← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. SAFAR κ.α., Υπόθεση αρ.: 16970/20, 27/5/2021

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. SAFAR κ.α., Υπόθεση αρ.: 16970/20, 27/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2021:17 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 16970/20 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Κατηγορούσα αρχή v.

  1. ΧΧΧ SAFAR
  2. ΧΧΧ SAFAR
  3. ΧΧΧ SAFAR Κατηγορούμενοι --------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 27.5.2021 Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ο. Σοφοκλέους Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Αλ. Σαουρής Κατηγορούμενος 1: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 1, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος σε μία κατηγορία πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα (5η κατηγορία) και σε δύο κατηγορίες μεταφοράς μαχαιριού, με μυτερή άκρη, εκτός της κατοικίας του και της αυλής της, κατά παράβαση των άρθρων 82

(2), 85 και 86 του ιδίου Νόμου (2η και 3η κατηγορία). Η 1η κατηγορία, την οποία, αρχικά, αντιμετώπιζε (απόπειρα φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214(α), του ιδίου Νόμου), διακόπηκε από το Γενικό Εισαγγελέα με αποτέλεσμα τούτος να απαλλαγεί από αυτήν. Τα γεγονότα που περιβάλλουν τα διαπραχθέντα αδικήματα έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος 1 είναι Σύριος υπήκοος, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, είχε το καθεστώς του αιτητή πολιτικού ασύλου και εργαζόταν στο εργοτάξιο του υπό ανέγερση κτηρίουXXX, στην οδό XXX στη Λεμεσό. Στις 14 Νοεμβρίου 2020, συγγενής του κατηγορούμενου 1, ο οποίος εργαζόταν στο ίδιο εργοτάξιο, στο 12ο όροφο, κατά την προσπάθειά του να κόψει ένα σωλήνα χτύπησε στο πόδι κάποιο XXX Καφετζιή, ο οποίος εργοδοτούσε τον XXX Al Shamali, επίσης Συριακής καταγωγής. Του χτυπήματος αυτού, ακολούθησε λογομαχία και ένταση, η οποία έληξε μετά από την παρέμβαση άλλων εργατών που βρισκόντουσαν στο σημείο. Στο μεταξύ, ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος τη δεδομένη στιγμή εργαζόταν στον 11ο όροφο του εν λόγω κτηρίου, κλήθηκε τηλεφωνικώς να μεταβεί στο 12ο όροφο, λόγω του επεισοδίου που δημιουργήθηκε. Όταν έφτασε στο σημείο ζήτησε το λόγο από τον Καφετζιή, πλην όμως, το επεισόδιο και πάλι έληξε με την παρέμβαση άλλων παρευρισκόμενων εργατών. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 1, μαζί με άλλα δύο πρόσωπα, στράφηκε προς τον XXX Al Shamali (στο εξής «το θύμα») και του ζήτησαν τον λόγο, ως προς το γιατί, σε σχέση με το προαναφερθέν επεισόδιο, υποστήριξε τον Καφετζιή, αντί την πλευρά του συγγενικού του κατηγορούμενου 1, προσώπου, που ήταν και ομοεθνής του. Της ενέργειας αυτής του κατηγορούμενου 1 και των δύο άλλων προσώπων, ακολούθησαν σπρωξίματα και χτυπήματα τα οποία κλιμακώθηκαν όταν παρέμβηκαν και άλλα παρευρισκόμενα πρόσωπα, κάποιοι για να χτυπήσουν και κάποιοι για να τους χωρίσουν. Στον καβγά που δημιουργήθηκε, συμμετείχαν, ο κατηγορούμενος, 1 τα αδέλφια του θύματος, καθώς και άλλα πρόσωπα και από τις δύο πλευρές. Κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος 1 χτυπήθηκε στο μέτωπο από άτομο που άνηκε στην ομάδα των προσώπων που υποστήριζαν το θύμα, του τελευταίου, μη αποκλειομένου, με αποτέλεσμα, ο κατηγορούμενος 1 να ανασύρει μαχαίρι, με το οποίο τραυμάτισε το θύμα δύο φορές στην πλάτη. Τα άλλα δύο άτομα που συνόδευαν αρχικά τον κατηγορούμενο 1, τον απομάκρυναν προς τις σκάλες, οπότε και πέταξε το μαχαίρι, επιτόπου (στη σκηνή του εγκλήματος). Ακολούθως φυγαδεύτηκε από το εργοτάξιο με το όχημα του συγγενικού του προσώπου που είχε αρχικά χτυπήσει