφίβολα αρνητική εικόνα αναφορικά με το μάρτυρα αφού ήταν φανερό από την στάση του αυτή ότι προσπάθεια του ήταν να αναδειχθεί ως το θύμα της όλης υπόθεσης και όχι να απαντήσει με ειλικρίνεια τις ερωτήσεις της υπεράσπισης. Καταρχάς σημειώνεται ότι ο ίδιος μέσω της κυρίως εξέτασης του ως αυτή αποτυπώθηκε δια της γραπτής του δήλωσης Τεκμήριο 1 επέλεξε να προσφέρει μαρτυρία και να δώσει λεπτομέρειες για τις περιστάσεις έκδοσης της επίδικης επιταγής καθώς επίσης και σε ότι αφορά το κατά πόσο είχε πράγματι δοθεί αντιπαροχή για την έκδοση αυτής. Ήταν η θέση την οποία προώθησε κατά την ακρόαση της υπόθεσης ότι το ποσό των €92.000 είχε δοθεί από τον ίδιο σε μετρητά προς την Κατηγορούμενη σε διαφορετικές χρονικές περιόδους εξού και του εκδόθηκε και παραδόθηκε από την Κατηγορούμενη η επίδικη επιταγή. Προς το σκοπό αυτό μάλιστα ο Παραπονούμενος προχώρησε δίδοντας λεπτομέρειες για το πότε του ζητήθηκε από την Κατηγορούμενη ο δανεισμός συγκεκριμένου ποσού, τον σκοπό για τον οποίο του είχε ζητηθεί καθώς επίσης και για το πότε ο Παραπονούμενος ξεκίνησε σύμφωνα με την εκδοχή του να δίδει σε μετρητά συγκεκριμένα ποσά προς την Κατηγορούμενη σε διαφορετικές χρονικές περιόδους από το 2014 (χωρίς να αποκλείει ο δανεισμός να ξεκίνησε και από το έτος 2013) και για τα οποία ελάμβανε αριθμό επιταγών οι οποίες και αντικαθίσταντο κατά περιόδους μέχρι εν τέλει να λάβει και να καταθέσει την επίδικη επιταγή η οποία εξασφάλιζε ως ανέφερε το σύνολο που ποσού των €92.000 το οποίο είχε δώσει σε μετρητά προς την Κατηγορούμενη. Ερωτούμενος για το που ο ίδιος βρήκε το χρηματικό ποσό των €92.000 το οποίο δάνεισε σε μετρητά στην Κατηγορούμενη ο Παραπονούμενος ανέφερε κατά τρόπο γενικό ότι ήταν ποσό το οποίο εξασφάλισε από την εργασία του και από ένα χωράφι και σπίτι που είχε στο χωριό και πώλησε χωρίς να θυμάται παρά το ότι ερωτήθηκε επί τούτου για τις ημερομηνίες τέτοιας πώλησης, τα ποσά που έλαβε ή για τους αγοραστές. Ενημέρωσε ως ισχυρίστηκε την Αστυνομία ότι το ποσό των €46.000 το είχε σε τραπεζικό γραμμάτιο και τα υπόλοιπα χρήματα στην Τράπεζα Κύπρου. Στο Δικαστήριο ο Παραπονούμενος παρά τους πιο πάνω ισχυρισμούς του δεν παρουσίασε κανένα έγγραφο ή άλλου είδους αποδεικτικό που να αφορά την προέλευση των χρημάτων που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είχε διαθέσιμα και τα οποία δάνεισε στην Κατηγορούμενη σε μετρητά είτε αφορούσαν ισχυριζόμενες πωλήσεις ακίνητης του περιουσίας ή τραπεζικά έγγραφα ή αποδείξεις ύπαρξης τέτοιων ποσών με δικαιούχο τον ίδιο ή ανάληψης των ποσών αυτών σε μετρητά από τις διάφορες Τράπεζες ως ισχυρίστηκε. Μάλιστα το γεγονός ότι ο ίδιος ευθαρσώς παραδέχτηκε ότι πρόκειτο για πρόσωπο το οποίο ήταν από το 2014 μέχρι και αρχές του 2019 άνεργο με πατέρα που δεν εργαζόταν τα τελευταία χρόνια και μητέρα νοικοκυρά καθώς και το ότι όταν δήλωσε ότι είχε εργασία πριν το 2014 λάμβανε μόλις ένα ποσό της τάξης των €1.200 με €1.300 μηνιαίως δημιουργεί εύλογα