Δημοκρατία ν. M., Αρ. Υπόθεσης: 2775/21, 28/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:16 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κονή, Π.Ε.Δ. Κ. Κουνίδου, A.Ε.Δ. Γ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2775/21 Δημοκρατία ν. ΧΧΧ M. Κατηγορουμένου - - - - - - - - - - - - - - 28.05.2021 Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Κυθραιώτου (κα Α. Τιμοθέου για ν' ακούσει απόφαση) Για κατηγορούμενο: κ. Ν. Καλλής Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε σχέση με την κράτηση του κατηγορουμένου ) (η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) (Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Το πρωτότυπο θα παραμείνει στο φάκελο. Θα κυκλοφορήσει κείμενο της απόφασης χωρίς ονομασίες προσώπων, τόπων και άλλων στοιχείων που ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποκάλυψη προσώπων. Η πιο πάνω πρόνοια σκοπό έχει την προστασία της ανήλικης.) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 15 κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(4)(α), 6
(4)(γ) και 6
(7)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 2014, Ν.91(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών, τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ Σεπτεμβρίου 2019 και Ιουνίου 2020, στην επαρχία Λεμεσού, και ότι ο κατηγορούμενος καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε πάνω στην V.M. γεννηθείσα την 07.05.2012, με τη χρήση εξαναγκασμού την άγγιξε στα γεννητικά της όργανα (κατηγορίες 1 έως 10), στα οπίσθια (κατηγορίες 11 έως 13) και στο μηρό της (κατηγορίες 14 και 15). Ο κατηγορούμενος απάντησε στις κατηγορίες δηλώνοντας μη παραδοχή και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση την 09.07.2021 και ώρα 09:
- Στη συνέχεια η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την δίκη του, έχοντας ως βάση του αιτήματος της τον ορατό κίνδυνο φυγοδικίας. Αγόρευσε επί του θέματος παραπέμποντας σε συγκεκριμένα μέρη του μαρτυρικού υλικού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έφερε ένσταση στην κράτηση του πελάτη του και αγορεύοντας και αυτός επί του θέματος, εισηγήθηκε την απόλυση του με συγκεκριμένους όρους. Παρενθετικά αναφέρουμε στο σημείο αυτό ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων υποβλήθηκε αίτημα εκ μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης για προσκόμιση μαρτυρίας επικαλούμενος την Anatoli Borislavov Todorov v. Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Ποινικές Εφέσεις 293/15 και 294/15, ημερομηνίας 19.11.
- Το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση που δόθηκε αυθημερόν απέρριψε το αίτημα αφού έκρινε ότι η νομολογία την οποία επικαλέστηκε η πλευρά της υπεράσπισης δεν βοηθούσε τη θέση της. Σύμφωνα με την πιο πάνω υπόθεση, είναι ανεπιθύμητο ένα απλό αίτημα κράτησης να μετατρέπεται σε ακροαματική διαδικασία. Η προσαγωγή μαρτυρίας σε αιτήματα κράτησης θα πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, ώστε η διαδικασία να μην προσλαμβάνει οιονεί δίκη επί της ουσίας, «. Τοσούτω μάλλον όταν αιτήματα κράτησης βασίζονται στον κίνδυνο φυγοδικίας, τα οποία αποφασίζονται στη βάση των καθιερωμένων από τη νομολογία τριών αντικειμενικών κριτηρίων - πιθανότητα καταδίκης βάσει του μαρτυρικού υλικού που εξετάζεται στην όψη του, σοβαρότητα αδικήματος και ενδεχόμενο επιβολής αυστηρής τιμωρίας - και των εν γένει προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών ενός κατηγορουμένου και των δεσμών του με την Κύπρο.» Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η κράτηση του κατηγορούμενου ζητείται για πρώτη φορά ενώπιον μας, είχε όμως προηγηθεί όμοιο αίτημα, στηριζόμενο στον ίδιο λόγο, ενώπιον του Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Ένσταση στην κράτηση του υπήρξε και κατά το πιο πάνω στάδιο. Το Δικαστήριο διέταξε την κράτησή του. Έχουμε ζητήσει διευκρινίσεις από τους δικηγόρους των δύο πλευρών οι οποίοι συμφώνησαν ότι η απόφαση του παραπέμποντος Δικαστηρίου για κράτηση του κατηγορούμενου στηρίχθηκε στο ίδιο μαρτυρικό υλικό με αυτό που τέθηκε ενώπιον μας και ότι τέθηκαν οι ίδιες ακριβώς θέσεις από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και το συνήγορο του κατηγορούμενου. Για το θέμα αυτό θα παραπέμψουμε στις Ποινικές Εφέσεις 82 - 85/2013 Γεώργιος Νικόλα Δημητρίου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.
