← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κουσιουμής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11792/16, 12/5/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κουσιουμής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11792/16, 12/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11792/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. xxx Κουσιουμής
  2. xxx Βοσκός Κατηγορούμενοι ---------------- Ημερομηνία: 12 Μαΐου, 2021 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για κατηγορούμενο 1: κ. Π. Χατζηπαναγιώτου Για κατηγορούμενο 2: κ. Β. Ακάμας Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΜΚ1 στην κυρίως δίκη επιχείρησε να καταθέσει κατάλογο τεκμηρίων (Τεκμήριο Β), τα οποία εντοπίστηκαν στο όχημα των κατηγορούμενων όταν ανακόπηκε από την αστυνομία. Η υπεράσπιση έφερε ένσταση. Υποστήριξε ότι το όχημα ανακόπηκε παράνομα, ότι οι κατηγορούμενοι κρατήθηκαν παρά τη θέλησή τους και ότι μεταφέρθηκαν παράνομα στην ΥΚΑΝ Λεμεσού μέχρι τη σύλληψή τους. Η κατηγορούσα αρχή υποστήριξε ότι οι ενέργειες της αστυνομίας ήταν νόμιμες. Κάλεσε τους Αστ. xxx5 (Μ1), Αστ. xxx8 (Μ2), Αν. Λοχ. xxx1 (Μ3), Αστ. xxx9 (Μ4) και Αστ. xxx7 (Μ5). Η μαρτυρία μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Ο Μ1 υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Λεμεσού (Τεκμήριο Α). Στις 28.3.14 μετέβηκε στη σκηνή με τους Αστ. xxx8, xxx5 και xxx0 και τον Μ
  3. Οι κατηγορούμενοι στέκονταν δίπλα από το όχημα. Στη θέση του συνοδηγού υπήρχε ένα διαφανές σακούλι με άσπρη ουσία (Τεκμήριο Β1). Εντοπίστηκαν τα Τεκμήρια Β2-Β16, μεταξύ των οποίων σύριγγες με υγρή ουσία και κινητά. Οι κατηγορούμενοι ήταν πλήρως συνεργάσιμοι. Τους είπε ότι για σκοπούς διερεύνησης θα πρέπει να μεταβούν στην ΥΚΑΝ Λεμεσού για να σφραγιστούν τα τεκμήρια και να ληφθούν καταθέσεις. Δεν έφεραν ένσταση. Τους ρώτησε αν επιθυμούν να πάνε με το όχημά τους με οδηγό τον ίδιο. Συμφώνησαν. Εκεί ήταν ήρεμοι και συμπεριφέρονταν φυσιολογικά. Τα τεκμήρια σφραγίστηκαν. Συνελήφθησαν στις 23:00 περίπου δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων. Ο Μ2 υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Λεμεσού (Τεκμήριο Στ). Φωτογράφησε τα τεκμήρια (Τεκμήριο Γ). Ερωτηθείς γιατί παραλήφθηκαν τα τηλέφωνα των κατηγορούμενων ανέφερε ότι ήταν μέρος της διερεύνησης της υπόθεσης. Ο Μ3 υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Αρχηγείου (Τεκμήριο Ζ). Στις 28.3.14 λήφθηκε πληροφορία ότι στον κυκλικό κόμβο Λεμεσού-Πλατρών το όχημα με αριθμούς εγγραφής xxxx15 θα διακινούσε ναρκωτικά. Πήγαν εκεί με τέσσερα υπηρεσιακά οχήματα για να την εξακριβώσουν. Οδηγούσε υπηρεσιακό όχημα με συνοδηγό τον υπεύθυνο του τμήματος επιχειρήσεων. Εντόπισαν το όχημα στις 19:20 στη Λεωφ. Γ. Κρανιδιώτη όπου κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Τρία λεπτά αργότερα εισήλθε σε έξοδο και σταμάτησε λίγα μέτρα μετά τον υπόγειο δρόμο. Μετά από πέντε λεπτά εισήλθε ξανά στη λεωφόρο. Οι κινήσεις θεωρήθηκαν ύποπτες. Έχοντας υπόψη και την πληροφορία για το συγκεκριμένο όχημα, δόθηκαν οδηγίες να ανακοπεί. Έθεσε σε λειτουργία τους φάρους. Το όχημα κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Ένα υπηρεσιακό όχημα που προπορευόταν του οχήματος λόγω της χαμηλής ταχύτητας σταμάτησε, άλλο υπηρεσιακό όχημα σταμάτησε πίσω του και τρίτο υπηρεσιακό όχημα σταμάτησε πλάι του. Η ανακοπή έγινε με τον πιο ομαλό τρόπο, χωρίς κανένα κίνδυνο. Ο ίδιος κατευθύνθηκε προς τον συνοδηγό. Ο Μ5 κατευθύνθηκε προς τον οδηγό. Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, έδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και ανάφερε την ιδιότητά τους. Τους ενημέρωσε ότι έχουν πληροφορίες ότι κατέχουν ναρκωτικά. Οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος
  4. Συνοδηγός ήταν ο κατηγορούμενος
  5. Τους ρώτησε αν έχουν στην κατοχή τους ναρκωτικά ή οτιδήποτε παράνομο και τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο. Ο κατηγορούμενος 1 δεν απάντησε. Ο κατηγορούμενος 2 απάντησε: «Ναι, έχω κόκα, έτην δαμέ» δείχνοντας με το κεφάλι του το κάθισμα ανάμεσα στα πόδια του. Εκεί υπήρχε νάιλον διαφανές σακούλι με άσπρη ουσία (Τεκμήριο Β1). Επέστησε την προσοχή τους στο νόμο και δεν απάντησαν. Άφησε το σακούλι στο σημείο όπου ανευρέθηκε επιτηρώντας το. Είπε στους κατηγορούμενους να σταθούν στο πεζοδρόμιο ώστε να μη στέκονται στο δρόμο. Αυτοί δεν προέβαλαν αντίσταση. Ήταν πλήρως συνεργάσιμοι. Στις 19:52 αφίχθηκε η ΥΚΑΝ Λεμεσού. Ο Μ4 είδε το όχημα τρεις μέρες μετά την ανακοπή (Τεκμήριο Η). Δεν μπορεί να αναφέρει αν υπήρχε κτύπημα στο δεξιό φτερό. Ο Μ5 υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Αρχηγείου (Τεκμήριο Θ). Μετά από πληροφορία ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής xxxx15 θα διακινούσε ναρκωτικά, έθεσαν τον κυκλικό κόμβο Πολεμιδιών υπό συνεχή παρακολούθηση. Ήταν συνοδηγός στο υπηρεσιακό όχημα που οδηγούσε ο Αστ. xxx
  6. Είδε το εν λόγω όχημα να κινείται στη Λεωφ. Γ. Κρανιδιώτη στις 19:
  7. Το όχημα κατευθύνθηκε σε έξοδο και σταμάτησε. Μετά από 4-5 λεπτά εισήλθε ξανά στη λεωφόρο. Πήγαινε μια σιγά, μια γρήγορα. Οι κινήσεις του θεωρήθηκαν ύποπτες. Σε συνδυασμό με την πληροφορία που είχαν, δόθηκαν οδηγίες να ανακοπεί. Έθεσαν σε λειτουργία τους φάρους τους στις 19:
  8. Με τη βοήθεια άλλων υπηρεσιακών οχημάτων ανακόπηκε. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα του οδηγού και ο Μ3 στην πόρτα του συνοδηγού. Υπόδειξαν την αστυνομική τους ταυτότητα, ενημέρωσαν τους επιβαίνοντες για το λόγο που ανακόπηκαν και τους επέστησαν την προσοχή τους στο νόμο. Ο κατηγορούμενος 1, οδηγός, δεν απάντησε. Ο κατηγορούμενος 2, συνοδηγός, απάντησε: «Ναι έχω κόκα, έτην δαμέ». Στο κάθισμα ανάμεσα στα πόδια του υπήρχε ένα διαφανές σακούλι με άσπρη ουσία. Τους κάλεσαν να εξέλθουν από το όχημα. Ανέμεναν μέχρι να φθάσουν τα μέλη της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Οι κατηγορούμενοι τήρησαν το δικαίωμα της σιωπής. Ο ΜΥ1 είναι ο xxx του κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο Ι). Παρέλαβε το όχημα από την αστυνομία στις 6.5.14 (Τεκμήριο ΙΑ). Είδε ένα κτύπημα στη δεξιά πλευρά. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι ο αδελφός του, μετά την προσωποκράτησή του, του είπε: «Μας κτύπησε η αστυνομία για να σταματήσουμε». Επιδιόρθωσε τη ζημιά. Δεν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια για να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιορίζεται στα όσα είναι αναγκαία για να αποφασίσει μόνο το αντικείμενο της δίκης εντός δίκης (Petri v. The Police

(1968)2 C.L.R. 40). Το θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων πρέπει να διατηρείται ανοικτό (Στυλιανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 268/15, ημερ. 13.12.18). Οι Μ1-Μ5 παρουσίασαν τα γεγονότα με σαφήνεια και λογική συνοχή. Παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους παρά την επίμονη αντεξέταση. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία τους. Σε σχέση με την πληροφορία, θέση της υπεράσπισης, ως υποβλήθηκε στον ΜΚ3, ήταν ότι είναι «κατασκεύασμα της αστυνομίας για να δικαιολογήσουν την παράνομη ανακοπή». Οι Μ3 και Μ5 ανέφεραν ότι ενημερώθηκαν από τον προϊστάμενό τους, ο οποίος κατονομάστηκε, ότι το εν λόγω όχημα θα διακινούσε ναρκωτικά στην περιοχή. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Η εξ ακοής μαρτυρία δεν απορρίπτεται άνευ ετέρου, ούτε γίνεται αυτόματα αποδεκτή ως αληθής, αλλά προσδίδεται σ' αυτή η δέουσα βαρύτητα (Ανδρέου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 152, Τουμάζου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 142/14, ημερ. 17.12.15). Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες εύλογα μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (άρθρο 27). Στην προκειμένη περίπτωση η επιχείρηση της αστυνομίας στη συγκεκριμένη περιοχή με αριθμό υπηρεσιακών οχημάτων έγινε για να εντοπίσει το συγκεκριμένο όχημα. Το εν λόγω όχημα εντοπίστηκε στην περιοχή όπως αναφερόταν στην πληροφορία. Συνεπώς μπορεί να εξαχθεί το λογικό συμπέρασμα ότι υπήρχε πληροφορία. Ανεξαρτήτως αυτού, η υπεράσπιση είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει να παρουσιαστεί το πρόσωπο που μετέφερε την πληροφορία στους μάρτυρες, το οποίο κατονομάστηκε, για να αντεξεταστεί (Παρασκευάς v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 649, Ανδρέου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Δεν το έπραξε. Επομένως η μαρτυρία ότι υπήρχε η συγκεκριμένη πληροφορία μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο ΜΥ1 σε σχέση με το κτύπημα που είδε στο όχημα περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι τους κτύπησε η αστυνομία για να σταματήσουν. Ουδεμία άλλη λεπτομέρεια ανέφερε. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Οι αρχές έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε, ως είχε δικαίωμα, να μην δώσει μαρτυρία και κατ' επέκταση να μην αντεξεταστεί επί τούτου. Εκ του περισσού σημειώνεται ότι η κατηγορούσα αρχή δεν θα μπορούσε να ζητήσει να τον αντεξετάσει. Υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία. Η εκδοχή των κατηγορούμενων ως προς τα γεγονότα παρέμειναν υποβολές. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε, για παράδειγμα, ότι οι κατηγορούμενοι έφεραν χειροπέδες, ότι δεν τους επιτράπηκε να φύγουν από τη σκηνή ή να επικοινωνήσουν με τον δικηγόρο τους, ότι μεταφέρθηκαν παρά τη θέλησή τους στην ΥΚΑΝ Λεμεσού και ότι υπέστησαν ταπεινωτική και εξευτελιστική μεταχείριση από την αστυνομία. Προκύπτουν από τη δοθείσα μαρτυρία τα εξής: στις 28.3.14 υπήρχε πληροφορία ότι στον κυκλικό κόμβο Λεμεσού-Πλατρών το όχημα με αριθμούς εγγραφής xxxx15 θα διακινούσε ναρκωτικά. Μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου έθεσαν την περιοχή υπό παρακολούθηση. Εντόπισαν το όχημα στις 19:20 να κινείται στη Λεωφ. Γ. Κρανιδιώτη. Μετά από τρία λεπτά εισήλθε σε έξοδο και σταμάτησε λίγα μέτρα από υπόγειο δρόμο σε σκοτεινό σημείο. Μετά από πέντε λεπτά επέστρεψε στη λεωφόρο. Υπήρχαν αυξομειώσεις στην ταχύτητα. Οι κινήσεις θεωρήθηκαν ύποπτες. Έχοντας υπόψη την πληροφορία για το εν λόγω όχημα, δόθηκαν οδηγίες να ανακοπεί. Η αστυνομία έθεσε σε λειτουργία τους φάρους. Αριθμός υπηρεσιακών οχημάτων ανέκοψε το όχημα γύρω στις 19:
  1. Ο Μ3 κατευθύνθηκε προς το μέρος του συνοδηγού. Ο Μ5 κατευθύνθηκε προς το μέρος του οδηγού. Ο Μ3 άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού επιδεικνύοντας την αστυνομική του ταυτότητα και αναφέροντας την ιδιότητά τους. Τους ενημέρωσαν ότι έχουν πληροφορίες ότι κατέχουν ναρκωτικά. Οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος
  2. Συνοδηγός ήταν ο κατηγορούμενος
  3. Τους ρώτησαν αν έχουν στην κατοχή τους ναρκωτικά και τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο. Ο κατηγορούμενος 1 δεν απάντησε. Ο κατηγορούμενος 2 τους υπόδειξε στο κάθισμα ανάμεσα στα πόδια του διαφανές σακούλι με άσπρη ουσία (Τεκμήριο Β1). Κάλεσαν τους κατηγορούμενους να εξέλθουν από το όχημα. Στάθηκαν δίπλα από το όχημά τους. Ήταν πλήρως συνεργάσιμοι. Κλήθηκε στη σκηνή η ΥΚΑΝ Λεμεσού για περαιτέρω εξετάσεις. Έγινε έρευνα. Εντοπίστηκαν τα Τεκμήρια Β2-Β
  4. Ο Μ2 τα φωτογράφισε (Τεκμήριο Γ). Ο Μ1 τους ανέφερε ότι θα πρέπει να μεταβούν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού για να σφραγιστούν τα τεκμήρια και να ληφθούν καταθέσεις. Δεν έφεραν ένσταση. Τους ρώτησε αν επιθυμούν να πάνε με το δικό τους όχημα με οδηγό τον ίδιο. Οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν. Ήταν ήρεμοι και συμπεριφέρονταν φυσιολογικά. Τους επεξηγήθηκε η διαδικασία. Τα τεκμήρια σφραγίστηκαν και υπογράφτηκαν. Οι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν στις 23:00 περίπου δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων (Τεκμήρια Δ και Ε). Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να στοιχειοθετήσει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η αστυνομία ενήργησε νόμιμα. Η νομολογία διαχωρίζει τις περιπτώσεις όπου η μαρτυρία λήφθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος και κατά παράβαση νόμου (Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Στην πρώτη, το Δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ασχέτως της αποδεικτικής της αξίας. Στη δεύτερη, το Δικαστήριο μπορεί να την αποδειχτεί υπό κάποιες προϋποθέσεις. Το γεγονός ότι η μαρτυρία έχει μεγάλη αποδεικτική αξία, δεν την καθιστά απαράδεκτη. Αντιθέτως, όσο πιο μεγάλη είναι η αποδεικτική αξία, τόσο πιο δύσκολος καθίσταται ο αποκλεισμός της. Η μαρτυρία δεν επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο, επειδή είναι ενοχοποιητική. Επηρεασμός υπάρχει αν η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας θα καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη (Μακρίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 181/19, ημερ. 7.9.20). Η εξουσία της αστυνομίας για έρευνα πηγάζει από το νόμο. Αστυνομικός που έχει εύλογη υποψία ότι πρόσωπο κατέχει ναρκωτικά μπορεί να το ερευνήσει και να το κρατήσει για σκοπούς έρευνας (άρθρο 29
(2)(α), Ν. 29/77). Ομοίως, μπορεί να ερευνήσει όχημα και να απαιτήσει όπως ο οδηγός σταματήσει (άρθρο 29
(2)(β)). Οτιδήποτε φαίνεται ότι αποτελεί μαρτυρία μπορεί να κατασχεθεί (άρθρο 29
(2)(γ)). Γενικώς, αστυνομικός μπορεί χωρίς ένταλμα να κατακρατήσει πρόσωπο αν εύλογα υποπτεύεται ότι μεταφέρει αντικείμενο σε σχέση με ποινικό αδίκημα ή να εισέλθει και να ερευνήσει όχημα αν έχει λόγο να πιστεύει ότι σ' αυτό διαπράττεται ποινικό αδίκημα (άρθρα 2 και 25, Κεφ. 155). Κριτήριο είναι αν ο ερευνών πίστευε ειλικρινά ότι η έρευνα ήταν αναγκαία και αν οι πληροφορίες που είχε δικαιολογούσαν αντικειμενικά την υποψία του (Al-Hamad v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117). Στην Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 οι υποψίες της αστυνομίας άρχισαν όταν όχημα θεάθηκε να κινείται με ύποπτο τρόπο σε περιοχή υψηλού κινδύνου για διακίνηση ναρκωτικών. Οι υποψίες αυξήθηκαν όταν το όχημα σταμάτησε σε χώρο στάθμευσης και ο εφεσείοντας δεν έδωσε καμιά εξήγηση για την παρουσία του. Οι υποψίες επιβεβαιώθηκαν με την ανεύρεση των χαπιών και την προσπάθεια του εφεσείοντα να διαφύγει. Κρίθηκε ότι η δράση της αστυνομίας ήταν, βάσει των άρθρων 29
(2)(α) και (β), Ν. 29/77, εύλογη και μέσα στο πλαίσιο της νομιμότητας. Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοφή
(2010)2 Α.Α.Δ. 172 οι κινήσεις του εφεσίβλητου με μοτοσικλέτα σε περιοχή όπου οι αστυνομικοί είχαν ειδικά μεταβεί για σκοπούς υπόθεσης ναρκωτικών, κίνησαν την υποψία τους. Κρίθηκε ότι οι αστυνομικοί δεν προσέγγισαν τυχαία ή αυθαίρετα τον εφεσίβλητο, αλλά με καλόπιστη υποψία η οποία κατέστη στη συνέχεια εύλογη. Το όχημα στην προκειμένη περίπτωση παρακολουθείτο μετά από πληροφορία για δέκα λεπτά. Θεάθηκε να κινείται πότε αργά και πότε γρήγορα. Σταμάτησε κάτω από υπόγεια διάβαση σε σημείο όπου ήταν σκοτεινά. Μετά από λίγα λεπτά επανεκκίνησε. Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει, ούτε είναι του παρόντος να διαπιστώσει, τους λόγους διακίνησης των κατηγορούμενων εκεί. Οι κινήσεις θεωρήθηκαν ύποπτες. Πλέον οι αστυνομικοί, εκτός από την πληροφορία, είχαν υπόψη τους και τον τρόπο διακίνησης του οχήματος. Τότε δόθηκαν οδηγίες να ανακοπεί. Κρίνεται ότι οι περιστάσεις μπορούσαν να δημιουργήσουν και δημιούργησαν εύλογες υποψίες στους αστυνομικούς ότι στο όχημα ενδεχομένως να υπήρχαν ναρκωτικά. Η ανακοπή ήταν νόμιμη και δικαιολογημένη. Δεν προκύπτει ότι η αστυνομία ενήργησε αυθαίρετα, τυχαία ή δυσανάλογα. Ούτε ότι ανέκοψε το όχημα για αλλότριο σκοπό. Με κάθε σεβασμό, η θέση της υπεράσπισης ότι, αφού οι αστυνομικοί άκουγαν μόνο οδηγίες, δεν μπορούσαν οι ίδιοι να έχουν εύλογη υπόνοια δεν ευσταθεί. Οι αστυνομικοί αντάλλασσαν πληροφορίες μέσω ασύρματου και ενημερώνονταν για τις κινήσεις του οχήματος. Στην Tinker v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411 η έρευνα από εξεταστή τελωνείων μετά που ενημερώθηκε από αστυφύλακα κρίθηκε νόμιμη: «εσφαλμένα ο εφεσείων υποστηρίζει έλλειψη στοιχείων που θα δικαιολογούσαν δική του υποψία, κατά παραγνώριση της σημασίας του γεγονότος ότι ο ειδικός αστυφύλακας τον ενημέρωσε για τις παρατηρήσεις του». Θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ο τρόπος ανακοπής του οχήματος και η παραμονή των κατηγορούμενων εκεί συνιστούσε στέρηση της ελευθερίας και της ελεύθερης διακίνησης. Η ανακοπή και ακινητοποίηση οχήματος δεν συνιστά στέρηση της ελευθερίας (Ζωδιάτη v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 236/17, ημερ. 9.7.19). Έστω κι αν συνεπάγεται περιορισμό κινήσεων (Δημοκρατία v. Kirnouyan κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126). Στην Erbekci (ανωτέρω) κρίθηκε ότι ο περιορισμός των κινήσεων για μικρό χρονικό διάστημα μετά από ανακοπή οχήματος δεν ισοδυναμούσε με σύλληψη ώστε να τίθεται θέμα παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων. Στην Tinker (ανωτέρω) η διασύνδεση του θέματος με το Άρθρο 11 του Συντάγματος, εφόσον παρέχεται από το νόμο εξουσία για έρευνα, χαρακτηρίστηκε «άστοχη». Το όχημα ανακόπηκε με ομαλό τρόπο. Εντοπίστηκε η άσπρη ουσία μετά από υπόδειξη του κατηγορούμενου 2. Περίμεναν την άφιξη της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Έγινε έρευνα. Στην Tinker (ανωτέρω) ο ύποπτος ανέμενε τον εξεταστή για να γίνει έρευνα και μετά συνοδεύτηκε σε γραφείο. Κρίθηκαν «φυσιολογικές, διαδικαστικής φύσης ενέργειες, με τον εφεσείοντα να συνεργάζεται και να τις αποδέχεται στο πλαίσιο της ανάγκης που τα περιστατικά δημιούργησαν». Ο χρόνος παραμονής στη σκηνή συναρτάται με τον απαραίτητο χρόνο για τη διεξαγωγή του ελέγχου (Γενικός Εισαγγελέας v. Σιακού, Ποινική Έφεση 73/14, ημερ. 20.2.15). Εντοπίστηκαν και φωτογραφήθηκαν τεκμήρια. Για κάθε τεκμήριο η αστυνομία επιστούσε την προσοχή των κατηγορούμενων στο νόμο. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία, χωρίς να διαμαρτυρηθούν. Τους λέχθηκε, σύμφωνα με τον Μ1, ότι θα πρέπει να γίνει έρευνα. Συμφώνησαν. Παρέμειναν στη σκηνή από μόνοι τους. Ο Μ3 ανέφερε χαρακτηριστικά ότι με τον έναν κατηγορούμενο κάπνιζαν στο πεζοδρόμιο «για να καταλάβετε πόσο χαλαρά ήμαστε». Δεν κατακρατήθηκαν, ούτε εξέφρασαν την επιθυμία να φύγουν. Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Οι ενέργειες της αστυνομίας κρίνονται ως οι απολύτως αναγκαίες. Δεν υπερέβησαν τα επιτρεπτά όρια ώστε να εγείρεται θέμα αντισυνταγματικότητας. Η θέση της υπεράσπισης ότι οι κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν και κρατήθηκαν στην ΥΚΑΝ Λεμεσού παρά τη θέλησή τους δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Αντίθετα, προκύπτει ότι συμφώνησαν να μεταβούν εκεί για να σφραγιστούν τα τεκμήρια και να ληφθούν καταθέσεις (άρθρο 5, Κεφ. 155). Ούτε η μεταφορά τους με αστυνομική συνοδεία μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με σύλληψη. Η μεταφορά του εφεσείοντα από αστυνομικό σταθμό με αστυνομικό όχημα στην οικία του όπου θα διεξαγόταν έρευνα κρίθηκε στην Κάππελος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241 ότι δεν ισοδυναμούσε με παράνομη σύλληψη και κράτηση, ανεξάρτητα από το πώς ο ίδιος υποκειμενικά ένιωθε, αφού σε κανένα στάδιο αρνήθηκε να συνοδεύσει τους αστυνομικούς στην οικία του ή ζήτησε να πάει μόνος του και εμποδίστηκε να το πράξει. Τέτοια μαρτυρία εδώ δεν προσκομίστηκε. Η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι πλήγηκαν τα δικαιώματά της επειδή ο Μ3 ερωτηθείς σχετικά απάντησε ότι δεν μπορεί να αναφέρει τα στοιχεία των οχημάτων που χρησιμοποιεί η ΥΚΑΝ στις επιχειρήσεις της. Η εκδοχή της είναι ότι κατά την ανακοπή υπήρξε σύγκρουση με ένα απ' αυτά. Στην Τρύφωνος v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 41/19, ημερ. 8.4.20 η παραπονούμενη δεν απάντησε σε «καίριες ερωτήσεις» άμεσα συνδεδεμένες με το παράπονό της καθιστώντας την ετυμηγορία ενοχής επισφαλή. Στην Κουρέας v. Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ. 896 η άρνηση του μάρτυρα να αναφερθεί «στο πλέον σημαντικό σημείο της μαρτυρίας του» κρίθηκε αδικαιολόγητη αναιρώντας τη σύνδεση του κατηγορούμενου με το αδίκημα. Οι υποθέσεις αυτές διαφοροποιούνται από την παρούσα. Όλοι οι μάρτυρες αντεξετάστηκαν εκτενώς ως προς τον τρόπο που έγινε η ανακοπή και την κατ' ισχυρισμό σύγκρουση. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι οι αριθμοί εγγραφής ήταν απαραίτητοι για να μπορέσει να κλητεύσει τον υπεύθυνο του μηχανουργείου της αστυνομίας για να εξακριβώσει την αλήθεια. Με κάθε σεβασμό, ήταν γνωστά στην υπεράσπιση η ημερομηνία, ο τόπος της ανακοπής και οι παρόντες αστυνομικοί. Στο μητρώο της αστυνομίας, όπως ο Μ5 ανέφερε, θα ήταν καταγεγραμμένα αν υπήρχε σύγκρουση και τα στοιχεία του οχήματος των κατηγορούμενων. Επομένως, υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία. Εξάλλου, η απόδειξη του ισχυρισμού της υπεράσπισης δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από τη μαρτυρία που είχε η κατηγορούσα αρχή στην κατοχή της. Η υπεράσπιση είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει στοιχεία που η ίδια θεωρούσε βοηθητικά για τους κατηγορούμενους. Όπως και έπραξε. Τέλος, η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατά παράβαση του Άρθρου 11 του Συντάγματος δεν ενημερώθηκαν για τα δικαιώματά τους. Το Άρθρο αναφέρεται σε δικαιώματα συλληφθέντων. Οι κατηγορούμενοι δεν συνελήφθησαν. Εν ολίγοις, οι ενέργειες της αστυνομίας ήταν εύλογες και μέσα στο πλαίσιο της νομιμότητας. Η ένσταση απορρίπτεται. Πριν ολοκληρώσω θα πρέπει να σημειωθεί ότι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της δίκης εντός δίκης οφειλόταν στα περιοριστικά μέτρα που κατά διαστήματα ήταν σε ισχύ λόγω της πανδημίας, ιδίως στην επαρχία Λεμεσού. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.