υποψίες για το κατά πόσον πράγματι το ποσό των €92.000 ήταν ποτέ διαθέσιμο σε μετρητά για να δοθεί στην Κατηγορούμενη από τον Παραπονούμενο. Θα μπορούσε κάλλιστα ο Παραπονούμενος αν πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα να παρουσιάσει στοιχεία τόσο των ισχυριζόμενων πωλήσεων ή των τραπεζικών εγγράφων και αναλήψεων που να επιβεβαίωναν την εκδοχή του ιδίως από την στιγμή που το γεγονός κατά πόσο δάνεισε το ποσό των €92.000 στην Κατηγορούμενη αμφισβητείτο έντονα από πλευράς υπεράσπισης χωρίς βεβαίως να το πράξει παρά και το γεγονός ότι επρόκειτο για ένα ευκαταφρόνητα ψηλό ποσό χρημάτων τα οποία ως ισχυρίστηκε έδωσε της μετρητής. Μάλιστα σε σχέση και πάλι με το ζήτημα του δανεισμού του ποσού των €92.000 παρά το γεγονός ότι ο μάρτυρας επέμενε στην θέση ότι ήταν το μοναδικό ποσό το οποίο είχε δανείσει στην Κατηγορούμενη σε μετρητά αρχικά δίδοντας το ποσό των €46.000 και στην συνέχεια σε επτά με οκτώ δόσεις το υπόλοιπο ποσό των €46.000 για τις οποίες όμως δεν θυμόταν ούτε τα ποσά έκαστης δόσης ούτε και το πότε αυτές είχαν δοθεί, αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Κατηγορούμενης ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι πέραν από το ποσό αυτό και παρά την αρχική του αναφορά περί του αντιθέτου προχώρησε και σε παραχώρηση προς στην Κατηγορούμενη επιπρόσθετων ποσών κατά το έτος 2016 ύψους €3.300 για την εξασφάλιση των οποίων μάλιστα έλαβε και πάλι επιταγή η οποία βρίσκεται στην κατοχή της Αστυνομίας και για την οποία δεν θυμόταν πότε ήταν πληρωτέα χωρίς να παρουσιάζει οτιδήποτε σχετικό στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της θέσης αυτής. Ο μάρτυρας επίσης ανέφερε ότι δεν υπογράφηκε οποιοδήποτε συμφωνητικό μεταξύ του ιδίου και της Κατηγορούμενης ούτε και έλαβε οποιαδήποτε απόδειξη για τα χρήματα που ισχυρίστηκε ότι έδινε, ανέφερε όμως ότι προς εξασφάλιση των ποσών του δανεισμού ο ίδιος λάμβανε αριθμό επιταγών με εκδότη την Κατηγορούμενη και δικαιούχο τον ίδιο για τις οποίες όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε τα ποσά έκαστης εξ αυτών ούτε και τις ημερομηνίες που ήταν πληρωτέες ούτε και παρουσίασε τις επιταγές αυτές στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Σε σχέση δε με το σκοπό του δανεισμού ενώ αρχικά κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε κατ' ισχυρισμό προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η κατηγορούμενη αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στο ότι η Κατηγορούμενη χρωστούσε χρήματα σε Τράπεζες και ήθελε να αγοράσει αυτοκίνητο διαφοροποιώντας έτσι την αρχική του θέση. Άξιον απορίας και προβληματισμού αποτελεί και η θέση του μάρτυρα περί της επιστροφής στην Κατηγορούμενη από τον ίδιο της πρώτης επιταγής ύψους €46.000 την οποία και έλαβε με την παράδοση προς το πρόσωπο της του αρχικού ποσού των €46.000 όταν ο ίδιος κατάφερε να εξασφαλίσει τις επιπρόσθετες €46.000 για να συμπληρωθεί το συνολικό ποσό των €92.