- Εκεί λέχθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «Υποδείξαμε κατά τη διάρκεια της ακρόασης των εφέσεων ότι κακώς το Κακουργιοδικείο ουσιαστικά ασχολήθηκε εξ υπαρχής με τα γεγονότα τα οποία διέπουν την κρίση επί της κρατήσεως σε συνάρτηση με τον κίνδυνο μη προσέλευσης στη δίκη και με ευρύτερες αναφορές στην πιθανότητα καταδίκης και την ενδεχόμενη ποινή. Και τούτο διότι η νομολογία καθορίζει ότι, μετά από την πρώτη διαταγή του Δικαστηρίου για κράτηση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της περαιτέρω κράτησης όχι εξ υπαρχής αλλά μόνο με αναφορά σε οποιαδήποτε νέα δεδομένα ήθελαν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την κρίση του επί του θέματος της κρατήσεως, και όχι με αναφορά σε δεδομένα τα οποία υφίσταντο ευθύς εξ αρχής. Τούτου λεχθέντος, υποδείξαμε, και δεν υπήρξε επιμονή στο τέλος, ότι οι λόγοι έφεσης που μπορεί να αφορούν το θέμα του κινδύνου μη προσέλευσης και των άλλων δύο παραμέτρων που αναφέραμε προηγουμένως, δεν θα εξετάζετο από το Εφετείο έστω και αν το θέμα εξετάστηκε πρωτοδίκως.» (η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Περαιτέρω, στην πολύ πρόσφατη απόφαση Μαυρομιχάλης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 165/20 και 166/20, απόφαση ημερομηνίας 22.10.2020, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καταδείξει, όσον αφορά την πιο πάνω πτυχή, ότι, εκκρεμούσης της δίκης, η εξέταση ενστάσεως σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης κατηγορουμένου προσώπου διενεργείται με αφετηρία το τελευταίο διαφοροποιητικό γεγονός, εάν υπάρχει τέτοιο. Διαπιστώνεται, έτσι, εφόσον περί τούτου πρόκειται, το περιεχόμενο της νέας μαρτυρίας που έχει, στο μεταξύ, προκύψει και η τυχόν επίδρασή της στην ήδη υπάρχουσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, ως προς την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου. ΄Αλλως πως, δε δικαιολογείται η εξέταση, εκ νέου, του πλαισίου, νομικού ή και πραγματικού, εντός του οποίου έχει εκδοθεί προηγούμενο διάταγμα κράτησης, της θέσης αυτής οριζομένης από το δόγμα του δεδικασμένου. Η σχετική νομολογία επιβεβαιώθηκε, πολύ πρόσφατα, στην J. Kalfat κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 125/2020 και 126/2020, 8.10.
- Στην προκειμένη περίπτωση, αναμφίβολα, η απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Dydi κ.ά. ν. Δημοκρατίας, καθιέρωσε τέτοιο δεδικασμένο, ήτοι αναφορικά με την ένδειξη της πιθανότητας καταδίκης, στη βάση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής που υπήρχε στις 30.6.2020.» Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας οποιαδήποτε νέα δεδομένα που να έχουν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούν το όλο πλαίσιο, νομικό και πραγματικό, που αφορά το υπό κρίση θέμα, κάτι που υποδείξαμε στο συνήγορο υπεράσπισης. Το γεγονός ότι ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου υπήρχε διαφορετικό κατηγορητήριο, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα αφού στο κατηγορητήριο αυτό ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε έξι κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης/εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση των προνοιών του Ν.91(Ι)/2014 και τρεις κατηγορίες άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Δηλαδή οι κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης/ εκμετάλλευσης παιδιού ήσαν ίσης σοβαρότητας με αυτές του κατηγορητηρίου που καταχωρήθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, θα εξετάσουμε τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας για κράτηση του κατηγορούμενου. Ως γνωστό, το ενδεχόμενο κράτησης συναρτάται με οποιονδήποτε από τους τρεις πιο κάτω παράγοντες: (α) την πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη (β) την πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος (γ) τη δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Αναφέρουμε από τώρα πως έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, τη Νομολογία στην οποία μας παρέπεμψαν και θα σταθούμε σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Έχουμε μελετήσει, για σκοπούς του παρόντος αιτήματος, και το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας. Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει ένα αίτημα όπως αυτό της Κατηγορούσας Αρχής, είναι σημαντικό να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος εκτός εάν καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Ανάγκη περιορισμού του πολίτη πρέπει να διαπιστώνεται δικαστικά σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και να επιβάλλεται από τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης (Ανδρέας Καραγιώργης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 92). Στη Σιακαλλή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελίδες 133, 134: «Η πιθανότητα μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη είναι ο βασικός παράγοντας που εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης τους. Κατά τη στάθμιση του παράγοντα αυτού λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα καταδίκης του στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων και το ύψος της ποινής που προβλέπεται. Όμως ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν αποτελεί και το μοναδικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Άλλοι παράγοντες είναι η πιθανότητα διάπραξης του ίδιου ή άλλου αδικήματος, καθώς και η δυνατότητα επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν όλοι οι παράγοντες, αλλά ένας ή περισσότεροι από αυτούς μπορεί να αποτελέσουν τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)CLR 50, Michael Apostolou Tsouka v. The Police
(1962)CLR 261). Κάθε παράγοντας θα πρέπει να εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης. Ακριβώς στην υπόθεση Κλεάνθης Γεωργίου Βασιλείου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 6248, ημερ. 10.1.1997 τονίστηκε ότι η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης των αδικημάτων για τα οποία κάποιος κατηγορείται, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη νομολογία.» Όταν το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής βασίζεται στην πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορουμένου στη δίκη, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, παράγοντες που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται (βλ. Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968)). Στην υπόθεση Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, υποδεικνύεται ότι «. σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησομένη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων.» Εκείνο που εξετάζεται είναι η πιθανότητα να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Το Δικαστήριο σε τέτοιες διαδικασίες, όπως η παρούσα, μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις έχοντας ενώπιον του τη φύση των αδικημάτων, το μαρτυρικό υλικό που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, και τις προσωπικές περιστάσεις του κάθε κατηγορούμενου, όπως αυτές συνήθως παρατίθενται από τους ιδίους ή τους συνηγόρους τους. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρές ενόψει και των ποινών που προβλέπονται από το Νόμο. Το ότι πρόκειται για σοβαρά αδικήματα είναι κάτι που αναγνώρισε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του. Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, έχοντας υπόψη και την ηλικία της πιο πάνω ανήλικης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης διά βίου. Όπως διαφαίνεται από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων αλλά και από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας, για αδικήματα αυτής της φύσης, η Νομολογία αναφέρεται σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Στη Θεοδωρίδης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139 τονίστηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη. Το ίδιο και στην Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 A.A.Δ. 450, όπου λέχθηκε ότι: «Είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης.» Βεβαίως εδώ ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει κατηγορία φόνου εκ προμελέτης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής βασίζεται στον ορατό κίνδυνο φυγοδικίας, δηλαδή στην πιθανότητα μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Έχουμε μελετήσει πολύ προσεκτικά το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας μόνο για σκοπούς του παρόντος αιτήματος. Η πιο πάνω ανήλικη, V.M. στην οπτικογραφημένη κατάθεση της αποδίδει επαναλαμβανόμενες σεξουαλικές κακοποιήσεις της στον κατηγορούμενο οι οποίες λάμβαναν χώρα στο όχημα με το οποίο την μετέφερε ο κατηγορούμενος από και προς το σχολείο της και σε άλλες δραστηριότητες της αλλά και στο διαμέρισμα του. Αυτά τα περιστατικά λάμβαναν χώρα όταν η ίδια ήταν μόνη με τον κατηγορούμενο ο οποίος είτε την άγγιζε στα γεννητικά της όργανα, είτε στα οπίσθια της ή στο μηρό της. Η ως άνω ανήλικη εξετάστηκε από κλινική ψυχολόγο η οποία διαπίστωσε μερική συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες. Τα πιο πάνω, αποτιμώμενα στην όψη τους, καταδεικνύουν ανάμιξη και εμπλοκή του κατηγορούμενου στη διάπραξη των αδικημάτων. Σύμφωνα επίσης με κατάθεση της μητέρας της ως άνω ανήλικης, που και αυτή τέθηκε ενώπιον μας, η ανήλικη της εκμυστηρεύτηκε τα όσα αποδίδει στον κατηγορούμενο την 29.06.2020. Η ίδια τα ανέφερε στο συμβίο της ο οποίος απέλυσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ο οδηγός της οικογένειας. Η μητέρα της ανήλικης αναφέρει επίσης στην κατάθεση της ότι η όλη συμπεριφορά της ανήλικης, προτού της εκμυστηρευτεί τα πιο πάνω, είχε αλλάξει, δηλαδή έβλεπε εφιάλτες, έκλαιγε χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος κλπ. Σύμφωνα ακόμα με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας, εξεδόθη ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου την 31.07.2020 ενώ σύμφωνα με τα ημερολόγια ενεργείας που έχουν κατατεθεί ο κατηγορούμενος, παρόλες τις προσπάθειες της Αστυνομίας, δεν εντοπίστηκε. Ο κατηγορούμενος φαίνεται να ενημερώθηκε από τη συμβία του για το γεγονός ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, ενώ βρισκόταν στη Ρωσία. Σύμφωνα με το ένταλμα σύλληψης, αλλά και το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος είναι XXXXX υπήκοος. Λήφθηκε κατάθεση από τη συμβία του κατηγορούμενου, η οποία επίσης τέθηκε ενώπιον μας στην οποία αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος έφυγε από την Κύπρο στις 02.08.2020 με πτήση από την κατεχόμενη Λευκωσία με σκοπό να επισκεφθεί την άρρωστη μητέρα του. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη την 09.04.2021 στον αερολιμένα Λάρνακας από τον Αστ.2014 Κ. Τσιολή, όταν ο εν λόγω αστυφύλακας διενήργησε διαβατηριακό έλεγχο στον κατηγορούμενο. Διαπίστωσε ότι το όνομα και το επίθετο του κατηγορούμενου που αναφερόταν ως υπήκοος XXXXX, εντοπίζονταν σε υπηρεσιακό μήνυμα που έλαβε και που ανέφερε ότι εκκρεμούσε εναντίον του δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Ο κατηγορούμενος κατά το διαβατηριακό έλεγχο παρουσίασε ρωσικό διαβατήριο και σε ερώτηση του αστυφύλακα αν έχει δεύτερη υπηκοότητα, αυτός απάντησε ότι έχει μόνο τη Ρωσική υπηκοότητα. Μετά τον εντοπισμό της εγγραφής του κατηγορουμένου ως XXXXX υπηκόου στην ιστοσελίδα του Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ο κατηγορούμενος, ανακρινόμενος προφορικά από τον πιο πάνω αστυφύλακα, παραδέχθηκε ότι είχε δεύτερη υπηκοότητα γιατί, όπως ισχυρίστηκε, δεν γινόταν να έχει δύο υπηκοότητες και ως εκ τούτου επέλεξε να διατηρήσει τη ρωσική υπηκοότητα. Σε ερώτηση γιατί έχει διαφορετικό έτος γέννησης στα στοιχεία του ρωσικού διαβατηρίου με τα στοιχεία εγγραφής του με την XXXXX υπηκοότητα, του απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι μπορεί να έκανε λάθος το τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Στη Χ"Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 49 σε σχέση με την πιθανoλόγηση καταδίκης: «Η πιθανολόγηση περί καταδίκης αποτελεί κατ' αρχήν εγχείρημα που δεν περιορίζεται σε μόνο ό,τι εκφράζεται από το γεγονός της παραπομπής στο Κακουργιοδικείο το οποίο υποδηλώνει την ύπαρξη μαρτυρίας η οποία ανάλογα με τη δεκτότητα και την αξιολόγηση της, θα μπορούσε να κατατείνει προς ενοχή. Έτσι, το Δικαστήριο που εξετάζει ζήτημα κράτησης υπόδικου λαμβάνει υπόψη και την ισχύ της μαρτυρίας όπου προσφέρεται στην όψη της αυτή η δυνατότητα. Ωστόσο ό,τι εκφράζεται και από μόνο το γεγονός της παραπομπής δεν είναι εντελώς χωρίς συμπερασματική αξία και συνυπολογίζεται: βλ. την υπόθεση Papakleovoulou. Εξ' άλλου το ίδιο συνεκτιμάται, στο πλέγμα του συνόλου των ενδείξεων και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση: βλ. την υπόθεση Savva and another (No.2).» Στην υπόθεση Savva, παρά την παρατήρηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τελικά, με δοσμένη την εύλογη προσδοκία αθώωσης, η έφεση απορρίφθηκε αφού κρίθηκε πως, στη βάση του συνόλου των παραγόντων, που περιλάμβαναν, βεβαίως, την πιθανότητα καταδίκης για τη σοβαρή κατηγορία της ανθρωποκτονίας, δεν δικαιολογείτο ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης για κράτηση.» Επαναλαμβάνουμε πως δεν τίθεται στο στάδιο αυτό ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων (βλ. Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32). Με άλλα λόγια δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο κατά πόσο η διαθέσιμη μαρτυρία συμβιβάζεται μόνο με την ενοχή του κατηγορούμενου και όχι με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Αυτό είναι θέμα που θα εξεταστεί όταν θα εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης. Το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος (βλ. Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 790). Στη Στέλιος Καλλή ν. Δημοκρατίας Ποινική έφεση 114/15, απόφαση ημερομηνίας 19.6.2015, λέχθηκε για άλλη μια φορά ότι «Το κριτήριο όμως αναφορικά με την κράτηση δεν είναι η απόδειξη «εκ πρώτης όψεως» υπόθεσης αλλά η «πιθανολόγηση» της διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Και με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο κατέληξε ορθά, ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.». Σημειώνεται πως η εν λόγω υπόθεση αφορούσε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό βρίσκουμε, χωρίς να αγνοούμε τις θέσεις της υπεράσπισης, πως υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου δεν ανέφερε οτιδήποτε περί του αντιθέτου. Η σοβαρότητα των κατηγοριών τις οποίες ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι δεδομένη, κάτι που παραδέχθηκε και ο συνήγορος υπεράσπισης. Βρίσκουμε επίσης πως σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορούμενου, η ποινή που δυνατόν να επιβληθεί σε αυτόν, θα είναι αυστηρή. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής βασιζόμενη και στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας, υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος έχει πολύ χαλαρούς δεσμούς με τη χώρα μας αφού διαμένει και εργάζεται στην Κύπρο τα τελευταία 10 χρόνια ενώ με τη συμβία του βρίσκονται μαζί 8 χρόνια. Υποστήριξε επίσης ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί δεσμούς με το εξωτερικό και ιδιαίτερα με τη Ρωσία. Τα πιο πάνω δικαιολογούνται από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μας. Από την πλευρά του ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στη γνωστή αρχή ότι καθένας είναι αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου και ότι δικαιούται να απολυθεί με όρους εκτός και αν συντρέχουν οι λόγοι που η νομολογία επιτρέπει και επιβάλλεται να παραμείνει υπό κράτηση ώστε να διασφαλιστεί η παρουσία του στη δίκη του. Υποστήριξε επίσης ότι ο κατηγορούμενος απολύθηκε από την εργασία του με μήνυμα από τον εργοδότη του χωρίς να του αναφέρει το λόγο απόλυσης του (κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή), ότι έφυγε από την Κύπρο για να επισκεφθεί την άρρωστη μητέρα του χωρίς να γνωρίζει ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης και ότι βρίσκεται στην Κύπρο για 10 χρόνια, εργάζεται έχοντας εξασφαλίσει άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος οδηγού ασφαλείας, είναι λευκού ποινικού μητρώου, διατηρεί διαμέρισμα στην Κύπρο το οποίο είναι υποθηκευμένο και πληρώνει δόσεις στην Τράπεζα. Υποστήριξε ακόμα ότι το θέμα της κατοχής τόσο XXXXX όσο και Ρωσικού διαβατηρίου οφείλεται στο γεγονός ότι είχε δύο υπηκοότητες, την Εσθονική και τη Ρωσική, και ότι επέλεξε να διατηρήσει τη Ρωσική ως οι εξηγήσεις που έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στον αστυφύλακα που τον συνέλαβε και στην ανακριτική του κατάθεση. Υποστήριξε ακόμα ότι δεν προσπάθησε να παραπλανήσει τις Κυπριακές αρχές, ούτε να αποφύγει τη σύλληψη του, ότι επέστρεψε στην Κύπρο μόλις αυτό κατέστη δυνατό λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και ότι ενημέρωσε τις Αρχές για την άφιξη του. Τον ίδιο ισχυρισμό αναφέρει και ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση όσον αφορά το χρόνο επιστροφής του ως επίσης την ασθένεια της μητέρας του και το χρόνο που χρειάστηκε για ανανέωση του Ρωσικού διαβατηρίου του. Επαναλαμβάνουμε ότι ενώπιον μας έχουμε μία σοβαρή ποινική υπόθεση στην οποία ως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό η πιθανότητα καταδίκης του είναι ορατή, ότι η ποινή σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορούμενου θα είναι αυστηρή, ότι αυτός διατηρεί πολύ χαλαρούς δεσμούς με τη χώρα μας έχοντας υπόψη ότι συζεί με άτομο που η καταγωγή του δεν είναι από την Κύπρο, δεν έχει λεχθεί ότι έχει παιδιά, στο παρόν στάδιο δεν εργάζεται αλλά και ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου κατέστη δυνατή τον Απρίλιο του 2021, εννέα περίπου μήνες μετά την έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Στην υπόθεση Hua v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 152, η εφεσείουσα ήταν Κινέζα και διέμενε στην Κύπρο για 10 χρόνια. Απέκτησε την Κυπριακή υπηκοότητα και ήταν παντρεμένη με Κύπριο, ο οποίος υιοθέτησε την κόρη της ηλικίας 18 ετών. Η κόρη της φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο στη Λευκωσία και απέκτησε και αυτή την Κυπριακή υπηκοότητα. Ήταν ιδιοκτήτρια εταιρείας και ήταν εγγεγραμμένη στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία διατάχθηκε η κράτηση της εφεσείουσας μέχρι τη δίκη της και ανέφερε ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν είναι αρκετά για να θεωρηθεί ότι δημιουργούν δεσμούς με την Κύπρο. Χωρίς να μας διαφεύγουν τα όσα έχει υποστηρίξει ο συνήγορος υπεράσπισης, κρίνουμε ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος μη προσέλευσης του στη δίκη του. Στη Δράκος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 449, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες που αφορούσαν σε απαγωγή και βιασμό ανήλικης. Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση αφού έλαβε υπόψη του ότι «Η εξαιρετική σοβαρότητα της υπόθεσης καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο, απόπειρας διαφυγής του εφεσείοντος, προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει». Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι έστω και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι έφυγε από την Κύπρο χωρίς να γνωρίζει ότι εξεδόθη ένταλμα σύλληψης εναντίον του και ότι επέστρεψε σ' αυτήν αφού προηγουμένως ενημέρωσε τις Αρχές, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Δηλαδή δεν εξαλείφει τον κίνδυνο φυγοδικίας και ούτε διαγράφει από τη σκέψη του κατηγορούμενου προσπάθεια να φύγει εκ νέου από περιοχές μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία, ενόψει της σοβαρότητας των κατηγοριών που αντιμετωπίζει, την πιθανότητα καταδίκης του και το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρής ποινής. Στην Μαυρομιχάλη ν. Αστυνομίας
(2014)2(Α) Α.Α.Δ. 256, ο εφεσείων, πατέρας τριών παιδιών, ο οποίος αναζητείτο από τις Κυπριακές Αρχές για τέσσερα χρόνια και επέστρεψε στην Κύπρο οικειοθελώς με σκοπό να παραδοθεί, διατάχθηκε η κράτηση του και η απόφαση για την κράτηση του επικυρώθηκε λόγω κινδύνου φυγοδικίας. Δεν έχει γίνει οποιαδήποτε αναφορά από το συνήγορο υπεράσπισης στις επιπτώσεις κράτησης στην προσωπική - οικογενειακή ζωή του κατηγορούμενου. Εν πάση περιπτώσει, στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 τονίστηκε ότι οι επιπτώσεις κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης. Χρήσιμο για το θέμα αυτό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από τη σχετικά πρόσφατη απόφαση Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 81/19 - 83/19, απόφαση ημερομηνίας 16.07.2019 όπου λέχθηκε ότι «Με μόνη την προσθήκη ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και οι δεσμοί που αυτός έχει με την Κύπρο, καθώς επίσης και η οικονομική του δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ' επέκταση να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στις επισημάνσεις που έγιναν στις Φλεριανού ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B136, Ποιν. Εφ. 13/2016 ημερ. 3.3.2016 και Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D154, Ποιν. Εφ. 14/2016 ημερ. 7.7.2016.» Οι όροι που ο συνήγορος του έχει εισηγηθεί προς εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο, τους οποίους έχουμε εξετάσει, κρίνουμε ότι δεν είναι ικανοί, να εξασφαλίσουν την παρουσία του κατηγορούμενου στη δίκη του (Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 130). Λαμβάνουμε υπόψη και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και θα συνεχίσει να τελεί μέχρι την ημερομηνία της δίκης του. Το χρονικό διάστημα συνυπολογίζεται με όλους τους υπόλοιπους παράγοντες [Νικήτα (πιο πάνω)]. Στη Ηussein ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 34, αναφέρθηκε ότι: «Αναφορικά με το χρόνο κράτησης ο οποίος στην παρούσα περίπτωση είναι περίπου 10 μήνες, παρόλο που είναι κατά δυο μήνες περισσότερος από το χρόνο που αναφέρεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανουσαρίδη κ.ά. πιο πάνω, δε νομίζουμε ότι δικαιολογεί παρέμβαση μας. Άλλωστε οι 8 μήνες που ήταν η κράτηση στην εν λόγω υπόθεση δεν έχουν καθοριστεί ως το μέγιστο του χρόνου που μπορεί να είναι ένας υπό κράτηση, αλλά όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.» Στην Καλλή (πιο πάνω) το Εφετείο επικυρώνοντας την απόφαση του Κακουργιοδικείου επανέλαβε για άλλη μια φορά ότι ο χρόνος κράτησης δεν είναι αποφασιστικός παράγων αλλά συνυπολογίζεται μαζί με όλα τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην Ανδρέας Σταυρινού ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 255/2017, απόφαση ημερομηνίας 13.12.2017, το Εφετείο επικυρώνοντας την απόφαση του Κακουργιοδικείου με την οποία διατάχθηκε η κράτηση του κατηγορουμένου, ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το χρόνο: «Ο χρόνος που παρήλθε είναι σημαντικός και μας έχει προβληματίσει όλως ιδιαιτέρως. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τη δέσμευση και τον προγραμματισμό του Κακουργιοδικείου να δώσει προτεραιότητα, όπως πράγματι οφείλει και αναμένεται να πράξει και μη διαπιστώνοντας, γενικότερα, σφάλμα στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, δεν θεωρούμε ότι υπάρχει περιθώριο εφετειακής παρέμβασης.» Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση ο χρόνος κράτησης του κατηγορούμενου ήταν πολύ μεγαλύτερος από το χρόνο που εδώ θα παρέλθει μέχρι την έναρξη της δίκης. Αφού λάβαμε υπόψη τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η διακριτική μας ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της κράτησης του κατηγορούμενου μέχρι τις 09.07.2021 αφού βρίσκουμε ότι η ατομική του ελευθερία θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής γίνεται δεκτό. Ο κατηγορούμενος θα τελεί υπό κράτηση μέχρι τις 09.07.2021. (Υπ.) ............... Α. Κονής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο