← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. GINCUL, Αρ. Υπόθεσης:4526/20, 27/5/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. GINCUL, Αρ. Υπόθεσης:4526/20, 27/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:4526/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού -εναντίον- XXX GINCUL Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο: Εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση, αντιμετωπίζει μια κατηγορία. Σύμφωνα με την Έκθεση Αδικήματος κατηγορείται για το αδίκημα της αχρείαστης μετακίνησης κατά παραβίαση του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ.260 και συγκεκριμένα των άρθρων 1, 2, 3, 6(α) - (ζ) και 7 και των Κ.Δ.Π.116/20, Κ.Δ.Π.117/20 άρθρα 1 και 2(α)(β) και Κ.Δ.Π.118/20. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 28/03/2020 στην Λεμεσό, κυκλοφορούσε στην περιοχή της Επίχωσης παρά το «YELLOW CAFÉ». Ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην κατηγορία και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της κατηγορίας κλήθηκε ένας μάρτυρας και συγκεκριμένα ο Α/Aστ.XXXXX XXXXX Ξενοφώντος. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου, στην ως άνω αναφερόμενη κατηγορία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και να καλέσει ένα μάρτυρα υπεράσπισης και συγκεκριμένα την κα XXX Gincul (Μ.Υ.1). Μαρτυρία Ο Μ.Κ.1 XXX/XXX XXX Ξενοφώντος, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του, στις 28/03/2020 και περί ώρα 07:10 ανέκοψε στην Επίχωση παρά το «Yellow Café», τον XXX Gincul, (ήτοι τον κατηγορούμενο) και από έλεγχο που του έγινε διαπιστώθηκε ότι αυτός δεν είχε στην κατοχή του καμία άδεια για κυκλοφορία και παραβίαζε το διάταγμα του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ.260 του άρθρου 6(α) - (ζ). Πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που διαπράττει και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «I came to walk». Στη συνέχεια πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «My house is near.». Ο κατηγορούμενος του υπέδειξε γραπτό μήνυμα για σωματική άσκηση. Οι είσοδοι στο χώρο της Επίχωσης ήταν κλειστεί με κορδέλα. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του κληθείς να εξηγήσει τι ακριβώς είναι η Επίχωση που αναφέρει στην κατάθεση του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι σύμφωνα με το Διάταγμα ημερομηνίας 23/03/2020 το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή στις 24/03/2020, οι δημόσιοι χώροι συνάθροισης, πλατείες, λιμάνια, μαρίνες, πάρκα, πεζόδρομοι και άλλα είναι κλειστά για όλο το κοινό. Ο χώρος της Επίχωσης, ως ανέφερε, περιλαμβάνεται σε αυτά αφού είναι δημόσιος χώρος συνάθροισης, πεζόδρομος και πάρκο. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο Μ.Κ.1 είπε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στον κλειστό χώρο της Επίχωσης μέσα από τις κορδέλες, στον πεζόδρομο δίπλα από το «Yellow Café». Αρνήθηκε υποβολή ότι αυτός και ο συνάδελφος του ενώ ο κατηγορούμενος βιντεογράφησε τον ίδιο και το συνάδελφο του για να αποδείξει που βρισκόταν, αυτοί του έσβησαν το βίντεο από το τηλέφωνο του. Ο κατηγορούμενος σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 διέγραψε το βίντεο από το κινητό του τηλέφωνο και ότι δεν γνωρίζει πώς μπορεί να προχωρήσει για να αποδείξει ότι πράγματι του είχε διαγράψει το βίντεο, λέγοντας ότι μπορεί να δώσει το τηλέφωνο του και ότι γνωρίζει ότι τα διαγραφόμενα βίντεο μπορούν να επανέλθουν. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι διαμένει στην οδό Ρήγαινας η οποία βρίσκεται στην περιοχή της Καθολικής Εκκλησίας και η περιοχή Επίχωσης είναι πίσω από αυτήν. Το «Yellow Café» ανέφερε ότι είναι περίπου 900 μέτρα από τον τόπο που διαμένει. Κληθείς να αναφέρει κατά πόσο συμφωνεί ότι στις 28/03/2020 καταγγέλθηκε από τον Μ.Κ.1 ότι βρισκόταν στο χώρο της Επίχωσης, είπε ότι δεν ήταν μέσα στον Μόλο, αλλά ήταν δίπλα από το Μόλο και έκανε γυμναστική. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν εντός του χώρου της Επίχωσης δηλαδή εντός του πεζοδρομίου, λέγοντας περαιτέρω ότι υπήρχε μία μπλε κορδέλα γύρω από την απαγορευμένη περιοχή και ο ίδιος ήταν έξω από αυτήν. Σε υποβολή ότι αφού εντοπίστηκε να βρίσκεται σε απαγορευμένο χώρο, ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «I came to walk», είπε ότι η αλήθεια είναι ότι δεν του είπαν καν γιατί του έπαιρναν τα στοιχεία του και στο τέλος αφού ο ίδιος ρώτησε, ο συνάδελφος του Μ.Κ.1 του είπε «Θα δεις σε δύο μήνες, θα σε καλέσουν να έρτεις στο Δικαστήριο.». Είπε ακόμη ότι επειδή γνώριζε ότι δεν είναι απαγορευμένη περιοχή εκεί, έτρεχε προς αυτούς κάνοντας γυμναστική και όταν τους έφτασε τον σταμάτησαν, εμμένοντας στη θέση του ότι δεν ήταν εντός της απαγορευμένης περιοχής. Είπε ακόμη ότι ο λόγος που βιντεογραφούσε τους αστυνομικούς ήταν γιατί γνώριζε ότι είχε μαζί του όλα τα έγγραφα και τον σταμάτησαν σε μία περιοχή που επιτρέπει τη γυμναστική και απλά ήθελε να έχει τεκμήριο. Είπε ακόμη ότι αυτοί, δηλαδή οι αστυνομικοί, του έλεγαν ότι δεν είχε δικαίωμα να πηγαίνει πέραν των 10 με 20 μέτρων εκτός της οικίας του. Κληθείς να αναφέρει από πού γνώριζε ότι θα καταγγελθεί και ξεκίνησε να βιντεογραφεί τους αστυνομικούς, αφού προηγουμένως είπε ότι οι αστυνομικοί δεν του είχαν πει τίποτε, είπε ότι τον σταμάτησαν και δεν του είπαν τίποτε, του ζήτησαν το τηλέφωνο του, το οποίο τους υπέδειξε. Τότε του ζήτησαν το διαβατήριο του, το οποίο επίσης τους υπέδειξε. Ο Μ.Κ.1 άρχισε να γεμίζει τη φόρμα και δεν του είπε οτιδήποτε για την καταγγελία. Ενώ στο τέλος όταν του επέστρεψε το διαβατήριο και το τηλέφωνο, ρώτησε τον Μ.Κ.1, γιατί έγινε αυτό και ο συνάδελφος του Μ.Κ.1 του είπε «Θα δεις σε δύο μήνες, θα σου ζητήσουν αυτά στο Δικαστήριο και θα πρέπει να εξηγήσεις.». Τότε κατάλαβε ότι θα τον καταγγείλουν και τους είπε «Κοίταξε, τα έχω όλα μαζί μου, γυμνάζομαι, είμαι σε επιτρεπόμενη περιοχή» και τότε τράβηξε βίντεο. Τότε ο Μ.Κ.1 με τον συνάδελφο του, του πήραν το τηλέφωνο και διέγραψαν το βίντεο. Αρνήθηκε υποβολή ότι τα γεγονότα δεν έγιναν όπως ανέφερε γιατί εάν όντως τα γεγονότα γινόταν όπως τα είχε πει θα υπέβαλλε στο Μ.Κ.1 τις θέσεις του, λέγοντας περαιτέρω ότι αμέσως μετά πήγε σπίτι και έστειλε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στην αστυνομία περιγράφοντας όλα όσα είχαν γίνει, υποστηρίζοντας ότι είχε μαζί του το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα. Είπε ακόμη ότι δεν πήρε απάντηση στην καταγγελία που έκανε, υποστηρίζοντας ότι έκανε καταγγελία και εναντίον του αστυφύλακα και η απάντηση που έλαβε ήταν ότι το παράπονο του έχει προωθηθεί στον Αρχηγό Αστυνομίας και θα του απαντήσει. Ωστόσο, λόγω του ότι δεν έλαβε απάντηση, έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Αρχή Παραπόνων και έκανε παράπονο ότι ακόμα δεν πήρε απάντηση στην καταγγελία του και τον κάλεσαν να πάει στο Δικαστήριο, ενώ μετά από λίγο πήρε απάντηση από τον Αρχηγό Αστυνομίας λέγοντας του ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη, έγινε συνέντευξη με τον αστυνομικό και δεν μπορούν να κάνουν κάτι. Είπε ακόμη ότι πήρε μέτρα πριν έρθει στο Δικαστήριο και έκανε καταγγελία γι' αυτό το γεγονός σε δύο διαφορετικά κανάλια. Η κα XXX Gincul (Μ.