- Καταρχάς τονίζεται ότι το δεύτερο ποσό των €46.000 στο οποίο αναφέρεται ο μάρτυρας δεν έγινε καμία αναφορά ότι αυτό παραδόθηκε διά δόσεων σε διαφορετικές χρονικές περιόδου όπως εντέλει παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος και χωρίς να λάβει οποιαδήποτε εξασφάλιση όχι μόνο επιστρέφει την επιταγή που αρχικά κρατούσε ως ο μάρτυρας ισχυρίστηκε αλλά προχωρεί να δανείζει επιπρόσθετα ποσά στην Κατηγορούμενη προβάλλοντας μόνο κατά τρόπο γενικό και αόριστο ότι σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς να προσδιορίζεται πότε και για τι ποσό είχε μέχρι τότε καταβληθεί από τον ίδιο η Κατηγορούμενη του έκδωσε επιταγή ύψους €26.000 έναντι της οφειλής της καθώς και αριθμό άλλων επιταγών ύψους €92.000 χωρίς όμως και πάλι να μπορεί να θυμηθεί τις ημερομηνίες που του δίνονταν τις οποίες επιταγές κατά περιόδους του αντικαθιστούσε ως ισχυρίστηκε χωρίς να παρουσιάζεται οτιδήποτε προς υποστήριξη της θέσης αυτής με τον ίδιο να περιορίζεται στην αναφορά ότι κάποιες εξ αυτών βρίσκονται στην κατοχή του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού. Σε σχέση μάλιστα με την κατ' ισχυρισμό τελευταία επιταγή ύψους €92.000 που αφορά και το αντικείμενο της υπό εξέταση υπόθεσης ήταν ως ισχυρίστηκε και πάλι επιταγή που του δόθηκε κατά τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2018 εις αντικατάσταση προηγούμενης επιταγής που δεν μπορούσε να κατατεθεί και η οποία του είχε δοθεί αρχές του 2018 χωρίς να παρουσιάζεται ούτε αυτή και μάλιστα δεν γίνεται καμία αναφορά κατά πόσον επρόκειτο για μεταχρονολογημένη επιταγή αφού η επιταγή που αφορά το Τεκμήριο 3 την οποία παρέλαβε ως ισχυρίστηκε κατά τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2018 φέρει ημερομηνία πληρωμής την 04.08.2018 και κατατέθηκε για πρώτη φορά προς εξαργύρωση από τον Παραπονούμενο μόλις στις 11.01.2019 ως φαίνεται και από τις Τραπεζικές σφραγίδες χωρίς να δίδεται πειστική εξήγηση γιατί δεν προχώρησε στην κατάθεση της κατά την ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα δηλαδή στις 04.08.2018 και παρά μόνο κατατέθηκε στις 11.01.
- Μάλιστα προσεκτική μελέτη της παραγράφου 5 του Τεκμηρίου 1 καταδεικνύει περίτρανα πως η εκδοχή του Παραπονούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού ενώ αντεξεταζόμενος παραδέχεται ότι η επιταγή των €92.000 που δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί λόγω του ότι η ημερομηνία της δεν ήταν ευδιάκριτη και πως η παράδοση αυτής έγινε στις αρχές του 2018 στην συνέχεια αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο σε νέα επιταγή ύψους €92.000 που έλαβε μετά από αρκετό καιρό οχλήσεων του προς την Κατηγορούμενη για διευθέτηση της οφειλής παραγνωρίζοντας όμως πως ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε σχέση με την τελευταία επιταγή την είχε λάβει Φεβρουάριο / Μάρτιο του 2018 δηλαδή σχεδόν την ίδια περίοδο με την επιταγή που δεν μπορούσε να καταθέσει λόγω μη ευδιάκριτου αριθμού χωρίς να μπορεί να πείσει ότι τα γεγονότα έγιναν πράγματι έτσι όπως τα περιέγραψε ιδίως λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο που ο ίδιος καθόρισε ως τον χρόνο παραλαβής των δύο αυτών επιταγών. Επιπρόσθετα άξιο απορίας και προβληματισμού αποτελούν και οι απαντήσεις του μάρτυρα που έδωσε αντεξεταζόμενος σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 δηλαδή τα τηλεφωνικά μηνύματα που αποστάλθηκαν μεταξύ Κατηγορούμενης και Παραπονούμενου στα οποία όχι