τον Καφετζιή με το σωλήνα στο πόδι. Το θύμα μεταφέρθηκε από συναδέλφους του σε ανοιχτό ισόγειο χώρο του εργοταξίου και απ' εκεί, με ασθενοφόρο, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Στο νοσοκομείο έτυχε ιατρικής περίθαλψης, του έγινε αξονική τομογραφία και εισήχθηκε, εσπευσμένα, στο χειρουργείο. Όπως διαπιστώθηκε, έφερε δύο θλαστικά τραύματα στην πλάτη, τα οποία του προκάλεσαν πνευμοθώρακα και αιμοθώρακα, δηλαδή, εισδοχή αέρα στον πνεύμονα, η οποία προκλήθηκε από διάτρηση του θωρακικού τοιχώματος. Η κατάσταση του κρίθηκε σοβαρή, αλλά εκτός κινδύνου. Νοσηλεύτηκε στο Χειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού μέχρι και τις 19/11/2020, όταν και έλαβε εξιτήριο. Το πρόσωπο που χτύπησε τον Καφετζιή με το σωλήνα, μετέφερε τον κατηγορούμενο 1 στο σπίτι του, και αφού ο τελευταίος πλύθηκε και άλλαξε ρούχα, το μετέφερε στις Πλάτρες. Καθοδόν, ο κατηγορούμενος 1 έσπασε και πέταξε το κινητό του, με σκοπό να μην τον βρει η Αστυνομία. Επίσης, σε άλλο σημείο, το οποίο αργότερα υπέδειξε στην Αστυνομία, πέταξε και τα ματωμένα του ρούχα και παπούτσια που τα είχε μεταφέρει μαζί του. Σε κάποια στιγμή, ο οδηγός κλήθηκε από την Αστυνομία για να μεταβεί στο εργοτάξιο, με αποτέλεσμα να αφήσει τον κατηγορούμενο 1 στο δρόμο, ο οποίος, αφού αρχικά κρύφτηκε, για κάποιες ώρες, σε κάποιο σημείο με δέντρα, ακολούθως αποφάσισε να επιστρέψει στη Λεμεσό περπατητός. Στο μεταξύ είχε εκδοθεί δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του και είχαν ενημερωθεί σχετικά, όλοι οι Αστυνομικοί Σταθμοί. Περί τις 17:25, της ίδιας μέρας, δόθηκε πληροφορία σε αστυφύλακα του Αστυνομικού Σταθμού Λάνιας ότι στον δρόμο Λεμεσού - Πλατρών, στο ύψος του Μονιάτη, διακινείται κάποιος πεζός, η περιγραφή του οποίου ομοίαζε με του καταζητούμενου - κατηγορούμενου 1. Ο αστυφύλακας μετέβη στο εν λόγω σημείο όπου εντόπισε τον κατηγορούμενο 1 και αφού το ρώτησε σχετικά, αυτός αποδέχθηκε ότι είχε εμπλακεί στην υπό διερεύνηση υπόθεση. Αμέσως, ο αστυφύλακας τον πληροφόρησε ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «Συγγνώμη, αλλά εγώ το έκαμα». Σε σωματική έρευνα που ακολούθησε, ο αστυφύλακας εντόπισε στην μπροστινή δεξιά τσέπη της αθλητικής φόρμας που φορούσε ο κατηγορούμενος 1, ένα μεταλλικό μαχαίρι με ξύλινη καφέ χειρολαβή. Επέστησε σχετικά την προσοχή του κατηγορούμενου 1 στο Νόμο και αυτός απάντησε «Έννεν το μασιέρι που τον χτύπησα. Τούτο εν άλλο». Ερωτηθείς ως προς το πού βρίσκεται το μαχαίρι με το οποίο επιτέθηκε στο θύμα, απάντησε πως το πέταξε στο εργοτάξιο, εκεί όπου έγινε το επεισόδιο. Ακολούθως, οδηγήθηκε στην ΑΔΕ Λεμεσού, όπου ανέλαβε το ΤΑΕ τα περαιτέρω. Στις 15/11/2020, εναντίον του κατηγορούμενου 1, εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησής του για 8 ημέρες. Κατόπιν δικής του επιθυμίας, μεταξύ των ωρών 12:10 ‑ 15:15, προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών, υποδεικνύοντας το μέρος όπου είχε πετάξει τα ρούχα του. Πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1, με την αγόρευσή του, κάλεσε το Δικαστήριο, όπως, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή του τελευταίου και τη συνεπακόλουθη μεταμέλειά του, υποστηρίζοντας ότι, κατά συνέπεια, δικαιούται ουσιαστική έκπτωση στην ποινή. Ζήτησε ακόμα, όπως συνυπολογιστεί η συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, υποδεικνύοντας ότι ομολόγησε τις άνομες πράξεις του, υπέδειξε σκηνές που σχετίζονταν με τα υπό διερεύνηση, τότε, γεγονότα, καθώς επίσης και παρέδωσε αναζητούμενα τεκμήρια. Σημείωσε, ακόμα, ότι, κατά τη σύλληψή του δεν πρόβαλε οποιανδήποτε αντίσταση, παρά το ότι, τη δεδομένη στιγμή, μετέφερε το μαχαίρι που ανευρέθηκε στην τσέπη του. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 ανέφερε ότι, η όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο τελευταίος τη συγκεκριμένη μέρα δεν συνάδει με το χαρακτήρα του, και ότι πρόκειται, στην ουσία, για ένα μεμονωμένο παραβατικό περιστατικό στο μέχρι τώρα βίο του. Υπέδειξε, συναφώς, ότι, ο κατηγορούμενος 1 είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και ότι ο βασικός παράγοντας που τον οδήγησε στο να ανασύρει και να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι τη συγκεκριμένη στιγμή, ήταν η πρόκληση που αντιμετώπισε λόγω χτυπήματος που δέχτηκε στο μέτωπο από πρόσωπο της ομάδας που υποστήριζε το θύμα, χωρίς να αποκλείεται το πρόσωπο αυτό να ήταν το ίδιο το θύμα. Χαρακτήρισε το όλο επίδικο επεισόδιο ως «ενδοοικογενειακό», υπό την έννοια ότι αφορούσε επεισόδιο μεταξύ ομοεθνών, το οποίο προκλήθηκε λόγω του ότι υποστηρίχθηκε, από Σύριο, πρόσωπο άλλης εθνικότητας αντί ομοεθνής του. Εισηγήθηκε, ακόμα, ότι, το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίσει ότι η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1 που αφορά στο αδίκημα της 5ης κατηγορίας, έγινε στην ένταση της στιγμής, χωρίς οποιανδήποτε προμελέτη. Ως προς δε την πρόκληση που δέχτηκε ο κατηγορούμενος 1, ήταν η θέση του συνηγόρου του ότι αυτή του προκάλεσε προσωρινή έλλειψη αυτοσυγκράτησης, αναφέροντας, ωστόσο, ότι, συνεπεία του τρόπου δράσης του, δεν μπορεί τούτη να αποτελέσει τη βάση για επίκληση της υπεράσπισης της αυτοάμυνας. Τόνισε, ωστόσο, ότι, τη δεδομένη στιγμή, ο κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό συναισθηματική φόρτιση. Ως προς τη σοβαρότητα του τραυματισμού, αποδέχθηκε τούτη, σημειώνοντας, όμως, ότι, χαρακτηρίστηκε από τους θεράποντες ιατρούς, ως σοβαρή, λόγω του αέρα που εισχώρησε στο θώρακα μετά την έξοδο του μαχαιριού από το σημείο του τραύματος. Ανέφερε, συναφώς, ότι, η κατάσταση του θύματος αντιμετωπίστηκε με την αφαίρεση του αέρα, χωρίς οποιανδήποτε επικίνδυνη χειρουργική επέμβαση (με τη μέθοδο Bullau) και ότι στο μέλλον το θύμα δεν θα αντιμετωπίσει οποιανδήποτε μόνιμη βλάβη ή παραμόρφωση. Ως προς τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 1, παρέπεμψε στο περιεχόμενο των δύο εκθέσεων που ετοιμάστηκαν από το Γραφείο Ευημερίας (μία για σκοπούς εξέτασης αίτησης για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής και μία για σκοπούς ποινής). Ζήτησε, ακόμα, από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει, πάντα μετριαστικά για τον κατηγορούμενο 1, ότι τούτος προσέγγισε, μέσω τρίτου προσώπου, το θύμα, με σκοπό να το αποζημιώσει, πλην όμως, το τελευταίο απαίτησε υπέρογκο ποσό, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η μέχρι τώρα αποζημίωσή του. Αν και αρχικά αποτέλεσε θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 1 ότι κανένα πρόσωπο δεν διώχθηκε αναφορικά με τον τραυματισμό του τελευταίου στο μέτωπο, σε μεταγενέστερο στάδιο, και τούτο κατόπιν σχετικής τοποθέτησης της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, αποδέχθηκε ότι η μη δίωξη τρίτου, οφειλόταν στο γεγονός ότι από τη μαρτυρία που συλλέχθηκε δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί το πρόσωπο που επιτέθηκε σε αυτόν. Με παραπομπή στο σύγγραμμα Sentensing in Cyprus, 2η έκδοση, του Γ.Μ. Πική, και ειδικότερα στις σελίδες 82‑84, ο συνήγορος ζήτησε από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει το γεγονός ότι, συνεπεία του επίδικου επεισοδίου και της επακόλουθης σύλληψης και, έκτοτε, κράτησης του κατηγορούμενου 1, συγγενικά του πρόσωπα που διαμένουν στη Συρία έχουν επηρεαστεί δυσμενώς, καθότι, έκτοτε, δεν λαμβάνουν χρηματικό ποσό περί τα €300, που συνήθιζε ο πρώτος να τους αποστέλλει, μηνιαίως. Επίσης, ζήτησε από το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι, οι ενέργειες του κατηγορούμενου 1 που αποτελούν τη βάση για τις κατηγορίες 2, 3 και 5, στις οποίες θα του επιβληθεί ποινή, εντάσσονται στα πλαίσια μίας ενιαίας παράνομης συμπεριφοράς και κατά συνέπεια, θα πρέπει οι όποιες ποινές θα επιβληθούν σε αυτόν να συντρέχουν και να μην εκτελεστούν διαδοχικά. Έχουμε θέσει ενώπιόν μας όλα όσα έχει αναφέρει ο συνήγορος για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο 1, τα λαμβάνουμε υπόψη και θα σταθούμε σε αυτά, εκεί όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Αδικήματα τα οποία διαπράττονται με άσκηση βίας, πλήττουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του προσώπου που δέχεται την επίθεση. Ενέργειες άσκησης βίας με σκοπό την επικράτηση ή για λόγους εκδίκησης ή τιμωρίας, δεν γίνονται δεκτές από την κοινωνία μας και θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Τόκκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Το αδίκημα της 5ης κατηγορίας και δη της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, είναι σοβαρής μορφής αδίκημα και αυτό προκύπτει και από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, που είναι αυτή της φυλάκισης 7 ετών. Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (βλ. Θεοκλείτου v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 164, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 241, Γενικός Εισαγγελέας ν. David William Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639 Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, Σακαρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272, Παναγή ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B825, Ποιν. Έφ 159/2014, ημερ. 16/12/2015, Αστυνομίας ν. Μιχαήλ, Ποιν. Έφ. 78/2019, ημερ. 15/10/ 2020), η επιλογή της ποινής φυλάκισης σε πρόσωπα που κρίνονται ένοχα για το εν λόγω αδίκημα, αποτελεί τη συνήθη επιλογή. Εκείνο που σίγουρα προκύπτει είναι ότι οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα. Το ίδιο συμβαίνει αναφορικά και με το αδίκημα της 2ης και 3ης κατηγορίας. Ενδεικτική τούτου είναι και η ρητή επιταγή του νόμου για επιβολή ποινής φυλάκισης, ουχί μικρότερης των 6 μηνών, εκτός των περιπτώσεων που το Δικαστήριο, για λόγους που αναφέρει, επιβάλλει μικρότερη ποινή. Φυσικά δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ο Ποινικός Κώδικας αφορά σε νομοθέτημα χρονολογίας πριν το 1960 και επομένως, οι πρόνοιές του, θα πρέπει να διαβάζονται πάντοτε σε συμφωνία με τις πρόνοιες του Συντάγματος (Άρθρο 188 1. και 188. 2. του Συντάγματος), με αποτέλεσμα, τα Δικαστήρια να έχουν διακριτική εξουσία να επιλέγουν από μόνα τους το είδος και το ύψος της ποινής που θα επιβάλουν (με οροφή την ανώτατη, στο νόμο, προβλεπόμενη) και να μην δεσμεύονται από οποιεσδήποτε υποδείξεις γίνονται σε διάφορα νομοθετήματα, ως προς την κατώτατη ποινή (βλ. Michael Demetriou Zavos v. The Police
(1963)C.L.R. 57 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη, οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος, αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής. Προεξάρχουσας, όμως, σημασίας, είναι η αποτροπή προς το σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι, όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες, από τα Δικαστήρια, αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή, ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551, Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1999), 2 Α.Α.Δ. 577, Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B469, Ποιν. Έφ. 235/2013, ημερ. 05/10/2016, Πισσάς v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B114, Ποιν. Έφ. 229/2016, ημερ. 14/03/2018, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2019:B428, Ποιν. Εφ. 221/2017, ημερ. 15/10/2019 και Αστυνομία ν. Μιχαήλ, ανωτέρω). Παρά το γεγονός ότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσης δεν παρουσιάζουν σημεία κάμψης, αλλά, αντίθετα, έξαρση. Αποτελεί δικαστική γνώση η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις που σχετίζονται με αδικήματα που προκαλούνται με την άσκηση βίας. Έτσι το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται πιο επιτακτικό. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσης που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Η παραπομπή σε δικαστικά προηγούμενα, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα, αλλά δεν προοιωνίζει ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια ποινή (βλ. Προεστού v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:D183, Ποιν. Έφ. 17/2016, ημερ. 22/05/2017). Οι παραπάνω αρχές, επαναβεβαιώνονται και στην υπόθεση XXX Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10/03/2021. Στην Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή φυλάκισης των 4 ετών που επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, σε 3 έτη, σε 27χρονο, πατέρα δύο ανήλικων τέκνων, ο οποίος, με σιδερένιο λοστό, προκάλεσε θλαστικά τραύματα και ρωγμώδη κατάγματα στο κρανίο του 73χρονου (χωρίς τα τραύματα αυτά να αποτελέσουν κίνδυνο για τη ζωή του θύματος), ο οποίος μάζευε, χωρίς άδεια, χαρούπια από χωράφι που μίσθωνε ο πρώτος. Στη Δημοκρατίας ν. David William Evans, ανωτέρω, ποινή φυλάκισης 14 μηνών (κατόπιν παραδοχής), κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε 2 έτη, λόγω της σοβαρότητας των προκληθέντων από τη επίθεση, τραυμάτων, τα οποία επέφεραν την κατάσταση του θύματος εξαιρετικά κρίσιμη, παρά την, ομολογουμένως, σοβαρότατη προκλητική συμπεριφορά του τελευταίου, η οποία, ωστόσο, κρίθηκε ότι δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την κτηνώδη αντίδραση του εφεσίβλητου, αν και τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Στην Σακαρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (θλαστικά τραύματα, μώλωπες, αιματώματα και αριθμός καταγμάτων στο κρανίο και στο πρόσωπο, για τα οποία το θύμα χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση), μειώθηκε σε 18 μήνες, αφού κρίθηκε ότι, πρωτοδίκως, δεν συνεκτιμήθηκε ορθά το νεαρό της ηλικίας των εφεσειόντων, το λευκό ποινικό τους μητρώο και ο παράγοντας της πρόκλησης που δέχθηκαν. Στην Αστυνομία ν. Μιχαήλ, ανωτέρω, κατόπιν παραδοχής, σε 63χρονο με σοβαρό πρόβλημα με καρδιακές αρρυθμίες, ο οποίος κατά τα τελικά στάδια της δίκης του υπέστη σοβαρό καρδιακό επεισόδιο, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (τραύμα στον οφθαλμό κατόπιν γροθιάς, έχοντας στο χέρι τα κλειδιά του οχήματός του), χωρίς ωστόσο, να έχει πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα κλειδιά, ως όπλο. Τόσο η ποινή, όσο και η περαιτέρω διαταγή για αναστολή της εκτέλεσής της, επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε στην παραδοχή του κατηγορούμενου 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς αυτήν, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλιέται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Η παραδοχή του κατηγορούμενου 1 είναι άμεση και συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας, η οποία, μέσα από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. v. Θεοφάνους
(2010), 2 Α.Α.Δ. 288, 296 και Gorko κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 458, 463). Μολονότι ο κατηγορούμενος 1 θεάθηκε από πλειάδα προσώπων να διαπράττει τα σοβαρά πιο πάνω αναφερόμενα αδικήματα που αντιμετωπίζει, εντούτοις, η παραδοχή του και πάλι είναι καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας (βλ. XXX Χαραλάμπους κ.ά. v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Η παραδοχή του κατηγορούμενου 1 έχει δεσπόζουσα βαρύτητα κατά την επιμέτρηση της ποινής με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται σημαντικά. Βαρύτητα επίσης δίνουμε και στη συνεργασία του με την Αστυνομία, η οποία επιμαρτυρείται από την οικειοθελή υπόδειξη σκηνών, την ομολογία του ως προς τα εναντίον του αδικήματα, αλλά και την παράδοση στην Αστυνομία αναζητούμενων τεκμηρίων. Η σπουδαιότητα και αξία αυτού του ελαφρυντικού στοιχείου είναι αυτονόητη, δεδομένου του οφέλους που αποκόμισαν οι Ανακριτικές Αρχές, ως αποτέλεσμα της επί του προκειμένου στάσης του κατηγορούμενου 1, στο επίπονο και πολύπλοκο έργο τους, για πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης. Φυσικά, στην προκειμένη περίπτωση, μολονότι αυτό το ελαφρυντικό στοιχείο, θα έχει ως αποτέλεσμα την ανάλογη έκπτωση στην ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο 1, την ίδια ώρα, δεν παραγνωρίζουμε ότι αυτός ενήργησε με βίαιο, βάναυσο και άκρως επικίνδυνο για τη ζωή ενός συνανθρώπου του τρόπο, καταφέρνοντας να τον πλήξει δύο φορές στην πλάτη με μυτερό μαχαίρι. Επιπρόσθετα λαμβάνουμε υπόψη, ως ελαφρυντικό, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου 1, σε συνδυασμό με την ηλικία του, η οποία τον καθιστά νεαρό πρόσωπο, παράγοντας που στην προκειμένη περίπτωση επιτρέπει επιεικέστερη αντιμετώπιση, αλλά και τις προσωπικές του συνθήκες. Επαναλαμβάνουμε, ωστόσο, ότι, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου, στις περιπτώσεις διάπραξης σοβαρών αδικημάτων, έχουν μόνο οριακή σημασία. Αν και η εξατομίκευση της ποινής έχει τη θέση της, δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας [βλ. Ζωμενής v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 400, Ρεσλάν v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, Sovanovic v. Αστυνομίας
(2005), 2 Α.Α.Δ. 635, Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211, Παυλίδης κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Παύλου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)]. Στη βάση των, μόλις πιο πάνω νομολογιακών αρχών, στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη τις διάφορες προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και επαγγελματικές συνθήκες του κατηγορούμενου 1, ως αυτές αναδύονται από τις δύο εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκαν, αφενός, για σκοπούς εξέτασης αίτησης για παροχή δωρεάν Νομικής Αρωγής, και αφετέρου, για σκοπούς της διαδικασίας της επιβολής ποινής, στο περιεχόμενο των οποίων μας παρέπεμψε ο συνήγορός του κατά την αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής, καθώς απ' όλα τα άλλα σχετικά, τα οποία ανέφερε ο τελευταίος. Ειδικότερα: Ο κατηγορούμενος 1 είναι πρόσωπο ηλικίας 24 ετών, ο οποίος, μέχρι και τη διάπραξη των αδικημάτων, εργαζόταν στο υπό ανέγερση κτήριο με την ονομασία XXX. Είναι άγαμος, άτεκνος και κατάγεται από τη Συρία. Είναι ο μεγαλύτερος από τα τρία τέκνα της οικογένειάς του, με μητέρα οικοκυρά και πατέρα πρώην εργαζόμενο σε λατομείο πέτρας. Το 2005, ο πατέρας του κατέφθασε στην Κύπρο για να εργαστεί ώστε να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του και το 2008 καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Πάφου για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Το 2019 απελάθηκε από την Κύπρο και επανασυνδέθηκε με την οικογένειά του στη Συρία. Ο κατηγορούμενος 1 βρίσκεται στη χώρα μας από τον Ιούλιο του 2017, όπου και κατέφθασε με σκοπό να εργαστεί και να βοηθήσει την οικογένειά του, η οποία βρίσκεται στη Συρία. Αιτήθηκε άσυλο λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα του και έχει πλέον αναγνωριστεί ως πρόσφυγας. Κατά το χρονικό διάστημα που ο πατέρας του βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές, ο ίδιος διατηρούσε τακτική επαφή μαζί του και τον επισκεπτόταν συχνά. Διατηρεί τακτική επικοινωνία με την οικογένεια στη Συρία και μέχρι και τη σύλληψή του απέστελλε σ' αυτή χρήματα. Φοίτησε σε σχολείο στη χώρα του μέχρι τα δεκατέσσερά του έτη, όπου και διέκοψε τη φοίτησή του και άρχισε να εργάζεται σε λατομείο πέτρας. Πριν τη σύλληψή του, διέμενε με δύο ομοεθνείς του σε ενοικιαζόμενη βοηθητική κατοικία, ενός υπνοδωματίου στη Λεμεσό, υπό μέτριες συνθήκες, λόγω της στενότητας του χώρου. Δεν είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε ακίνητης ή κινητής περιουσίας, ούτε και έχει οποιεσδήποτε αποταμιεύσεις ή χρέη. Κανένας δεν μπορεί για λόγους επικράτησης να προσφεύγει στο έγκλημα. Αν η οποιαδήποτε πρόκληση ή άλλες περιστάσεις, που δεν αναγνωρίζονται ως υπερασπίσεις, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα απέληγε σε οριστική κατάρρευση, κάθε ηθικής αρχής, αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου. Εν πάση περιπτώσει, είναι απαράδεκτο κάποιος να παίρνει το Νόμο στα χέρια του και να ασκεί βία, πόσο μάλλον με τη χρήση μυτερού μαχαιριού (βλ. Iliev v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 218/2016, ημερ. 18/01/2018, Κυριάκου v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 154, Μακρή v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 15 και Jovanovic v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα αδικήματα, και ειδικότερα αυτό της 5ης κατηγορίας, συνειδητά, με σκοπό, προφανώς, την επικράτηση. Εν ολίγοις, αντί να επιχειρήσει να επιλύσει τις οποιεσδήποτε διαφορές προκλήθηκαν εκείνη την ημέρα, που χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία εδράστηκαν επί ενός εντελώς ασήμαντου λόγου, και δη της στάσης που τήρησε ομοεθνής του έναντι μίας διαφοράς δύο άλλων προσώπων, κατέφυγε στο έγκλημα και την παρανομία με τη μορφή που περιεγράφηκε ανωτέρω. Λαμβάνουμε υπόψη ότι η δράση του κατηγορούμενου περιορίστηκε σε αυτό το μεμονωμένο περιστατικό, και ότι δεν πρόκειται για πρόσωπο το οποίο ενήργησε με οποιανδήποτε προμελέτη. Συνυπολογίζουμε, συναφώς, ότι, πριν την ενέργειά του να προβεί σε χρήση του μαχαιριού, είχε προκληθεί δια χτυπήματος στο μέτωπο από πρόσωπο που άνηκε στην ομάδα του θύματος, χωρίς να αποκλείεται το πρόσωπο αυτό να είναι το ίδιο το θύμα (Σακαρίδης, ανωτέρω). Ωστόσο, η αντίδρασή του ήταν υπέρμετρα δυσανάλογη της αναφερόμενης πρόκλησης, αφού, ως σημειώθηκε ήδη, κατάφερε να πλήξει το θύμα στην περιοχή της πλάτης και να του προκαλέσει πνευμοθώρακα και αιμοθώρακα με τη χρήση μαχαιριού που έφερε μαζί του για σκοπούς της εργασίας του (βλ. Αστυνομία ν. Μιχαήλ, ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη και την πρόθεσή του να αποζημιώσει το θύμα, η οποία εκφράστηκε με την προσέγγισή του, μέσω τρίτου, ώστε τούτο να γίνει εφικτό, συνυπολογίζοντας, ακόμα, ότι, ως αναφέρθηκε, τούτο δεν επιτεύχθηκε λόγω της απαίτησης από το θύμα υπέρογκου, κατά τον κατηγορούμενο 1, ποσού, το οποίο δεν προσδιορίστηκε. Ακόμα, αν και σημειώνουμε τις θέσεις του συνηγόρου του κατηγορούμενου 1, ως προς τους λόγους που το τραύμα χαρακτηρίστηκε σοβαρό, εντούτοις δεν μας διαφεύγει ότι, ως αποτέλεσμα των τραυμάτων που υπέστη το θύμα από τις πράξεις του κατηγορούμενου 1, τούτο παρέμεινε εισηγμένο στο Χειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για διάρκεια 5 ημερών, καθότι, συνεπεία των τραυμάτων που υπέστη εισχώρησε στο θώρακα του αέρας που κατέστησε αναγκαίο, έστω και για ιατρικούς λόγους, το χαρακτηρισμό του τραύματος, ως σοβαρό. Λαμβάνουμε, ωστόσο, υπόψη, ότι στο μέλλον, το θύμα δεν θα παρουσιάζει οποιανδήποτε μόνιμη βλάβη ή παραμόρφωση. Στα πλαίσια των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου 1 συνυπολογίζουμε το γεγονός ότι τρίτα πρόσωπα, κυρίως συγγενικά, επηρεάζονται δυσμενώς από τον εγκλεισμό του λόγω της διάπραξη των αδικημάτων, καθότι δεν λαμβάνουν πλέον την οικονομική βοήθεια που τους απέστελλε καθ' ον χρόνο αυτός εργαζόταν και αποκέρδαινε χρήματα, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι, συνεπεία της σοβαρότητας, ιδιαίτερα, του αδικήματος της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, αλλά και της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας, περιορισμένης σημασίας υπέχει ο παράγοντας αυτός. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1 ‑ υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που τα περιβάλλουν ‑ και τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελος του, όπως έχουν ήδη εκτεθεί, και μετά από περίσκεψη, καταλήξαμε ότι η κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή για όλα τα αδικήματα που διέπραξε, είναι αυτή της φυλάκισης. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή, αναμφίβολα θα ήταν ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990), 2 Α.Α.Δ. 98). Τα διάφορα ελαφρυντικά που συνηγορούν προς όφελος του κατηγορούμενου 1, ασφαλώς και λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, αυτά, σε καμία περίπτωση είναι δυνατόν να αποτελέσουν δείκτη προσδιορισμού του είδους ποινής που θα του επιβληθεί. Όπως θα διαφανεί αμέσως, όλα αυτά, λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έκτασης της ποινής. Κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε: στη 2η κατηγορία (μεταφορά μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη), καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν αποτελούν μέρος των γεγονότων της σοβαρότερης 5ης κατηγορίας, στην 3η κατηγορία (μεταφορά μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη), φυλάκιση 2 μηνών και στην 5η κατηγορία (πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης), φυλάκιση 18 μηνών. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, στη βάση του ότι τα αδικήματα στα οποία αφορούν αποτελούν, ουσιαστικά, μέρος μίας ενιαίας αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου 1, να συντρέχουν και μειώνονται για το χρονικό διάστημα που αυτός τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα από την 27/11/2020, όταν και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο παραπέμψαν Δικαστήριο. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνουμε ότι ορθά ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 δεν εισηγήθηκε όπως διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής που θα επιβαλλόταν στον τελευταίο, και τούτο γιατί, στη βάση, τόσο των σχετικών νομοθετικών προνοιών, όσο και της σχετικής Νομολογίας, η παρούσα περίπτωση δεν κρίνεται κατάλληλη για να ασκήσει τη Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια προς αυτήν την κατεύθυνση. Σημειώνουμε, συναφώς ότι, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, αλλά και όλα ανεξαιρέτως τα ελαφρυντικά που τυγχάνουν εφαρμογής για τον κατηγορούμενο, δεν είναι τέτοια που, κατόπιν εκ νέου εξέτασής τους, να μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε σε αυτόν. (Υπ.) .............. Ηλ. Γεωργίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.