Υ.1) σύζυγος του κατηγορούμενου, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι την ημέρα που σταμάτησε η αστυνομία τον κατηγορούμενο, ήταν όλοι έξω, με το μεγαλύτερο παιδί τους και πήγαιναν στο φαρμακείο, γιατί ήταν έγκυος και είχε μια δύσκολη νύχτα λόγω της εγκυμοσύνης και το παιδί είχε ανάγκη να βγει έξω εκείνη την ημέρα, και ο κατηγορούμενος βγήκε μαζί τους γιατί έχει πρόβλημα υγείας, ειδικά με το πόδι του και είχε συστάσεις από το γιατρό να περπατήσει. Είπε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος είχε στείλει μήνυμα, ενώ απ' όσο ξέρει κατηγορήθηκε ότι δεν είχε στείλει μήνυμα. Ήταν η θέση της ότι η Αστυνομία υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε στείλει μήνυμα, ενώ είχε στείλει μήνυμα, λέγοντας επίσης ότι κανείς δεν έλεγξε καν εάν έχουν μήνυμα ενώ συνεχίζουν να κατηγορούν τον κατηγορούμενο για αυτό. Κληθείσα να περιγράψει τι είχε γίνει όταν η αστυνομία σταμάτησε τον κατηγορούμενο, είπε ότι είδε τα πάντα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι αυτή με τον κατηγορούμενο θα βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του δρόμου στα φώτα, γι' αυτό ήταν εκεί, ακριβώς στα φώτα και περίμενε τον κατηγορούμενο να περάσει το δρόμο. Τότε είδε δύο αστυνομικούς που έπιασαν το τηλέφωνό του κατηγορούμενου να το δουν. Είδε ακολούθως τον κατηγορούμενο να προτάσσει το χέρι του μπροστά κρατώντας το τηλέφωνο του και να το κάνει γύρω γύρω. Μετά οι δύο αστυνομικοί πλησίασαν περισσότερο τον κατηγορούμενο και του πήραν το τηλέφωνο από το χέρι. Ο κατηγορούμενος ήταν στο πεζοδρόμιο, για να περάσει απέναντι στα φώτα. Αρχικά η ίδια νόμιζε ότι έκαναν μόνο έλεγχο των στοιχείων του αλλά μετά ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι του πήραν το τηλέφωνο και έσβησαν, το βίντεο. Η ίδια είδε την μπλε κορδέλα και είπε ότι ο κατηγορούμενος ήταν έξω από την κορδέλα, ενώ σημείωσε ότι είδε τον αστυνομικό που έβγαλε τα γάντια και του πήρε το τηλέφωνο από το χέρι. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι βρισκόταν σε απόσταση περίπου 100 μέτρα από το σημείο που βρισκόταν ο αστυνομικός. Ανέφερε ακόμη ότι ο λόγος που βγήκε εκείνο το πρωί από το σπίτι ήταν γιατί είχε δύσκολο βράδυ λόγω της εγκυμοσύνης και ήθελε να πάρει αέρα. Ήταν η θέση της ότι βγήκε μαζί με τον κατηγορούμενο από το σπίτι και ξεκίνησαν μαζί αλλά λόγω του ότι η ίδια θα πήγαινε στο φαρμακείο που ήταν στην άλλη πλευρά του δρόμου ο κατηγορούμενος άρχισε τρέξιμο και η συνεννόηση τους ήταν να βρεθούν στα φώτα για να πάνε μαζί σπίτι. Ο λόγος που πήγε και η ίδια έξω αντί να πάει ο κατηγορούμενος αφού δεν ένοιωθε καλά ήταν γιατί ως ανέφερε ένιωθε την ανάγκη να βγει έξω, γιατί ένιωθε ότι θα τρελαθεί μέσα στο σπίτι. Είπε ακόμη ότι τελικά το φαρμακείο ήταν κλειστό γι' αυτό επέστρεψαν στο σπίτι και πήγε αργότερα ο κατηγορούμενος στο φαρμακείο. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε να βρίσκεται σε χώρο ο οποίος ήταν κλειστός και απαγορευμένος και γι' αυτό το λόγο έχει καταγγελθεί. Ήταν η θέση της ότι, υπήρχε η κορδέλα της Αστυνομίας εκεί που δεν επιτρεπόταν πρόσβαση αλλά ο κατηγορούμενος ήταν πολύ πιο μακριά στον πεζοδρόμιο και είχε και μήνυμα. Είπε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν εκεί που απαγορεύεται η κυκλοφορία. Συμφώνησε, ωστόσο με υποβολή ότι δεν μπορούσε και δεν ήταν δυνατό να έχει συνεχή οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο, και ότι είδε τι έγινε με τον αστυνομικό και τον κατηγορούμενο από τη στιγμή που σταμάτησαν τον κατηγορούμενο, επιβεβαιώνοντας επίσης ότι η ίδια είδε τον κατηγορούμενο τη στιγμή που συνομιλούσε με τον αστυνομικό. Αξιολόγηση Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και την αξιοπιστία τους. Ξεκινώντας από τον Μ.Κ.1 εν πρώτοις σημειώνω ότι παρακολουθώντας τον στο ειδώλιο δεν άφησε την παραμικρή αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι κατέθετε τα γεγονότα όπως ακριβώς εκτυλίχθηκαν στην πραγματικότητα. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως οι αναφορές του ως προς τις ενέργειες του από τη στιγμή του εντοπισμού του κατηγορούμενου στην Επίχωση αλλά και η μαρτυρία του ως προς τα γεγονότα που ακλούθησαν δεν κλονίστηκαν μέσω της αντεξέτασης του από τον κατηγορούμενο. Σημειώνω, περαιτέρω ότι εξετάζοντας τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά του στο εδώλιο, και έχοντας κατά νου τις επί της συγκεκριμένης μαρτυρίας θέσεις του κατηγορουμένου, τη βρίσκω αξιόπιστη. Δεν έχω άλλωστε εντοπίσει οτιδήποτε που να δημιουργεί στο μυαλό του Δικαστηρίου την παραμικρή υποψία ότι οι ενέργειες του εν λόγω μάρτυρα είχαν αποκλειστικό στόχο και σκοπό την καταγγελία του κατηγορούμενου. Δεν θεωρώ ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να παραποιήσει τα γεγονότα, τα οποία κατά τη γνώμη μου περιέγραψε όπως αυτά είχαν εξελιχτεί. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε μέσω των ερωτήσεων και υποβολών να πλήξει την αλήθεια των ισχυρισμών του Μ.Κ.1 αλλά και την ορθότητα και αντικειμενικότητα των ενεργειών του. Ωστόσο, θεωρώ ότι οι θέσεις του κατηγορούμενου παρέμειναν μετέωρες και εντελώς θεωρητικές και αντικρούστηκαν πλήρως από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  1. Θεωρώ το μάρτυρα αυτό ως ειλικρινή και αξιόπιστο και δέχομαι τη μαρτυρία του, εκτός βεβαίως το σημείο της κατάθεσης του ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε στην κατοχή του καμία άδεια για κυκλοφορία. Τούτο γιατί ως προκύπτει τόσο από την κατάθεση του όσο και από την προφορική του μαρτυρία η ουσία της μαρτυρίας του είναι πως ο κατηγορούμενος βρισκόταν εντός απαγορευμένης περιοχής και όχι ότι δεν είχε εξασφαλίσει άδεια για κυκλοφορία. Δεν θεωρώ ότι ο Μ.Κ.1 είχε σκοπό να πει ψέματα με αυτή του την αναφορά στην κατάθεση του αφού στην κατάθεση του αναφέρει ρητά ότι ο κατηγορούμενος του υπέδειξε γραπτό μήνυμα για σωματική άσκηση και ότι αυτός βρισκόταν στην Επίχωση όπου οι είσοδοι στο χώρο αυτό ήταν κλειστοί με κορδέλα. Άλλωστε η μαρτυρία του εξετάζεται και αξιολογείται στο σύνολο της και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά. Συνεπώς η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητα της πλην του σημείου που πιο πάνω σχολιάζεται. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι είπε όλη την αλήθεια. Σίγουρα υπάρχουν σημεία στα οποία η μαρτυρία του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως διαφαίνεται από την αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Ωστόσο η γενική εντύπωση του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη ολόκληρης της μαρτυρίας του, καθώς επίσης και τη συνολική εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, από τον τρόπο και το ύφος που απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, είναι πως προσπαθούσε πάση θυσία να απαλλαγεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Στην προσπάθεια του αυτή παρατηρώ ότι θέσεις που προέβαλε κατά τη δική του μαρτυρία οι οποίες κρίνονται ουσιώδεις δεν τέθηκαν στον Μ.Κ.1 για να τοποθετηθεί. Θεωρώ ότι η παράλειψη υποβολής των εκδοχών του κατηγορουμένου στον Μ.Κ.1 για να μπορεί να δώσει τη δική του θέση επί των θεμάτων αυτών, τα οποία κρίνονται ουσιώδεις, αναιρεί το αληθές των όσων ανέφερε ο κατηγορούμενος και κυρίως επιβεβαιώνει την εντύπωση που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο ότι αυτά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του, για να ενισχύσει την εκδοχή που προέβαλε. Εύλογα θα ανέμενε κάποιος πως αν πράγματι τα γεγονότα εξελίχθησαν ως ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, να υπέβαλε τις θέσεις του στον Μ.Κ.1 για να πει τη δική του θέση. Η χρονική στιγμή που ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβάλει αυτούς τους ισχυρισμούς, ήτοι στο στάδιο της αντεξέτασης του καταδεικνύει ότι αυτοί οι ισχυρισμοί του αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων του. Επίσης παρατηρώ ότι θέσεις του κατηγορούμενου στερούνται πειστικότητας. Θα δώσω στη συνέχεια κάποια παραδείγματα που θεωρώ ενδεικτικά της αναξιοπιστίας του και της όλης του γενικά συμπεριφοράς ως μάρτυρα. Αποτέλεσε ισχυρισμό του κατηγορούμενου, ο οποίος δεν τέθηκε στον Μ.Κ.1 για να τοποθετηθεί, ότι αφού ανακόπηκε από τους αστυνομικούς δεν του είπαν καν γιατί του έπαιρναν τα στοιχεία του και στο τέλος αφού ο ίδιος ρώτησε ο συνάδελφος του Μ.Κ.1 του είπε ότι θα δει σε δύο μήνες, θα τον καλέσουν να πάει στο Δικαστήριο. Πέραν του ότι η θέση αυτή του κατηγορουμένου δεν τέθηκε στον Μ.Κ.1 για να τοποθετηθεί, αλλά ούτε αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του Μ.Κ.1 ότι πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραττε και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «I came to walk», ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορούμενου εάν όντως ανταποκρίνετο στην αλήθεια εύλογα εγείρει το ερώτημα γιατί και πότε είπε στον Μ.Κ.1 «I came to walk», αφού αξίζει να σημειωθεί ότι δεν αρνήθηκε ότι έδωσε την εν λόγω απάντηση στον Μ.Κ.
  3. Το ίδιο ερώτημα εγείρεται και για την απάντηση που σύμφωνα με την μη αμφισβητούμενη επίσης θέση του Μ.Κ.1 έδωσε ο κατηγορούμενος όταν πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο έδωσε την απάντηση «My house is near.» Ενώ είναι επίσης άξιο επισήμανσης και το γεγονός ότι στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος ερωτηθείς κατά πόσο έδωσε τις εν λόγω απαντήσεις, έδωσε καταφατική απάντηση, χωρίς όμως να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί έδωσε και πότε αυτές τις απαντήσεις. Πέραν των ανωτέρω, αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος ενώ στην κυρίως εξέταση του σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει αρκέστηκε να αναφέρει μόνο ότι ο αστυφύλακας του διέγραψε το βίντεο, στην αντεξέταση του κάθε φορά που αναφερόταν στη συνομιλία που είχε με τον Μ.Κ.1 και το συνάδελφο του, όλο και σε κάποια νέα συνομιλία αναφερόταν. Συγκεκριμένα παρατηρείται ότι ενώ ο αρχικός ισχυρισμός του ήταν ότι δεν του ανέφεραν γιατί του έπαιρναν τα στοιχεία του και ότι αφού ο ίδιος ρώτησε στο τέλος ο συνάδελφος του Μ.Κ.1 του είπε «θα δεις σε δύο μήνες, θα σε καλέσουν να έρτεις στο Δικαστήριο», στη συνέχεια της μαρτυρίας του είπε ότι οι αστυνομικοί του είπαν επίσης ότι δεν είχε δικαίωμα να πηγαίνει πέραν των 10 - 20 μέτρων εκτός της οικίας του. Ενώ σημειώνω ακόμη ότι στη συνέχεια της μαρτυρίας του αναφερόμενος στο τι του είπε ο συνάδελφος του Μ.Κ.1 αφού ρώτησε «Γιατί έγινε αυτό» διαφοροποίησε το τι του λέχθηκε λέγοντας ότι του είπε «Θα δεις σε δύο μήνες, θα σου ζητήσουν αυτά στο Δικαστήριο και θα πρέπει να εξηγήσεις». Τα γεγονότα δεν ήταν τόσο πολύπλοκα και κυρίως οι προαναφερόμενες συνομιλίες δεν ήταν μεγάλης έκτασης για να μην τις θυμόταν αντίθετα ήταν σύντομες και σημαντικές έτσι ώστε να αναμενόταν από τον κατηγορούμενο να τις θυμόταν και να αναφερόταν σε αυτές κατά τη μαρτυρία του με σταθερότητα και συνέπεια. Ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι σε αυτές τις συνομιλίες ποτέ δεν συμπεριέλαβε τις απαντήσεις που παραδέχθηκε ότι έδωσε στον Μ.Κ.1 και σημειώνονται ανωτέρω. Επίσης σημειώνω ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ότι απέστειλε αμέσως μετά τα επίδικα γεγονότα ηλεκτρονικό μήνυμα στην Αστυνομία περιγράφοντας όλα όσα έγιναν καθώς και ότι έκανε καταγγελία μέσω διαδικτύου εναντίον του Μ.Κ.1 στις Αρχές της Λευκωσίας, την απάντηση που πήρε στην εν λόγω καταγγελία, αλλά και ότι έστειλε ξανά ηλεκτρονικό μήνυμα στην Αρχή Παραπόνων γιατί δεν έλαβε απάντηση από τον Αρχηγό Αστυνομίας αλλά και η απάντηση που τελικά έλαβε από τον Αρχηγό Αστυνομίας, δεν υποβλήθηκαν στον Μ.Κ.1 για σχολιασμό και σαφώς η προβολή εκ των υστέρων τόσο ουσιωδών ισχυρισμών, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να τους αποδεκτεί. Σε κάθε περίπτωση όμως σημειώνω ότι οι θέσεις αυτές του κατηγορούμενου δεν τεκμηριώθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο αφού παρά τον ισχυρισμό του ότι είχε μαζί του την καταγγελία που έκανε και τις απαντήσεις που έλαβε, δεν παρουσίασε αυτές στο Δικαστήριο. Σημειώνω ότι λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να τεκμηρίωνε τους ισχυρισμούς του αυτούς με την παρουσίαση των εν λόγω επιστολών και όχι γενικά και αόριστα να προέβαλε αυτούς στο στάδιο μάλιστα της δικής του μαρτυρίας. Όλα αυτά αφήνουν και τους πιο πάνω ισχυρισμούς του μετέωρους, πλήττοντας έτσι περισσότερο την αξιοπιστία του κατηγορούμενου. Ενώ αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ξενίζουν το Δικαστήριο οι θέσεις του κατηγορούμενου που αφορούσαν τη μη συμμόρφωση του Μ.Κ.1 αλλά και του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής με σχετικά διατάγματα, εφόσον αυτά τα θέματα δεν αφορούν επίδικα θέματα της υπόθεσης. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης, επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης σημείων η μαρτυρία του κατηγορούμενου, όπως έχει επισημανθεί ανωτέρω, δεν γίνεται αποδεκτή. Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 εν πρώτοις σημειώνω ότι η εντύπωση που μου έδωσε, ήταν ότι η μαρτυρία της αποσκοπούσε αποκλειστικά στο να απορρίψει την εκδοχή του Μ.Κ.1 και να ενισχύσει τη θέση του κατηγορούμενου παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ενδεικτικά σημεία της μαρτυρίας της τα οποία έχουν δημιουργήσει στο Δικαστήριο την πιο πάνω εικόνα και καταδεικνύουν ότι δεν είναι ειλικρινής η εκδοχή της αναφορικά με ουσιώδη της υπόθεσης γεγονότα και δεν μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο στη δική της μαρτυρία για διακρίβωση των αληθών γεγονότων, είναι τα ακόλουθα: Εν πρώτοις διαπιστώνω ότι ενώ στην κυρίως εξέταση της αρχικά ανέφερε ότι η αστυνομία κατηγορεί τον κατηγορούμενο ότι δεν έστειλε μήνυμα ενώ έστειλε και κανείς δεν πήγε να ελέγξει αν είχαν μήνυμα, στη συνέχεια αναφέρει ότι είδε τους αστυνομικούς να παίρνουν το τηλέφωνο του κατηγορούμενου. Ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο ότι ο Μ.Κ.1 προέβηκε σε έλεγχο για διαπίστωση κατά πόσο είχε εξασφαλίσει άδεια για την μετακίνηση του, αλλά ούτε αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος του υπέδειξε γραπτό μήνυμα για σωματική άσκηση. Ο κατηγορούμενος δε ρητά παραδέχθηκε ότι του ζητήθηκε το τηλέφωνο του και το υπέδειξε καθώς και το διαβατήριο του. Επομένως ο ισχυρισμός της ότι δεν έλεγξαν οι αστυνομικοί αν είχε μήνυμα ο κατηγορούμενος, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και αποτελεί απλά μία δική της προσωπική λανθασμένη αντίληψη. Περαιτέρω, ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν εντός της περιοχής όπου απαγορευόταν να βρίσκεται, λέγοντας ότι «Ήταν κορδέλα της Αστυνομίας, εκεί που δεν επιτρέπετουν πρόσβαση, ο άντρας μου ήταν πολύ πιο μακριά στο πεζοδρόμιο και είχε και μήνυμα. Δεν ήταν εκεί που απαγορεύεται η κυκλοφορία.», ο κατηγορούμενος σε υποβολή ότι βρισκόταν εντός του χώρου της Επίχωσης εντός του πεζοδρομίου, είπε ότι υπήρχε μία μπλε κορδέλα γύρω από την απαγορευμένη περιοχή, και ο ίδιος ήταν έξω από αυτήν. Ήταν πρόδηλο ότι η Μ.Υ.1 ήθελε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο εν όψει της σχέσης τους, ενώ η όλη στάση της, ειδικότερα σε σχέση με το που εκεινείτο ο κατηγορούμενος και που βρισκόταν όταν ανακόπηκε από τους αστυνομικούς, δεν έπεισε το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια της. Θεωρώ πως είχε απλώς την πρόθεση να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Επομένως, διατηρώ επιφυλάξεις αναφορικά με την αλήθεια των όσων κατέθεσε και έτσι αδυνατώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και στηριζόμενη στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που κρίθηκε αξιόπιστη, τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα. Στις 28/03/2020 ο Μ.Κ.1 μαζί με άλλο συνάδελφο του βρισκόταν καθήκον, που αφορούσε συγκεκριμένα τη διενέργεια ελέγχων για την εφαρμογή των προνοιών των Διαταγμάτων σχετικά με τον περί Λοιμοκάθαρσης Νόμο, Κεφ.
  4. Στα πλαίσια των καθηκόντων τους, o Μ.Κ.1 περί ώρα 07:10 ανέκοψε τον κατηγορούμενο στον κλειστό χώρο της Επίχωσης μέσα από τις κορδέλες της αστυνομίας που υπήρχαν, στο πεζοδρόμιο δίπλα από το Yellow Café. Ο κατηγορούμενος υπέδειξε στον Μ.Κ.1 το κινητό του τηλέφωνο στο οποίο υπήρχε γραπτό μήνυμα για την μετακίνηση του που αφορούσε τη σωματική άσκηση. Ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραττε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «I came to walk». Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και αφού του επέστησε τη προσοχή του στον Νόμο απάντησε «My house is near.». Η περιοχή της Επίχωσης είναι δημόσιο χώρος συνάθροισης, πεζόδρομος και πάρκο και οι είσοδοι στην περιοχή αυτή ήταν κλειστεί με κορδέλα της αστυνομίας. Νομική Πτυχή Όπως έχει επανειλημμένα λεχθεί, σε όλες τις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο με την κατηγορία 1 ως ανωτέρω αναφέρθηκε εδράζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 7 του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ.260. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κεφ.260, όπως τροποποιήθηκε από τον περί Λοιμοκάθαρσης (Τροποποιητικό ) Νόμο του 2020 Ν.31(Ι)/2020και ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο και το οποίο σαφώς δημιουργεί το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος και το οποίο παραπέμπει στους Κανονισμούς και/ή τα Διατάγματα που εκδίδονται βάσει αυτού προνοεί τα ακόλουθα: «7. Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει οποιοδήποτε από τους Κανονισμούς και/ή τα Διατάγματα που εκδίδονται βάσει του Νόμου αυτού είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται μετά από καταδίκη σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τρείς χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου.» Σημειώνεται ότι στις 23/03/2020 ο Υπουργός Υγείας, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 4 του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ.260, ως τροποποιήθηκε και οι οποίες του εκχωρήθηκαν με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, κήρυξε ως μολυσμένες από τον κορωνοϊό Covid-19 τις Επαρχίες Λευκωσίας, Λεμεσού, Λάρνακας, Αμμοχώστου και Πάφου (βλ. Κ.Δ.Π.118/2020) και με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά και την αποτροπή πιθανής κατάρρευσης του συστήματος υγείας από τη διασπορά του ιού, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικοτεχνικές υποδομές που θα είναι αναγκαίες για αντιμετώπιση της ραγδαίας εξάπλωσης του ιού και επειδή καθίστατο επιβεβλημένη η λήψη αναγκαίων μέτρων, εξέδωσε κανονισμούς που αφορούσαν μεταξύ άλλων την κυκλοφορία του κοινού. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ.9) του 2020, Κ.Δ.Π. 117/20 το οποίο δημοσιεύθηκε στις 23/03/2020 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας: «(α) Απαγορεύονται οι αχρείαστες μετακινήσεις από τις 6.00 μ.μ. της 24ης Μαρτίου 2020 μέχρι τις 06.00 π.μ. της 13ης Απριλίου 2020, εξαιρουμένων των ακόλουθων περιπτώσεων: (
  1. i)Μετάβαση από και προς τους χώρους εργασίας, καθώς και για σκοπούς εργασίας, (
  2. ii)απόλυτα αναγκαίες επισκέψεις σε κρατικές υπηρεσίες, υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της τοπικής αυτοδιοίκησης και μετακινήσεις για αγορά ή προμήθεια αγαθών/υπηρεσιών πρώτης ανάγκης από και προς επιχειρήσεις/ υπηρεσίες, των οποίων η λειτουργία δεν έχει ανασταλεί και εφόσον είναι αδύνατη η παράδοση τους, (iii) επίσκεψη σε ιατρό ή για αιμοδοσία ή μετάβαση σε φαρμακείο, (
  3. iv)μετάβαση σε τράπεζα, στο μέτρο που δεν είναι δυνατή η ηλεκτρονική συναλλαγή, (
  4. iv)διακίνηση για παροχή βοήθειας σε συγγενικά πρόσωπα και/ή συμπολίτες μας που αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν ή σε ομάδες που οφείλουν να αυτοπροστατευθούν ή ευρίσκονται σε αυτοπεριορισμό ή/και σε χώρους υποχρεωτικού περιορισμού (καραντίνα), (
  5. v)συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού που μεταβαίνουν σε τελετές, όπως κηδείες, γάμους και βαφτίσεις και δεν υπερβαίνουν τον αριθμό των 10 προσώπων. (
  6. vi)μετακινήσεις για σωματική άσκηση ή για τις ανάγκες κατοικίδιου ζώου, εφόσον δεν υπερβαίνουν τα δύο άτομα και περιορίζονται σε γειτνιάζουσες με την κατοικία τους περιοχές: Νοείται ότι, θα πρέπει όλα τα πρόσωπα των οποίων η διακίνηση επιτρέπεται ως ανωτέρω, να φέρουν μαζί τους δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο με πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο, όταν αυτό ζητηθεί από τις αρμόδιες αρχές. (β) Από τις 6.00 μ.μ. της 24ης Μαρτίου 2020 μέχρι τις 06.00 π.μ. της 13ης Απριλίου 2020 δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στους ακόλουθους χώρους: (
  7. i)Πάρκα, (
  8. ii)παιδότοπους. (iii) ανοιχτούς χώρους αθλήσεως, (
  9. iv)δημόσιους χώρους συναθροίσεων, μεταξύ άλλων, πλατείες, φράγματα, εκδρομικοί χώροι, παραλίες, μαρίνες.» Από την ανάγνωση του πιο πάνω Κανονισμού, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, όφειλε, εάν ο λόγος μετακίνησης του ήταν η μετάβαση του προς ή από την εργασία του να έχει στην κατοχή του το έντυπο Βεβαίωσης Κυκλοφορίας Εργαζομένου, Έντυπο Α, ή εάν ο λόγος μετακίνησης του ήταν κάποιος άλλος από τους επιτρεπόμενους λόγους κατ' εξαίρεσης μετακίνησης (ως καθορίζονται στις παρ.(
  10. i)μέχρι (viii) του Κανονισμού 2(α)), με δεδομένο ότι είναι ηλικίας κάτω των 65 ετών, να είχε εξασφαλίσει άδεια για την κατ' εξαίρεση μετακίνηση του μέσω αποστολής μηνύματος SMS στον αριθμό 8998. Θα έπρεπε επιπλέον ο κατηγορούμενος να φέρει μαζί του δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο ως απαιτούσε η επιφύλαξη του Κανονισμού προκειμένου να καθίστατο η μετακίνηση νόμιμη. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση την ενώπιον μου κριθείσα ως αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος στις 28/03/2020 διακινείτο έχοντας εξασφαλίσει άδεια μετακίνησης μέσω αποστολής μηνύματος SMS στον αριθμό 8998 για λόγο που ενέπιπτε μέσα σε μία από τις εξαιρέσεις, που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη μετακίνηση του, ήτοι για σκοπούς σωματικής άσκησης. Το ερώτημα που εγείρεται και θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην περιοχή της Επίχωσης διέπραττε το αδίκημα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Η απάντηση είναι καταφατική. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέστειλε μήνυμα SMS και εξασφάλισε άδεια για κατ' εξαίρεση μετακίνηση για ένα από τους λόγους που καθορίζονται στον Κανονισμό 2(α) δεν καθιστούσε τη μετακίνηση του εντός των περιοχών που δεν επιτρεπόταν πρόσβαση με βάση τον Κανονισμό 2(β) της Κ.Δ.Π. 117/20 νόμιμη. Σύμφωνα με τον εν λόγω Κανονισμό δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση στο κοινό μεταξύ άλλων σε δημόσιους χώρους συναθροίσεων, μεταξύ άλλων, πλατείες, φράγματα, εκδρομικοί χώροι, παραλίες, μαρίνες και πάρκα. Δηλαδή το αδίκημα στην προκειμένη περίπτωση στοιχειοθετείται στη βάση ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε και μετακινείτο εντός της Επίχωσης η οποία είναι δημόσιος χώρος συνάθροισης και πάρκο, η διακίνηση εντός της οποίας απαγορευόταν. Επομένως, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ) ............. Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.