μόνο δεν γίνεται καμία αναφορά σε οφειλόμενο ποσό ύψους €92.000 ως η εκδοχή του Παραπονούμενου σύμφωνα μάλιστα με τον τελευταίο αναφερόμενος κατά την αντεξέταση του στο μήνυμα ημερομηνίας 1 Ιουνίου 2018 που στάλθηκε σε αυτόν στις 18:20 πως του είχε ζητηθεί από την Κατηγορούμενη να μην προχωρήσει στην κατάθεση της επιταγής παρά το γεγονός ότι η επιταγή είχε ημερομηνία πληρωμής δύο μήνες αργότερα δηλαδή στις 04.08.2018 χωρίς να μπορεί να δώσει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση για την θέση αυτή. Από τα πιο πάνω μπορεί να συναχθεί και το συμπέρασμα ή τουλάχιστον δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η ημερομηνία πληρωμής που φέρει η επίδικη επιταγή τοποθετήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο από της παράδοσης της επιταγής στον Παραπονούμενο και να ήτανε ανοικτή. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω δεν μπορώ να αποδεχθώ ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Παραπονούμενου η οποία και απορρίπτεται εξαιρουμένης βεβαίως της μαρτυρίας του η οποία εμπίπτει στα μη αμφισβητούμενα γεγονότα στα οποία αναφέρομαι ανωτέρω. Ο ΜΚ2 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να μην αποδεκτό την μαρτυρία του αφού αυτή ήταν κυρίως τυπικής φύσεως. Για την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ2 το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και το γεγονός ότι τα όσα δια ζώσης ανέφερε μεταξύ άλλων που αφορούσαν τον έλεγχο της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 3) από την πληρώτρια τράπεζα και κυρίως την επιβεβαίωση κατά πόσον η υπογραφή του εκδότη σύναδε με το δείγμα που είχε η Τράπεζα στην κατοχή της και ακολούθως το γεγονός ότι αυτή δεν μπορούσε να πληρωθεί τοποθετώντας μάλιστα και τις αντίστοιχες σφραγίδες επί της επιταγής καθότι ο επίδικος λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκε κατά τον χρόνο που κατατέθηκε προς πληρωμή ήταν κλειστός και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών δεν τυγχάνουν ούτως η άλλως αντικείμενο αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης. Σε σχέση δε με τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούσαν την περιγραφή της κατάστασης λογαριασμού και γενικά την κίνηση που αυτός είχε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ως είχε ερωτηθεί από πλευράς υπεράσπισης απλά επιβεβαίωναν το περιεχόμενο του ιδίου του Τεκμηρίου 5 από το οποίο αντλούσε γνώση ο συγκεκριμένος μάρτυρας ως ανέφερε. Ούτως η άλλως ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και να τοποθετηθεί σε ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά πόσον γνώριζε η Τράπεζα τον σκοπό έκδοσης της επιταγής ούτε κατά ζητήθηκαν ή παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε δικαιολογητικά για τον λόγο που εκδόθηκε η συγκεκριμένη επιταγή με δικαιούχο τον Παραπονούμενο. Η Κατηγορούμενη δεν άφησε θετική εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο και η κατάληξη μου αυτή προέκυψε μέσα από προσεκτική μελέτη από τα όσα η ίδια ανέφερε τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση αυτής αφού η μαρτυρία της αλλά και οι θέσεις τις οποίες εξέφρασε σε κάποιες περιπτώσεις δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηριστούν ότι δεν μπορούν να σταθούν ούτε στο βάσανο της κοινής λογικής και μπορώ και στην περίπτωση αυτή να πω ότι ήταν επιτηδευμένη και προορισμένη να ενισχύσει τις θέσεις και ισχυρισμούς της και όχι να παραθέσει τα πραγματικά γεγονότα στο Δικαστήριο. Καταρχάς στην απόφαση του Δικαστηρίου να μην αποδεχθεί την μαρτυρία της Κατηγορούμενης αποτελεί το γεγονός ότι ενώ η ίδια κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της και μάλιστα σε κάποια στιγμή κάτω από συναισθηματική φόρτιση και δάκρυα ανάφερε τις συνθήκες τρόμου, φόβου, απειλών και εκβιασμών που ζούσε από τον Οκτώβριο του 2014 μέχρι και αρχές του 2019 οι οποίες προέρχονταν από τον Παραπονούμενο αλλά και από κάποιο πρόσωπο ονόματι XXXXX τόσο για την ίδια της την ζωή όσο και για την οικογένεια της αλλά και για την εργασία της η ίδια ουδέποτε προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία παρά μόνο το έπραξε αμέσως μετά που η υπό εξέταση ποινική υπόθεση της επιδόθηκε και μόνο τότε έκρινε ότι θα έπρεπε να είχε μεταβεί στην Αστυνομία. Ούτε βεβαίως νέες καταγγελίες έκανε στην Αστυνομία ακόμα και μετά που ως ισχυρίστηκε οι απειλές αυτές συνεχίζονταν προς το πρόσωπο της μέχρι και σήμερα. Το πιο κάτω δε απόσπασμα των πρακτικών από την αντεξέταση της είναι σχετικό: ''Νέες καταγγελίες γι αυτές τις απειλές δεν έχω κάνει, διότι το θέμα το έχω δώσει στην Αστυνομία και είναι υπό διερεύνηση σας λέω. Και φοβάμαι, ναι, φοβάμαι, γιατί μένω μόνη μου. Αυτός ο άνθρωπος ο XXXXX είναι του υποκόσμου. Μια κοπέλα που μένει μόνη της μπορεί οτιδήποτε να συμβεί οποιανδήποτε στιγμή σε ανύποπτο χρόνο. Είμαι πολύ τρομοκρατημένη με την κατάσταση'' (η μάρτυρας κλαίει) Η θέση αυτή της μάρτυρας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και κατ' επέκταση απορρίπτεται. Είναι απόλυτα λογικό και αναμενόμενο ότι οποιοδήποτε πρόσωπο τύγχανε πράγματι της αντιμετώπισης που ετύγχανε η Κατηγορούμενη και μάλιστα για την ευκαταφρόνητη μεγάλη περίοδο από τον Οκτώβριο του 2014 μέχρι και το 2019 ότι θα αναζητούσε προστασία στις Αστυνομικές Αρχές είτε εξ αρχής από την έναρξη τέτοιων απειλών και εκφοβισμού ή έστω μετά και από την παρέλευση μιας εύλογης χρονικής περιόδου μάλιστα από την στιγμή που οι απειλές και φοβέρες αυτές ως η Κατηγορούμενη της περίγραφε αυξάνονταν ανάλογα και με την αύξηση των απαιτήσεων του Παραπονούμενου. Αντί αυτού όχι μόνο καμία καταγγελία δεν γίνεται στην Αστυνομία αλλά η ίδια η Κατηγορούμενη προχωρεί ως ισχυρίστηκε στη βάση των απειλών αυτών στο άνοιγμα και τρεχούμενου λογαριασμού και ζητά και την έκδοση βιβλιαρίου επιταγών για να προχωρεί στην έκδοση αριθμού επιταγών με δικαιούχο τον Παραπονούμενο ενώ μάλιστα η καταγγελία της στην Αστυνομία γίνεται μόλις καταχωρείται η υπό εξέταση ποινική υπόθεση και της επιδίδεται δηλαδή μόλις ο Παραπονούμενος αποφάσισε να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα του μέσω της επίσημης δικαστικής οδού. Καμία λογική εξήγηση δεν δόθηκε από την Κατηγορούμενη γιατί επέλεξε να προχωρήσει σε καταγγελία την συγκεκριμένη χρονική στιγμή που συμφώνησε ότι ήταν μετά την καταχώρηση της εναντίον της υπόθεσης ενώ δεν το έπραξε προηγουμένως ιδίως αν πράγματι ζούσε υπό το καθεστώς τρόμου και φόβου όπως χαρακτηριστικά ανέφερε από τον Οκτώβριο του 2014 μέχρι και αρχές Μαρτίου του 2019 μάλιστα συνθήκες που την οδήγησαν να φθάσει στο σημείο να κοιτάζει γύρω την περιοχή κάθε φορά που εισερχόταν και εξερχόταν της κατοικίας της φοβισμένη και τρομοκρατημένη μήπως την περίμενε ο Παραπονούμενος ή αυτός ο XXXXX ως χαρακτηριστικά ανέφερε στην παράγραφο 9 της γραπτής της δήλωσης. Ούτε βεβαίως μπορεί να σταθεί στο βάσανο της κοινής λογικής για ποιο λόγο αφού οι απειλές συνεχίζονταν μέχρι και σήμερα από τον Παραπονούμενο προς το πρόσωπο της και αφού πλέον είχε γίνει η καταγγελία στην Αστυνομία γιατί δεν μετέβηκε να προχωρήσει σε περαιτέρω καταγγελίες εναντίον του για τις πράξεις που του καταλογίζει αν πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα από την στιγμή που πλέον το θέμα ήταν γνωστό και στην οικογένεια της. Ούτε καν η ίδια ενδιαφέρθηκε να δει την εξέλιξη της καταγγελίας της αφού ως επιβεβαίωσε δεν επικοινώνησε ποτέ ξανά με την Αστυνομία για το θέμα αυτό μετά την καταγγελία που είχε υποβάλει εναντίον του Παραπονούμενου πράγμα που και αυτό δημιουργεί εύλογα σοβαρά ερωτηματικά για την αλήθεια των θέσεων της Κατηγορούμενης. Επιβεβαιωτικό μάλιστα και της θέσης που εκφράζει το Δικαστήριο για το ανωτέρω ζήτημα αποτελεί και το τηλεφωνικό μήνυμα (sms) που αποστάλθηκε από την Κατηγορούμενη στον Παραπονούμενο στις 27.08.2018 και ώρα 22:
- Να σημειωθεί ότι αυτό περιλαμβάνεται εις το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 το οποίο κατατέθηκε από τον Παραπονούμενο και αποτελεί στην ουσία επικοινωνία του ιδίου με την Κατηγορούμενη μέσω τηλεφωνικών μηνυμάτων (sms) η ύπαρξη των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε από την Κατηγορούμενη. Στρεφόμενος στο περιεχόμενο του τηλεφωνικού μηνύματος που αναφέρεται ανωτέρω μάλιστα αυτούσιο περιλαμβάνει τα εξής: «ΚΗΝΑΤΟΥ ΑΓΩΓΗ ΕΣΕΙ ΤΟΥΤΟΥ ΣΤΗ ΕΛΛΑΔΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΟΚΗ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΟΠΟΣ ΤΑ ΕΠΙΑΣΕ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ» Eίναι δηλαδή και πάλι άξιον απορίας πώς η Κατηγορούμενη όντας φοβισμένη, τρομοκρατημένη και ζώντας κάτω από συνεχείς απειλές και φοβέρες από τον Παραπονούμενο για την ζωή, την οικογένεια και την δουλειά της ως διατείνεται αποστέλλει μήνυμα τέτοιου περιεχομένου και ύφους που σε καμιά περίπτωση δεν επιβεβαιώνει την κατάσταση την οποία περιέγραψε ότι ζούσε και την κατέστησε υποχείριο και έρμαιο των ορέξεων του Παραπονούμενου. Σε σχέση και με το ζήτημα παραλαβής του ποσού των €2.000 που η Κατηγορούμενη παραδέχεται ότι έλαβε από τον Παραπονούμενο αλλά και τις πληρωμές που προέβηκε στον Παπαδημητρίου ούτε και αυτή η θέση είναι πειστική. Στην αντεξέταση της καθόρισε ως το χρόνο παραλαβής των χρημάτων την 01 Οκτωβρίου του 2014 και την αποστολή του πρώτου ποσού των €1.000 με τραπεζικό έμβασμα για το οποίο μάλιστα παρουσίασε και σχετικό υποστηρικτικό έγγραφο (Τεκμήριο 8) που έγινε στις 02.10.
- Μάλιστα ενώ αναφέρει στην παράγραφο 5 της γραπτής της δήλωσης (Τεκμήριο 7) ότι ήταν μόλις λίγες ημέρες αφότου της είχε παραδοθεί το ποσό των €2.000 που ο Παραπονούμενος την ενημέρωσε για την επιβολή τόκου καθορίζει στην συνέχεια σε αντίθεση με την πιο πάνω αναφορά τον χρόνο περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2014 η ίδια να επιστρέφει πίσω το ποσό των €1.000 στον Παραπονούμενο χωρίς να προκύπτει κάποια εξήγηση για αυτή την χρονική περίοδο η για την διαφοροποίηση της θέσης αυτής. Μάλιστα και ο ισχυρισμός της ότι εν τέλει στις 04.05.2015 προχώρησε σε αποστολή προς τον Παπαδημητρίου από δικά της χρήματα κανένα έγγραφο δεν παρουσίασε προς το Δικαστήριο για να ενδυναμώσει την θέση της αυτή σε αντίθεση με το γεγονός ότι για την πρώτη τραπεζική μεταφορά παρουσίασε ως σχετικό και προς υποστήριξη της θέσης της το Τεκμήριο 8 δηλαδή την απόδειξη του τραπεζικού εμβάσματος ημερομηνίας 02.10.
- Συνεπώς μελετώντας πολύ προσεκτικά την μαρτυρία της Κατηγορούμενης έχω καταλήξει ότι οι ακριβείς συνθήκες συνεργασίες της με τον Παραπονούμενο και οι λεπτομέρειες των μεταξύ τους σχέσεων περιβάλλονται από ένα πέπλο μυστηρίου το οποίο λόγω της απόρριψης αμφότερων των θέσεων τους ως αναξιόπιστων δεν μπορούν να τύχουν οποιασδήποτε διαλεύκανσης από το Δικαστήριο. Ενόψει της κατάληξης αυτής καμιά αναφορά δεν μπορώ να αποδεχθώ και ως εκ τούτου η μαρτυρία της Κατηγορούμενης απορρίπτεται στην ολότητα της ως αναξιόπιστη εξαιρουμένης βεβαίως της μαρτυρίας της η οποία εμπίπτει στα μη αμφισβητούμενα γεγονότα στα οποία αναφέρομαι ανωτέρω. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, τα μόνα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που δύναται να εξαχθούν, είναι ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από την Κατηγορούμενη έχοντας ως δικαιούχο τον Παραπονούμενο, αυτή κατατέθηκε στην τράπεζα σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις ήτοι στις 11.01.2019 και στις 28.01.2019 οπότε και επιστράφηκε ως απλήρωτη λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών. Περαιτέρω καταλήγω ότι ένεκα των αμφιβολιών που έχουν δημιουργηθεί αναφορικά με τις συνθήκες και τους λόγους κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, το αντάλλαγμα και κατά πόσον πράγματι το ποσό των €92.000 είχε δοθεί σε μετρητά από τον Παραπονούμενο στην Κατηγορούμενη ως η εκδοχή του πρώτου και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Παραπονούμενος απέτυχε να αποσείσει το βάρος που έφερε στους ώμους του με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία ως προς τα ζητήματα αυτά δεν μένει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από το να απορρίψει την υπόθεση. Υπενθυμίζεται πως από την στιγμή που ο Παραπονούμενος επέλεξε να προσφέρει μαρτυρία για τα ζητήματα τούτα και η οποία θα υπόκειτο στην αξιολόγηση του Δικαστηρίου δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα αναφοράς στο τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, το θέμα άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (αρ.167-169 Κεφ.155) η οποία, όπως διευκρινίζεται από τη νομολογία, «...δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα...» (βλ. Κatharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 και Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της όλης στάσης και συμπεριφοράς των εμπλεκομένων αλλά και τη φύση του αδικήματος. Ενόψει της κατάληξης μου για απόρριψη της υπόθεσης για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω κρίνω δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της δικηγορικά έξοδα. Στην απόφαση μου αυτή έλαβα υπόψη μου και το γεγονός ότι η μαρτυρία της Κατηγορούμενης δεν κρίθηκε αξιόπιστη όπως βεβαίως δεν κρίθηκε αξιόπιστη ούτε και η μαρτυρία του Παραπονούμενου με αποτέλεσμα οι λεπτομέρειες των μεταξύ τους σχέσεων να περιβάλλονται από ένα πέπλο μυστηρίου χωρίς να είναι δυνατή η διαλεύκανση τους από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του Άρθρου 305Α
(1), του Κεφαλαίου 154, όπως επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπας και Yιοι Ltd v. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερ. 20.10.16, είναι τα ακόλουθα: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του Άρθρου 305 Α.1, στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίασή της στο πιστωτικό ίδρυμα του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασής της και στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». [2] Για το ίδιο θέμα σχετική είναι και η Ποινική Έφεση Αρ. 16/2019 μεταξύ Γαβριηλίδης v. Αρμινιώτης, ημερ. 24.03.2020. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο